← Κύπρος

ΜΗΛΙΩΤΗΣ & ΣΠΥΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ Α. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 15889/2013, 23/3/2016

ΜΗΛΙΩΤΗΣ & ΣΠΥΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ Α. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 15889/2013, 23/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 15889/2013 ΜΗΛΙΩΤΗΣ & ΣΠΥΡΟΥ ΛΤΔ Παραπονούμενοι ν ΣΩΤΗΡΗΣ Α. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενος 23 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κ. Κατσιάρης Για κατηγορούμενο: κ. Πετρίδης Κατηγορούμενος, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξι κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)

(2)του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, κατηγορείται ότι στις 14.5.2013 ή και προγενέστερα εξέδωσε επ' ονόματι των παραπονούμενων τις επιταγές της National Bank of Greece (Cyprus) Ltd υπ' αριθμούς 11656606 για ποσό €2.300, 11656607 για ποσό €2.300, 11656608 για ποσό €2.300, 11656609 για ποσό €2.300, 11656610 για ποσό €2.300 και 11656611 για ποσό €400 οι οποίες όταν παρουσιαστήκαν προς πληρωμή δεν τιμήθηκαν γιατί ο κατηγορούμενος είχε προκαλέσει τη μη εξόφληση τους, χωρίς εύλογη αιτία. Προς απόδειξη των κατηγοριών έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο έξι μάρτυρες. Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια τα όσα ο κάθε μάρτυρας ανέφερε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των σημείων εκείνων της μαρτυρίας που κρίθηκαν σημαντικά για την απόφαση μου. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο δικηγόρος Γιάννης Αργυρίδης (ΜΚ1). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία σιδήρου και περί τον Νοέμβριο 2012 έλαβε οδηγίες από τον τότε διευθυντή της παραπονούμενης Κυριάκο Σπύρου να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd. Η εταιρεία αυτή, συνέχισε, είχε αγοράσει από τους παραπονούμενους ποσότητα σιδήρου προς πληρωμή της οποίας είχε εκδώσει δύο μεταχρονολογημένες επιταγές για συνολικό ποσό €19.630 οι οποίες όμως δεν τιμήθηκαν γιατί η πληρωμή τους είχε ανακληθεί. Παρουσίασε αντίγραφο του τιμολογίου αναφορικά με την αγορά του σιδήρου (Τεκμήριο 3). Ο ΜΚ1 συνέχισε λέγοντας ότι διενήργησε έρευνα σε σχέση με την εταιρεία και διαπίστωσε ότι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της ήταν ο κατηγορούμενος. Ακολούθως καταχώρησε εναντίον της εταιρείας την αγωγή υπ' αριθμό 4077/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 4) αναφορικά με την εν λόγω οφειλή. Η εναγόμενη εταιρεία δεν εμφανίστηκε στην αστική διαδικασία. Παράλληλα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι καταχώρησε την ιδιωτική ποινική υπόθεση 22018/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 5) εναντίον της εταιρείας και του κατηγορούμενου στην παρούσα σε σχέση με τις δύο προαναφερόμενες επιταγές. Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου εκείνης της ποινικής υπόθεσης στον κατηγορούμενο και ένεκα της μη εμφάνισης του, εκδόθηκε από το Δικαστήριο ένταλμα σύλληψης εναντίον του και η υπόθεση είχε οριστεί για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης στις 28.5.
  1. Περί τις 13.5.2013 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΚ1 και διευθετήθηκε μεταξύ τους συνάντηση η οποία έλαβε χώρα την επομένη στο γραφείο του ΜΚ
  2. Κατά την συνάντηση, συνέχισε, ο κατηγορούμενος προέβαλε διάφορα οικονομικά και προσωπικά προβλήματα ως το λόγο ανάκλησης της πληρωμής των δύο επιταγών και ζήτησε όπως αυτές του επιστραφούν και τις αντικαταστήσει με άλλες, προσωπικές και μεταχρονολογημένες επιταγές για μικρότερα ποσά, εκφράζοντας την πρόθεση του να αποπληρώσει την οφειλή με αυτό τον τρόπο. Ο ΜΚ1 είπε ότι αφού έλαβε τη συγκατάθεση των παραπονούμενων συμφώνησε με τον κατηγορούμενο για την έκδοση μεταχρονολογημένων, προσωπικών του επιταγών για το συνολικό ποσό των €21.100 που αντιπροσώπευε το ποσό της οφειλής και κάποιο επιπρόσθετο ποσό ως τόκους. Ακολούθως, ενώπιον του ΜΚ1, ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε και υπέγραψε δέκα μεταχρονολογημένες επιταγές, οι έξι τελευταίες εκ των οποίων είναι οι επίδικες (Τεκμήρια 6, 7, 8, 9, 10 και 11), και παρέλαβε τις δύο αρχικές επιταγές. Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος υπέγραψε «απόδειξη παραλαβής» (Τεκμήριο 13) σύμφωνα με την οποία παρέλαβε τις δύο αρχικές επιταγές «τις οποίες έχω αντικαταστήσει με προσωπικές μου επιταγές. και οι οποίες σχετίζονται με την αποπληρωμή τιμολογίου ημερομηνίας 23.2.2012 και υπ' αριθμό 25365 της εταιρείας για ποσό €19.932,
  3. Στις επιταγές τις οποίες έχω παραδώσει σήμερα στον κ. Αργυρίδη συμπεριλαμβάνεται, πέραν του ποσού που οφείλεται δυνάμει του ανωτέρω τιμολογίου, και ποσό εκ 1173 ως τόκου καθυστερήσεων». Ο ΜΚ1 ανέφερε στη συνέχεια ότι ξεκίνησε να καταθέτει προς πληρωμή τις νέες επιταγές κατά ή μετά την ημερομηνία που έκαστη καθίστατο πληρωτέα και οι πρώτες τέσσερεις από αυτές τιμήθηκαν δεόντως κατά την παρουσίαση τους. Ακολούθως, λίγες μέρες πριν καταστεί πληρωτέα η επόμενη επιταγή, επικοινώνησε μαζί του ο κατηγορούμενος και του ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να πληρώσει τις υπόλοιπες επιταγές διότι μια κτηματική πράξη που προσπαθούσε να ολοκληρώσει είχε ναυαγήσει. Του ζήτησε δε να του επιστρέψει τις εναπομείνασες επιταγές και σε αντάλλαγμα να του καταβάλλει κάποιο ποσό σε μετρητά όποτε είχε τη δυνατότητα. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε. Συνέχισε λέγοντας ότι όταν οι έξι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν προς πληρωμή, δεν τιμήθηκαν διότι ο κατηγορούμενος είχε ανακαλέσει την πληρωμή τους και κατέληξε αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε πάντα ως λόγο για τη μη πληρωμή τα οικονομικά του προβλήματα ενώ ποτέ δεν παραπονέθηκε σε σχέση με την ποιότητα ή ποσότητα σιδήρου που προμηθεύτηκε η εταιρεία του από τους παραπονούμενους. Κατά την αντεξέταση του και ερωτώμενος σε σχέση με την αγωγή Τεκμήριο 4, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μετά τα επίδικα γεγονότα, εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή εναντίον της εναγόμενης εταιρείας (Τεκμήριο 24) στις 9.10.2014 για ποσό €19.
  4. Του τέθηκε ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης εκείνης είχαν ήδη πληρωθεί κάποιες από τις νέες επιταγές που είχε εκδώσει ο κατηγορούμενος και επομένως εξασφαλίστηκε απόφαση για λανθασμένο, μεγαλύτερο από το οφειλόμενο, ποσό και στη βάση ανακριβούς ένορκης δήλωσης (Τεκμήριο 25). Ο ΜΚ1 απάντησε ότι εκ λάθους εκδόθηκε απόφαση για ολόκληρο το ποσό και αναγνώρισε ότι μέρος του ποσού της απόφασης είχε πληρωθεί. Υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί για την έκδοση της απόφασης με επιστολή ημερομηνίας 29.10.2014 (Τεκμήριο 26) στην οποία αναφέρεται ότι «κατά λάθος δεν έχει αφαιρεθεί ποσό ύψους €9.200 που έχει ήδη καταβληθεί έναντι της οφειλής σας. Κατ΄ επέκταση η αξίωση των πελατών μας σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €10.430.» Επέμενε ότι οι παραπονούμενοι ποτέ δεν διεκδίκησαν ολόκληρο το ποσό της απόφασης, ότι δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εκείνης καθώς και ότι δεν έχουν μέχρι σήμερα λάβει οποιοδήποτε ποσό έναντι. Σε σχέση με την ποινική υπόθεση Τεκμήριο 5, είπε ότι αυτή αποσύρθηκε διότι οι παραπονούμενοι αποδέχτηκαν σχετική παράκληση του κατηγορούμενου ο οποίος επικαλούμενος ανθρωπιστικούς λόγους και διάφορα οικονομικά και προσωπικά προβλήματα είχε ζητήσει να μην προωθηθεί. Οι δε επιταγές που αφορούσε εκείνη η ποινική υπόθεση επιστράφηκαν στον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε, παρά την επίμονες ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν ως αντάλλαγμα για την απόσυρση της ποινικής υπόθεσης Τεκμήριο
  5. Ακολούθως, τέθηκε στον ΜΚ1 ότι εφόσον η αρχική οφειλή ήταν της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd και όχι του κατηγορούμενου, και με δεδομένο ότι για την οφειλή εκείνη είχε εκδοθεί απόφαση στην αγωγή Τεκμήριο 4, τότε οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν άνευ αντιπαροχής. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει την αποπληρωμή της οφειλής της εταιρείας του και γι' αυτό εξέδωσε τις επίδικες επιταγές. Πρόσθεσε τέλος ότι είχε λάβει από τον κατηγορούμενο και επιταγή για ποσό €1300 κατά τη συνάντηση τους στις 14.5.2013 που αφορούσε τα δικηγορικά του έξοδα και η οποία τιμήθηκε κατά την παρουσίαση της. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παναγιώτης Κωνσταντίνου, υπεύθυνος παρακολούθησης τρεχούμενων λογαριασμών στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα και ότι υπεύθυνος για την παρακολούθηση του λογαριασμού ήταν ο ίδιος. Κατά τη διαδικασία ανοίγματος του λογαριασμού ο κατηγορούμενος είχε δώσει δείγμα υπογραφής ενώπιον του ΜΚ2 (Τεκμήριο 28) ενώ από τον λογαριασμό αυτό είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές. Δικαίωμα υπογραφής επιταγών είχε μόνο ο κατηγορούμενος, και ο ΜΚ2 ανέφερε ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές ανήκουν στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, καμία από τις επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκε κατά την παρουσίαση της διότι η πληρωμή τους είχε ανακληθεί από τον κατηγορούμενο, με γραπτές οδηγίες που έδωσε στην τράπεζα στις 8.11.2013 (Τεκμήριο 29). Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, ο λόγος ανάκλησης των επιταγών ήταν «Διαφορά υπολοίπου με το συνεργάτη μου». Ανέφερε δε ότι οι επιταγές είχαν κατατεθεί προς πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου και μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, η Ελληνική Τράπεζα είχε ενημερώσει στην Τράπεζα Κύπρου για την ανάκληση τους. Ακολούθως η Τράπεζα Κύπρου έθεσε στις επιταγές σχετικές σφραγίδες στις οποίες αναγραφόταν ότι η πληρωμή είχε ανακληθεί. Ο ΜΚ2 παρουσίασε επίσης κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 2.9.2013 μέχρι 31.3.2013 (Τεκμήριο 30), σύμφωνα με την οποία ο λογαριασμός του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο αυτό παρουσίαζε υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου παρατραβήγματος και, ανέφερε ότι εάν η πληρωμή των επιταγών δεν είχε ανακληθεί, αυτές δεν θα τιμούνταν ένεκα της υπέρβασης. Πρόσθεσε ότι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν μηνιαία στον κατηγορούμενο. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παύλος Ιωάννου, λειτουργός στην Τράπεζα Κύπρου (ΜΚ3) στην οποία οι παραπονούμενοι διατηρούν λογαριασμό. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, οι έξι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν προς πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκαν διότι η πληρωμή τους είχε ανακληθεί. Η δε Τράπεζα Κύπρου έλαβε την σχετική ενημέρωση από την πληρώτρια τράπεζα μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος εκκαθάρισης επιταγών. Τέταρτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν κα Μαρία Μηλιώτη, διευθύντρια της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ4). Η ΜΚ4 ανέφερε ότι η συνεργασία της παραπονούμενης με την εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd ξεκίνησε περί το 2008 και στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής η εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd προμηθευόταν από την παραπονούμενη σίδηρο για οικοδομές που ανέγερνε. Οι πληρωμές για την ποσότητα του σιδήρου ήταν τακτικές μέχρι την αγορά ποσότητας σιδήρου τον Φεβρουάριο 2012 για την οποία εκδόθηκε το τιμολόγιο Τεκμήριο
  6. Προς εξόφληση του σιδήρου αυτού, σύμφωνα με την ΜΚ4, ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει πίστωση χρόνου και εξέδωσε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν προς πληρωμή, δεν τιμήθηκαν. Ακολούθησε η καταχώρηση αγωγής εναντίον της εταιρείας και ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Στα πλαίσια της αγωγής, σε μεταγενέστερο στάδιο, εκ λάθους εκδόθηκε απόφαση σε σχέση με ολόκληρο το ποσό της οφειλής ενώ στην πραγματικότητα το ποσό που παρέμενε οφειλόμενο ήταν μικρότερο. Στην πορεία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρακάλεσε το συνήγορο υπεράσπισης να του επιστρέψει τις δύο αρχικές επιταγές και σε αντάλλαγμα να λάβει προσωπικές επιταγές του ιδίου. Για ανθρωπιστικούς δε λόγους και αφού ο κατηγορούμενος τους εξήγησε τα διάφορα οικονομικά και οικογενειακά του προβλήματα, οι παραπονούμενοι συναίνεσαν στην απόσυρση της ποινικής υπόθεσης Τεκμήριο
  7. Κατά την ανετξέταση της ΜΚ4 της τέθηκε ότι η ποσότητα σιδήρου που είχε παραδοθεί στην εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd ήταν λιγότερη από αυτή που αναγράφεται στο τιμολόγιο Τεκμήριο
  8. Η ΜΚ4 αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι είχε παραδοθεί η ορθή ποσότητα και επισήμανε ότι το εν λόγω τιμολόγιο υπογράφεται εκ μέρους της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd, ως παραλήπτη. Της τέθηκε επίσης ότι η ποινική υπόθεση Τεκμήριο 5 είχε αποσυρθεί διότι είχε συμφωνηθεί να ανταλλαγούν οι δύο αρχικές επιταγές με τις μεταγενέστερες. Η ΜΚ4 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία συμφώνησε να αποσύρει την ποινική υπόθεση μετά από ώριμη σκέψη και από ανθρωπιά. Υποστήριξε ότι τελικά επεδίωξαν και εξασφάλισαν απόφαση στην αγωγή (Τεκμήριο 4) διότι ο κατηγορούμενος είχε ενημερώσει τον δικηγόρο τους ότι αδυνατούσε να εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές και αυτές μετά την κατάθεση τους προς πληρωμή επιστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν. Ακολούθως ερωτήθηκε γιατί στην ένορκη δήλωση της (Τεκμήριο 25) στη βάση της οποίας εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή ζήτησε απόφαση για ολόκληρο το ποσό του τιμολογίου Τεκμήριο
  9. Η ΜΚ4 ανέφερε ότι πρόκειτο περί λάθους και ότι είχε ενημερωθεί η εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd ότι είχε προβεί σε πληρωμές έναντι και ότι αυτό το οποίο η παραπονούμενη διεκδικούσε ήταν η πληρωμή του υπολοίπου. Τέλος, αρνήθηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία έλαβε οποιεσδήποτε επιστολές με τις οποίες να αμφισβητείται η παραδοθείσα ποσότητα σιδήρου. Πέμπτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα Φωτεινή Λάρκου, πρωτοκολλητής και υπεύθυνη του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (ΜΚ5). Η ΜΚ5 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η ποινική υπόθεση Τεκμήριο 5 είχε οριστεί τέσσερεις φορές για επίδοση η οποία τελικά διενεργήθηκε στις 10.4.
  10. Η δε υπόθεση τελικά αποσύρθηκε στις 20.5.
