← Κύπρος

Σ.Π.Ε. ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 6584/2013, 7/3/2016

Σ.Π.Ε. ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 6584/2013, 7/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 6584/2013 Σ.Π.Ε. ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ Κατηγορούμενη 7 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κ. Χριστοδουλίδης δια Νέστορα Νικηφόρου Για κατηγορούμενη: κ. Αριστοτέλους ΑΠΟΦΑΣΗ επί της αίτησης των παραπονούμενων ημερομηνίας 27.1.2016 για έκδοση διατάγματος είσπραξης οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής απόφασης χρέους Η κατηγορούμενη έχει καταδικαστεί κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε επτά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου 60(Ι)/
  1. Μετά την καταδίκη της και πριν την επιβολή ποινής, η πλευρά των παραπονούμενων καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία επιζητεί την έκδοση διατάγματος για την είσπραξη των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής απόφασης χρέους που αφορούν τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από την κατηγορούμενη και που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €33.
  2. Η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 σύμφωνα με το οποίο: «
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Η πλευρά της κατηγορούμενης ήγειρε ένσταση στην αίτηση υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας καθότι συνιστά «μοχλό καταπίεσης καθώς η κατηγορούμενη δεν μπορεί να αποπληρώσει το ποσό των €33.400 ως χρηματική ποινή και κινδυνεύει με φυλάκιση», ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και ότι οι πρόνοιες του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 προσκρούουν στις πρόνοιες του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ διότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η κατηγορούμενη μπορεί να φυλακιστεί για αστικό χρέος ενώ ενδεχομένως να τιμωρηθεί δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κατηγορούμενης η οποία επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης ενώ αναφέρει επίσης ότι στις 27.1.2016 καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση και υποστηρίζει ότι έχει πληρώσει έναντι του χρέους διάφορα ποσά. Αναφέρει επίσης ότι λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν είναι σε θέση να πληρώσει το ποσό των μηνιαίων δόσεων ύψους €1.800 καθότι οι εργασίες της οικογενειακής τους εταιρείας της οποίας είναι διευθύντρια δεν ήταν οι αναμενόμενες, ενώ ο σύζυγος της είναι πρωχεύσας και δεν μπορεί να συνεισφέρει οικονομικά. Προσθέτει ότι η μοναδική πηγή εισοδήματος της οικογένειας είναι ποσό €500 που εισπράττει μηνιαίως από την ενοικίαση της κατοικίας τους και καταλήγει ότι δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει το ποσό των €33.400 σε περίπτωση έκδοσης σχετικού διατάγματος και που «μπορεί να οδηγήσει στη φυλάκιση μου και να μου στερήσει την προσωπική μου ελευθερία». Έχω ήδη αναφερθεί στην ουσιαστική δικονομική βάση της παρούσας αίτησης. Θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να αποφασιστεί με δεδομένο το πραγματικό υπόβαθρο που οδήγησε στην καταδίκη της για τα αδικήματα του άρθρου 3
(1)(γ) του Ν. 60(Ι)/2008 στην ποινική υπόθεση. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία έχει καταδικαστεί η κατηγορούμενη καταγράφονται στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.1.2016 και δεν θα τα επαναλάβω. Θα περιοριστώ μόνο σε κάποιες αναφορές στο βαθμό που κρίνονται αναγκαίες για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Τα δεδομένα επί των οποίων η παρούσα αίτηση πρέπει να εξεταστεί είναι, θεωρώ, τα ακόλουθα: (α) Στις 15.10.2010, η κατηγορούμενη αποδέχτηκε την έκδοση διατάγματος για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της στην αγωγή 2091/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, δια μηνιαίων δόσεων €1.800 εκάστη αρχομένων από 1.11.
  1. (β) Από την 1.11.2011 μέχρι 1.5.2013 - την περίοδο που αφορά δηλαδή το κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης - η κατηγορούμενη δεν κατέβαλε οποιαδήποτε δόση. (γ) Αξιολογώντας τη μαρτυρία που είχε δώσει η κατηγορούμενη στην ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει στην καταδικαστική του απόφαση ημερομηνίας 21.1.2016, μεταξύ άλλων, ότι «η εντύπωση που απεκόμισα ήταν ότι δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση και τα εισοδήματα της. δεν αποδέχομαι τα όσα ανέφερε σε σχέση με την εισοδηματική της κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ειδικότερα δεν αποδέχομαι ότι δεν είχε κανένα απολύτως εισόδημα. Θεωρώ ότι κάποια εισοδήματα υπήρχαν όμως τα απέκρυψε από το Δικαστήριο». (δ) Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της στην υπό κρίση αίτηση, η κατηγορουμένη αναφέρεται σε εισοδήματα που λαμβάνει από ενοίκια και εισοδήματα που είχε ο σύζυγος της κατά την επίδικη περίοδο τα οποία δεν είχε αποκαλύψει κατά την μαρτυρία της στην ποινική υπόθεση. (ε) Σύμφωνα με την ένσταση της κατηγορουμένης για σκοπούς της παρούσας αίτησης, καταχώρησε στις 27.1.2016 αίτηση στο πλαίσια της αγωγής 2091/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για τροποποίηση του διατάγματος μηνιαίως δόσεων δια της μείωσης του ποσού των δόσεων από €1.800 μηνιαίως σε €300 μηνιαίως. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι αυτό είναι το ποσό που της επιτρέπουν οι οικονομικές της περιστάσεις να καταβάλλει και η εν λόγω αίτηση εκκρεμεί προς εκδίκαση. (στ) Είναι κοινώς παραδεκτό ότι το ποσό των δόσεων που αφορά η παρούσα ποινική υπόθεση και που ανέρχεται σε €33.400, δεν έχει καταβληθεί από την κατηγορούμενη. Πέραν των πιο πάνω σημειώνω ότι το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια αυτής της αίτησης, δεν μπορεί να αποφασίσει εάν ορθώς είχε εκδοθεί το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 15.10.
  2. Το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται από το γεγονός ότι το εν λόγω διάταγμα μηνιαίων δόσεων είχε εκδοθεί εκ συμφώνου, ότι βρίσκεται ακόμα σε ισχύ και ότι η υπεράσπιση της κατηγορούμενης στην παρούσα ποινική υπόθεση δεν έγινε αποδεχτή με αποτέλεσμα αυτή να κριθεί ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Επιπρόσθετα, το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το αρμόδιο να αποφασίσει ποιες είναι οι ακριβείς σημερινές οικονομικές δυνατότητες της κατηγορούμενης σε σχέση με την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Αυτό θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αίτησης που καταχώρησε η κατηγορούμενη ημερομηνίας 27.1.2016 στην αγωγή 2091/
  3. Ασφαλώς, και όπως διαφαίνεται από την νομολογία, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη δικαστική του κρίση επί της παρούσας αίτησης, σταθμίζοντας όλα τα περιστατικά που την περιβάλλουν[1]. Όμως τόσο οι παράμετροι που καλείται το Δικαστήριο να σταθμίσει όσο και τα ζητήματα επί των οποίων καλείται να ασκήσει τη δικαστική του κρίση περιορίζονται, θεωρώ, από την ίδια τη φύση της διαδικασίας. Δεν επιτρέπεται να επέμβει και να αποφασίσει επί ζητημάτων για τα οποία δεν είναι αρμόδιο. Δηλαδή, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου το οποίο είχε εκδώσει το διάταγμα μηνιαίων δόσεων αποφασίζοντας ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε κατά τον χρόνο εκείνο να ανταποκριθεί στα ποσά των δόσεων που διατάχθηκε - και αποδέχθηκε - να καταβάλλει. Ούτε και μπορεί να προκαταλάβει την απόφαση του Δικαστηρίου που θα επιληφθεί της αίτησης ημερομηνίας 27.1.2016 για μείωση του ποσού των μηνιαίων δόσεων, προβαίνοντας σε διαπιστώσεις για τις σημερινές οικονομικές δυνατότητες της κατηγορούμενης. Θεωρώ ότι για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, οι μόνοι παράγοντες που το Δικαστήριο δύναται να σταθμίσει είναι το δεδομένο της καταδίκης της κατηγορούμενης, το ότι τα ποσά που αφορούν οι μηνιαίες δόσεις του κατηγορητηρίου - και το οποίο δεν αμφισβητείται - δεν έχουν μέχρι σήμερα καταβληθεί καθώς και το ότι η πλευρά των παραπονούμενων ζητά - ως ο νόμος της επιτρέπει - την έκδοση διατάγματος για είσπραξη των δόσεων αυτών. Αυτό υποδεικνύει, κατά την κρίση μου, και το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008, που ο νομοθέτης επέλεξε να διατυπώσει, περιοριστικά, ως εξής: «Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης εκδίδει., εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Από το λεκτικό προκύπτει ότι το μόνο ζήτημα για το οποίο υπάρχει ουσιαστική διακριτική ευχέρεια για το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο θα διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος και, εάν ναι, ποια πρέπει να είναι η περίοδος αναστολής. Σε σχέση με τα υπόλοιπα ζητήματα που εγείρει με την ένσταση της η κατηγορούμενη, κρίνω ότι δεν μπορούν να επιτύχουν. Θεωρώ ότι το επιχείρημα για αντισυνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης δεν ευσταθεί. Αυτό διότι η έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων δεν συνιστά επιβολή δεύτερης ποινής στην κατηγορουμένη. Πρόκειται για δυνατότητα που παρέχει ρητά ο νόμος, όχι προς τιμωρία του παραβάτη αλλά προς αποκατάσταση των δικαιωμάτων του παραπονούμενου. Η αναφορά στο άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 σε «διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής.» δεν συνεπάγεται ότι η έκδοση του διατάγματος συνιστά επιβολή δεύτερης ποινής αλλά αναφέρεται στον τρόπο και διαδικασία με τις οποίες το ποσό του διατάγματος μπορεί να εισπραχθεί. Επιπρόσθετα, σε σχέση και πάλιν με τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας της συγκεκριμένης διάταξης, κρίνω ότι θα ήταν πρόωρο να αποφασίσω, όπως ουσιαστικά εισηγείται η πλευρά της κατηγορούμενης, ότι η έκδοση του διατάγματος θα οδηγήσει την κατηγορούμενη σε φυλάκιση για αστικό χρέος. Το μέρος IV του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προνοεί διαδικασίες, στάδια και διαβήματα σε σχέση με είσπραξη χρηματικών ποινών, που καμία σχέση δεν έχουν με άμεση και δίχως άλλο φυλάκιση του οφειλέτη. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης για κατάχρηση από μέρους των παραπονουμένων δεν βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα αφού δεν διακρίνω ότι διεκδικούν οτιδήποτε περαιτέρω από το δικαίωμα που τους παρέχει ρητά ο νόμος. Το δε γεγονός ότι το εξ αποφάσεως χρέος, είναι εξασφαλισμένο με υπόθεση επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Με αυτά τα δεδομένα και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η αίτηση των παραπονούμενων επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εξ αποφάσεως χρέους ύψους €33.400, ως χρηματικής ποινής. Ενόψει του ύψους του ποσού του διατάγματος κρίνω ορθό όπως παρασχεθεί στην κατηγορούμενη χρονικό περιθώριο 6 μηνών προς πληρωμή του. Συνεπώς, η εκτέλεση του διατάγματος αναστέλλεται για 6 μήνες από σήμερα. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Ποινική Έφεση 25/2012, ημερομηνίας 20.02.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.