← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΛΕΥΚΗΣ ΣΙΗΜΙΤΡΑ, Αρ. υπόθεσης: 11745/2015, 7/3/2016

ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΛΕΥΚΗΣ ΣΙΗΜΙΤΡΑ, Αρ. υπόθεσης: 11745/2015, 7/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 11745/2015 ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΛΕΥΚΗΣ ΣΙΗΜΙΤΡΑ Κατηγορούμενη 7 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Φούλιας δια Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για κατηγορούμενη: κ. Αργυρίδης δια Γ. Αργυρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στη αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής ημερομηνίας 29.01.2016 για άδεια αντεξέτασης ενόρκως δηλούσας Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των προς απόφαση ζητημάτων θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 25.11.2015 και με αυτήν η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για ισχυριζόμενες παραβάσεις του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου 90/1972 και, ειδικότερα, κατηγορείται ότι εκτέλεσε και επέτρεψε την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών χωρίς πολεοδομική άδεια. Με μονομερή αίτηση ιδίας ημερομηνίας, ο Δήμος Λάρνακας εξασφάλισε διάταγμα με το οποίο διατασσόταν η αναστολή των επίδικων εργασιών. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Ιωάννου λειτουργού στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Λάρνακας, για τις επίδικες εργασίες η κατηγορούμενη δεν υπέβαλε αίτηση για πολεοδομική άδεια και, συνεπώς, οι εργασίες εκτελούνται χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Η πλευρά της κατηγορούμενης ήγειρε ένταση στη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος προβάλλοντας διάφορους λόγους ένστασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Άννας Ξενοφώντος η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την κατηγορούμενη/καθ'ης η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι παρείχε σε αυτήν βοήθεια για ετοιμασία σχετικών εγγράφων και αιτήσεων αλλά και την εκπροσωπούσε σε διάφορες συναντήσεις με αρμοδίους. Πρέπει να σημειώσω ότι περάν από τις πληροφορίες αυτές δεν αποκαλύπτει την ακριβή σχέση της με την κατηγορούμενη/καθ' ης η αίτηση, ούτε και προσδιορίζει ακριβώς από πού πηγάζει η εξουσιοδότηση στην οποία αναφέρεται. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Δήμος Λάρνακας γνώριζε για την έναρξη εργασιών στο επίδικο ακίνητο από τον Αύγουστο 2015 κι ότι οι εργασίες «μοναδικό σκοπό είχαν να διασφαλίσουν την ασφάλεια του κτιρίου και του κοινού». Αναφέρει επίσης ότι στις 16.3.2015 είχε υποβληθεί άδεια για λήψη πολεοδομικής άδεις για αλλαγή χρήσης του ακινήτου και μετατροπές όμως για διάφορους λόγους αυτή δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Ισχυρίζεται ότι περί τα τέλη Ιουλίου 2015 πολιτικός μηχανικός επισκέφθηκε το ακίνητο και εξέφρασε ανησυχίες για την ασφάλεια του και ότι η κατηγορούμενη απέστειλε δύο σχετικές επιστολές προς το Δήμο ημερομηνίας 30.7.2015 και 11.8.2015 αντίστοιχα. Συνεχίζει λέγοντας ότι επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση μέχρι τις 16.8.2015, ξεκίνησαν επειγόντως επισκευαστικές εργασίες και ότι τόσο ο δήμαρχος όσο και το Τμήμα Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ενημερώθηκαν από την ίδια σε συνάντηση στις αρχές Σεπτεμβρίου 2015. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ουσιαστικά ότι ο λόγος που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και της αίτησης ήταν πιέσεις που εξασκούσε γειτονική επιχείρηση που ήθελε να προστατεύσει τον εαυτό της από τον ανταγωνισμό που θα υπήρχε εάν ολοκληρώνονταν οι εργασίας στο επίδικο υποστατικό και αυτό λειτουργούσε ως καφετέρια. Ένεκα τούτου, ισχυρίζεται ότι η κατηγορούμενη επικοινώνησε με το Δήμο, γραπτώς και προσωπικά μέσω των δικηγόρων της, και ζήτησε να ενημερωθεί εκ των προτέρων πριν την λήψη μέτρων σε σχέση με το υποστατικό και ότι λήφθηκαν σχετικές διαβεβαιώσεις. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης από τον Δήμο Λάρνακας με την οποία επιζητείται η έκδοση διατάγματος για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας σε σχέση με συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης της δήλωσης διότι «είναι φανερό ότι αναφέρεται σε πολλά γεγονότα που δυνατό η ίδια να αγνοεί ή και να μη γνωρίζει». Η πλευρά της κατηγορούμενης/καθ' ης η αίτηση ήγειρε ένσταση στην αίτηση για αντεξέταση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Η κυρίως αίτηση εδράζεται κατ' ουσίαν στο άρθρο 87

(4)του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου 90/1972 που προνοεί ότι: «
(4)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που έχει προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(2), δύναται μετά από αίτηση χωρίς ειδοποίηση (ex parte), να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με οποιαδήποτε ανάπτυξη ή μέρος αυτής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Παρά το ότι δεν υπάρχει ρητή πρόνοια προς τούτο, θεωρώ ότι σε σχέση με το αίτημα για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας ισχύουν κατ' αναλογία οι πρόνοιες της Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination». Διαφαίνεται από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι το εάν θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια. Για σκοπούς καθοδήγησης ανατρέχω στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 όπου παρατίθενται κάποιοι από τους παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Επιπρόσθετα, η Κυπριακή νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Έχω κατά νου, ότι διάταγμα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων εκδίδεται σπάνια αφού το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης δεν επεισέρχεται στην ουσία της επίδικης διαφοράς ούτε και εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα[3]. Στην προκειμένη περίπτωση, μελετώντας τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα όπως περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την κυρίως αίτηση και την ένσταση επί αυτής, διακρίνω ότι υπάρχει ο κίνδυνος εάν επιτραπεί η αντεξέταση, η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Κρίνω ότι από τα στοιχεία που έχουν θέσει υπόψη μου οι δύο πλευρές μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την κυρίως αίτηση και ένσταση σε αυτή, έχω ενώπιον μου όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για την απόφαση μου επί της κυρίως αίτησης. Συνεπώς, η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας κανένα ωφέλιμο σκοπό δεν θα εξυπηρετούσε, παρά μόνο θα αποπροσανατόλιζε από την ουσία της διαφοράς και θα δημιουργούσε περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι η αίτηση για αντεξέταση δεν θα πρέπει να επιτραπεί και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, κρίνω ορθό όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν, και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 [3] Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.