ARLYCO LIMITED ν. ΚΡΙΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ G. M. MARKETMANIA LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 15266/2013, 15/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 15266/2013 ARLYCO LIMITED Παραπονούμενοι ν
- ΚΡΙΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ G. M. MARKETMANIA LTD
- ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥ
- ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΙΣΤΟΥ Κατηγορούμενοι 15 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κα Μ. Σουρουλά Για κατηγορούμενη 1, καμία εμφάνιση Για κατηγορούμενο 3: κ. Φανή Κατηγορούμενος 3, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν αριθμό κατηγοριών που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος 3 βρίσκεται αντιμέτωπος με τις κατηγορίες υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνω ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης και δεν εμφανίζεται για να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη διαδικασία. Σημειώνω επίσης ότι η υπόθεση αποσύρθηκε εναντίον του κατηγορούμενου 2 σε προγενέστερα στάδια. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν έναντι νομίμου ανταλλάγματος προς όφελος των παραπονούμενων τις επιταγές της ΣΠΕ Μαρκάσυκας υπ΄ αριθμούς 38967896 για ποσό €3.475, 38967960 για ποσό €2.000 και 40745313 για ποσό €2.600, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν προς πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στο λογαριασμό του εκδότη ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη είχε παγοποιηθεί. Προς απόδειξη των κατηγοριών, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο πέντε μάρτυρες.Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας του καθενός εξ αυτών επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα που κρίθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παύλος Γιάννου, μέλος του διοικητικού συμβουλίου και οικονομικός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με την εμπορία κρεάτων και σχετικών σκευασμάτων και διατηρούσε εμπορική συνεργασία με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής η παραπονούμενη προμήθευε την κατηγορούμενη 1 με προϊόντα έναντι αμοιβής. Σε σχέση με τις εμπορικές συναλλαγές τον δύο εταιρείων, η παραπονούμενη 1 εταιρεία διατηγρούσε χρεωπιστοτικό λογαριασμό, Τεκμήριο
- Για την εξόφληση της αγοράς κάποιων εκ των προϊόντων που η κατηγορούμενη 1 είχε αγοράσει από την παραπονούμενη, εκδόθηκαν προς όφελος της παραπονούμενης οι τρεις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 4, 5 και 6). Οι επιταγές αυτές παραλήφθηκαν από τον εισπράκτορα της παραπονούμενης εταιρείας, κ. Ελευθέριο Μιλλόσια και παραδόθηκαν στο λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας του οποίου ο ΜΚ1 προΐσταται. Η πρώτη επιταγή (Τεκμήριο 4), κατατέθηκε στην τράπεζα μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα αλλά επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Ναπαρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Η δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 5) παρουσιάστηκε στην τράπεζα προς πληρωμή την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα όμως επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα», ξανά-κατατέθηκε και επιστράφηκε και πάλιν απλήρωτη με τις ενδείξεις «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Η δε τρίτη επιταγή (Τεκμήριο 6) κατατέθηκε επίσης προς πληρωμή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα αλλά επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Σε σχέση με τις τρείς επιταγές, σύμφωνα με τον ΜΚ1, κάθε φορά που επιστρέφονταν απλήρωτες ενημερώνονταν σχετικά από τον εισπράκτορα της παραπονούμενης εταιρείας οι διευθυντές της κατηγορούμενης 1, κατηγορούμενοι 2 και
- Ερωτώμενος σε σχέση με το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον υπογράφοντα αλλά, από τις σφραγίδες στις επιταγές φαίνεται ότι ο λόγος που δεν πληρώθηκαν δεν είχε σχέση με την υπογραφή τους αλλά την ανεπάρκεια υπολοίπων στον λογαριασμό του εκδότη. Κατά την αντεξέταση του και ερωτώμενος σχετικά, ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν έχει λάβει κανένα ποσό έναντι του ποσού των επίδικων επιταγών. Επίσης αντεξεταζόμενος εξήγησε το περιεχόμενο και τις καταγραφές της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 3) που παρουσίασε. Είπε ότι οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τις καταγραφές στην κατάσταση λογαριασμού, η επιταγή Τεκμήριο 4 είχε εκδοθεί στις 5.11.2012, η επιταγή Τεκμήριο 5 είχε εκδοθεί στις 10.12.2012 και η επιταγή Τεκμήριο 6 είχε εκδοθεί στις 11.1.
- Του τέθηκε ότι κατά τις ημερομηνίες εκείνες κανένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι οι επιταγές δεν θα εξοφλούνταν όταν θα καθίσταντο πληρωτέες αλλά ο ΜΚ1 απάντησε ότι αυτό δεν είναι θέμα που αφορά την παραπονούμενη εταιρεία. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Κωνσταντίνος Κώστα, λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών στην Ελληνική Τράπεζα (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα στην οποία κατέθεσε τις επίδικες επιταγές. Εξήγησε, με αναφορά στις σφραγίδες που βρίσκονται στις επιταγές, ότι η κάθε μια επιταγή κατατέθηκε περισσότερες από μια φορές αλλά δεν πληρώθηκε για τους λόγους που καταγράφονται στις σφραγίδες. Εξήγησε επίσης ότι οι ενδείξεις στις σφραγίδες για τον λόγο μη πληρωμής τοποθετούνταν από την Ελληνική Τράπεζα με οδηγίες της ΣΠΕ Μαρκάσυκας, που ήταν η πληρώτρια τράπεζα. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι ο έλεγχος των υπογραφών στις επιταγές δεν έγινε από την Ελληνική Τράπεζα αλλά από την ΣΠΕ Μακράσυκας καθώς και ότι, η πρακτική της τράπεζας είναι μετά την επιστροφή μιας επιταγής ως απλήρωτης να ενημερώνεται τηλεφωνικώς ο πελάτης που την κατάθεσε προς πληρωμή. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παύλος Παπακώστας, λειτουργός της ΣΠΕ Μακράσυκας (ΜΚ3). Σύμφωνα με τον ΜΚ3, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με χρεωστικό όριο €50.000 στην ΣΠΕ Μακράσυκας και δικαίωμα υπογραφής επιταγών για τον εν λόγω λογαριασμό είχαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3, η δε υπογραφή ενός εκ των δύο ήταν αρκετή. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5 και 6, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι κατατέθηκαν προς πληρωμή περισσότερες από μια φορές αλλά επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας, ο οποίος βρισκόταν σε υπέρβαση ορίου κατά τον χρόνο κατάθεσης των επιταγών. Εξήγησε ότι αυτό δεικνύουν οι σφραγίδες που βρίσκονται στις επιταγές οι οποίες τοποθετήθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα κατόπιν οδηγιών της ΣΠΕ Μακράσυκας. Παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την περίοδο από 1.12.2012 μέχρι 30.5.2013, Τεκμήριο 10 και εξήγησε πως παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού η κάθε κατάθεση και επιστροφή των επίδικων επιταγών. Ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με τα δείγματα υπογραφής που έχει στην κατοχή της η τράπεζα, οι τρεις επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 3 καθώς και ότι για τα προβλήματα στη λειτουργία του λογαριασμού ενημερώνονταν τηλεφωνικώς οι διευθυντές της εταιρείας, αλλά και μέσω της κατάστασης λογαριασμού που απέστελλε κάθε μήνα η ΣΠΕ Μακράσυκας στην κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ3 αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ήταν ο κατηγορούμενος
- Ο ΜΚ3 επέμενε ότι σύμφωνα με τα δείγματα υπογραφών που έχει στην κατοχή της η ΣΠΕ, η υπογραφές στις τρεις επιταγές ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο και ειδικότερα στον κατηγορούμενο
- Όταν αμφισβητήθηκε η δυνατότητα του να αναγνωρίσει τις υπογραφές εξήγησε ότι παρακολούθησε σχετικά σεμινάρια από γραφολόγο της αστυνομίας και ότι διαθέτει 10 χρόνια εμπειρία στον έλεγχο υπογραφών σε επιταγές λόγω των καθηκόντων του στην ΣΠΕ. Εξήγησε επίσης τη διαδικασία που ακολουθείται στην διακρίβωση και ταυτοποίηση υπογραφών και τα σημεία τα οποία το πρόσωπο που ελέγχει τις υπογραφές πρέπει να μελετά για σκοπούς ταυτοποίησης. Κατέληξε ότι είναι βέβαιος ότι οι επίδικες επιταγές έχουν υπογραφεί από τον κατηγορούμενο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με τις επίδικες επιταγές είχε δώσει προσωπικά οδηγίες σε συναδέλφους του να ενημερώσουν τους διευθυντές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ότι επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων, διευκρινίζοντας ότι δεν γνωρίζει εάν είχε ενημερωθεί σχετικά ο κατηγορούμενος 2 ή ο κατηγορούμενος
- Ανέφερε επίσης ότι η ΣΠΕ Μακράσυκας απέστειλε στη δηλωμένη διεύθυνση της κατηγορουμένης 1 εταιρείας μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες φαινόταν η κατάθεση και επιστροφή των επιταγών. Σε σχέση με το συμφωνημένο χρεωστικό όριο του λογαριασμού, υποστήριξε ότι αυτό δεν αυξήθηκε από το αρχικό όριο των €50.000 αλλά δέχτηκε ότι κατά την επίδικη περίοδο.- ενώ υπήρχε υπέρβαση του ορίου αυτού, συνέχιζαν να παρουσιάζονται χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό. Τέταρτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα Ανδρούλλα Σωτηρίου Σταύρου, υπεύθυνη καταστήματος της ΣΠΕ Μακράσυκας (ΜΚ4). Η ΜΚ4 αναγνώρισε την αίτηση ανοίγματος του τρεχούμενου λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 11) και εξήγησε ότι αυτή είχε υπογραφεί στην παρουσία της από τους κατηγορούμενους 2 και
- Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Ελευθέριος Μιλόσιας, εισπράκτορας της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ5). Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι συναντιόταν τακτικά με τον κατηγορούμενο 3 αφού η κατηγορούμενη εταιρεία ήταν πελάτης της παραπονούμενης εταιρείας. Εξήγησε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του παρέδιδε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία προϊόντα και παραλάμβανε επιταγές προς πληρωμή των. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές εξήγησε ότι δεν θυμάται να είδε τον κατηγορούμενο 3 να τις υπογράφει μπροστά του όμως το μοναδικό πρόσωπο που υπόγραφε επιταγές για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν ο κατηγορούμενος
- Ανέφερε ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, καθώς και ότι μετά που επιστράφηκαν απλήρωτες ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα τις πλήρωνε. Κατά την αντεξέταση του, του τέθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα την ημερομηνία έκδοσης της κάθε επιταγής. Αρνήθηκε και υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσε την ίδια μέρα που τις είχε παραλάβει, η επιταγή Τεκμήριο 4 εκδόθηκε στις 5.11.2012, η επιταγή Τεκμήριο 5 εκδόθηκε στις 10.12.2012 και η επιταγή Τεκμήριο 6 εκδόθηκε στις 11.1.
- Αμφισβητήθηκε επίσης κατά την αντεξέταση του η αναφορά του ότι οι επιταγές είχαν υπογραφεί από τον κατηγορούμενο
- Απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς την υπογραφή των συγκεκριμένων επιταγών λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει αλλά υποστήριξε ότι όλες οι επιταγές που εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία υπογράφονταν πάντα από τον κατηγορούμενο 3 και ποτέ από τον κατηγορούμενο
- Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος 3 κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός ενώ δεν παρουσίασε άλλη μαρτυρία προς υπεράσπιση του. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνω επίσης υπόψη ότι πέραν από την αμφισβήτηση κάποιων θέσεων των μαρτύρων κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους από τον συνήγορο υπεράσπισης, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου άλλη μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης προς αντίκρουση των όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Στη βάση των πιο πάνω, και ξεκινώντας από τον ΜΚ1, σημειώνω ότι μου έχει δημιουργήσει θετική εντύπωση. Η κατάθεση του ήταν σαφής και σταθερή. Απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια ενώ κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ή ασάφειες και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Συνεπώς αποδέχομαι στη μαρτυρία του ως αληθινή. Θετική ήταν η εντύπωση που άφησαν και οι ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ
- Πρόκειται θεωρώ για μάρτυρες ανεξάρτητους, αμερόληπτους και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην παρούσα υπόθεση. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας και αποδέχομαι τα όσα κατέθεσαν. Ο ΜΚ5 ήταν, κρίνω, επίσης αξιόπιστος μάρτυρας. Διέκρινα ότι ήταν ειλικρινής στις απαντήσεις του και δεν έχω διαπιστώσει ότι προσπάθησε να παραποιήσει τα γεγονότα για να «ενισχύσει» τη θέση της παραπονούμενων εταιρείας. Αποδέχομαι επίσης τα όσα κατέθεσε. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η παραπονούμενη εταιρεία είναι δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εμπορία κρεάτων και σχετικών προϊόντων. (β) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε υπεραγορά και ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με την μεταπώληση κρεάτων σε καταναλωτές. Διευθυντές της κατά τον επίδικο χρόνο ήταν οι κατηγορούμενοι 2 και
- (γ) Η παραπονούμενη εταιρεία και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσαν εμπορικές συναλλαγές, και ειδικότερα η κατηγορούμενη 1 προμηθευόταν από την παραπονούμενη κρέατα και άλλα συναφή προϊόντα τα οποία μεταπωλούσε. Σε σχέση με την συνεργασία αυτή, η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό. (δ) Προς εξόφληση διαφόρων προϊόντων που η κατηγορούμενη 1 είχε προμηθευτεί από την παραπονούμενη, εκδόθηκαν οι επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές. Η πρώτη επιταγή για ποσό €3.475 (Τεκμήριο 4) υπογράφηκε στις 5.11.2012 και ήταν πληρωτέα στις 22.12.2012, η δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 5) για ποσό €2.000 υπογράφηκε στις 10.12.2012 και ήταν πληρωτέα στις 22.1.2013 και η τρίτη επιταγή για ποσό €2.000 (Τεκμήριο 6) υπογράφηκε στις 11.1.2013 και ήταν πληρωτέα στις 22.2.2013 (Τεκμήριο 3). (ε) Οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο 3 στον Μ.Κ.5 κατά την ημερομηνία που η κάθε μια είχε υπογραφεί, και ο Μ.Κ.5 την ίδια ημέρα τις παρέδωσε στο λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας. Αυθημερόν έγινε σχετική καταχώρηση στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η παραπονούμενη εταιρεία (Τεκμήριο 3). (στ) Ο κατηγορούμενος 3 ήταν το μοναδικό πρόσωπο από το οποίο παραλάμβανε επιταγές της κατηγορούμενης 1 ο ΜΚ
- Ήταν επίσης το μοναδικό πρόσωπο που ο ΜΚ5 είδε να υπογράφει επιταγές για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ποτέ δεν υπέγραψε επιταγές που δόθηκαν από την κατηγορουμένη 1 στην παραπονουμένη. (ζ) Οι επίδικες επιταγές, κατά ή μετά τις ημερομηνίες που έκαστη κατέστη πληρωτέα, κατατέθηκαν προς πληρωμή αλλά δεν πληρώθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Σχετικές σφραγίδες τοποθετήθηκαν σε έκαστη επιταγή από την Ελληνική Τράπεζα, στην οποία οι επιταγές κατατέθηκαν, με βάση οδηγίες της ΣΠΕ Μαρκάσυκας, που ήταν η πληρώτρια τράπεζα. (η) Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις σφραγίδες που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές: (α) η επιταγή Τεκμήριο 4 κατατέθηκε προς πληρωμή στις 24.12.2012, 4.1.2013 και 10.1.
- Είχε δε επιστραφεί απλήρωτη στις 28.12.2012 και 8.1.2013 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και στις 11.1.2013 με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». (β) η επιταγή Τεκμήριο 5 κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.1.2013, 28.1.2013 και 16.4.
- Είχε δε επιστραφεί απλήρωτη στις 24.1.2013 και 30.1.2013 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και στις 18.4.2013 με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - Ακάλυπτη επιταγή» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». (γ) η επιταγή Τεκμήριο 6 κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.2.2013, 28.2.2013 και 6.3.
- Είχε δε επιστραφεί απλήρωτη στις 26.2.2013 και 4.3.013 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και στις 8.3.2013 με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα». (θ) Δικαίωμα υπογραφής επιταγών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είχε οποιοσδήποτε εκ των κατηγορούμενων 2 και
- (ι) Ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είχε χρεωστικό όριο €50.
- Κατά την ημερομηνία υπογραφής των δύο εκ των τριών επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 5 και 6, ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση του ορίου. Κατά έκαστη ημερομηνία κατά την οποία οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν προς πληρωμή, ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση του ορίου. (ια) Από την 1.12.2012 μέχρι 30.5.2013 ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρουσίαζε υπέρβαση του ορίου όμως εξακολουθούσαν να γίνονται διάφορες πιστώσεις και χρεώσεις στον λογαριασμό. (ιβ) Η ΣΠΕ Μαρκάσυκας απέστελλε μηνιαίως καταστάσεις λογαριασμού στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία. (ιγ) Μετά από έκαστη φορά κατά την οποία επιστράφηκαν απλήρωτες οι επίδικες επιταγές, ο ΜΚ3 έδιδε οδηγίες για τηλεφωνική ενημέρωση των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. (ιδ) Ο λόγος που δεν πληρώθηκαν οι επίδικες επιταγές δεν αφορούσε την υπογραφή του εκδότη. (ιε) Ο ΜΚ3 παρακολούθησε ειδικά σεμινάρια και διαθέτει 10ετή εμπειρία εκ των καθηκόντων του, σε σχέση με τον έλεγχο υπογραφών σε επιταγές. Πεποίθηση του ΜΚ3 με βάση την εκπαίδευση και εμπειρία του, είναι ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές ανήκουν στον κατηγορούμενο
- (ιστ) Ο ΜΚ5, μετά από κάθε φορά που έκαστη εκ των επίδικων επιταγών επιστρέφετο απλήρωτη ενημέρωνε σχετικά τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος υποσχόταν την πληρωμή του ποσού που αυτή αφορούσε. (ιζ) Τα ποσά των επίδικων επιταγών δεν εξοφλήθηκαν εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους και δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται σε κάθε κατηγορούμενο[3]. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[4]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, προκύπτει αβίαστα ότι οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που αφορούν την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Στρέφομαι στον κατηγορούμενο 3 ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις κατηγορίες υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη της επιταγής και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής που την υπογράφει και ο οποίος γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας[5]. Ο διευθυντής μιας εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός εφόσον η μαρτυρία αποδεικνύει ότι παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε την εταιρεία στη διάπραξη του αδικήματος (actus reus) και ότι η διενέργεια των πράξεων αυτών συνοδευόταν από ένοχη διάνοια, ήτοι πρόθεση ή γνώση από μέρους του (mens rea)[6]. Στην απόφαση του Εφετείου Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια ενώ επίσης πρέπει να αποδεικνύεται ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά «στενότερο» και πιο αυστηρό από την περίπτωση του αυτουργού και απαιτεί την ύπαρξη πρόθεσης ή γνώσης από μέρους του. Με αυτά τα δεδομένα στρέφομαι να εξετάσω την ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 3 σε σχέση με την έκδοση των επίδικων επιταγών. Εν αρχή σημειώνω ότι αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και κατά τις τελικές αγορεύσεις το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που είχε υπογράψει τις επιταγές. Επί αυτού του σημείου, κρίνω ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα της μαρτυρίας του ΜΚ3 και ΜΚ5 δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επιταγές. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, δικαίωμα υπογραφής είχε οποιοσδήποτε εκ των κατηγορούμενων 2 και 3, ότι ο ΜΚ5 ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε επιταγή υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο 2 αλλά μόνο από τον κατηγορούμενο 3 ενώ ο ΜΚ3 εξήγησε την εμπειρία και εκπαίδευση του στον έλεγχο υπογραφών και τους λόγους που τον οδήγησαν στην πεποίθηση - με απόλυτη βεβαιότητα όπως ανέφερε αντεξεταζόμενος - ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν ο υπογραφέας των επιταγών. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η μαρτυρία αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές. Αμφισβητήθηκε επίσης ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ημερομηνία υπογραφής έκαστης επιταγής. Όμως και πάλιν, το συνδυασμένο αποτέλεσμα της μαρτυρίας του Μ.Κ.5, του Μ.Κ.1 και των όσων καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 3, αποδεικνύουν, θεωρώ, την ημερομηνία υπογραφής, όπως αυτή καταγράφεται στα ευρήματα. Υπενθυμίζω ότι πέραν από την αμφισβήτηση της μαρτυρίας κατηγορίας στο θέμα αυτό κατά την αντεξέταση, δεν έχει παρουσιαστεί άλλη μαρτυρία προς απόκρουση. Προχωρώ να εξετάσω εάν από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει[7] κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών ότι αυτές δεν θα πληρώνονταν λόγω ανεπαρκών κεφαλαίων κατά την ημερομηνία που έκαστη θα καθίστατο πληρωτέα. Επί αυτού σημειώνω ότι η γνώση δεν είναι κάτι το οποίο επιδέχεται εύκολα άμεσης απόδειξης αλλά, ειδικότερα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι κάτι που κατά κανόνα αποδεικνύεται μέσω περιστατικής μαρτυρίας. Ένα στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ιδιαίτερης βαρύτητας σε υποθέσεις αυτής της φύσης είναι το κατά πόσο κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό του εκδότη. Σε σχέση με την 1η επιταγή (Τεκμήριο 4) υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα αυτή εκδόθηκε στις 5.11.2012 και ήταν πληρωτέα στις 22.12.
- Η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, που έχει παρουσιαστεί ξεκινά από 1.12.
- Συνεπώς δεν έχω ενώπιον μου πληροφορίες που θα μου επέτρεπαν να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα ότι κατά την έκδοση της επιταγής, Τεκμήριο 4, δεν υπήρχαν στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας επαρκή υπόλοιπα για την πληρωμή της. Αυτό το κενό στη μαρτυρία αναφορικά με την 1η επίδικη επιταγή, είναι καθοριστικό σε σχέση με την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 3 αφού δεν μου επιτρέπει να προχωρήσω και να διαπιστώσω με ασφάλεια εάν υπήρχε από μέρους του γνώση ή εάν αυτός όφειλε να γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη επιταγή δεν θα εξοφλείτο την ημερομηνία που θα καθίστατο πληρωτέα. Στρέφομαι στην 2η επιταγή (Τεκμήριο 5) η οποία εκδόθηκε στις 10.12.2012 και ήταν πληρωτέα στις 22.1.
- Κατά την ημερομηνία που εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή, σύμφωνα με το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου και την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 10), ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρουσίαζε υπέρβαση του χρεωστικού του ορίου. Όμως κατά την ημερομηνία εκείνη, στον λογαριασμό αυτό γίνονταν διάφορες χρεωπιστώσεις ενώ δεν είχε ακόμα κατατεθεί προς πληρωμή, ούτε και επιστραφεί απλήρωτη η πρώτη επιταγή (Τεκμήριο 4). Με αυτά τα δεδομένα και πάλιν δεν μπορώ να καταλήξω με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη επιταγή δεν θα εξοφλείτο την ημερομηνία που θα καθίστατο πληρωτέα λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό. Έρχομαι στην 3η επιταγή (Τεκμήριο 6) η οποία εκδόθηκε στις 11.1.2013 και ήταν πληρωτέα στις 22.2.
- Κατά την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος 3 υπέγραφε τη συγκεκριμένη επιταγή, ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρουσίαζε υπέρβαση του χρεωστικού του ορίου. Επιπρόσθετα, η 1η επιταγή (Τεκμήριο 4) είχε ήδη κατατεθεί και επιστραφεί απλήρωτη τρεις φορές (στις 28.12.2012, 8.1.2013 και 11.1.2013). Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον ΜΚ3 κάθε φορά που επιστρεφόταν απλήρωτη μια από τις επίδικες επιταγές έδινε οδηγίες για σχετική τηλεφωνική ενημέρωση των διευθυντών της εταιρείας (έστω και αν δεν γνώριζε ποιος εκ των διευθυντών ενημερωνόταν), ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και η επιστροφή της 1ης επιταγής παρουσιαζόταν και στην μηνιαία κατάσταση λογαριασμού που αποστέλλετο στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία από την ΣΠΕ Μακράσυκας. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ5, αυτός είχε ήδη ενημερώσει τον κατηγορούμενο 3 ότι η 1η επιταγή είχε επιστραφεί απλήρωτη περισσότερες από μια φορές. Αυτά τα γεγονότα - σε συνάρτηση με το ότι δεν έχουν αντικρουστεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία - οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε, ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει, ότι η επιταγή Τεκμήριο 6 δεν θα πληρωνόταν κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, ήτοι στις 22.2.
- Με αυτό το δεδομένο (mens rea) και με δεδομένη τη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε την επιταγή Τεκμήριο 6 (actus reus), καταλήγω ότι στοιχειοθετείται εναντίον του κατηγορουμένου 3 το αδίκημα που αφορά η 3η επίδικη επιταγή. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο κατηγορούμενος 3 κρίνεται ένοχος στην 8η κατηγορία. Αθωώνεται δε και απαλλάσσεται στις υπόλοιπες κατηγορίες. Αναφορικά με τα έξοδα, σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, αυτά επιδικάζονται υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, ενόψει του αποτελέσματος, κρίνω ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [4] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [5] Bondina Ltd v Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517 [6] Σχετικό το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, σελ. 70, παράγραφος Α. 5.2 καθώς και οι Johnson v Youden [1950] 1 K.B. 455 και National Coal Board v Gamble[1959] 1K.B. 11 [7] Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο