ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ν. RAQUEL LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 15438/2013, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 15438/2013 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν
- RAQUEL LTD
- ΜΙΧΑΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενοι 29 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Π. Δημοσθένους Για κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση Για κατηγορούμενο 2: κ. Χρ. Ιωαννίδης Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 2 κατηγορίες που αφορούν ισχυριζόμενες παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου. Ειδικότερα, κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να καταβάλουν εντός 30 ημερών από τη λήψη ειδοποίησης ημερομηνίας 27.6.2013, οφειλόμενο φόρο ύψους €983.573,86 που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και που μετά την αφαίρεση πιστωτικού υπολοίπου €22.870,59 ανέρχεται σε €960.703,
- Η 2η κατηγορία αφορά παράληψη καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκων που προέκυψαν από τη μη έγκαιρη αποπληρωμή των ποσών της 2ης κατηγορίας. Ο δε κατηγορούμενος 2 βρίσκεται αντιμέτωπος με τις πιο πάνω κατηγορίες υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης έγιναν παραδεκτά από τα δύο μέρη και εγκρίθηκαν ως τέτοια για σκοπούς του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Τα παραδεκτά γεγονότα συνοψίζονται ως εξής: 1 Ο κατηγορούμενος 2 διορίστηκε διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στις 11.7.2003 και παραμένει διευθυντής μέχρι σήμερα. 2 Ο κ. Θάνος Μιχαήλ διορίστηκε διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στις 28.5.2002 και παραιτήθηκε στις 26.2.
- Παρέμεινε γραμματέας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας μέχρι το θάνατο του στις 6.6.
- 3 Στις 27.6.2013 εκδόθηκε από το Τμήμα Τελωνείων, Υπηρεσία Φ.Π.Α. βεβαίωση φόρου σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία (Τεκμήριο 1) και η οποία αφορούσε την διοικητική πράξη της βεβαίωσης φόρου προστιθέμενης αξίας, για οφειλόμενο ποσό €983.573,
- Η βεβαίωση φόρου αφορούσε τη χρονική περίοδο από 1.5.2007 μέχρι 31.7.
- Το εν λόγω ποσό δεν καταβλήθηκε εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την έκδοση της βεβαίωσης και μέχρι σήμερα δεν έχει καταβλήθει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τις οφειλές επί του κατηγορητηρίου. Πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €22.870,59 της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. έχει ληφθεί υπόψη έναντι του ποσού της βεβαίωσης με αποτέλεσμα το συνολικό οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε €960.703,
- 4 Η διοικητική πράξη της βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 27.6.2013 είχε δεόντως γνωστοποιηθεί προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία μέσω του αξιωματούχου της και συγκεκριμένα είχε επιδοθεί στον γραμματέα κ. Θάνο Μιχαήλ. Η διοικητική αυτή πράξη δεν έχει αμφισβητηθεί με ένσταση προς τον Έφορο Φορολογίας ή τον Υπουργό Οικονομικών ούτε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. 5 Ένεκα της παράλειψης της κατηγορούμενης 1 εταιρείας να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό ύψος €960.703,27 ως αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιβλήθηκαν οι νόμιμες επιβαρύνσεις και τόκοι ως αναφέρονται στη 2η κατηγορία ήτοι ποσό €465.602,
- Και τα δυο αυτά ποσά συνεχίζουν να οφείλονται μέχρι σήμερα. 6 Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης από 23.3.2012 μετά από σχετικό Δικαστικό διάταγμα. Ο Επίσημος Παραλήπτης ήταν διορισμένος ως εκκαθαριστής της περιουσίας μέχρι 25.7.2013 οπόταν και διορίστηκε εκκαθαριστής ο κ. Λεωνίδας Κίμωνος. Πέραν από τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσαν αφού το σύνολο της μαρτυρίας τους βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Θα περιοριστώ σε μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου. Πρώτη μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν η κα Κούλλα Κωστή, λειτουργός Φ.Π.Α. στο Τμήμα Φορολογίας (ΜΚ1). Εξήγησε ότι όταν εντοπιστούν ελλείψεις σε φορολογικές δηλώσεις υποκείμενων στο φόρο προσώπων τότε το Τμήμα Φορολογίας (Υπηρεσία Φ.Π.Α.) παρεμβαίνει και διορθώνει το σφάλμα εκδίδοντας Βεβαίωση Φόρου (Audit Assessment). Η βεβαίωση φόρου είναι διοικητική πράξη η οποία προσβάλλεται με ένσταση στον Έφορο Φορολογίας, τον Υπουργό Οικονομικών ή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι διεξήγαγε προσωπικά έλεγχο για την χρονική περίοδο από 1.5.2007 μέχρι 31.7.2008 στα βιβλία και αρχεία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας με σκοπό να εξετάσει την επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου που παρουσίαζε κατά την ημερομηνία μεταβίβασης των δραστηριοτήτων της σε άλλη εταιρεία και στα πλαίσια ακύρωσης της εγγραφής της από το μητρώο Φ.Π.Α. Συνέχισε λέγοντας ότι από τον έλεγχο της διαπίστωσε ότι οι φορολογικές δηλώσεις της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την περίοδο 1.8.2007-31.10.2008 είχαν σφάλματα και παραλείψεις και δεν συμφωνούσαν με τις πραγματικές δραστηριότητες της. Ένεκα αυτού στις 27.6.2013 προχώρησε σε βεβαίωση φόρου (Τεκμήριο 1) η οποία κατέληγε σε οφειλόμενο Φ.Π.Α. ύψους €983.573,86 και ειδικότερα: (α) για την περίοδο από 1.8.2007 μέχρι 31.10.2007, οφειλόμενο ποσό €880.301,16 (β) για την περίοδο από 1.11.2007 μέχρι 31.1.2008 οφειλόμενο ποσό €103.272,
- Ακολούθως ανέφερε ότι η γνωστοποίηση της βεβαίωσης φόρου προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία έγινε από την ίδια προσωπικά και τη συνάδελφο της κα Έλενα Πούξιου, στις 27.6.2013 στα γραφεία της εταιρείας Explosal Limited και τα έγγραφα παρέλαβε προσωπικά ο κ. Θάνος Μιχαήλ, τότε αξιωματούχος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Συνέχισε λέγοντας ότι το οφειλόμενο ποσό δεν πληρώθηκε εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την έκδοση και γνωστοποίηση της διοικητικής πράξης προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και, σύμφωνα με τη νομοθεσία, επιβλήθηκαν επιβαρύνσεις και τόκοι που ανέρχονται σε ποσό €465.602,
- Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε πρόσθετο φόρο 10% επί του οφειλόμενου και σε νόμιμο τόκο που ανέρχεται σε €368.496,
- Είπε επίσης ότι η βεβαίωση φόρου δεν έχει αμφισβητηθεί ενώ συνεχίζει να οφείλεται ολόκληρο το ποσό της διοικητικής πράξης, το οποίο μετά την αφαίρεση πιστωτικού υπολοίπου €22.870,59 διαμορφώνεται στο ποσό των €960.703,
- Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ, λειτουργός του Τμήματος Φορολογίας, Μονάδα Φορολογικών Δηλώσεων (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστοποιητικό του Εφόρου Φορολογίας που εκδόθηκε δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του 10ου παραρτήματος του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου ημερομηνίας 17.2.2016 (Τεκμήριο 2) στο οποίο επιβεβαιώνονται τα οφειλόμενα ποσά ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο και ως τα ανέφερε η ΜΚ
- Κατατέθηκε επίσης από κοινού αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με τους διευθυντές και γραμματείς της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την περίοδο 1.1.2004-9.2.2016 (Τεκμήριο 3), το οποίο ουσιαστικά αντικατοπτρίζει τα όσα σχετικά έγιναν παραδεκτά. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε σε απολογία και κατέθεσε ενόρκως προς υπεράσπιση του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, τον Ιούλιο 2009 οι μετοχές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας πωλήθηκαν και μεταβιβάστηκαν με αποτέλεσμα από τον Σεπτέμβριο 2009 να παραδώσει την παραίτηση του στον νέο μέτοχο της εταιρείας. Από τότε θεώρησε ότι είχε παύσει να είναι αξιωματούχος της εταιρείας και δεν είχε καμία συμμετοχή στις υποθέσεις της. Συνέχισε λέγοντας ότι τον Μάρτιο 2013 αντιλήφθηκε ότι η πεποίθηση του ήταν λανθασμένη όταν ενημερώθηκε ότι είχε εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της κατηγορούμενης 1 με ισχύ από 23.3.
- Ενημερώθηκε επίσης ότι τον Μάρτιο 2013 ο Επίσημος Παραλήπτης που είχε διοριστεί ως εκκαθαριστής, εξασφάλισε διάταγμα εναντίον του για την ετοιμασία και υποβολή έκθεσης καταστάσεως για την εταιρεία και κλήθηκε να παραδώσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, βιβλία και άλλα έγγραφα της εταιρείας είχε στην κατοχή του. Υποστήριξε ότι συμμορφώθηκε και ότι εξήγησε στον Επίσημο Παραλήπτη ότι από τον Σεπτέμβριο 2009 δεν είχε κανένα έλεγχο των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Είπε ότι του δόθηκε να καταλάβει ότι ήταν παράνομο να εμπλακεί σε οποιαδήποτε οικονομική υπόθεση της εταιρείας και ότι απόλυτα υπεύθυνος για τις μετέπειτα ενέργειες της εταιρείας ήταν ο Επίσημος Παραλήπτης. Συνεχίζοντας ανέφερε ότι τον Οκτώβριο 2013 ενημερώθηκε ότι είχε διοριστεί νέος εκκαθαριστής ο οποίος τον βεβαίωσε ότι είχε παραλάβει τα έγγραφα που ο ίδιος είχε παραδώσει στον Επίσημο Παραλήπτη. Ο κ. Κίμωνος του εξήγησε ότι από τον Μάρτιο 2012 όλες οι υποθέσεις και περιουσία της εταιρείας είχε περιέλθει στον έλεγχο και εξουσία του Επίσημου Παραλήπτη και ακολούθως στον δικό του ως νέος εκκαθαριστής. Ανέφερε ότι του επιδόθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης στις αρχές 2014 και αυτή ήταν η πρώτη φορά που έλαβε γνώση για τη βεβαίωση φόρου. Στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι είχε παραληφθεί από τον κ. Θάνο Μιχαήλ όμως δεν είχε την ευκαιρία να μιλήσει μαζί του γιατί ήταν πολύ άρρωστος και απεβίωσε στις 6.6.
- Ο δε εκκαθαριστής της εταιρείας τον ενημέρωσε ότι θα εκπροσωπήσει εκείνος την εταιρεία ως ο μόνος αρμόδιος να το πράξει. Τέλος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι οι δικηγόροι του έκαναν διάφορα διαβήματα για την αναστολή της ποινικής του δίωξης διότι το αδίκημα διαπράχθηκε όταν η εταιρεία ήταν υπό εκκαθάριση και ο ίδιος δεν είχε κανένα έλεγχο ή εξουσία ή γνώση για την εταιρεία και τις δραστηριότητες της και διότι ο ίδιος δεν έλαβε εγκαίρως γνώση της βεβαίωσης φόρου. Κατά την αντεξέταση του, η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα δεν αμφισβητήθηκε αλλά του τέθηκαν διάφορες ερωτήσεις για διασαφήνιση μάλλον ζητημάτων σχετικών με τα όσα κατέθεσε και τα υπό εξέταση αδικήματα. Εξήγησε ότι μετά την πώληση των μετοχών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρέδωσε επιστολή παραίτησης από το αξίωμα του διευθυντή στους νέους ιδιοκτήτες. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να λάβει μέτρα για γνωστοποίηση της παραίτησης του στον Έφορο Εταιρειών αφού ήταν αρμοδιότητα του νέου διοικητικού συμβουλίου να ενημερώσει το αρχείο του Εφόρου. Δέχτηκε ότι παραμένει διευθυντής και συνεχίζει να φαίνεται ως διευθυντής της εταιρείας στα αρχεία του Εφόρου. Σε σχέση με τη βεβαίωση φόρου και ειδικότερα σε σχέση με το ποσό των €880.301,16 που αντιστοιχεί στην περίοδο από 1.8.2007 μέχρι 31.10.2007 εξήγησε ότι την περίοδο εκείνη η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν μέρος σε μια συναλλαγή ύψους €6.748.975,
- Για τη συγκεκριμένη συναλλαγή υπήρχε γνωμάτευση από τους δικηγόρους, τους λογιστές και τους ελεγκτές της εταιρείας ότι δεν προέκυπτε οποιαδήποτε φορολογία διότι η συναλλαγή έγινε εντός ζώνης ελεύθερου εμπορίου και συνεπώς ήταν αφορολόγητη. Συμφώνησε ότι δεν έλαβε τέτοια γνωμάτευση ή συμβουλή από τον Έφορο Φορολογίας προσθέτοντας ότι το γεγονός ότι από τη συναλλαγή προέκυπτε φόρος το έμαθε μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης τονίζοντας ότι Φ.Π.Α. επί της συναλλαγής δεν εισπράχθηκε από την εταιρεία. Σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό είπε ότι δεν θυμάται από ποιες συναλλαγές προέκυψε. Ανέφερε τέλος ότι μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου έκανε προσπάθειες να πείσει τον εκκαθαριστή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας να προβεί σε ενέργειες για είσπραξη των οφειλομένων ποσών από τους αντισυμβαλλόμενους της εταιρείες στην προαναφερόμενη συναλλαγή χωρίς αποτέλεσμα. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, πρέπει να σημειώσω ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικά αμφισβητούμενα γεγονότα ή διιστάμενες εκδοχές σε σχέση με τα γεγονότα. Όπως έχω επισημάνει το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων είναι παραδεκτό ενώ δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση η αξιοπιστία ούτε των μαρτύρων κατηγορίας αλλά ούτε και του κατηγορούμενου
- Η αντεξέταση όλων των μαρτύρων είχε μάλλον διευκρινιστικό χαρακτήρα. Με αυτό το δεδομένο, σημειώνω με τη σειρά μου ότι δεν έχω διακρίνει οτιδήποτε που να δημιουργεί αμφιβολία για την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, θεωρώ επίσης ότι είναι αξιόπιστος. Παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση, ήταν σαφής και πειστικός. Εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια της εκδοχής του. Συνεκτιμώντας όσα κατέθεσε στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων[1], καταλήγω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθινή. Ως εκ των ανωτέρω και για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, τα παραδεκτά γεγονότα και τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας και ο κατηγορούμενος 2, όπως τα έχω παραθέσει πιο πάνω, συνιστούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα γεγονότα είναι ικανά να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορούμενος. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου που βεβαιώθηκε από τον Έφορο Φορολογίας. Σύμφωνα με το άρθρο 46
(11)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε., εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε σχηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές». Συνάγεται από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος συνίστανται: (α) στην ύπαρξη υποκείμενου στο φόρο πρόσωπο (β) στην έκδοση βεβαίωσης φόρου από τον Έφορο Φορολογίας (γ) στην λήψη της ειδοποίησης για την έκδοση βεβαίωσης φόρου (δ) στην μη πληρωμή του φόρου εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της ειδοποίησης. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας αφορά παράληψη καταβολής πρόσθετου φόρου, τόκων και επιβαρύνσεων, ως το άρθρο 46
(10)(Α) του Νόμου: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης, ή τόκου. είναι ένοχο ποινικού αδικήματος». Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η ύπαρξη πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου και (β) η παράληψη καταβολής του. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, προκύπτει αβίαστα ότι η μαρτυρία αποδεικνύει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται. Στρέφομαι στον κατηγορούμενο 2. Όπως ανέφερα πιο πάνω, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις κατηγορίες ένεκα της ιδιότητας του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Όταν το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι εταιρεία, η ποινική ευθύνη του διευθυντή εκπηγάζει από το άρθρο 46
(10)Α του Ν95(Ι)/2000 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι, ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.» Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχή εισηγήθηκε ότι πρόκειται για αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης και επομένως ο κατηγορούμενος 2, παρά τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί να αποφύγει την ποινική ευθύνη. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 διαφώνησε και εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αξιόποινο λάθος από την πλευρά του κατηγορούμενου 2 και επομένως δεν στοιχειοθετείται ενοχή του. Επιπρόσθετα εισηγήθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 46
(10)Α του Νόμου, στο βαθμό που δημιουργούν αδίκημα αυστηρής ποινική ευθύνης, παραβιάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος. Εξετάζοντας τα θέματα που έχουν εγερθεί, ξεκινώ αναφέροντας ότι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας συντελείται με την πάροδο 30 ημερών από την γνωστοποίηση της ειδοποίησης για την βεβαίωση φόρου[2]. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την ημερομηνία γνωστοποίησης της βεβαίωσης φόρου στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ήτοι στις 27.6.2013, αυτή βρισκόταν ήδη σε καθεστώς εκκαθάρισης. Συνακόλουθα, η περιουσία της και ο έλεγχος των εργασιών της είχαν περιέλθει στον Εκκαθαριστή. Οι δε εξουσίες του κατηγορούμενου 2 ως διευθυντή της εταιρείας είχαν παύσει με τον διορισμό του εκκαθαριστή[3]. Επιπρόσθετα, όπως έχει τονίσει ο συνήγορος του, ο κατηγορούμενος 2 δεν έλαβε γνώση της γνωστοποίησης της βεβαίωσης φόρου παρά μήνες αργότερα όταν του επιδόθηκε το παρόν κατηγορητήριο αφότου δηλαδή το αδίκημα είχε ήδη συντελεστεί. Σημειώνω βεβαίως ότι δεν υπήρχε υποχρέωση για προσωπική ειδοποίηση του ιδίου ως διευθυντή και ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η γνωστοποίηση προς την εταιρεία έγινε με τον δέοντα τρόπο. Εκ των πραγμάτων, ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε γνώση των γεγονότων που οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία αλλά, ακόμα και αν γνώριζε για την ύπαρξη της βεβαίωσης φόρου έγκαιρα, δεν θα είχε την εξουσία να ενεργήσει ώστε να την αμφισβητήσει με τον δέοντα τρόπο αφού η εξουσία αυτή είχε περιέλθει στον εκκαθαριστή αλλά ούτε και θα μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε διαβήματα προς συμμόρφωση με την βεβαίωση φόρου αφού η περιουσία της εταιρείας και η εξουσία για διαχείριση της περιουσίας αυτής είχε επίσης περιέλθει στον εκκαθαριστή. Πρέπει επομένως να εξεταστεί κατά πόσο, με τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος 2 είναι ένοχος για τα αδικήματα που κατηγορείται. Στρέφομαι στη διατύπωση του άρθρου 46
(10)Α του Νόμου που έχω παραθέσει πιο πάνω. Από το λεκτικό του διαφαίνεται ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι ξεκάθαρη. Σε περιπτώσεις όπου εταιρεία υποκείμενη στο φόρο διαπράξει αδίκημα, τότε οι διευθυντές της είναι επίσης ένοχοι. Πρόθεση του νομοθέτη ήταν να καταστήσει τους διευθυντές, ως τα εκτελεστικά όργανα ενός νομικού προσώπου, συνυπεύθυνους για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Με αυτό τον τρόπο επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ισχυρό αντικίνητρο για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν τον έλεγχο μιας εταιρείας για παραβίαση της νομοθεσίας. Κατά την κρίση μου, το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός αδικήματος αυστηρής ποινικής ευθύνης[4] για τη διάπραξη του οποίου δεν απαιτείται γνώση, πρόθεση ή άλλη πνευματική διεργασία ή ένοχη διάνοια (mens rea) από την πλευρά του διευθυντή τη εταιρείας. Συνεπώς, καθοριστικής σημασίας στην παρούσα υπόθεση είναι το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Το γεγονός αυτό αφ εαυτού τον καθιστά εξίσου υπόλογο για τη διάπραξη του αδικήματος ως η εταιρεία. Δέχομαι ότι τα γεγονότα στην παρούσα περίπτωση είναι ιδιαίτερα. Όμως κρίνω ότι αυτά δεν είναι ικανά να αναιρέσουν ή ακυρώσουν την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 2 αφού τα αδικήματα που αντιμετωπίζει παραμένουν αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης. Στρέφομαι στην εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 ότι η συγκεκριμένη διάταξη του Νόμου παραβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και καταστρατηγεί το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορούμενου 2 σε δίκαιη δίκη. Έχοντας εξετάσει τα επιχειρήματα του έχω καταλήξει ότι δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Η δυνατότητα του νομοθέτη να δημιουργεί αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης είναι δεδομένη και δεν παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα εφόσον δεν εκφεύγει των πλαισίων της λογικής. Αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης είναι περιορισμένα και αφορούν συνήθως ζητήματα όπου η επιδίωξη του νομοθέτη είναι η διαφύλαξη και προστασία νευραλγικών τομέων της κοινωνίας - στην προκειμένη περίπτωση απόδοση προς το κράτος φόρου προστιθέμενης αξίας που ο επιχειρηματίας έχει εισπράξει, για τον οποίο έχει καταστεί εμπιστευματοδόχος του κράτους και τον οποίο έχει υποχρέωση να αποδώσει στο κράτος. Κρίνω ότι δεν εκφεύγει των λογικών πλαισίων η δημιουργία αυστηρής ποινικής ευθύνης για τους διευθυντές νομικού προσώπου για παραβάσεις της επίδικης νομοθεσίας. Καθιστώντας τους διευθυντές συνυπεύθυνους με την εταιρεία, ο νομοθέτης έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό αντικίνητρο και εργαλείο αποτροπής αδράνειας ή αδιαφορίας των διευθυντών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου. Σαφώς οι εκτελεστικές εξουσίες των διευθυντών μιας εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση παύουν ως ρητά προνοεί ο περί Εταιρειών Νόμος Κεφ. 113 όμως δεν διαγράφονται πλήρως αφού οι διευθυντές διατηρούν κάποια περιορισμένα δικαιώματα και κατάλοιπα εξουσιών και, υπό τις κατάλληλες συνθήκες και προϋποθέσεις, μπορεί να επανακτήσουν μέρος της εκτελεστικής του εξουσίας. Συγκεφαλαιώνοντας, αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, αυτός ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων εναντίον της εταιρείας καθιστά και τον κατηγορούμενο 2 ένοχο για τη διάπραξη των ίδιων αδικημάτων. Όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, οι υπόλοιπες ειδικές περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή δεν αφορούν την ύπαρξη της ποινικής ευθύνης αλλά αφορούν και θα ληφθούν υπόψη κατά την επιλογή του είδους και επιμέτρηση της ποινής του κατηγορούμενου 2. Ως εκ των ανωτέρω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την τέλεση των αδικημάτων από τους κατηγορούμενους 1 και 2 οι οποίοι κρίνονται ένοχοι τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατηγορία. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] ΄Λίνος Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 [3] Άρθρο 279
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, ΚΕφ. 113 [4] Hallis v The Police
(1982)2 C.L.R., Sea Island and Tours Ltd κ.α. ν Κυπριανού Οργανισμού Τουρισμού
(1995)2 Α.Α.Δ. 196 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο