IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD ν. KEKKOS CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 14100/2013, 21/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 14100/2013 IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD Παραπονούμενοι ν
- KEKKOS CONSTRUCTION LTD, η οποία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.4.2013
- ΠΑΥΛΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Κατηγορούμενοι 21 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κα Παντελή Για κατηγορούμενη 1, καμία εμφάνιση Για κατηγορούμενο 2: κ. Χριστουδούλου Κατηγορούμενος 2, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορούνται ότι περί τον Σεπτέμβριο 2012 ή και προγενέστερα εξέδωσαν την επιταγή υπ' αριθμό 37195926 της ΣΠΕ Μακράσυκας επ' ονόματι των παραπονούμενων για ποσό €14.512,68, η οποία όταν παρουσιάστηκε προς πληρωμή παρέμεινε απλήρωτη λόγω ελλείψεως επαρκών υπολοίπων στο λογαριασμό του εκδότη και/ή επειδή ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί και η οποία παρέμεινε απλήρωτη για 15 ημέρες από την παρουσίαση της. Ο δε κατηγορούμενος 2 βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατηγορία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνω παρενθετικά ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία βρίσκεται σε εκκαθάριση, δεν εμφανίζεται στη διαδικασία. Προς απόδειξη της κατηγορίας έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο τέσσερεις μάρτυρες. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να το αναπαράγω με λεπτομέρεια. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των όσων ανέφερε ο κάθε μάρτυρας επισημαίνοντας τα σημεία που κρίθηκαν σημαντικά για σκοπούς της απόφασης μου. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παύλος Παπακώστας, υπεύθυνος του τμήματος τρεχούμενων λογαριασμών της ΣΠΕ Μακράσυκας (ΜΚ1). Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στη ΣΠΕ Μακράσυκας και δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τον λογαριασμό είχε ο κατηγορούμενος 1 ως διευθυντής και ακόμα ένα πρόσωπο, η Ελένη Παύλου, ένας εκ των δύο. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής που διαθέτει η ΣΠΕ Μαρκάσυκας (Τεκμήριο 2), αυτή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 και ότι παρουσιάστηκε προς πληρωμή τρεις φορές. Σύμφωνα με τις σφραγίδες που τέθηκαν στην επιταγή, τις πρώτες δύο φορές αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με τη δικαιολογία «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» ενώ την τρίτη φορά επιστράφηκε απλήρωτη με τη δικαιολογία «Account frozen». Ο ΜΚ1 παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την περίοδο από 1.9.2012 μέχρι 24.10.2012 (Τεκμήριο 3) και ανέφερε ότι, σύμφωνα με αυτήν, δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα τις ημερομηνίες που η επιταγή είχε παρουσιαστεί προς πληρωμή αφού το όριο υπερανάληψης του λογαριασμού ήταν €60.000 ενώ κατά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα και τις ημερομηνίες που είχε παρουσιαστεί προς πληρωμή, υπήρχε υπέρβαση του ορίου. Πρόσθεσε ότι η κατηγορούμενη 1 τοποθετήθηκε στο Κ.Α.Π. στις 11.10.2012 (Τεκμήριο 4) και οι κατηγορούμενοι ενημερώθηκαν σχετικά με επιστολή (Τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αναγνώρισε την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 στην επιταγή συγκρίνοντας την με το δείγμα υπογραφών (Τεκμήριο 2) και ότι, ενώ δεν είναι γραφολόγος, έχει παρακολουθήσει σχετικά εξειδικευμένα σεμινάρια. Συμφώνησε επίσης με σχετική υποβολή που του τέθηκε ότι την περίοδο που αφορά η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 3), στον λογαριασμό γίνονταν διάφορες χρεωπιστώσεις παρά το ότι το χρεωστικό υπόλοιπο υπερέβαινε το ποσόν των €60.
- Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Ανδρέας Αβράαμ, λειτουργός επίσης της ΣΠΕ Μακράσυκας (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο την αίτηση για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 6) στην οποία αναγράφεται ότι δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τον λογαριασμό, περιλαμβανομένων επιταγών που εκδίδονταν από αυτόν, είχαν ένας εκ των κατηγορούμενου 2 και της κας Ελένης Παύλου. Παρουσίασε περαιτέρω κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 1.6.2012 μέχρι 31.12.2012 (Τεκμήριο 7). Ανέφερε ότι την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 ενώ κατά την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα και κατά τις ημερομηνίες που παρουσιάστηκε προς πληρωμή, δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα στον λογαριασμό, καθώς το όριο υπερανάληψης του λογαριασμού ήταν €60.000 και το οποίο ήταν σε υπέρβαση. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι το συμπέρασμα του σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε την επιταγή προκύπτει από σύγκριση με τα δείγματα υπογραφών της τράπεζας, χωρίς όμως να διαθέτει ιδιότητα γραφολόγου. Ταυτόχρονα ανέφερε ότι παρά το ότι υπήρχε υπέρβαση του ορίου υπερανάληψης του λογαριασμού για την χρονική περίοδο που καλύπτει η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, στον λογαριασμού παρουσιάζονται τόσο πιστώσεις όσο και χρεώσεις. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα Παναγιώτα Θεοδώρου, υπεύθυνη λογιστηρίου της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ3). Σύμφωνα με την ΜΚ3, η συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 εταιρεία άρχισε το 2011 (Τεκμήριο 9) και, δυνάμει αυτής, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία προμηθευόταν από την παραπονούμενη έτοιμο σκυρόδεμα. Σε σχέση με τις διάφορες συναλλαγές μεταξύ των δύο εταιρειών, η παραπονούμενη εταιρεία εξέδιδε διάφορα τιμολόγια (δέσμη, Τεκμήριο 10) τα οποία ήταν πληρωτέα εντός 30 ημερών από την έκδοση τους, η δε παραπονούμενη διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό σε σχέση με τις μεταξύ τους συναλλαγές (Τεκμήριο 11). Πρόσθεσε ότι γίνονταν διάφορες πληρωμές από την κατηγορούμενη 1 έναντι του εκάστοτε υπολοίπου της ενώ σε μία ακόμα περίπτωση, τον Ιούνιο 2012, έγινε μια τέτοια πληρωμή με επιταγή η οποία παρουσιάστηκε προς πληρωμή τέσσερεις φορές μέχρι να τιμηθεί. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1), υποστήριξε ότι είχε εκδοθεί έναντι των οφειλών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στις 27.7.2012 και ότι ήταν πληρωτέα στις 30.9.2012 όμως δεν πληρώθηκε παρά το ότι παρουσιάστηκε προς πληρωμή τρεις φορές, ολόκληρο δε το ποσό της παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Κατά την αντεξέταση της και ερωτώμενη σχετικά, η ΜΚ3 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία είναι θυγατρική εταιρεία της Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, η οποία ασχολείται με κατασκευαστικές εργασίες. Της τέθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 αναλάμβανε εργασίες ως υπεργολάβος της εταιρείας Iacovou Brothers (Constructions) Ltd και ότι προς εκτέλεση των εργασιών αυτών αγόραζε έτοιμο σκυρόδεμα από την παραπονούμενη εταιρεία. Η ΜΚ3 ανέφερε ότι ασχολείται αποκλειστικά με θέματα που αφορούν το λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας, πρόσθεσε όμως ότι από την κατάσταση λογαριασμού που τηρεί η παραπονούμενη (Τεκμήριο 11) φαίνεται ότι σε δύο περιπτώσεις έγιναν συμψηφισμοί οφειλών της κατηγορούμενης 1 με χρήματα που αυτή είχε να λαμβάνει από την εταιρεία Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. Ως αποτέλεσμα φαίνεται ότι τα χρήματα κάποιων εκ των πληρωμών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας προς την παραπονούμενη, προήλθαν από την εταιρεία Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. Η ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με διατακτικά πληρωμών που εκδίδονταν από την κατηγορούμενη 1 προς την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd υπήρχε «κράτηση» μέρους του ποσού χωρίς όμως να είναι σε θέση να ξέρει λεπτομέρειες. Της τέθηκε ότι κατά την ημερομηνία που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, η εταιρεία Iacovou Brothers (Constructions) Ltd όφειλε στην παραπονούμενη εταιρεία ως υπεργολάβου της, συνολικό ποσό €31.500 περίπου σε σχέση με ήδη εκτελεσθείσες εργασίες καθώς και για επιπρόσθετες εργασίες που είχε εκτελέσει σε έργα που ανέλαβε. Η ΜΚ3 απάντησε όμως ότι δεν γνωρίζει. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Ανδρέας Σταύρου, εισπράκτορας της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ4). Ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος ήταν ο διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Σε σχέση με τις συναλλαγές μεταξύ των δύο εταιρειών, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι προς εξόφληση των οφειλών της κατηγορούμενης 1 εταιρεία γίνονταν πληρωμές προς την παραπονούμενη σε μετρητά και με επιταγές. Αναφέρθηκε σε μια προηγούμενη περίπτωση όπου επιταγή που είχε εκδοθεί έναντι οφειλών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατατέθηκε περισσότερες από μια φορές μέχρι να πληρωθεί λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό της εταιρείας. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 2 περί τις αρχές Ιουλίου 2012 στον οποίο ανέφερε ότι υπήρχαν ανεξόφλητα τιμολόγια τα οποία η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έπρεπε να πληρώσει. Πρόσθεσε ότι στις 27.7.2012 μετέβηκε σε εργοτάξιο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας όπου συγγενικό πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 του παρέδωσε την επίδικη επιταγή πλήρως συμπληρωμένη και ο ίδιος εξέδωσε απόδειξη παραλαβής. Συνέχισε λέγοντας ότι η επιταγή κατατέθηκε προς πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκε ενώ δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 είπε ότι δεν γνωρίζει εάν στο εργοτάξιο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από το οποίο παρέλαβε την επίδικη επιταγή, η εταιρεία ενεργούσε ως υπεργολάβος με κυρίως εργολάβο την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. Επέμενε επίσης ότι την ημέρα που παράλαβε την επίδικη επιταγή είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος του ανέφερε ότι είχε υπογράψει την επιταγή και να προσέλθει για να την παραλάβει. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την πλευρά των παραπονούμενων, ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε σε απολογία και προέβη σε ανόμωτη δήλωση. Παρουσίασε περαιτέρω προς υπεράσπιση ακόμα μια μάρτυρα, την θυγατέρα του κα Βασιλική Ανδρέου (ΜΥ1). Στην ανόμωτη του δήλωση ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι εκπροσώπησε την κατηγορούμενη 1 εταιρεία στη συνομολόγηση συμφωνίας ημερομηνίας 11.10.2010 με την εταιρεία Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, η κατηγορούμενη 1 είχε να λαμβάνει μεγάλα ποσά από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd τα οποία ανέμενε ότι θα εισέπραττε περί τον Ιούλιο
- Ειδικότερα ανέφερε ότι το συνολικό ποσό του έργου που αφορούσε η συμφωνία ανερχόταν σε €250.000 εκ των οποίων το 90% θα πληρωνόταν με την πρόοδο των εργασιών και εντός 14 ημερών από την έκδοση και έγκριση μηνιαίων πιστοποιητικών ενώ ποσοστό 10% του κάθε διατακτικού θα παρακρατείτο. Ανέφερε ότι πιστοποιητικά πληρωμής εκδίδονταν κανονικά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και ότι στις 16.7.2012 ενημέρωσαν την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ότι ολοκληρώθηκε συγκεκριμένο στάδιο εργασιών που αντιστοιχούσε στο συνολικό ποσό των €29.
