Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Χριστόφορου Αναστάση, Αρ. Υπόθ.: 8052/16, 25/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 8052/16 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Χριστόφορου Αναστάση, Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 25 Αυγούστου, 2016. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κος Χ΄Παναγιώτου. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή σε έξι κατηγορίες. Οι τρείς από αυτές αφορούν το αδίκημα του τραυματισμού, η μια κατηγορία αφορά την μεταφορά μαχαιριού, η άλλη αφορά την κακόβουλη βλάβη και η τελευταία τον εμπρησμό κατά παράβαση των άρθρων 234(α), 82
(2), 85, 324
(1)και 315(α) του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 26/07/2016 στο νυχτερινό κέντρο «PAPARAZZI», στην Λάρνακα, είχε τραυματίσει τον Λάμπρο Κώστα, τον Jehad Naser και τον Μιχάλη Κατσούδη. Επιπρόσθετα είχε μεταφέρει, εκτός της οικίας του, ανοιγόμενο μαχαίρι το οποίο κατέληγε σε μυτερή άκρη. Παράλληλα, εσκεμμένα και παράνομα είχε προκαλέσει ζημιά στο νυχτερινό κέντρο «PAPARAZZI» ύψους €6.190- οδηγώντας το αυτοκίνητό του πάνω στην πρόσοψη του ακινήτου ενώ εσκεμμένα και παράνομα είχε θέσει φωτιά στο κτίριο με την επωνυμία «ΜΑΝΟΥΛΙΑ». Τα γεγονότα της υπόθεσης παρατέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και ήταν τα ακόλουθα: Στις 26/07/2016 και γύρω στις 03.00 είχε καταγγελθεί ότι υπήρχαν τραυματισμένα πρόσωπα στο νυχτερινό κέντρο «PAPARAZZI». Οι παραπονούμενοι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 είχαν μεταβεί στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και είχε διαπιστωθεί ότι ο 1ος παραπονούμενος έφερε εκδορές δεξιού αντίχειρα και καρπού, ο 2ος παραπονούμενος έφερε εκδορά και οίδημα αριστερού ανω βλεφάρου, οπισθιαγγοία αριστερού οφθαλμού και ανοιχτό τραύμα αριστερού βραχίονα και ο 3ος έφερε τραύμα άνω χείλους στο οποίο είχε γίνει συρραφή. Ο ΜΚ4, ο οποίος ήταν παρόν στην σκηνή, είχε παραδώσει μαχαίρι που κρατούσε ο Κατηγορούμενος με ανοιγόμενη λεπίδα 9 εκατοστών με το οποίο είχε προκαλέσει τα τραύματα. Ο Κατηγορούμενος, περί η ώρα 03.50 το πρωί, εσκεμμένα είχε προσκρούσει με το βαν αυτοκίνητό του στην βιτρίνα του υποστατικού «PAPARAZZI». Η ώρα 04.00 είχε μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό και είχε παραδοθεί. Διαφάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε παρενοχλήσει λεκτικά κάποια θαμώνα του κέντρου και όταν ο ΜΚ3 είχε προσπαθήσει να τον σταματήσει τον χτύπησε με τα χέρια στο πρόσωπο καθώς και με ποτήρι. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2, οι οποίοι βρίσκονταν στον χώρο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, είχαν δει την επίθεση και έτρεξαν να βοηθήσουν τον ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος τους έσπρωχνε και τραυματίστηκαν ενώ είχε βγάλει από την τσέπη του ένα μαχαίρι. Όσο αφορά την κατηγορία του εμπρησμού είχε διαπιστωθεί ότι η ώρα 03.40 είχε προκληθεί πυρκαγιά στο υποστατικό «ΜΑΝΟΥΛΙΑ» στην Ορόκλινη και ότι η φωτιά είχε τεθεί κακόβουλα. Ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που είχε θέσει την φωτιά, το είχε παραδεχθεί, προκαλώντας ζημιές ύψους €6.190- στο υποστατικό. Σύμφωνα με το αρχείο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος Υπεράσπισης αγορεύοντας αναφορικά με τον μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου αναφέρθηκε αρχικά στην έλλειψη προσχεδιασμού και στον ερασιτεχνισμό με τον οποίο είχε ενεργήσει ο Κατηγορούμενος. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στην άμεση παραδοχή του και την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, δεδομένα, ήταν η εισήγησή του που αποκαλύπτουν και την μεταμέλειά του. Είχε διατελέσει και νεοκόρος από το 2004 μέχρι το
- Όσο αφορά τα γεγονότα ισχυρίστηκε ότι η κοπέλα με την οποία διατηρούσε δεσμό εργαζόταν στο υποστατικό «ΜΑΝΟΥΛΙΑ» και το συγκεκριμένο βράδυ ενώ βρισκόταν στο συγκεκριμένο υποστατικό, έχοντας καταναλώσει ποτά, είχε λογομαχήσει με τον ιδιοκτήτη. Ακολούθως είχε επισκεφτεί το υποστατικό «PAPARAZZI» είχε μια παρεξήγηση που οδήγησε στο συμβάν. Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί την σοβαρότητα των πράξεων που διενήργησε εξ ου και είχε μεταβεί από μόνος του στον Αστυνομικό Σταθμό. Υποστήριξε ότι ενώ ήταν χρήστης ουσιών είχε καταφέρει από μόνος του να απεξαρτηθεί αλλά ακολούθως είχε αρχίσει ξανά χρήση λόγω έντονης ψυχολογικής πίεσης. Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αποκαλύπτει ότι είναι 34 ετών και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια. Έχει άλλα τρία αδέλφια με τα οποία οι σχέσεις του είναι πολύ καλές. Απαλλάχθηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις λόγω ψυχολογικών προβλημάτων. Απασχολείτο κατά καιρούς ως ηλεκτρολόγος καθώς και ως νεωκόρος. Είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών από την ηλικία των 17 ετών. Είχε καταφέρει να σταματήσει από μόνος του την χρήση στα 21 του αλλά είχε ξαναρχίσει στα 30 του χρόνια. Εξέφρασε την μεταμέλειά του. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αντιλήφθηκε και ο ίδιος και προέβηκε σε άμεση παραδοχή. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας του είναι κατ' αρχήν η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα του τραυματισμού επισύρει ποινή φυλάκισης 3 ετών, της μεταφοράς μαχαιριού ενός έτους, της κακόβουλης βλάβης δυο ετών ή προστίμου ύψους €2.075- και του εμπρησμού ποινή φυλάκισης 14 ετών. Βέβαια επειδή το αδίκημα του εμπρησμού δικάζεται συνοπτικά το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι, με βάση το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε 5 έτη φυλάκισης ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €85.430- ή και τις δύο αυτές ποινές. Παρά ταύτα, το αδίκημα αυτό παραμένει ένα από τα σοβαρότερα που περιέχονται στον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα και ως τέτοιο πρέπει να αντικρίζεται. Το αδίκημα του εμπρησμού θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό επειδή η διάπραξη του δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες αλλά προκαλεί παράλληλα ζημιά στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ατόμου για απόλαυση της περιουσίας του και ενέχει μεγάλο κίνδυνο να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα μέσα από τέτοια περιστατικά. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται επιπλέον στην ανησυχητικά διαχρονική έξαρση που η διάπραξη του παρουσιάζει προς επίτευξη των παρανόμων στόχων του παραβάτη, πράγμα που αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Μελανίτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού ευρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 αναφέρθηκε ότι «δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα». Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Gaprindashvili v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 158/2012, ημερομηνίας 24.05.13, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Όπως πολύ σωστά παρατηρεί και το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του, διαχρονικά παρατηρείται έξαρση στην διάπραξη της μορφής αυτής αδικημάτων. Συνακόλουθα των πιο πάνω είναι ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία, ώστε ν' ανακοπεί η έξαρση των εγκληματικών ενεργειών της φύσεως αυτής. Είναι κοινωνικά επιβεβλημένη η προσπάθεια αυτή των δικαστηρίων για αποτροπή μέσω της ποινής που αυτά επιβάλλουν. Πάντοτε βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογα με αυτά θα πρέπει να είναι και η ποινή.» Η προαναφερόμενη έκταση της σοβαρότητας του αδικήματος το εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα συνήθως επιβάλλονται ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την ποινή 20μηνης ποινής φυλάκισης με τριετή αναστολή του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή άμεσης ποινής φυλάκισης 3 ετών σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου, με παραδοχή και με προσχεδιασμό του εγκλήματος που διέπραξε το αδίκημα του εμπρησμού. Επιπλέον, στην υπόθεση Μελανίτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος εμπρησμού από άτομο νεαρής ηλικίας το οποίο βαρυνόταν με 3 προηγούμενες καταδίκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Gaprindashvili v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όμως και τα υπόλοιπα αδικήματα που έχει παραδεχθεί ο Κατηγορούμενος κατατάσσονται στα ιδιαίτερα σοβαρά ιδιαίτερα οι τραυματισμοί αλλά και η κακόβουλη βλάβη. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.» Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194].» Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποιν. Εφ. Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008
(2009)2 ΑΑΔ 298. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν σοβαρά, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο αφού ο Κατηγορούμενος είχε εμπλακεί σε μια ανεπίτρεπτη συμπεριφορά χωρίς ουσιαστικό λόγο. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα του αδικήματος του εμπρησμού έγκειται στο γεγονός ότι χωρίς λόγο είχε προκαλέσει ζημιά στην περιουσία συμπολίτη του ύψους €6.190- ενώ απρόκλητα είχε τραυματίσει άλλα τρία πρόσωπα. Έχοντας κατά νου την μέχρι σήμερα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λαμβάνω υπόψη, μεταξύ άλλων ελαφρυντικών παραγόντων, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής τους ακόλουθους: (α) την ηλικία του Κατηγορούμενου, είναι 34 ετών. (β) όσες από τις οικογενειακές, προσωπικές και οικονομικές του συνθήκες, οι οποίες μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η κατάσταση μέθης στην οποία ο Κατηγορούμενος βρισκόταν την στιγμή του επεισοδίου μετά από προγενέστερη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Το γεγονός είναι ότι η διάπραξη των αδικημάτων προέκυψε μετά την κατανάλωση των αλκοολούχων ποτών χωρίς μεταξύ τους να υπάρχει οποιαδήποτε σύνδεση ή σχέση. Η κατάσταση μέθης στην οποία ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ένεκα της κατανάλωσης αλκοόλ τον κατέστησε ευάλωτο καθώς επίσης στην συνέχεια διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην απώλεια του αυτοελέγχου του και ταυτόχρονα τον υποβοήθησε στη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω, από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κατανάλωσε αλκοόλ για να τον διευκολύνει στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, η μέθη εδώ προσμετρείται ως ελαφρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50. Βέβαια εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι οι παράνομες πράξεις και η αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου είναι σαφώς καταδικαστέες και δεν περιποιούν τιμή για τον ίδιο και δεν δικαιολογούνται. Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες κατέληξα στις ακόλουθες ποινές: Στην 1ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 2ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 3ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 4ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Στην 5ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην 6ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Οι ποινές θα συντρέχουν. Οι αρχές για αναστολή επιβληθείσας ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Έχω εξετάσει όλα όσα έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο Υπεράσπισης, τα οποία έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη σε σχέση με την έκταση της ποινής. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για αναστολή έκτισης των ποινών που επεβλήθεισαν. Οι ποινές θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Η έκτιση των ποινών θα αρχίζει από τις 03/08/16 που ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. (Υπ. ................) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο