← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΦΛΩΡΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ, Αρ. υπόθεσης: 2183/2013, 4/3/2016

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΦΛΩΡΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ, Αρ. υπόθεσης: 2183/2013, 4/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 2183/2013 ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Παραπονούμενος ν ΦΛΩΡΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ Κατηγορούμενος 4 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενο: κ. Ταμπούρλας Για κατηγορούμενο: κα Κυπριανού Κατηγορούμενος, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)

(2)του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 30.9.2010, στην Λάρνακα εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου υπ' αριθμούς 91707924 για ποσό €4.000, 91707923 για ποσό €1.000 και 91707922 για ποσό €1.000 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 30.9.2010, 30.9.2010 και 30.8.2010 αντίστοιχα. Όταν δε παρουσιάστηκαν προς πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν διότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τη μη εξόφληση τους χωρίς εύλογη αιτία. Προς απόδειξη των κατηγοριών έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα. Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια τα όσα ο κάθε μάρτυρας ανέφερε αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των σημείων εκείνων της μαρτυρίας που κρίθηκαν σημαντικά για την απόφαση μου. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο παραπονούμενος, Κυριάκος Κυριάκου (ΜΚ1). Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, περί τον Αύγουστο 2010 επικοινώνησε μαζί του μια κοινή γνωστή, η κα Ιουλία Κωνσταντίνου η οποία του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, τον οποίο ο ίδιος είχε γνωρίζει 1-2 φορές προηγουμένως, ήθελε να δανειστεί κάποια χρήματα και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Οι τρεις τους συναντήθηκαν στο σπίτι της κας Ιουλίας Κωνσταντίνου, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν κτηματομεσίτης και ότι χρειαζόταν κάποια χρήματα για μια πράξη που θα έκανε στο κτηματολόγιο, καθώς και ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα άμεσα. Κατά την ίδια συνάντηση, ο παραπονούμενος είπε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο €6.000 και, προς αποπληρωμή του ποσού, ο κατηγορούμενος υπέγραψε ενώπιον του και του έδωσε τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές (Τεκμήρια 1, 2 και 3). Σε σχέση με τις επιταγές είπε ότι ο κατηγορούμενος είχε συμπληρώσει όλα τα στοιχεία των επιταγών πλην του ονόματος του δικαιούχου και τις είχε υπογράψει στην παρουσία του, ενώ ο ίδιος ανέγραψε το όνομα του σε αυτές. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, κατέθεσε την πρώτη επιταγή την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα αλλά αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη. Το ίδιο συνέβη και με τις άλλες δύο επιταγές. Είπε ότι επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε γιατί ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών και αυτός του ανέφερε ότι είχε ανακαλέσει την πληρωμή τους γιατί δεν είχε πάρει αυτός τις €6.000 αλλά η κα Ιουλία Κωνσταντίνου. Σε άλλες δε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν ο κατηγορούμενος του υποσχόταν ότι θα του πλήρωνε τα ποσά των επιταγών όμως δεν το έπραξε. Είπε επίσης ότι σε σχέση με τις επίδικες επιταγές είχε καταχωρήσει το 2010 άλλη ποινική υπόθεση η οποία τελικά απεσύρθη. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατέστη παραδεκτό γεγονός για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ότι ο παραπονούμενος είχε καταχωρήσει εναντίον του κατηγορούμενου την ιδιωτική ποινική υπόθεση 21228/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας τον Δεκέμβριο 2010 η οποία τελικά απεσύρθη τον Ιανουάριο 2012 λόγω της μη εμφάνισης του κατηγορούμενου κατά την δίκη. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Κώστας Μιχαηλίδης, λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 επεξήγησε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν παρουσιαστεί προς πληρωμή αλλά δεν πληρώθηκαν διότι η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη. Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο των γραπτών οδηγιών ανάκλησης των επιταγών που είχε δώσει ο κατηγορούμενος στα 20.8.2010 (Τεκμήριο 4), σύμφωνα με τις οποίες ο λόγος ανάκλησης ήταν «ακύρωση συμφωνίας». Κατά την αντεξέταση του τέθηκε ότι ο λόγος ανάκλησης που αναγράφεται στο έντυπο, Τεκμήριο 4, είχε αναγραφεί κατόπιν υπόδειξης λειτουργού της τράπεζας. Ο δε ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν ήταν παρών όταν έγινε η ανάκληση και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι είχε συμβεί. Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης για την πλευρά του παραπονουμένου, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε δήλωση χωρίς όρκο. Στη δήλωση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνώρισε την κα Ιουλία το καλοκαίρι του 2010 με την οποία είχε ερωτικές σχέσεις. Αυτή του ζήτησε χρήματα για κάποια έξοδα της και εκείνος της έδωσε δύο εκ των επίδικων επιταγών τις οποίες υπέγραψε αφήνοντας κενό το όνομα και το ποσό αφού η κα Ιουλία του είπε ότι θα συμπλήρωνε εκείνη το ποσό και του υποσχέθηκε ότι αυτό δεν θα υπερέβαινε τα €150. Σε σχέση με την τρίτη από τις επίδικες επιταγές ανέφερε ότι «φαίνεται αυτή την έκοψα κατά λάθος». Ανέφερε επίσης ότι δεν έλαβε ποτέ οποιοδήποτε ποσό από τον παραπονούμενο, τον οποίο γνώρισε σε μια άλλη επίσκεψη του στο σπίτι της κας Ιουλίας και ότι ποτέ δεν ήταν, ούτε και συστήθηκε στον παραπονούμενο, ως κτηματομεσίτης. Υποστήριξε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με την κα Ιουλία αλλά δεν κατάφερε να την εντοπίσει αν και αρχικά του είχε υποσχεθεί ότι θα διευθετούσε την υπόθεση. Προσπάθησε, ανέφερε, να καταγγείλει το περιστατικό και πήγε σχετικά 2 φορές στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου αλλά οι αστυνομικοί του είπαν ότι «δεν αναλαμβάνουν τέτοιες υποθέσεις». Τέλος υποστήριξε ότι όταν ο παραπονούμενος κατέθεσε τις επιταγές επικοινώνησε μαζί του κοπέλα από την τράπεζα για να τον ρωτήσει αν θα κάλυπτε το ποσό της επιταγής, τότε αυτός της εξήγησε τι συνέβη και αυτή τον βοήθησε να ανακαλέσει την πληρωμή των επιταγών. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο ΜΚ2 δημιούργησαν θετική εντύπωση και ήταν, θεωρώ, αξιόπιστοι. Ο μεν παραπονούμενος κατέθεσε με άμεσο και θετικό τρόπο, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και παρέμεινε σταθερός κατά την αντεξέταση. Ο δε ΜΚ2, ήταν μάρτυρας ανεξάρτητος, χωρίς κανέναν προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση και χωρίς κανένα λόγο να παραποιήσει ή να αποκρύψει την αλήθεια. Επιπρόσθετα, τα όσα και οι δύο κατέθεσαν, πέραν από το να αμφισβητηθούν μέσω υποβολών κατά την αντεξέταση, δεν έχουν αντικρουστεί με άλλη, αντίθετη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος, όπως ανέφερα, προέβη σε ανόμωτη δήλωση και δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία. Έχοντας κατά νου τις αρχές που αφορούν τον τρόπο που αξιολογείται και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί σε μια ανόμωτη δήλωση[3], σημειώνω ότι η αξία της είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική και, σίγουρα, δεν μπορεί να αντικρούσει αντίθετη μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, θεωρώ ότι τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι ως τα έχει καταθέσει ο παραπονούμενος και ως τα παραθέτω πιο πάνω. Αυτά συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν θα τα επαναλάβω, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης. Επιπρόσθετα, συνιστά εύρημα ότι μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών, ο κατηγορούμενος με γραπτές εντολές στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν (Τεκμήριο 4), ανακάλεσε την πληρωμή τους στις 20.8.2010 προβάλλοντας ως λόγο ανάκλησης την «ακύρωση συμφωνίας». Οι δε επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν προς πληρωμή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες αλλά δεν πληρώθηκαν διότι είχαν ανακληθεί από τον εκδότη τους. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα αποδεικνύουν, στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο[4]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(2).πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα[5]: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1, 2 και 3) και ότι προκάλεσε τη μη εξόφληση τους με τις γραπτές οδηγίες που έδωσε στην τράπεζα με τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή τους (Τεκμήριο 4). Τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν επομένως αποδειχθεί. Με αυτό το δεδομένο, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου ο οποίος πρέπει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων[6] ότι είχε εύλογη αιτία για την ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών. Όφειλε δε ο κατηγορούμενος, για να μπορεί να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους ανάκλησης[7] της πληρωμής των επιταγών. Για να καταφέρει ο κατηγορούμενος να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, πρέπει να ικανοποιήσει[8]: (α) ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή της επιταγής, κριτήριο υποκειμενικό που αναφέρεται στο ποια ήταν η αντίληψη του ίδιου του κατηγορούμενου, και (β) ότι η αντίληψη αυτή του κατηγορούμενου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, κριτήριο αντικειμενικό που αποφασίζεται σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών που είχε δοθεί στην τράπεζα από τον κατηγορούμενο ήταν η «ακύρωση συμφωνίας». Ο λόγος αυτός καθόλου δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Τίποτε από όσα έχει αναφέρει στην μαρτυρία του ο παραπονούμενος δεν παραπέμπει σε ακύρωση οποιαδήποτε συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου, καμία τέτοια ακύρωση συμφωνίας δεν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του ενώ ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην ανόμωτη του δήλωση αναφέρει οτιδήποτε που να εισηγείται ή να μπορεί να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη συμφωνίας η οποία να έχει ακυρωθεί. Πέραν αυτού, δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος σε σχέση με την έκδοση των επιταγών και τις υποσχέσεις που του είχε δώσει η κα Ιουλία δεν είχε υποβληθεί στον παραπονούμενο ώστε να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί σχετικά και, σε περίπτωση που διαφωνούσε, να τα αντικρούσει. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από την πλευρά της υπεράσπισης οποιαδήποτε μαρτυρία, είτε από την κα Ιουλία είτε από την τραπεζική υπάλληλο για την οποία υπάρχει ισχυρισμός στην ανόμωτη δήλωση του κατηγορούμενου ότι τον κατεύθυνε στον λόγο που προέβαλε για την ανάκληση των επίδικων επιταγών. Η έλλειψη μαρτυρίας αφήνει τις θέσεις του κατηγορούμενου μετέωρες αφού παραμένουν σε επίπεδο αόριστων ισχυρισμών χωρίς να υποστηρίζονται από αξιόπιστη μαρτυρία. Σημειώνω ότι στην ανόμωτη του δήλωση αναφέρει ότι η τραπεζική υπάλληλος επικοινώνησε μαζί του μετά που κατατέθηκαν προς πληρωμή η 1η επιταγή για να τον ρωτήσει αν θα την τιμούσαν ενώ από το Τεκμήριο 4 φαίνεται ότι οι οδηγίες για ανάκληση είχαν δοθεί 10 μέρες πριν την ημερομηνία που η 1η επιταγή είχε καταστεί πληρωτέα. Επιπρόσθετα, δεν πείθει η αναφορά του ότι, παρά τα όσα καταλογίζει στην κα Ιουλία, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για προστασία του εαυτού του και τιμωρία της, ώστε πείθει η αναφορά του ότι οι αστυνομικοί στους οποίους αποτάθηκε για να εκφράσει το παράπονο του αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να αποδείξει ότι ο ίδιος λειτουργούσε υπό την ειλικρινή πεποίθηση ότι είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών για τους λόγους που προβάλει στις οδηγίες που έδωσε στην τράπεζα. Επίσης έχει αποτύχει να αποδείξει ότι τα όσα αναφέρει στην ανόμωτη του δήλωση είχαν οποιοδήποτε αντικειμενικό έρεισμα στα γεγονότα. Συνακόλουθα, δεν έχει στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό την υπεράσπιση ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών για εύλογη αιτία. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η πλευρά του παραπονούμενου με αποδεκτή, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδει στον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Δημοσθένους ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Σοφοκλέους ν Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369 [4] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [5] Philippa Estates Ltd ν Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142 [6] Γενικός Εισαγγελέας v Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332 [7] Κονιζίδου v Αρέστη
(2009)2 Α.Α.Δ 345 [8] N.C. Diamonds Co. Ltd ν Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Pitsillides & Another v Republic
(1983)2 C.L.R. 374 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.