- Συνέχισε λέγοντας ότι περί τα μέσα Ιουλίου 2012 η θυγατέρα του Βασιλική Ανδρέου τον ενημέρωσε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε να λαμβάνει από το έργο που αφορούσε η προαναφερόμενη συμφωνία με την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ποσό περίπου €51.000 το οποίο ανέμενε ότι θα λάμβανε η εταιρεία μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Πίστευε επομένως ότι η εταιρεία θα είχε τότε διαθέσιμα υπόλοιπα για να τιμήσει τις υποχρεώσεις της. Σε σχέση τέλος με τα υπόλοιπα στον λογαριασμό της εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο, ανέφερε ότι γίνονταν χρεωπιστώσεις μέχρι το ποσό των €90.000 και ότι αυτό φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας. Όπως έχω αναφέρει, η πλευρά του κατηγορούμενου 2 παρουσίασε στο Δικαστήριο ως μάρτυρα την κα Βασιλική Ανδρέου, θυγατέρα του κατηγορούμενου 2 (ΜΥ1). Η ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία ως γραμματέας και ήταν υπεύθυνη για την αρχειοθέτηση εγγράφων και συμφωνιών, ενώ πολλές φορές παρέδιδε επιταγές στις διάφορες εταιρείες με τις οποίες συναλλασσόταν η κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Δικαίωμα δε υπογραφής επιταγών της εταιρείας είχε ο κατηγορούμενος 2 και η μητέρα της κα Ελένη Ανδρέου. Συνέχισε λέγοντας ότι επειδή πολλές φορές οι γονείς της δεν βρίσκονταν στο γραφείο υπήρχε βιβλιάριο επιταγών με υπογεγραμμένες επιταγές τις οποίες συμπλήρωνε και παρέδιδε στους συνεργάτες της εταιρείας αφού τις μεταχρονολογούσε λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες εισπράξεις της εταιρείας. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ανέφερε ότι περί τον Ιούλιο 2012 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε να λαμβάνει ποσά από εταιρεία συνδεδεμένη με την παραπονούμενη εταιρεία και ότι τα ποσά αυτά υπερκάλυπταν το ποσό της επίδικης επιταγής. Εξήγησε ειδικότερα ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε συνάψει συμφωνία με την εταιρεία Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ημερομηνίας 11.10.2010 (Τεκμήρια 14 και 15) δυνάμει της οποίας η κατηγορούμενη 1 ανέλαβε τον διαχωρισμό 23 οικοπέδων για το συνολικό ποσό των €250.
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας η πληρωμή του ποσού αυτού θα γινόταν κατά ποσοστό 90% εντός 14 ημερών από την έκδοση και έγκριση μηνιαίων πιστοποιητικών πληρωμής, ποσοστό 10% θα κατακρατείτο από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ενώ το 50% του ποσού που θα παρακρατείτο θα πληρωνόταν με την παραλαβή του έργου και το υπόλοιπα μετά από 12 μήνες. Συνεχίζοντας είπε ότι κατά την πρόοδο των εργασιών και όταν κατέστη αναγκαία η αγορά έτοιμου σκυροδέματος, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία με παρότρυνση της Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, απευθύνθηκε στην παραπονούμενη εταιρεία. Ενόσω οι εργασίες του έργου προχωρούσαν, σύμφωνα με την ΜΥ1, διάφορα ποσά που είχε να λαμβάνει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν της καταβάλλονταν αλλά συμψηφίζονταν με οφειλές της κατηγορούμενης 1 προς την παραπονούμενη εταιρεία και την εταιρεία ΣΚΥΡΑ ΛΙΜΑ ΛΤΔ, η οποία ήταν επίσης συνδεδεμένη. Η ΜΥ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο διάφορα πιστοποιητικά πληρωμής υπεργολάβου προς την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, που είχαν εκδοθεί δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας. Περί δε τον Φεβρουάριο 2012, η ΜΥ1 υποστήριξε ότι οι δύο εταιρείες είχαν συμφωνήσει για την εκτέλεση επιπλέον εργασιών στο έργο για τις οποίες η κατηγορούμενη 1 εταιρεία θα χρέωνε €11.524 πλέον Φ.Π.Α. και κάποια πραγματικά έξοδα και ότι για το σκοπό αυτό στάλθηκε σχετική επιστολή από τη κατηγορούμενη 1 προς την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd (Τεκμήριο 19). Επιπρόσθετα, ακολούθησε ολοκλήρωση άλλων επιπλέον εργασιών για σκοπούς συμμόρφωσης με απαιτήσεις της ΑΗΚ για τις οποίες εκδόθηκε τιμολόγιο για το ποσό των €12.478 (Τεκμήριο 20). Παράλληλα υποστήριξε ότι περί τον Ιούλιο 2012 είχε ολοκληρωθεί μέρος των συμφωνηθέντων εργασιών που αντιστοιχούσε στο συνολικό ποσό των €29.
- Τα πιο πάνω, σύμφωνα με την ΜΥ1, δημιούργησαν την προσδοκία ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία θα λάμβανε τα εν λόγω ποσά το αργότερο μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου
- Έλαβε δε διαβεβαιώσεις από το λογιστήριο της Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ότι οι σχετικές πληρωμές θα γίνονταν το αργότερο μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου
- Συνεπώς, καλόπιστα θεώρησε ότι θα υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα κατά τον χρόνο εκείνο για την πληρωμή των υποχρεώσεων της κατηγορούμενης 1 εταιρείας προς την παραπονούμενη και ετοίμασε την επίδικη επιταγή την οποία μεταχρονολόγησε για τις 30.9.2012, και ο αδερφός της την παρέδωσε στον εισπράκτορα των παραπονούμενων. Προσθέτει ότι θεωρούσε ότι το όριο υπερανάληψης στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν €90.000 αφού η τράπεζα δεχόταν συναλλαγές μέχρι και το ποσό αυτό. Κατά την αντεξέταση της ΜΥ1, της τέθηκε ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών με βάσει τη συμφωνία (Τεκμήριο 14 και 15), η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε καθυστερήσει στην εκτέλεση των εργασιών που ανέλαβε και ότι οι καθυστερήσεις αυτές οδήγησαν τελικά σε τερματισμό της συμφωνίας τον Απρίλιο
- Η ΜΥ1 δέχτηκε ότι υπήρχαν καθυστερήσεις αλλά αρνήθηκε ότι για αυτές ευθύνετο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Δέχτηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όφειλε χρήματα και σε άλλες εταιρείες του ομίλου της παραπονούμενης όμως αρνήθηκε ότι ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό που είχε να λαμβάνει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο θα κατανεμόταν προς εξόφληση των οφειλών αυτών. Υποστήριξε ότι το έργο που αφορούσε η συμφωνία, Τεκμήριο 14 και 15, ήταν το μοναδικό έργο που είχε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ επέμενε ότι τα ποσά που αφορούσαν οι επιπρόσθετες εργασίες ήταν πληρωτέα από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd προς την κατηγορούμενη 1 αφού αφορούσαν εργασίες που δεν προβλέπονταν από τη μεταξύ τους συμφωνία και είχαν ήδη εκτελεστεί. Σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης επιταγής, υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει εάν αυτή ανήκει στον πατέρα της ή στην μητέρα της αλλά είπε ότι με οδηγίες του πατέρα της συμπλήρωσε το ποσό και την ημερομηνία στην επιταγή και την παρέδωσε στον αδερφό της που με τη σειρά του την έδωσε στον εισπράκτορα της παραπονούμενης. Επέμενε ότι ήταν πεποίθηση τους ότι κατά τον χρόνο που θα καθίστατο πληρωτέα η επιταγή, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία θα είχε εισπράξει τα ποσά που της όφειλε η Iacovou Brothers (Constructions) Ltd και επομένως θα είχε τα απαραίτητα διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθεί το ποσό της επιταγής. Αυτός ήταν και ο λόγος, πρόσθεσε που η πληρωμή της επιταγής δεν είχε ανακληθεί - διότι πίστευαν ότι όταν θα καθίστατο πληρωτέα θα είχαν ήδη λάβει τα οφειλόμενα προς αυτούς ποσά με τα οποία θα τιμείτο το ποσό της επιταγής. Της τέθηκε τέλος ότι πρόσθεση της ήταν να βοηθήσει τον πατέρα της μέσω της μαρτυρίας της όμως επέμενε ότι κατέθεσε την αλήθεια. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ήταν, θεωρώ, αξιόπιστοι μάρτυρες. Ήταν ανεξάρτητοι και δεν είχαν κανένα προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Κρίνω ότι είπαν την αλήθεια και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Οι ΜΚ3 και ΜΚ4 ήταν επίσης, κρίνω, αξιόπιστοι μάρτυρες. Απαντούσαν με φυσικότητα και αμεσότητα της ερωτήσεις που τους τέθηκαν και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις ούτε κλονίστηκε με άλλο τρόπο η αξιοπιστία τους κατά την αντεξέταση. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία τους. Αναφορικά με την ανόμωτη δήλωση του κατηγορούμενου 2, έχω βεβαίως κατά νου ότι αυτή έχει μάλλον πειστική παρά αποδεικτική αξία, δεν μπορεί να εξισωθεί με μαρτυρία αλλά ούτε και μπορεί να αντικρούσει μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη[3]. Τέλος, η ΜΥ1 θεωρώ ότι ήταν επίσης αξιόπιστη. Παρά τη συγγένεια της με τον κατηγορούμενο 2 και την φυσική επιθυμία της για την αθώωση του, θεωρώ ότι κατά την μαρτυρία της ήταν ειλικρινής και δεν προσπάθησε να παραποιήσει ή να αποκρύψει στοιχεία για να βοηθήσει την θέση της υπεράσπισης. Σημειώνω ότι επί ουσιαστικών ζητημάτων για τα οποία είχε άμεση γνώση, δεν διέκρινα εμφανή αντίφαση ή ασυμφωνία μεταξύ των δικών της θέσεων και των θέσεων της κατηγορούσας αρχής. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο και, μεταξύ άλλων, ασχολείται με διαχωρισμό οικοπέδων. Μοναδικός της διευθυντής κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος
- (β) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συνεργαζόταν με την εταιρεία Iacovou Brothers (Constructions) Ltd με την οποία είχε συνάψει το 2010, ως υπεργολάβος, συμφωνία για διαχωρισμό οικοπέδων συνολικής αξίας €250.
- Η πληρωμή του ποσού αυτού θα γινόταν ως καθορίζεται στη συμφωνία, Τεκμήριο 14 και ως αναφέρω πιο πάνω. Επιπρόσθετα η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε εκτελέσει επιπλέον εργασίες, πέραν των συμφωνηθέντων για τις οποίες είχε να λαμβάνει χρήματα κατά τον επίδικο χρόνο. (γ) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε οφειλές τόσο προς την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd όσο και προς την παραπονούμενη εταιρεία καθώς και την εταιρεία ΣΚΥΡΑ ΛΙΜΑ ΛΤΔ που ήταν συνδεδεμένες με την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. Ειδικότερα η παραπονούμενη εταιρεία είναι θυγατρική της Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. (δ) Κατά την ημερομηνία που η επίδικη επιταγή παραδόθηκε στην παραπονούμενη εταιρεία, η κατηγορούμενη 1 είχε να λαμβάνει υπόλοιπα από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, τόσο σε σχέση με συμφωνηθείσες εργασίες στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας όσο και σε σχέση με τις επιπλέον εργασίες. Εκκρεμούσαν δε προς πληρωμή σχετικά διατακτικά πληρωμής. Τα οφειλόμενα προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ποσά υπερέβαιναν το ποσό της επίδικης επιταγής. (ε) Περί το 2011 η κατηγορούμενη 1 άρχισε συνεργασία με την παραπονούμενη εταιρεία από την οποία προμηθευόταν έτοιμο σκυρόδεμα. Σε σχέση με τη συνεργασία αυτή η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαρισμό. (στ) Σε σχέση με τα οφειλόμενα προς την παραπονούμενη ποσά, γίνονταν κατά καιρούς πληρωμές σε μετρητά ή με επιταγές, ενώ σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις έγινε συμψηφισμός μέρους της οφειλής με χρήματα που η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε να λαμβάνει από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. (ζ) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο παρατραβήγματος μέχρι €60.000 στην ΣΠΕ Μακράσυκας. Από τον λογαριασμό αυτό εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. (η) Κατά την χρονική περίοδο από τον Ιούνιο 2012 μέχρι Δεκέμβριο 2012 υπήρχε υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος όμως στον λογαριασμό συνέχιζαν να παρουσιάζονται τόσο πιστώσεις όσο και χρεώσεις παρά την υπέρβαση. (θ) Ο κατηγορούμενος 2 και η σύζυγος του είχαν δικαίωμα υπογραφής επιταγών, έκαστος μόνος του. Για σκοπούς διευκόλυνσης της λειτουργίας της επιχείρησης της κατηγορούμενση 1 εταιρείας, υπήρχαν προ-υπογεγραμμένες επιταγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας οι οποίες τελούσαν υπό τη φύλαξη της ΜΥ
- (ι) Με δεδομένα τα υπό παραγράφους (β), (δ) και (η) ανωτέρω, ο κατηγορούμενος 2 περί τον Ιούλιο 2012 έδωσε οδηγίες στην ΜΥ1 να συμπληρώσει την επίδικη επιταγή επ' ονόματι της παραπονούμενης, να συμπληρώσει το ποσό και να την μεταχρονολογήσει. (ια) Η ΜΥ1 ενήργησε αναλόγως και μεταχρονολόγησε την επιταγή για τις 30.9.
- ακολούθως την παρέδωσε στον αδερφό της ο οποίος με τη σειρά του την έδωσε στην παραπονούμενη. (ιβ) Η επίδικη επιταγή, μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, κατατέθηκε στην τράπεζα της παραπονούμενης και παρουσιάστηκε στην ΣΠΕ Μακράσυκας προς πληρωμή σε τρεις ημερομηνίες όμως επιστράφηκε απλήρωτη λόγω μη επαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Τη δε τρίτη φορά που αυτή παρουσιάστηκε προς πληρωμή ο λογαριασμός είχε τοποθετηθεί στο Κ.Α.Π. Σφραγίδες με σχετικές ενδείξεις τοποθετήθηκαν στην επιταγή. (ιγ) Το ποσό της επίδικης επιταγής δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν την κατηγορία που αποδίδεται σε κάθε κατηγορούμενο[4]. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[5]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, προκύπτει αβίαστα ότι η κατηγορία έχει αποδειχθεί στο βαθμό που αφορά την κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Στρέφομαι στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατηγορία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη της επιταγής και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής που την υπογράφει και ο οποίος γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας[6]. Ο διευθυντής μιας εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός εφόσον η μαρτυρία αποδεικνύει ότι παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε την εταιρεία στη διάπραξη του αδικήματος (actus reus) και ότι η διενέργεια των πράξεων αυτών συνοδευόταν από ένοχη διάνοια, ήτοι πρόθεση ή γνώση από μέρους του (mens rea)[7]. Στην απόφαση του Εφετείου Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια ενώ επίσης πρέπει να αποδεικνύεται ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά «στενότερο» και πιο αυστηρό από την περίπτωση τους αυτουργού και απαιτεί την ύπαρξη πρόσθεσης ή γνώσης από μέρους του. Με αυτό το δεδομένο προχωρώ να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ύπαρξη ποινικής ευθύνης εναντίον του κατηγορούμενου
- Η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η υπογραφή της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο
- Όμως η μαρτυρία επί τούτου των ΜΚ1 και ΜΚ2 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπάρχει ρητή άρνηση από τον κατηγορούμενο 2, ούτε την ΜΥ1 για την υπογραφή της επιταγής, οδηγεί κατά την κρίση μου στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο
- Κατά συνέπεια αποδεικνύεται το actus reus του αδικήματος αφού χωρίς την υπογραφή της επιταγής από εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη του αδικήματος από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Στρέφομαι στο κατά πόσο η υπογραφή της επιταγής συνοδευόταν από την απαραίτητη ένοχη διάνοια από μέρους τους κατηγορούμενου 2, δηλαδή κατά πόσο κατά τον χρόνο υπογραφής της επιταγής ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η επιταγή δεν θα πληρωνόταν κατά την ημερομηνία που θα καθίστατο πληρωτέα. Από τη μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, δεν διαφαίνεται με ακρίβεια πότε ακριβώς υπεγράφη η επίδικη επιταγή από τον κατηγορούμενο
- Σύμφωνα δε με την ΜΥ1, φαίνεται ότι είχε υπό τη φύλαξη της διάφορες προ-υπογεγραμμένες επιταγές τις οποίες συμπλήρωνε και παρέδιδε σε πιστωτές της εταιρείας σε διάφορους χρόνους. Υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ο ουσιώδης χρόνος για τη διακρίβωση του κατά πόσο υπήρχε ή όχι ένοχη διάνοια από μέρους του κατηγορουμένου 2 είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος 2 έδωσε οδηγίες στην ΜΥ1 για παράδοση της επιταγής στην παραπονούμενη εταιρεία. Ο χρόνος αυτός, μέσα από τη μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΥ1 τοποθετείται περί τις 27.7.
