← Κύπρος

Αίτηση από τους κ.κ. CLAPPAS TRADING HOUSE LTD, Αρ. Αίτ: 105/15, 30/3/2016

Αίτηση από τους κ.κ. CLAPPAS TRADING HOUSE LTD, Αρ. Αίτ: 105/15, 30/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτ: 105/15 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, TRANQUIL SEAS HOTELS LIMITED, (HE 94413) και Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση από τους κ.κ. CLAPPAS TRADING HOUSE LTD, εκ Τεύκρου Ανθία 21, 2251 Λευκωσία Αιτητές ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.3.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα Εταιρεία: κα Κούτρας Για την Εναγομένη: κ. Λοϊζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια εταιρεία που είναι καθ' ης η αίτηση σε αίτηση για υποχρεωτική εκκαθάριση της στρέφεται εναντίον του αιτητή και ζητεί τον παραμερισμό και/ή την διαγραφή της αίτησης εκκαθάρισης. Οι λόγοι για την επιλογή αυτού του διαβήματος είναι ισχυρισμός ότι η απαίτηση πληρωμής έχει επιδοθεί παράτυπα και δεύτερο ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο και έτσι είναι θέση της αιτήτριας ότι η αίτηση εκκαθάρισης δεν είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία για την επίλυση της διαφοράς χρέος μεταξύ των μερών. Θέση των καθ' ών η αίτηση είναι ότι αυτά τα επιχείρηματα είναι αβάσιμα και δεν δικαιολογούν τον παραμερισμό και/ή την διαγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης που έχει ξεκινήσει με την καταχώρησης σχετικής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η απαίτηση του χρέους επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της αιτήτριας εταιρείας στην κα Φωτεινή Πιερή στις 21.7.2015 που έχει επισημανθεί στην ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη ως υπεύθυνο πρόσωπο στο εγγεγραμμένο γραφείο της αιτήτριας εταιρείας. Περαιτέρω, κατά την επίδοση της απαίτησης δεν υπήρχε καμία διαμαρτυρία της Φωτεινής Πιερή για την επίδοση της απαίτησης. Η αίτηση εκκαθάρισης επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση και στις 22.9.2015 οι δικηγόροι της αιτήτριας εταιρείας επέδωσαν ειδοποίηση εμφάνισης στην αίτηση εκκαθάρισης χωρίς καμία αμφισβήτηση της απαίτησης. Έγιναν δημοσιεύσεις χωρίς να αμφισβητηθεί το χρέος και αυτό το διάβημα καταχωρήθηκε για πρώτη φορά όταν η αίτηση εκκαθάρισης ορίστηκε για ακρόαση. Στις 2.11.15 η αιτήτρια αναδρομικά, σκόπιμα, και καταχρηστικά έχοντας κατά νου ότι η αίτηση εκκαθάρισης είχε ήδη καταχωρηθεί ενημέρωσε τον έφορο εταιρειών ότι επήλθε αλλαγή στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας από τις 2.8.

  1. Το ποσό του χρέους επιβεβαιώθηκε με την λογιστή της αιτήτριας εταιρείας όταν είδε τα τιμολόγια μαζί με την Έλενα Σάββα αντιπρόσωπο της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Αυτό το ποσό ανέρχεται στο ποσό των 10856.45 ευρώ. Το ανοικτό υπόλοιπο χρέος σε σχέση με τιμολόγια που στάλθηκαν και υπογράφηκαν στην αιτήτρια εταιρεία είναι 10856.45 ευρώ. Η αναγνώριση του χρέους έγινε στις 21.1.11 και ήταν για το ποσό των €11057.25 όμως κατά την επίδοση της απαίτησης πληρωμής έναντι του χρέους είχαν γίνει πρόσθετες πληρωμές με αποτέλεσμα το ποσό της απαίτησης να ανέρχεται στο ποσό των €10.856.
  2. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα που εγείρεται σε σχέση με την μη ορθή υποβολή της απαίτησης παραπέμπω στο άρθρο 212(α) το οποίο δημιουργεί ως προαπαιτούμενο την παράδοση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Κατά τον χρόνο της επίδοσης της απαίτησης στις 21.7.2015 εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας εξακολουθούσε να είναι η οδός Αρχιμήδους 12 Landways Mansions Διαμ. 3
  3. Το άρθρο 212α δεν προϋποθέτει ότι η απαίτηση για το χρέος θα πρέπει να παραδοθεί σε αξιωματούχο της εταιρείας αλλά ότι θα πρέπει να παραδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Από την ένορκη δήλωση του επιδότη που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στα πλαίσια της ένστασης προκύπτει ότι η Κωνσταντίνα Πιερή είναι πρόσωπο που έχει σχέση με την εταιρεία δηλαδή υπεύθυνη για την παραλαβή εγγράφων στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της εταιρείας. Δεύτερο είναι ορθό το επιχείρημα των καθ' ων η αίτηση ότι έγινε παραλαβή της επιστολής για απαίτηση του χρέους χωρίς να εγερθεί ζήτημα τότε ότι το πρόσωπο που παρέλαβε την απαίτηση δεν είχε σχέση με την εταιρεία. Αν μη τι άλλο η πληροφόρηση για την αλλαγή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείο που υποβλήθηκε στις 2.11.2016 και με αναδρομική ισχύ δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τις προθέσεις των αιτητών που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της εξέτασης αίτησης για εκκαθάριση. Αλλά εν πάση περιπτώσει η αλλαγή έγινε 27 Αύγουστο και κατά την ημερομηνία επίδοσης της απαίτησης αυτή η αλλαγή δεν είχε επέλθει. Συνεπώς, τα δεδομένα είναι τέτοια που δεν δικαιολογείται απόρριψη της αίτησης για εκκαθάριση και μάλιστα προκαταβολικά. Δεν φαίνεται να υπάρχει καταφανής μη συμμόρφωση των προνοιών του άρθρου 212Α που να δικαιολογεί το δραστικό μέτρο της παραγραφής της αίτησης για εκκαθάριση. Aναφορικά με το ζήτημα κατά πόσο υπάρχει καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους κρίνω ότι ούτε και αυτό μπορεί να αποφασισθεί προκαταβολικά. Στην ένσταση επισυνάπτεται τεκμήριο που περιέχει κατ' ισχυρισμό επιβεβαίωση χρέους που προκύπτει από υπόλοιπο τιμολογίων που υπογράφθηκαν από αντιπροσώπους της αιτήτριας εταιρείας για το ποσό των €11,097.25 στις 21.11.
  4. Στην συνέχεια υπάρχει ισχυρισμός ότι έγιναν πληρωμές έναντι αυτού του ποσού με αποτέλεσμα η απαίτηση του χρέους να αφορά το ποσό των €10.856 για τιμολόγια που παραδόθηκαν και υπογράφηκαν από την αιτητρία εταιρεία για το συνολικό ποσό των €21.913.
  5. Στην αίτηση παραμερισμού δεν θεμελιώνεται ο ισχυρισμός ότι το χρέος αμφισβητείται έντονα με συγκεκριμένα γεγονότα. Δηλαδή οι αιτητές δεν έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου κανένα γεγονός που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο. Οπότε δύσκολο μπορεί να πετύχει η θέση των αιτητών ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο και μάλιστα αυτό να το αποφασίσει προκαταβολικά χωρίς να ακούσει τις πραγματικές παραστάσεις των μερών στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης. Όπως επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση

(1991)1 Α.Α.Δ. 246 IN RE PELMAKO DEVELOPMENT LTD v. IN RE THE COMPANIES LAW, CAP. 113, κατά την εξέταση αιτήσεως για την διάλυση της εταιρείας έχουν εφαρμογή οι αρχές της επιείκειας και έτσι στην περίπτωση που διάδικος χρησιμοποιεί αυτή την διαδικασία για άλλο σκοπό από αυτή που προορίζεται το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει ζήτημα διαγραφής της αίτησης εκ προοιμίου. Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει επίσης εξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό όμως δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με τις αρχές της επιείκειας (equity), όπως αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων. Θα ήταν πράγματι άδικο να επέτρεπε το Δικαστήριο την προώθηση της διαδικασίας διάλυσης με όλα τα συνεπακόλουθα αποτελέσματα πχ δημοσίευση, αναστολή και παρακώληση στην λειτουργία της εταιρείας εάν διαπίστωνε εκ προοιμίου ότι το θεμέλιο της αίτησης είναι σαθρό με αποτέλεσμα η αίτηση να συνιστά όχημα καταπίεσης της εταιρείας. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Pelmako το ότι η αίτηση είναι καταχρηστική πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από την ίδια την αίτηση ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή της ως θέμα δικαίου προτού το Δικαστήριο της επιληφθεί και ακούσει των πραγματικών παραστάσεων των μερών επί της ουσίας. Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Αναλύεται επίσης η έννοια του όρου "frivolous and vexatious" (Βλ. Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., p. 145). (Κακόβουλου και ενοχλητικού δικονομικού μέτρου), για να διαπιστωθεί αν το Υπόμνημα για διάλυση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως υπάρχει ισχυρισμός. Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε η καταβολή των λογαριασμών ούτε η έγκρισή τους, κατά πλειοψηφία, δεν έχουν άρει τη διαφορά μεταξύ των μερών, ούτε τις αμφισβητήσεις για τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Οι αιτητές διατηρούν τις ενστάσεις τους και επιμένουν στον ισχυρισμό ότι η πλειοψηφία ασκεί τις εξουσίες της με τρόπο καταπιεστικό για τη μειοψηφία, σε βαθμό και έκταση που να δικαιολογείται η επίκληση των θεραπειών που παρέχει το άρθρο 202 του Κεφ. 113. Το βασικό ερώτημα είναι, και σε αυτό το πλαίσιο περιορίζονται τα επίδικα θέματα της έφεσης, αν το Υπόμνημα για διάλυση αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την υποβολή της αίτησης για διάλυση της εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 7, p.602). Από την ανάγνωση της αίτησης διάλυσης των αιτητών δεν θεωρώ ότι μπορώ εκ προοιμίου να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι αυτή η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Δεν προκύπτει από την ανάγνωση της αίτησης ως συμπέρασμα ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο ή ότι αυτή η αίτηση είναι όχημα καταπίεσης και όχι μία γνήσια προσπάθεια να προωθηθεί τέτοιο διάβημα επειδή η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Οι καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια αυτής της αίτησης εξάλλου αρνούνται ότι υπάρχει καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους και είναι κατά την άποψη μου αδύνατον να αποφασίσω κατά πόσο η αμφισβήτηση είναι bona fide χωρίς να ακούσω και να αξιολογήσω τις πραγματικές παραστάσεις των μερών επί της ουσίας. Κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται με τα δικά της γεγονότα ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο και όχι εκκαθαρισμένο. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. CJ Kyprianou Promotions Ltd. 1B AAΔ.991
(2010)το Εφετείο επικύρωσε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εκδίκασε την ουσία της αίτησης εκκαθάρισης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το χρέος ήταν αμφισβητούμενο και κακώς χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία εκκαθάρισης για να κριθεί κατά πόσο το χρέος πράγματι οφείλεται. Σε εκείνη την υπόθεση υπήρχαν περίπλοκα γεγονότα που έχρηζαν αξιολόγησης από το Δικαστήριο σε σχέση με την ύπαρξη της οφειλής μεταξύ άλλων και την διαπίστωση κατά πόσο υπήρξε διάρρηξη 'συμβατικής' σχέσης εξ' υπαιτιότητας της 'οφειλέτριας ' εταιρείας. Η απόφαση Χατζηγιάννης είναι βοηθητική διότι παραθέτει κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με παράγοντες που μπορεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο το χρέος είναι καλή τι πίστη αμφισβητούμενο ή εκκαθαρισμένο και οφειλόμενο. Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Άρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιός μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του Άρθρου 213(Ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του Άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 Αll E.R. 797). Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η εφεσίβλητη εταιρεία, πέραν της αμφισβήτησης της οφειλής της, δεν κατέδειξε ότι αυτή η αμφισβήτηση είναι και καλόπιστη (bona fide). Σε σχέση με τούτο, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: "Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive." Εξαιρετικό παράδειγμα για το τι συνιστά καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους είναι η περίπτωση που περιγράφεται στην Αγγλική Υπόθεση Mann v Goldstein 1 WLR 1091 [1968]. Σε εκείνη την περίπτωση δύο ομάδες μετόχων αποφάσισαν να χωρίσουν τα περιουσιακά στοιχεία μίας κοινής εταιρείας. Η μία πλευρά καταχώρησε αίτηση διάλυσης της κοινής επιχείρησης επικαλούμενης οφειλής για αμοιβή διευθυντικού στελέχους της εταιρείας για τα προηγούμενα έτη. Η άλλη πλευρά απάντησε ότι αυτή η οφειλή είχε πληρωθεί. H πλευρά των αιτητών ισχυρίσθηκε ότι μία θυγατρική εταιρεία του όφειλε χρήματα ενώ ο καθ' ου η αίτηση απάντησε ότι ήταν άλλη εταιρεία που όφειλε τα χρήματα και όχι η θυγατρική. Στην απόφαση το Αγγλικό δικαστήριο δίνει καθοδήγηση σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης μαρτυρίας σε σχέση με το καλόπιστο της αμφισβήτησης του χρέους. Στα πλαίσια αίτησης για την διάλυση εταιρείας όπως και στην πτωχευτική διαδικασία εφαρμόζονται οι αρχές της επιείκειας. Είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα για την διάλυση εταιρείας μόνο εάν αποδειχθεί με πειστική μαρτυρία ότι πράγματι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώνει τα χρέη της. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Μαnn πιο πάνω στην περίπτωση που πρόσωπο είναι πιστωτής και νομιμοποιείται να εγείρει τέτοια αίτηση κατά της εταιρείας δεν μπορεί να αποφασισθεί εκ προοιμίου ότι η αίτηση θα αποτύχει παταγωδώς. Όταν υπάρχει αξίωση για το χρέος και εγείρεται ζήτημα ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της αυτό εξετάζεται στα πλαίσια της αίτησης. I come now to the allegation of lack of bona fide and to abuse of process. It seems to me that to pursue a substantial claim in accordance to the procedure provided in the normal manner even though with personal hostility and even venom, and from sone ulterior motive such as the hope of compromise or some indirect advantage is not an abuse of court or acting mala fide but acting bone fide according to the process. And certainly no authority suggesting otherwise has been brought to my attention. In re WelshBrich Industries .Lord Greene MR threated a bona fide claim as being a claim based on substantial ground which referred to considering whether or not the dispute is bona fide or putting it another way whether or not there is some substantial ground for defending the action. When the debt is disputed by the company on some substantial ground and not some ground which is frivolous or without substance and which the court should therefore ignore and the company is solvent the colurt will restrain the prosecution of a petition to wind up the company. Στην παρούσα περίπτωση έχουν τεθεί ενώπιον μου στοιχεία από τους καθ' ων η αίτηση για να αποδείξουν ότι το χρέος είναι εκκαθαρισμένο και οφείλεται. Αντιθέτως, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας που να εγείρει βάσιμη υπεράσπιση ότι τα ποσά από τιμολόγια που παραδόθηκαν και υπογράφθηκαν από αντιπροσώπους της αιτήτριας εταιρείας δεν οφείλονται στην πραγματικότητα. Δεν είναι δυνατόν μ' αυτό το πραγματικό υπόβαθρο να καταλήξω και μάλιστα προκαταβολικά χωρίς να ακούσω τις δύο πλευρές επί της ουσίας ότι υπάρχει βάσιμη και καλόπιστη υπεράσπιση στην οφειλή που να δικαιολογεί την επίκληση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διαγράψει την διαδικασία εκκαθάρισης που έχει τεθεί ενώπιον μου. Θα ήταν άδικο να στερηθούν οι καθ' ων η αίτηση του δικαιώματος να ακουσθούν όταν έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου έγγραφα όπως την δήλωση επιβεβαίωσης και αναγνώριση του χρέους αλλά και αλλά στοιχεία για την ύπαρξη εκκαθαρισμένου χρέους για την οποία έχουν απαίτηση χωρίς όμως αυτό το ποσό να πληρωθεί. Είναι άδικο να τους στερηθεί η πρόσβαση στο Δικαστήριο για δικαίωμα που τους παρέχεται από τον νόμο όταν θέση τους είναι ότι το ποσό οφείλεται, έχει απαιτηθεί χωρίς να ικανοποιηθούν. Η μη πληρωμή αυτού του χρέους είναι μία από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης δυνάμει του άρθρου 212Α που να δικαιολογεί την εκκαθάριση μίας εταιρείας διότι αυτή η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Σε άλλη Αγγλική Υπόθεση Bryanston Finance Ltd. v. De Vries [1976] Ch. 63 το Δικαστήριο επεξήγησε ότι δεν δικαιολογείται εκ των προτέρων περιορισμός της άσκησης δικαιώματος του πιστωτή να καταχωρήσει αίτηση διάλυσης για χρέος που ισχυρίζεται ότι οφείλεται και είναι δικαίωμα που δύναται να ασκήσει διότι του παρέχεται από τον νόμο εκτός και εάν αποδειχθεί ότι συντρέχουν πολύ σοβαροί λόγοι. It has long been recognized that the jurisdiction of the court to stay an action in limine as an abuse of process is a jurisdiction to be exercised with great circumspection and exactly the same consideration must apply to a quia timet injunction to restrain commencement of proceedings. The principles are in my opinion just as applicable to a winding up petition as to an action. The right to petition the court for a winding up order in appropriate circumstances is a right conferred by statute. A would be petitioner shoud not be restrained from exercising it except on clear and persuasive grounds. Συνεπώς, κατά την άποψη μου δεν συντρέχει κανένας λόγος να ρυθμίσω ή να περιορίσω την πρόσβαση των καθ' ων η αίτηση στο Δικαστήριο μ' αυτόν τον τρόπο. Τα ζητήματα που έχουν εγείρει οι αιτητές πρέπει να ακουσθούν για να αποφασισθούν δεν είναι κατάλληλη περίπτωση διαγραφής, παραμερισμού ή αναστολή της διαδικασίας χωρίς να εξετασθεί η ουσία. Συνεπώς, αυτή η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα αυτά επιδικάζονται εναντίον των αιτητών όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου -Κοντοπούλου Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.