  11. Έκτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Κυριάκος Σπύρου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής και μέτοχος της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ6). Ανέφερε, όπως και η ΜΚ4, ότι η συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd είχε ξεκινήσει το 2008 και επανέλαβε τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της αγωγής και της ποινικής υπόθεσης Τεμήριο
  12. Ανέφερε ότι στις 14.5.2013 του είχε τηλεφωνήσει ο ΜΚ1 ο οποίος τον ενημέρωσε ότι στο γραφείο του βρισκόταν ο κατηγορούμενος και ότι μετά από συζήτηση που είχε με την ΜΚ4 αποφάσισαν να αποδεχτούν την παράκληση του και να λάβουν προσωπικές του επιταγές σε αντάλλαγμα των δύο αρχικών επιταγών ενώ αποδέχτηκαν και την παράκληση του για απόσυρση της ποινικής υπόθεσης Τεκμήριο
  13. Πρόσθεσε ότι ποτέ δεν έγινε οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο σε σχέση με την ποσότητα σιδήρου που του παραδόθηκε. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ6 και ερωτώμενος σχετικά υποστήριξε ότι η παραδοθείσα ποσότητα σιδήρου ήταν ως αναγράφεται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 3 και ότι ο ίδιος είχε επιβεβαιώσει την ποσότητα αφού ήταν παρών κατά την ζύγιση, ηλεκτρονικά, του σιδήρου και ότι εξέδωσε ο ίδιος το τιμολόγιο στη βάση του αποτελέσματος του ζυγίσματος. Ανέφερε επίσης ότι μετά που οι δύο αρχικές επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες μετέβη προσωπικά στο εργοτάξιο και διαπίστωσε ότι «το σίδερο είχε δουλευτεί όλο» και ότι το έργο, που αποτελείτο από διάφορες κατοικίες, ήταν σκελετωμένο. Αρνήθηκε δε ότι έλαβε ποτέ επιστολές από τον κατηγορούμενο με τις οποίες παραπονείτο για την παραδοθείσα ποσότητα σιδήρου και δεν αναγνώρισε αντίγραφα επιστολών που του υποδείχθηκαν. Ανέφερε ότι ο ίδιος έλεγχε όλη την αλληλογραφία της παραπονούμενης εταιρείας και ήταν σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα ότι δεν παραλήφθηκαν οι εν λόγω επιστολές. Εάν τις είχαν παραλάβει, ανέφερε, δεν θα το είχε αγνοήσει γιατί πρόκειτο για πολύ σοβαρό θέμα. Σε σχέση με την ποινική υπόθεση Τεκμήριο 5 αρνήθηκε ότι είχε αποσυρθεί σε αντάλλαγμα για τις νέες επιταγές και υποστήριξε ότι αποσύρθηκε διότι η παραπονούμενη είχε αποδεχτεί την παράκληση του κατηγορούμενου να αποσυρθεί. Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης των παραπονούμενων, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και κατέθεσε ενόρκως. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του η παραπονούμενη εταιρεία δεν παρέδωσε στην εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd, 29.69 τόνους σιδήρου ως αναγράφεται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 3 αλλά μόνο 15 τόνους, ενώ αρνήθηκε ότι το εν λόγω τιμολόγιο υπογράφεται από τον ίδιο. Υποστήριξε ότι με δεδομένο ότι η παραδοθείσα ποσότητα σιδήρου ήταν μόνο 15 τόνοι και με βάση την τιμή ανά τόνο που αναγράφεται στο τιμολόγιο, η εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd όφειλε στην παραπονούμενη μόνο €8.625 και ότι υπερχρεώθηκε ποσό ύψους €11.
  14. Συνέχισε λέγοντας ότι με τις πρώτες 4 προσωπικές του επιταγές που πληρώθηκαν καθώς και με το ποσό των €1.300 που πλήρωσε στον ΜΚ1 αναφορικά με δικηγορικά του έξοδα, έχει καταβάλει στην παραπονούμενη συνολικό ποσό €10.500, δηλαδή είχε προβεί σε υπερπληρωμή. Ανέφερε ότι όταν η πρώτη από τις επίδικες επιταγές θα καθίστατο πληρωτέα, απέστειλε προς την παραπονούμενη εταιρεία επιστολή (Τεκμήριο 33) με την οποία διαμαρτυρόταν ότι η παραπονούμενη είχε παραδώσει μικρότερη ποσότητα σιδήρου από αυτή που αναγράφεται στο τιμολόγιο τεκμήριο
  15. Ένεκα του ότι δεν έλαβε απάντηση, απέστειλε και δεύτερη επιστολή (Τεκμήριο 34). Οι δύο επιστολές στάλθηκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο και επειδή δεν υπήρξε απάντηση ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Υποστήριξε περαιτέρω ότι η επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί με αντάλλαγμα την απόσυρση της ποινικής υπόθεσης Τεκμήριο 5, κάτι που συνιστά ποινικό αδίκημα ενώ, τέλος ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία εξασφάλισε απόφαση στην αγωγή που είχε καταχωρήσει εναντίον της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd, με ψευδορκία. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε πως και πότε διαπιστώθηκε η έλλειψη στην ποσότητα του παραδοθέντος σιδήρου. Ανέφερε ότι η έλλειψη διαπιστώθηκε μετά από έλεγχο που έγινε από κοστολόγους και επιμετρητές της εταιρείας του περί τα τέλη Σεπτεμβρίου
  16. Πρόσθεσε ότι ένεκα της έλλειψης η εταιρεία αναγκάστηκε να αναπληρώσει την ελλειπή ποσότητα από άλλο προμηθευτή. Όταν δε το έμαθε προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την παραπονούμενη εταιρεία και ακολούθως απέστειλε τις επιστολές (Τεκμήρια 33 και 34). Δέχτηκε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι τον Σεπτέμβριο 2013 η εταιρεία του ήταν υπό διαχείριση, υποστήριξε όμως ότι μπορούσε να συνεργαστεί με το διαχειριστή σε σχέση με το έργο, για να πει αργότερα ότι η επιπρόσθετη ποσότητα σιδήρου που παραγγέλθηκε για να καλύψει την έλλειψη, είχε παραγγελθεί από το διαχειριστή και ότι η οικοδομή ολοκληρώθηκε τελικά. Αναφορικά με την συνάντηση που είχε με τον ΜΚ1 στις 14.5.2013 ανέφερε ότι η συνάντηση έγινε με δική του πρωτοβουλία και αρχικά υποστήριξε ότι ο ΜΚ1 ουσιαστικά τον εκβίασε να εκδώσει τις νέες επιταγές λέγοντας του ότι εάν δεν τις εξέδιδε θα τον έστελλε φυλακή. Επέμενε μάλιστα ο ΜΚ1, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, να λάβει προσωπικές επιταγές του κατηγορούμενου και δεν δεχόταν να λάβει επιταγές της εταιρείας. Ο ίδιος δε συμφώνησε και έπραξε όπως του είχε πει ο ΜΚ1 διότι, όπως εξήγησε, είναι αγράμματος άνθρωπος και ο ΜΚ1 του «γρύλλωσε τα μμάθκια του». Ακολούθως ανέφερε ότι η πρόταση για να εκδώσει αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών έγινε από τον ίδιο. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, όταν ερωτήθηκε εάν τον πίεσε ο ΜΚ1 να εκδώσει τις επίδικες επιταγές ανέφερε ότι ο ΜΚ1 «δέχτηκε τον όρο μου να μου επιστρέψει τις 2 επιταγές και δέχτηκα και εγώ τον όρο του να του βγάλω πιο μικρές. Με τη θέληση μου και τη θέληση του. Ούτε πιστόλι μου έβαλε στον κρόταφο. Εγρύλλωσε μου». Σε άλλο σημείο της αντεξέταση του ανέφερε σχετικά «Δεν με απείλησε. Μου φέρθηκε καλά. Θύμωσε με το θέμα των δικηγορικών του εξόδων». Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Ο ΜΚ1 μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, με αμεσότητα, φυσικότητα και αυθόρμητα. Ήταν σταθερός στις θέσεις του, παρέμεινε συνεπής κατά την αντεξέταση χωρίς να περιπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσω την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Αποδέχομαι επομένως τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν θεωρώ αξιόπιστοι μάρτυρες. Πρόκειται για λειτουργούς τραπεζικών ιδρυμάτων, χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι είπαν την αλήθεια και ότι ήταν ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι μάρτυρες. Αποδέχομαι συνεπώς το σύνολο της μαρτυρίας τους. Οι ΜΚ4 και ΜΚ6, που ήταν και οι εκπρόσωποι της παραπονούμενης εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν θεωρώ αξιόπιστοι. Απαντούσαν αυθόρμητα και οι απαντήσεις τους ήταν άμεσες, λογικές, είχαν εσωτερική συνοχή και πειστικότητα. Ήταν σταθεροί τις θέσεις τους και δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ενώ δεν διέκρινα ασυνέπειες στη μαρτυρία τους. Γενικά δεν εντόπισα οτιδήποτε στη μαρτυρία τους που να θέτει υπό αμφισβήτηση ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Συνεπώς, αποδέχομαι τα όσα κατέθεσαν ως αληθινά. Η ΜΚ5 ήταν επίσης αξιόπιστη μάρτυρας κατά την κρίση μου, ανεξάρτητη και αμερόληπτη και με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι ήταν αξιόπιστη. Παρακολούθησα με προσοχή την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου, την στάση του στο εδώλιο, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσε και απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν αλλά και στην πειστικότητα και λογικοφάνεια των θέσεων που προέβαλε. Πρέπει να πω ότι η εντύπωση που απεκόμισα δεν ήταν θετική. Οι αναφορές του σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα κατά τη συνάντηση του με τον ΜΚ1 στις 14.5.2013 κάθε άλλο παρά πειστικές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ενώ σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του αυτοαναιρέθηκε αλλάζοντας την εκδοχή του. Έχω ήδη επισημάνει πιο πάνω κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας την αρχική του θέση ότι εκβιάστηκε από τον ΜΚ1 για να εκδώσει προσωπικές επιταγές ενώ σε μεταγενέστερα στάδια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δεν πιέστηκε και ότι οι προσωπικές του επιταγές εκδόθηκαν κατόπιν συμφωνίας του με τον ΜΚ
  17. Επιπρόσθετα, ο λόγος που προέβαλε για να δικαιολογήσει την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, στερείται κατά την άποψη μου οποιασδήποτε λογικής. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω σε αυτό το σημείο αφού πραγματεύομαι αυτό ακριβώς το ζήτημα κατωτέρω. Η ολική εικόνα που απεκόμισα από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου ήταν ότι επρόκειτο για μαρτυρία κατασκευασμένη και όχι ειλικρινή, η οποία αποτελείτο από μη πειστικές και αναληθείς δικαιολογίες σε μια προσπάθεια αποποίησης ευθυνών. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή και εμπορία σιδήρου. Κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντές της εταιρείας ήταν οι ΜΚ4 και ΜΚ
  18. (β) Η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε εμπορική συνεργασία με την εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd, της οποίας διευθυντής και μέτοχος ήταν ο κατηγορούμενος. (γ) Στα πλαίσια της συνεργασίας των δύο εταιρειών, η εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd προμηθεύτηκε περί τον Φεβρουάριο 2012 ποσότητα σιδήρου 29.69 τόνων αξίας €19.
  19. Αναφορικά με την αγορά αυτή η παραπονούμενη εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 3) και προς πληρωμή της σχετικής οφειλής η παραπονούμενη εξέδωσε δύο επιταγές. (δ) Όταν οι δυο προαναφερόμενες επιταγές κατατέθηκαν προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν διότι η πληρωμή τους είχε ανακληθεί από τον εκδότη. (ε) Αναφορικά με τις εν λόγω επιταγές και την αντίστοιχη οφειλή, η παραπονούμενη μέσω του δικηγόρου της ΜΚ1, καταχώρησε την αγωγή 4077/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 4) με εναγόμενη την εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd. Η εναγόμενη δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία εκείνη. (στ) Παράλληλα με την καταχώρηση της αγωγής Τεκμήριο 4, ο ΜΚ1 με οδηγίες της παραπονούμενης καταχώρησε την ιδιωτική ποινική υπόθεση 22018/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 5) σε σχέση με την μη πληρωμή των δύο επιταγών. Κατηγορούμενοι στην ποινική εκείνη υπόθεση ήταν η εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd και ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της. (ζ) Πριν την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, ο κατηγορούμενος με δική του πρωτοβουλία συναντήθηκε με τον ΜΚ1 στο γραφείο του δεύτερου στις 14.5.2013 και συμφώνησαν όπως, προς εξόφληση της οφειλής της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd, ο κατηγορούμενος εκδώσει προσωπικές του μεταχρονολογημένες επιταγές για μικρότερα ποσά. (η) Κατά την ίδια συνάντηση, ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε ενώπιον του ΜΚ1 αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών προς όφελος της παραπονούμενης για συνολικό ποσό €21.100 που αφορούσαν την αρχική οφειλή της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd πλέον ένα επιπλέον ποσό ως τόκους. Παράλληλα εξέδωσε προς όφελος του ΜΚ1 επιταγή για ποσό €1.300 αναφορικά με δικηγορικά του έξοδα. Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής Τεκμήριο 13 και έλαβε από τον ΜΚ1 τις δύο αρχικές επιταγές. (θ) Ο ΜΚ1 με οδηγίες της παραπονούμενης και προς ικανοποίηση σχετικής παράκλησης του κατηγορούμενου, απέσυρε την ποινική υπόθεση Τεκμήριο 5 λίγες μέρες αργότερα. (ι) Οι τέσσερεις πρώτες εκ των νέων επιταγών κατατέθηκαν προς πληρωμή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες και τιμήθηκαν. (ια) Λίγες ημέρες πριν την ημερομηνία που θα καθίστατο πληρωτέα η πέμπτη επιταγή ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε ξανά τον ΜΚ1 στο γραφείο του και του ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να τιμήσει τις υπόλοιπες επιταγές καθότι μια κτηματική συναλλαγή που ανέμενε ότι θα ολοκληρωνόταν, δεν τελεσφόρησε. Του ζήτησε να του επιστρέψει τις επιταγές και ο ΜΚ1 αρνήθηκε. (ιβ) Κατά ή μετά την ημερομηνία που έκαστη εκ των επίδικων επιταγών (Τεκμήριο 6-11) καθίστατο πληρωτέα, αυτή κατατίθετο προς πληρωμή. (ιγ) Καμία από τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 6-11) δεν τιμήθηκε όταν κατατέθηκε προς πληρωμή. (ιδ) Οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν ένεκα του ότι ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή τους στις 8.11.2013 με γραπτές οδηγίες προς την Ελληνική τράπεζα (Τεκμήριο 29). Σχετικές σφραγίδες στις οποίες δεικνύεται η ανάκληση των επιταγών ως ο λόγος μη πληρωμής έχουν τοποθετηθεί σε έκαστη επιταγή. Ο λόγος ανάκλησης που δήλωσε ο κατηγορούμενος ήταν «διαφορά υπολοίπου με τον συνεργάτη μου» (Τεκμήριο 29). (ιε) Οι επιταγές Τεκμήρια 6-11 παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. (ιστ) Κατά τον χρόνο που οι επίδικες επιταγές κατέστησαν πληρωτέες, ο τραπεζικός λογαριασμός του κατηγορούμενου βρισκόταν σε υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου υπερανάληψης. (ιζ) Κάποιους μήνες μετά την ημερομηνία που η τελευταία επίδικη επιταγή είχε καταστεί πληρωτέα, η παραπονούμενη εξασφάλισε απόφαση στην αγωγή Τεκμήριο 4 ένεκα της παράληψης της εναγόμενης να εμφανιστεί στην διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης η ΜΚ4 είχε προβεί σε σχετική ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 25) και η παραπονούμενη εξασφάλισε απόφαση στις 9.10.2014 για ολόκληρο το ποσό της αρχικής οφειλής, ήτοι €19.630 (Τεκμήριο 24). (ιη) Η εταιρεία Sotiris A. Chrostodoulou Estates Ltd ενημερώθηκε αναφορικά με την έκδοση της απόφασης με επιστολή του ΜΚ1 ημερομηνίας 29.10.2014 στην οποία αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι «κατά λάθος δεν έχει αφαιρεθεί ποσό ύψους €9.200 που έχει ήδη καταβληθεί έναντι της οφειλής σας» και ζητείται από την εταιρεία να εξοφλήσει το υπόλοιπο που ανέρχεται σε €10.
  20. Η παραπονούμενη δεν έχει λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα αποδεικνύουν, στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο[3]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(2).πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα[4]: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 6-11) και ότι προκάλεσε τη μη εξόφληση τους με τις γραπτές οδηγίες που έδωσε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν με τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή τους (Τεκμήριο 29). Τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν επομένως αποδειχθεί. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί άνευ αντιπαροχής. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι εφόσον στην αγωγή 4077/2012 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd και εφόσον η αρχική οφειλή ήταν οφειλή της εταιρείας και όχι του κατηγορούμενου, οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν χωρίς αντάλλαγμα. Επί του ζητήματος αυτού επισημαίνω την καθοδήγηση από το Εφετείου όπως ξεκάθαρα διατυπώθηκε στην Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/2012, ημερομηνίας 16.4.2014 όπου τονίστηκε ότι «Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Σε κάθε περίπτωση, όμως, κρίνω ότι η συγκεκριμένη θέση της Υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θεωρώ ότι η παραπονούμενη ήταν νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής αφού αυτή εκδόθηκε επ' ονόματι της έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος που έλαβε η εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν μέτοχος και διευθυντής. Ειδικότερα, με τις επιταγές που εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο στις 14.5.2013 είχε συμφωνηθεί ότι θα εξοφλείτο η οφειλή της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd. Το γεγονός της μεταγενέστερης έκδοσης απόφασης στην αγωγή Τεκμήριο 4 αναφορικά με την εν λόγω οφειλή, δεν αναιρεί την πιο πάνω διαπίστωση. Η εξόφληση της οφειλής δεν συντελέστηκε με την έκδοση των επιταγών αλλά θα συντελείτο με την πληρωμή των επιταγών. Μετά που και η τελευταία επίδικη επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη, η παραπονούμενη προώθησε και εξασφάλισε απόφαση στην αγωγή. Παρά το ότι η απόφαση που εκδόθηκε αφορούσε ολόκληρο το ποσό, το γεγονός αυτό έχει δικαιολογηθεί επαρκώς από τον ΜΚ1 και την ΜΚ4, ενώ με την επιστολή Τεκμήριο 26 η εταιρεία Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd ενημερώθηκε για την έκδοση της απόφασης, το λάθος στο ποσό της απόφασης, και επιβεβαιώνεται ότι αυτό που διεκδικείται είναι η πληρωμή του υπολοίπου ποσού που παραμένει οφειλόμενο. Επιπρόσθετα, κανένα μέτρο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης δεν έχει ληφθεί αναφορικά με ολόκληρο το ποσό. Με αυτό το δεδομένο, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου ο οποίος πρέπει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5] ότι είχε εύλογη αιτία για την ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών. Όφειλε δε ο κατηγορούμενος, για να μπορεί να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους ανάκλησης[6]. Για να καταφέρει ο κατηγορούμενος να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, πρέπει να ικανοποιήσει[7]: (α) ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή της επιταγής, κριτήριο υποκειμενικό που αναφέρεται στο ποια ήταν η αντίληψη του ίδιου του κατηγορούμενου, και (β) ότι η αντίληψη αυτή του κατηγορούμενου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, κριτήριο αντικειμενικό που αποφασίζεται σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών που είχε δοθεί στην τράπεζα από τον κατηγορούμενο ήταν «διαφορά υπολοίπου με το συνεργάτη μου». Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι με την πιο πάνω περιγραφή εννοούσε τη διαφορά στην παραδοθείσα ποσότητα σιδήρου στην οποία αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του. Ακόμα και αν δεχθώ ότι η συγκεκριμένη φράση μπορεί αν ερμηνευθεί με αυτό τον τρόπο, δεν μπορώ να δεχθώ το αντίστοιχο επιχείρημα της υπεράσπισης ότι ο λόγος αυτός συνιστούσε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών. Έχοντας εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη θέση στερείται πειστικότητας. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγούν διάφοροι παράγοντες. Αναφέρω ενδεικτικά το δυσανάλογα μεγάλο χρονικό διάστημα του 1 ½ χρόνου περίπου που παρήλθε από την παράδοση και παραλαβή του σιδήρου μέχρι τον χρόνο που εντοπίστηκε - σύμφωνα με τον κατηγορούμενο - η διαφορά στην ποσότητα του σιδήρου. Η δε έλλειψη ήταν σημαντική αφού αντί 30 περίπου τόνους σιδήρου ως η θέση της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι παραδόθηκε μόνο η μισή ποσότητα, δηλαδή 15 τόνοι. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη ότι κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι έλαβε γνώση της διαφοράς, η εταιρεία βρισκόταν ήδη υπό διαχείριση και δεν έχει επεξηγήσει επαρκώς με ποιο τρόπο ο ίδιος είχε ακόμα ανάμειξη στις εργασίες της εταιρείας και λάμβανε αποφάσεις που την αφορούσαν. Επιπρόσθετα, όλες οι αναφορές του κατηγορούμενου στη μειωμένη ποσότητα σιδήρου προέρχονταν από πληροφορίες που είπε ότι έλαβε από τρίτα πρόσωπα και δη - όπως ανέφερε - από τους κοστολόγους και επιμετρητές ποσοτήτων του έργου. Πέραν όμως από αυτές τις εξ ακοής αναφορές δεν έχει προσκομιστεί άμεση μαρτυρία από τους κοστολόγους και επιμετρητές αυτούς σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Ασφαλώς εξ ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή όμως κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας η οποία πρέπει να της αποδοθεί πρέπει να συνεκτιμώνται διάφοροι παράγοντες περιλαμβανομένης της δυνατότητας να κληθεί ως μάρτυρας το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση. Δεν έχει προσφερθεί καμία εξήγηση για την μη κλήση των προσώπων που προέβησαν σε έλεγχο και διαπίστωσαν την έλλειψη στην ποσότητα του σιδήρου. Ως αποτέλεσμα, οι αόριστες και ατεκμηρίωτες αναφορές του κατηγορούμενου δεν μπόρεσαν να ελεγχθούν μέσω της αντεξέτασης. Δεν δόθηκε δηλαδή η ευκαιρία στην παραπονούμενη να ενημερωθεί για τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο ελέγχθηκε η ποσότητα, τη μέθοδο και τα εργαλεία με τα οποία διαπιστώθηκε η διαφορά αλλά ούτε και η ευκαιρία να αμφισβητήσουν ουσιαστικά την ορθότητα των εν λόγω υπολογισμών. Περαιτέρω, παρά τις αναφορές του κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση του ότι η εταιρεία του αναγκάστηκε να αγοράσει ποσότητα σιδήρου από άλλο προμηθευτή για να αναπληρώσει την έλλειψη, δεν έχει προσφέρει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία θα μπορούσε να προσδώσει κάποια πειστικότητα ή βαρύτητα στις αναφορές αυτές. Δηλαδή δεν ανέφερε πότε ακριβώς αγοράστηκε η επιπλέον ποσότητα, ποιος ήταν ο άλλος προμηθευτής ενώ όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει τις αποδείξεις για την πληρωμή της επιπρόσθετης αυτής ποσότητας απάντησε ότι δεν χρειαζόταν να τις προσκομίσει. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ6 η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, είναι ότι ελέγχθηκε και επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο η παραδοθείσα ποσότητα σιδήρου. Ούτε και παραγνωρίζω τις αναφορές του ΜΚ1 για δεύτερη συνάντηση του με τον κατηγορούμενο κατά την οποία αυτός του ανέφερε ότι δεν είχε τη οικονομική δυνατότητα πληρωμής των επίδικων επιταγών. Τέλος, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που οι επίδικες επιταγές είχαν καταστεί πληρωτέες, δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό του κατηγορούμενου για την πληρωμή τους. Προσθέτω δε ότι ξενίζει το γεγονός ότι μετά την διαπίστωση για την ελλειπή ποσότητα, ο κατηγορούμενος απέστειλε μόνο τις δύο επιταγές (Τεκμήριο 33 και 34) στην παραπονούμενη. Πέραν από κάποιες αόριστες αναφορές σε προσπάθειες επικοινωνίας, ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε συγκεκριμένα πότε και με ποια πρόσωπα προσπάθησε να επικοινωνήσει για να διαμαρτυρηθεί αναφορικά με την σημαντικότατη αυτή υπερχρέωση που ισχυρίστηκε που έγινε στην εταιρεία του. Κρίνω επίσης παράξενο ότι δεν επεδίωξε αν επισκεφτεί τους εκπροσώπους της παραπονούμενης εταιρείας. Περιορίστηκε μόνο στο να αποστείλει με κανονικό ταχυδρομείο και χωρίς να μεριμνήσει να έχει κάποια απόδειξη παραλαβής, τις δύο επιστολές. Επιστολές που σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.6, δεν παραλήφθησαν ποτέ από την παραπονουμένη. Τέλος παρά το ότι ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι έχει προβεί σε υπερπληρωμές σε σχέση με την ποσότητα σιδήρου που παραδόθηκε, με κανένα τρόπο δεν φαίνεται να έχει διεκδικήσει τα επιπλέον ποσά που πλήρωσε για σίδηρο που δεν παρέλαβε, κάτι που κρίνεται ως παράδοξο. Συνυπολογίζοντας όλες αυτές τις παραμέτρους καταλήγω ότι ο λόγος που προβλήθηκε από την υπεράσπιση για να δικαιολογηθεί η ανάκληση πληρωμής των επιταγών δεν είχε εύλογος. Η συγκεκριμένη δικαιολογία δεν έχει οποιοδήποτε αντικειμενικό έρεισμα στα γεγονότα. Κρίνω επιπρόσθετα ότι ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να αποδείξει ότι ο ίδιος λειτουργούσε υπό την ειλικρινή πεποίθηση ότι είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών για τον λόγο που καταγράφεται στις οδηγίες που έδωσε στην τράπεζα. Κρίνω ότι ενώ τα όσα επικαλέστηκε στη μαρτυρία του συνιστούν εφεύρημα εκ των υστέρων σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει την ανάκληση της πληρωμής. Συνακόλουθα, δεν έχει στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό την υπεράσπιση ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών για εύλογη αιτία. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά και ως τέτοια θα πρέπει να κατασταλεί. Υποστήριξε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύουν ότι επιχειρήθηκε από τον ΜΚ1 η επίτευξη παράνομου σκοπού και ειδικότερα ο συμβιβασμός κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 123 του Ποινικού Κώδικα. Η θέση του ήταν ότι τα αδικήματα της πρώτης ποινικής υπόθεση Τεκμήριο 5 η οποία αφορούσε τις δύο αρχικές επιταγές, ήταν κακουργήματα και ότι αυτό το οποίο επιχειρήθηκε με την έκδοση των προσωπικών επιταγών του κατηγορούμενου ήταν η μη άσκηση ή η διακοπή της ποινικής δίωξης που αφορούσε τα εν λόγω κακουργήματα. Κρίνω ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν μπορεί να επιτύχει. Αυτό διότι σύμφωνα με την μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, το αντάλλαγμα για την έκδοση των προσωπικών επιταγών από τον κατηγορούμενο δεν ήταν η απόσυρση της ποινικής υπόθεσης αλλά η εξόφληση της οφειλής της εταιρείας Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd. Αυτή ήταν η σταθερή θέση των ΜΚ1, ΜΚ4 και ΜΚ6 παρά την επίμονη αντεξέταση τους αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η πλευρά των παραπονούμενων με αποδεκτή, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδει στον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [4] Philippa Estates Ltd ν Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142 [5] Γενικός Εισαγγελέας v Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332 [6] Κονιζίδου v Αρέστη
(2009)2 Α.Α.Δ 345 [7] N.C. Diamonds Co. Ltd ν Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Pitsillides & Another v Republic
(1983)2 C.L.R. 374 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.