- Σύμφωνα επίσης με τη μαρτυρία, τα τεκμήρια που έχουν παρουσιαστεί αλλά και όπως αποτυπώνεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, κατά τον χρόνο εκείνο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε να λαμβάνει ποσά από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, που είναι η μητρική εταιρεία της παραπονούμενης. Τα ποσά αυτά υπερέβαιναν το ποσό της επίδικης επιταγής. Υπήρχε δε διασύνδεση τον οφειλών της Iacovou Brothers (Constructions) Ltd προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με τις οφειλές της κατηγορούμενης 1 προς την παραπονούμενη. Το γεγονός αυτό διαφαίνεται από το ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις υπήρξε συμψηφισμός των οφειλών της κατηγορούμενης 1 προς την παραπονούμενη με χρήματα που είχε να λαμβάνει η κατηγορούμενη 1 από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία της Μ.Κ.3 και την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Δεν παραγνωρίζω ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος. Όμως, ούτε και μπορώ να παραγνωρίσω ότι διενεργούνταν τόσο πιστώσεις όσο και χρεώσεις στον λογαριασμό κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο παρά την υπέρβαση, ενώ ο λογαριασμός τοποθετήθηκε στο Κ.Α.Π. και οι κατηγορούμενοι ενημερώθηκαν σχετικά, μεταγενέστερα. Τα πιο πάνω δεδομένα, δεν μου επιτρέπουν να καταλήξω σε συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι στις 27.7.2012 ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η επίδικη επιταγή δεν θα εξοφλείτο στις 30.9.2012 οπόταν και κατέστη πληρωτέα. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη της απαραίτητης ένοχης διάνοιας από μέρους του κατηγοορύμενου 2 και, κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται η κατηγορία εναντίον του. Η συνήγορος της παραπονούμενης εισηγήθηκε κατά την τελική της αγόρευση ότι οι αναφορές του κατηγορούμενου 2 και η μαρτυρία της ΜΥ1 σε σχέση με οφειλές της Iacovou Brothers (Constructions) Ltd προς την κατηγορούμενη 1 κατά τον επίδικο χρόνο, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη γιατί δεν είχαν τεθεί στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους. Δεν συμφωνώ με αυτή την εισήγηση. Η ΜΚ3 είχε αντεξεταστεί και είχε απαντήσει αναφορικά με πιστώσεις στο λογαριασμό (Τεκμήριο 11) της κατηγορούμενης 1 που έγιναν από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ενώ της είχε τεθεί ότι η κατηγορούμενη 1 είχε να λαμβάνει ποσά από την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, δυνάμει συμφωνίας υπεργολαβίας και ποσά για επιπρόσθετες εργασίες πέραν από τις συμφωνημένες. Είχε απαντήσει ότι γνώριζε μόνο θέματα που αφορούσαν το λογιστήριο της παραπονούμενης και δεν μπορούσε να απαντήσει. Της είχε δε επιδειχθεί και αντίγραφο της συμφωνίας και ανέφερε ότι δεν την αναγνωρίζει. Τα ίδια ζητήματα είχαν τεθεί και στον ΜΚ4 ο οποίος και πάλιν δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αφού είπε ότι ήταν εκτός των καθηκόντων του. Όμως, μέσω της αντεξέτασης, δόθηκαν θεωρώ ξεκάθαρες ενδείξεις για την γραμμή και το αντίστοιχο επιχείρημα της υπεράσπισης. Συγκεφαλαιώνοντας και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη στην κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Αναφορικά με τα έξοδα, σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία αυτά επιδικάζονται υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον τα κατηγορούμενης 1 ενώ σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον της παραπονούμενης. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] R. ν Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284, Vrakas and another v Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v Police
(1981)2 C.L.R. 200, Anastassiades v Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015. [4] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [5] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [6] Bondina Ltd v Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517 [7] Σχετικό το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, σελ. 70, παράγραφος Α. 5.2 καθώς και οι Johnson v Youden [1950] 1 K.B. 455 και National Coal Board v Gamble[1959] 1K.B. 11 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο