← Κύπρος

Αναφορικά με τον LUKASZ MROZ, Αρ. Αίτησης: 7/16, 1/7/2016

Obsah (5)Art.69Art.73Art.72Art.63Art.70

Αναφορικά με τον LUKASZ MROZ, Αρ. Αίτησης: 7/16, 1/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δ

Art.69§1 & §2 of C.pen. and Art.70 §1

(1)of C.Pen. the Court conditionally suspends, for a probation period of 5 /five/ years, the execution of the said aggregate prison sentence imposed on the defendant Łukasz Mróz, and

Art.73§1 of C.Pen.

the Court places the said defendant under the supervision of probation officer, and

Art.72§1

(4)of C.Pen. the Court puts the defendant under obligation to take up a job and do paid work throughout the probation period; V.

Art.63

§1 of C.Pen., should the execution of the said prison sentence be ordered, the time spent by Łukasz Mróz in detention and in remand on the 29th of August 2006 and from the 26th of March 2007 to the 5th of April 2007 shall be credited against the said aggregate sentence of imprisonment; VI.

Art.70

sec.2 of the act of 29.07.2005 on the countering of drug addiction the Court orders the confiscation of 0.18 gram of marijuana and protions of amphetamine and their destruction; VII. the Court exempts the defendant Łukasz Mróz from paying the legal expenses incurred by the State Treasury since the institution of the proceedings, charging the State Treasury with them, but order him to pay a court fee at the amount of PLN

  1. Οι πολωνικές αρχές έχουν επίσης διαβιβάσει το άρθρο 75.1 και 75.2 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα που δίδει εξουσία στο Δικαστήριo να ενεργοποιήσει ποινή φυλάκισης στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν τηρεί τους όρους της αναστολής. Art
  2. §
  3. The court will order the sentence to be carried out if, during the probation period, the convicted offender commits a similar intentional offence for the commission of which the unsuspended sentence of imprisonment was imposed on him/her under a final and valid judgment. §
  4. The court may order the sentence to be carried out if, in the probation period, the convicted offender blatantly violates the legal order, in particular if he/she has committed an offence other than that specified In §1, or if he/she fails to pay a fine, evades supervision, fails to perform the obligations or evades penal measures, compensation or forfeiture duties imposed on him/her. Εκείνο που έγινε στην απουσία του εκζητούμενου ήταν η μεταγενέστερη αποφαση του Δικαστηρίου στις 16.4.2008 να ενεργοποιήσει την ποινή μετά από αίτηση του αστυνομικού που τον επιτηρούσε κατά την διάρκεια της αναστολής. Οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο αποφάσισε να ενεργοποιήσει την ποινή εκτίθενται αναλυτικά στο πρακτικό του Δικαστηρίου τεκμήριο 2 που τέθηκε ενώπιον μου κατόπιν αιτήματος για επιπρόσθετων στοιχειων. Παραθέτω πρακτικό 16.4.2008 τεκμήριο 2: The Court decided,

Art.72

§2 of C.Pen., to order the execution of the sentence of imprisonment for 1 year and 4 months imposed on convicted offender Łukasz Mróz, under the finala and valid judgment rendered by this Court on the day of 6.09.2007, file ref. no. II K 843/2007, which had been conditionally suspended for a probation period of 5 years. Reasons Convicted offender Łukasz Mróz left the place of his registred residence; he did not give his new address; he did not inform the probation officer of his leaving the country, he did not appear when summoned to appear beforethe authorities; he is wanted for another criminal case. The probation officer was not able to supervise the convicted offender Łukasz Mróz. In the situation like this the the Court haw rendered the decision as above. Οπότε εκείνο που προκύπτει από την αποφαση αυτή είναι ότι ο εκζητούμενος κληθηκε να παρουσιαστεί και επειδή δεν τήρησε τους όρους της επιτήρησης ως προσωπο που είχε καταδικασθεί ενεργοποιήθηκε η ποινή για την οποία είχε ήδη πληροφορηθεί. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα ο εκζητούμενος να καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ερήμην και στην απουσία του. Στην υπόθεση Stefano Melloni[1] το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει και, ενδεχομένως, να εκτιμήσει το κύρος του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για την κατοχύρωση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων και την προώθηση της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην του ενδιαφερόμενου προσώπου στη δίκη. Το Δικαστήριο κληθηκε επίσης να διευκρινίσει, για πρώτη φορά, το περιεχόμενο του άρθρου 53 του Χάρτη. Επεξήγησε ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει, ιδίως, ότι, εφόσον το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται έλαβε γνώση της προβλεπόμενης δίκης και ανέθεσε σε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει και να τον υπερασπιστεί στην εν λόγω δίκη, η παράδοση δεν μπορεί να εξαρτάται από τέτοιου είδους προϋπόθεση να δοθούν εγγυήσεις ότι το εκζητούμενο προσωπο θα έχει το δικαίωμα σε επανεκδίκαση σε σχέση με την καταδίκη του. Η απόφαση πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί με αναφορά το πρωτογενής δίκαιο της ένωσης και συγκεριμένα τα ακόλουθα άρθρα του Χάρτη και το παράγωγο δίκαιο της ένωσης ως ακολούθως: Α - Το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης

  1. Σύμφωνα με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.»
  2. Το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη ορίζει τα ακόλουθα: «Ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως διασφαλίζεται σε κάθε κατηγορούμενο.»
  3. Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη: «Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην [ΕΣΔΑ], η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.»
  4. Το άρθρο 53 του Χάρτη προβλέπει τα εξής: «Καμία διάταξη του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι μέρη η Ένωση, ή όλα τα κράτη μέλη, και ιδίως από την [ΕΣΔΑ], καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών μελών.» B - Το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης
  5. Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου ορίζει: «[.]
  6. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας αποφάσεως-πλαισίου.
  7. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»
  8. Κατά το άρθρο 5 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584: «Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εξαρτηθεί κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης από μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα απόντος του ενδιαφερομένου και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ' άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση που εκδόθηκε εν τη απουσία του, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από το αν η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ώστε να εξασφαλισθεί στον καθού το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ότι θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος και να παρίσταται κατά τη λήψη της αποφάσεως· Απόφαση που λήφθηκε ερήμην είναι αυτή σύμφωνα με το γράμμα του νόμου που πάρθηκε για την στέρηση της ελευθερίας του ατόμου ή άλλου μέτρου εφόσον ο ενδιαφερομένος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που κατέληξε στην εν λόγο απόφαση. Αυτή η απόφαση δεν μπορεί παρά να είναι μία καταδικαστική απόφαση διαφορετικά δεν θα τίθετο ζήτημα ο εκζητούμενος να επικαλείται δικαίωμα σε επανεκδίκαση της δίκης ως ζήτημα που εμπίπτει μέσα στα ανθρώπινα δικαίωματα του και λόγος που μπορεί το κράτος μέλος που εκτελεί το ένταλμα να αρνηθεί να το εκτελέσει. Βέβαια στην πιο πάνω απόφαση αποφασίσθηκε ότι το Δικαστήριο στο κράτος μέλος που θα εκτελέσει το ένταλμα δεν μπορει να θέσει προϋπόθεση για την εκτέλεση του εντάλματος ότι το κράτος έκδοσης του εντάλματος θα εγγυηθεί και το δικαίωμα νέας δίκης σε σχέση με την απόφαση που λήφθηκε ως συνέπεια έκδοσης της ποινής. IV - Συμπέρασμα
  9. Έχοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Tribunal Constitucional ως εξής: 1) Το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στην αρμόδια επί της εκτελέσεως δικαστική αρχή να εξαρτά, στις περιπτώσεις που περιγράφονται στην εν λόγω διάταξη, την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τον όρο ότι ο εκζητούμενος μπορεί να απαιτήσει τη διεξαγωγή νέας δίκης στο κράτος μέλος εκδόσεως. 2) Το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, συμβιβάζεται με τα άρθρα 47, δεύτερο εδάφιο, και 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 3) Το άρθρο 53 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπει στην αρμόδια επί της εκτελέσεως δικαστική αρχή να εξαρτά, κατ' εφαρμογήν του εθνικού συνταγματικού δικαίου της, την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως από τον όρο ότι το εκζητούμενο πρόσωπο δικαιούται να απαιτήσει τη διεξαγωγή νέας δίκης στο κράτος μέλος εκδόσεως, αφού η εφαρμογή του εν λόγω όρου δεν επιτρέπεται από το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/
  10. Το δικαίωμα του εκζητούμενου να ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης του δεν είναι προϋπόθεση που θα πρέπει να κυβερνά την κρίση του Δικαστηρίου κατά πόσο θα εκτελέσει ή θα αρνηθεί να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σε σχέση με ποινή που επιβλήθηκε ερήμην του εκζητούμενου. Εξάλλου το ότι η απόφαση βάσει της οποίας εκδόθηκε η ποινή διεξήχθηκε ερήμην του εκζητούμενου είναι μόνο από τους προαιρετικούς λόγους που μπορεί το Δικαστήριο στο κράτος μέλος εκτέλεσης του εντάλματος να αρνηθεί να το εκτελέσει. Στην παρούσα περίπτωση δεν διαπιστώνω κανένα ζήτημα δικαίου σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα του εκζητούμενου το οποίο να δικαιολογούσε απόφαση μου να αρνηθώ να εκτελέσω το ένταλμα. Το άρθρο 4α της απόφασης πλαισίου 2009/299 το οποίο υιοθετέθηκε ώστε να διευκολύνεται η εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων μεταξύ κρατών μελών ακόμη και στην περίπτωση που η ποινή φυλάκισης επιβλήθηκε ερήμην του διαδίκου αφορά την καταδικαστική απόφαση της οποίας προηγήθηκε δίκη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ποινή φυλάκισης. Ο εκζητούμενος ήταν παρών και γνώριζε για την επιβολή της ποινής. Στην περίπτωση του τρίτου εντάλματος είχε εκτίσει άμεσα την ποινή και απολύθηκε με συγκεκριμένους όρους. Δεν προσέλαβε αυτή την απόφαση. Σε σχέση με το τρίτο ένταλμα επιβλήθηκε άμεση ποινή φυλάκισης και μετά αφέθηκε ελεύθερος υπο συγκεκριμένους όρους που δεν τηρήθησαν με αποτέλεσμα να διαταχθεί να εκτίσει άμεσα την υπόλοιπη ποινή. Στην περίπτωση αυτή του δεύτερου εντάλματος του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή για πέντε χρόνια και πάλι με συγκεκριμένους όρους που ως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.4.2008 τεκμήριο 2 δεν τηρήθηκαν με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης. Στις δύο περιπτώσεις γνώριζε για την επιβολή ποινή φυλάκισης. Δεν τίθεται ζήτημα να δικάσθηκε ερήμην ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 14.2 του νόμου. Οι ποινές επιβλήθηκαν στην παρουσία του και δεν τις προσέλαβε. Ο Πολωνικός Ποινικός κώδικας άρθρο 75.2 που έχει παρατεθεί ενώπιον μου τεκμήριο 3 θεμελιώνει την νομική βάση επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εκζητούμενο πρόσωπο να εκτελέσει την ποινή. Ο εκζητούμενος εγκατέλειψε την χώρα και διέπραξε και απασχόλησε τις διωκτικές αρχές με έτερο αδίκημα ήτοι το κατ' ισχυρισμό για το οποίο διατάχθηκε η δίωξη του και είναι αντικείμενο του τέταρτου εντάλματος συλλήψεως. Συνεπώς, δεν είναι περίπτωση που θα ασκούσα την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για να αρνηθώ να εκτελέσω τα εντάλματα καθώτι κανένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του εκζητούμενου έχει παραβιασθεί. Γνώριζε για την ύπαρξη των ποινών και γνώριζε ότι ήταν υπό επιτήρηση. Δεν τήρησε τους όρους που τέθηκαν και γι' αυτό ενεργοποιήθηκε το υπόλοιπο των ποινών που του ειχαν ήδη επιβληθεί. Ως εκ τούτου το δεύτερο και τρίτο έντλαμα σύλληψης εκτελείται και θα παραδοθεί στις Πολωνικές αρχές προς εκτέλεση αυτών των ενταλμάτων. Σε σχέση με το τέταρτο ένταλμα κρίνω ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Ν. 144/04 καθώτι η πράξη που περιγράφεται ως αξιόποινη πράξη κατά περιουσίας στην σελίδα 6 και 7 του εντάλματος κατά παράβαση του άρθρου 279 του Πολωνικού Ποινικού Κωδικα είναι από τα αδικήματα που δύναται να εκτελέσω το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης χωρίς να ελέξγω το διττό της αξιόποινης πράξης όπως αυτή ορίζεται στο δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος. Στην υπόθεση Jeremy F. v. Premier Ministre απόφαση[2] του Δ.Ε.Ε. γίνεται ευρεία αναφορά στην αναγκαιότητα της αμοιβαίας αναγνώρισης και της δικαστικής συνεργασίας, αναφορικά με την εφαρμογή ενταλμάτων σύλληψης που αποτελεί, όπως τονίστηκε, τον ακρογωνιαίο λίθο αυτής της συνεργασίας. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Η δε εκτέλεση τους δεν μπορεί να εξαρτάται, παρά μόνο, από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στην απόφαση-πλαίσιο νοουμένου ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις σε σχέση με την επάρκεια του εντάλματος σε σχέση με την περιγραφή της αξιόποινης συμπεριφοράς βάση της οποίας έχει αποφασισθεί η δίωξη του εκζητούμενου στο κράτος μέλος που έχει εκδώσει το ένταλμα. Το άρθρο 4

(1)(ε) προβλέπει πως: «Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: . . . . . . ... . . . . . . ... . . . . . . ... (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη Το τέταρτο ένταλμα περιέχει περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της αξιόποινης πράξης, όπου συμπεριλαμβάνονται ο χρόνος , ο τόπος, καθώς και ο βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη και ικανοποιεί τη νομοθετική απαίτηση σε σχέση με την περιγραφή που απαιτείται. Παραθέτω πιο κάτω τα γεγονότα που καταγράφονται στο ένταλμα: Στις 15 Απριλίου 2006 στο Βάλμπρζυχ νομός ντολνοσλάσκιε (dolnoslaskie) ενεργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, αφού διέρρηξε την θύρα που οδηγεί στο εμπορικό κέντρο της εταιρείας Kaufland και στη συνέχεια έσπασε τζάμι βιτρίνας πήρε με σκοπό να τα οικειοποιηθεί εξοπλισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών, ψηφιακές κάμερες συνολικής αξίας 22.259 ζλότυ σε βάρος της επιχείρησης SFERIS Ε.Π.Ε με έδρα στη Βαρσοβία, και προέβη στην πράξη αυτή έχοντας προηγουμένως καταδικαστεί με απόφαση του Πρωτοδικείου στο Βάλμπρζυχ της 12ης Μαΐου 1999, αριθμός δικογραφίας ΙΠ Κ 307/99 για πράξη από το άρθρο 279 § 1 Π.Κ. σε ποινή ενός έτους και 6 μηνών στέρησης της ελευθερίας, με απόφαση του Πρωτοδικείου στο Βάλμπρζυχ της 29ης Οκτωβρίου 1999 αριθμός δικογραφίας ΙΠ Κ 229/99 για πράξη από το άρθρο 279 § 1 Π.Κ. σε ποινή ενός έτους και 2 μηνών στέρησης της ελευθερίας, οι οποίες ποινές συμπεριλήφθηκαν στην συνολική απόφαση του Πρωτοδικείου στο Βάλμπρζυχ της 1ης Φεβρουαρίου 2005 αριθμός δικογραφίας ΙΙ Κ 1314/04, με την οποία αποφασίστηκε συνολική ποινή διάρκειας ενός έτους και 8 μηνών στέρησης της ελευθερίας, την οποία εξέτισε το διάστημα από 4 Ιανουαρίου 1999 έως τις 5 Ιανουαρίου 1999, από 27 Φεβρουαρίου 1999 έως 12 Μαΐου 1999, από 16 Ιουνίου 2000 έως 21 Μαΐου 2001, καθώς επίσης προηγουμένως είχε καταδικαστεί με απόφαση του Πρωτοδικείου στο Βάλμπρζυχ της 10ης Δεκεμβρίου 2001, αριθμός δικογραφίας ΙΙΙ Κ 909/01 για πράξεις από το άρθρο 278 § 1 Π.Κ. σε σχέση με το άρθρο 64 § 1 Π.Κ. σε ποινή ενός έτους και 10 μηνών στέρησης της ελευθερίας, απόφαση του Πρωτοδικείου στο Βάλμπρζυχ της 3ης Μαρτίου 2003, αριθμός δικογραφίας ΙΙΙ Κ 950/01 για πράξη από το άρθρο 279 § 1 Π.Κ.Μ., οι οποίες αυτές καταδίκες συμπεριλήφθηκαν στην συνολική απόφαση του Πρωτοδικείου στο Βάλμπρζυχ της 1ης Φεβρουαρίου 2005, με την οποία αποφασίστηκε συνολική ποινή διάρκειας 2 ετών και 4 μηνών στέρησης της ελευθερίας, την οποία εξέτισε το διάστημα από 1 Ιουνίου 2000 έως 16 Ιουνίου 2000, από 7 Αυγούστου 2001 έως 10 Δεκεμβρίου 2001, από 21 Ιουνίου 2002 έως 23 Ιουλίου 2002, από 27 Ιουλίου 2002 έως 22 Αυγούστου 2002, δηλαδή πράξη από το άρθρο 279 §1 Π.Κ. σε σχέση με το άρθρο 64 §1 Π.Κ. Η πράξη είναι μία από αυτές που απαριθμούνται στο άρθρο 12 πιο κάτω για την οποία δεν είχε ανάγκη να κάνω έλεγχο για το διττό της αξιόποινης πράξης στην Κυπριακή Δημοκρατία. 12.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. (β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων
(4)μηνών για αξιόποινη πράξη.
(2)Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών: (α) Εγκληματική οργάνωση, (β) τρομοκρατικές πράξεις, (γ) εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία, (δ) σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων, πορνογραφία ανηλίκων, (ε) παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, (στ) παράνομη εμπορία και διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών, (ζ) εγκλήματα διαφθοράς, (η) εγκλήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, (θ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, (ι) εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα, περιλαμβανομένου του ευρώ, (ια) εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, (ιβ) εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου απειλουμένων ζωϊκών ειδών και του παράνομου εμπορίου απειλουμένων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών. (ιγ) παροχή βοήθειας για παράνομη είσοδο και διαμονή, (ιδ) φόνος, βαριά σωματική βλάβη, (ιε) παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών, (ιστ) απαγωγή, παράνομη κατακράτηση, αρπαγή και ομηρία, (ιζ) ρατσισμός και ξενοφοβία, (ιη) οργανωμένες ή ένοπλες ληστείες και κλοπές, (ιθ) παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης, (κ) απάτη, (κα) εκβίαση, (κβ) παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων, (κγ) πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και εμπορία πλαστών εγγράφων, (κδ) πλαστογραφία μέσων πληρωμής, (κε) λαθρεμπορία ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων, (κστ) λαθρεμπορία πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών, (κζ) εμπορία κλεμμένων οχημάτων, (κη) βιασμός, (κθ) εμπρησμός με πρόθεση, (λ) εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, (λα) αεροπειρατεία και πειρατεία, (λβ) δολιοφθορα Ως προκύπτει πιο κάτω ο εκζητούμενος δεν έχει παραθέσει κανένα απο τους λόγους που παρατίθεται στο άρθρο 13 για υποχρεωτική άρνηση στην εκτέλεση του εντάλματος. Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: 13. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματο Ο εκζητούμενος δεν έχει παραθέσει ένα απο τους προαιρετικούς λόγους για τους οποίους το Διικαστήριο θα μπορούσε να αρνηθεί να εκτελέσει το ευρωπαικό ένταλμα. Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: 14.-
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (
  1. i)θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (
  2. ii)τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Παρόλο ότι ο κ. Αριστοτέλους δεν έχει παραθέσει ενώπιον μου ένα από τους λόγους που απαριθμούνται ρητώς στα άρθρα 13 και 14 του νόμου έχει επικαλεσθεί γενικά την παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων του εκζητούμενου και ειδικά την ύπαρξη της καθυστέρησης σε σχέση με τον χρόνο της έκδοσης των ευρωπαϊκών ενταλμάτων 2 ,3 και 4. Είναι θέση του ότι η έκδοση των ενταλμάτων γίνεται τόσο αργοπορημένα που τίθεται πλέον ζήτημα παραβίασης της ιδιωτικές του ζωής από την κακουχία που θα υποστεί να τιμωρηθεί και/ή να διωχθεί για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από τόσα χρόνια. Το κατ' ισχυρισμό αδίκημα έγινε το 2006 αλλά σύμφωνα με το σώμα του ευρωπαϊκού εντάλματος αυτό δεν παραγράφεται μέχρι τις 15 Απριλίου 2026. Έγινε παραδεκτό γεγονός ότι ήρθε στην Κύπρο τον Νοέμβριο 2007 και αποτάθηκε να κάνει εγγραφή ως Ευρωπαϊκός πολίτης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου από τον αστυφύλακα 412 ο εκζητούμενος κρατείται στα κρατητήρια της Μενόγιας κατόπιν έκδοσης διατάγματος κράτησης του και απέλασης του. Ως πληροφορούμαι εναντίον αυτής της απόφασης έχει καταχωρηθεί αίτηση ακυρώσεως. Κατά τον χρόνο της σύλληψης του κρατείτο στα κρατητήρια της Μενόγιας για σκοπούς απέλασης του. Στην απόφαση Spiriev v Γενικός Εισαγγελέας[3] ο Δικαστής Λιάτσος επεξήγησε ότι δυνατόν να προκύψει κακουχία και ταλαιπωρία που να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του εκζητούμενου στην περίπτωση που υπάρχει πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του ποινικού αδικήματος. Όμως η πάροδος του χρόνου δεν είναι αυτόματος λόγος για τον οποίο δικαιούται το Δικαστήριο στο κράτος μέλος εκτέλεσης του εντάλματος να αρνηθεί να εκτελέσει το ένταλμα. Όπως ορθά εντόπισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη, πάντοτε κατ΄ ισχυρισμό, των αδικημάτων δεν αποτελεί από μόνη της λόγο μη έκδοσης. Θα πρέπει να τεκμηριωθεί με μαρτυρία ότι, εν όψει της καθυστέρησης, η παράδοση θα καθίστατο άδικη και καταπιεστική. Άδικη, υπό την έννοια επηρεασμού των δικαιωμάτων του εκζητούμενου στα πλαίσια εξασφάλισης δίκαιης δίκης και καταπιεστική προς την κατεύθυνση πρόκλησης ταλαιπωρίας στον εκζητούμενο, ως αποτέλεσμα αλλαγής των προσωπικών του συνθηκών συνεπεία της παρόδου του χρόνου (Pomiechowski v. Poland[4]). Στην υπό κρίση περίπτωση, όχι μόνο δεν τεκμηριώθηκε τέτοια βάση γεγονότων, αλλά, αντίθετα, όπως μπορεί να εντοπιστεί μέσα από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, σελίδες 18 και 19, τίποτα ουσιαστικό δεν διαφοροποιήθηκε σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές συνθήκες του εκζητούμενου. Όπως και στην υπόθεση Spiriev, πιο πάνω, ο εκζητούμενος δεν έχει τεκμηριώσει επαρκώς ότι θα υποστεί άδικη καταπίεση της προσωπικής του ζωής ή ότι θα επηρεασθεί το δικαίωμα που διασφαλίζει τα εχέγγυα της δίκαιας δίκης στην περίπτωση που θα παραδοθεί στις Πολωνικές αρχές για έναρξη δίωξης για αδίκημα που διέπραξε κατά της περιουσίας το 2006. Ο εκζητούμενος εγκατέλειψε την χώρα το 2007 ενώ ήταν υπό επιτήρηση και ένας από τους όρους ήταν να παρακολουθείται από επιτηρητή. Εγκατέλειψε την χώρα και δεν έδωσε στον επιτηρητή την νέα διεύθυνση διαμονής του. Κατά τον χρόνο της σύλληψης του κρατείτο στα κρατητήρια Μενόγιας και εναντίον του είχε εκδοθεί διάταγμα κράτησης και απέλασης. Ο εκζητούμενος δεν έχει καταδείξει ότι κατά την διαδικασία της δίωξης του δεν θα τύχει δίκαιας δίκης τουναντίον θα διωχθεί από άλλο κράτος μέλος της ένωσης και με βάση το προοίμιο της απόφαση πλαισίου το ενοποιημένο και απλό σύστημα έκδοσης φυγόδικων που μετακινούνται μεταξύ κρατών της ένωσης έχει θεσπισθεί με την οδηγία εξαιτίας του ψηλού επιπέδου εμπιστοσύνης των νομικών συστημάτων μεταξύ κρατών μελών τα οποία έχουν προσυπογράψει την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Συνεπώς, παρόλο που έχει μεσολάβήσει χρονικό διάστημα ο εκζητούμενος δεν έχει παραθέσει κανένα στοιχείο για να τεκμηριώσει την θέση ότι θα υποστεί υπέρμετρη κακουχία με τρόπο που να επηρεάζονται ουσιωδώς τα ανθρώπινα του δικαιώματα και δεν τίθεται ζήτημα αδικίας σε τέτοιο βαθμό στην περίπτωση του που να δικαιολογεί την άρνηση στην εκτέλεση του εντάλματος εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει. Συνεπώς θα εκτελέσω και το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ο εκζητούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι να παραδοθεί στις αρμόδιες Πολωνικές Αρχές. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] C-399/11 2 Οκτωβρίου 2012 [2] C-168/13, ημερ. 30 Μαϊου 2013 [3] Πολιτική Έφεση 100-14 ημερομηνίας 13.5.2014 [4]
(2012)EWHC 3161 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.