Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Κώστα Μισιουρή, Αρ. Υπόθεσης: 2171/14, 7/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2171/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας, ν. Κώστα Μισιουρή, Κατηγορούμενου. Ημερομηνία: 07 Σεπτεμβρίου, 2016. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Φούλιας Κατηγορούμενος: παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρείς κατηγορίες η πρώτη αφορά την κατοχή επιθετικού οργάνου, η δεύτερη την κατοχή εκρηκτικών υλών και η τρίτη την μεταφορά εκρηκτικών υλών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)του περί Επιθετικών Οργάνων Νόμου και των άρθρων 4
(1)(ε)
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 08/02//2009, στην οδό Ανδρέα Κάλβου, στα Λειβάδια, είχε στην κατοχή του, σε δημόσιο χώρο, επιθετικό όπλο ήτοι ένα μεταλλικό όργανο, μπουνιαδόρο καθώς και 8 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου. Μαρτυρία δόθηκε από δυο μάρτυρες, τον Αστ.3580 Λεοντή Λεοντή, Μ.Κ.1 και τον Λοχ.1776 Χριστοδούλου, Μ.Κ.
- Ο Αστ.3580 Λεοντή υιοθέτησε την κατάθεσή του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση του ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2, η γραπτή κατηγορία που του είχε απαγγελθεί και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3, το ρόπαλο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4, τα οκτώ φυσίγγια και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 5, η σιδηρογροθιά και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6 και το κατηγορητήριο της Υπ. Αρ. 2779/10 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Λοχ.1776 Χριστοδούλου, Μ.Κ.2, είχε υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα έγινε από κοινού αποδεκτό ότι τα φυσίγγια που είχαν εξεταστεί ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση καθώς επίσης και ότι εναντίον του Κατηγορούμενου είχε καταχωριστεί η Υπ. Αρ.2779/10 για τα ίδια αδικήματα και είχε οριστεί για επίδοση 13/09/2010 και εναντίον του Κατηγορούμενου είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Είχε οριστεί για έλεγχο το ένταλμα σύλληψης στις 18/10/2010, στις 18/01/2011 και στις 18/02/
- Είχε οριστεί για ακρόαση στις 12/05/2011 ενώ στις 22/06/2011 είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Η υπόθεση είχε διακοπεί στις 10/05/2011 λόγω του ότι το κατηγορητήριο ήταν ανυπόγραφο. Ακολούθως είχε καταχωριστεί η Υπ. Αρ.7892/12 η οποία είχε οριστεί στις 10/05/2012 και στις 07/06/2012 είχε αποσυρθεί λόγω ελλείψεως επιδόσεως. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την Υπ. Αρ.2650/12 Ε. Δ. Αμμοχώστου η οποία ήταν ορισμένη στις 14/06/2012, 09/10/2012, 13/10/
- 18/01/2013 και 29/03/2012 στην οποία ήταν πάντοτε παρόν. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως ο κ. Φούλιας έθεσε θέμα που αφορούσε την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης, υποστηρίζοντας την εισήγησή του με αναφορά σε νομολογία και ακολούθως άφησε το θέμα του κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση στο Δικαστήριο. Η κα Γιάλλουρου επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο μαρτυρικό υλικό το οποίο είχε κατατεθεί και ανέφερε, προς τιμήν της, ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε άλλη υπόθεση στο Ε. Δ. Αμμοχώστου, την Υπ. Αρ. 2650/12 στην οποία ήταν πάντοτε παρόν και μπορούσε να ανευρεθεί. Κρίνω ορθό να εξετάσω την εισήγηση του κ. Φούλια που αφορά την καθυστέρηση της διαδικασίας ένεκα παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος του Κατηγορουμένου για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Η προτεραιότητα στην εξέταση αυτής της εισήγησης δικαιολογείται λόγω των καταλυτικών επιπτώσεων που επιφέρει η τυχόν αποδοχή της εισήγησης σε αυτή τούτη την διαδικασία. Ο κ. Φούλιας ισχυρίστηκε ότι τίποτα ενώπιον του δικαστηρίου δεν επεξηγεί γιατί ενώ η καταγγελία είχε γίνει το 2009, συγκεκριμένα 08/02/2009, το κατηγορητήριο είχε καταχωριστεί το 2014 με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί για τα συγκεκριμένα αδικήματα στις 11/02/2009, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την εισήγηση, το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την απαγγελία των κατηγοριών μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου συνιστά κατάφωρη παραβίαση του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος. Στον αντίποδα η κα Γιάλλουρου επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι είχε καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου το 2010 αλλά δεν μπορούσε να ανευρεθεί παρόλο που κατά τον ίδιο χρόνο αντιμετώπιζε υπόθεση στο Ε. Δ. Αμμοχώστου στην οποία εμφανιζόταν ανελλιπώς. Το εν λόγω θέμα έχει καταστεί αντικείμενο σχολιασμού σε πλειάδα σχετικών με τούτο αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η πτυχή του συγκεκριμένου θέματος έχει επεξηγηθεί στις αποφάσεις Καυκαρής ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, Χασάν ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 78, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100, Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405, Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 11, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 223, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βάσου
(2005)2 ΑΑΔ 653. Αναφορά πρέπει να γίνει και σε αποφάσεις του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μεταξύ αυτών Koning v. FRG A27
(1978). Η διαπίστωση της τυχόν ποινικής ευθύνης κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφέρει ότι: «Έκαστος κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.» Στην υπόθεση Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 ΑΑΔ 1068 στην σελίδα 1078 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως "η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου", ενώ, στην υπόθεση Ευσταθίου (πιο πάνω) επεξηγήθηκαν οι επιπτώσεις που δυνατό να επιφέρει η τυχόν καθυστέρηση. Σε αυτή την τελευταία υπόθεση η καθυστέρηση οδήγησε στην ακύρωση της καταδίκης καθώς και της διαδικασίας στο σύνολό της ένεκα παραβίασης του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος. Ανάλογη ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127 σε άλλη όμως διάσταση της διαδικασίας. Στην τελευταία υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως δεδομένου του χρόνου που παρήλθε από την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος αλλά και του αναγκαίου χρόνου για διεξαγωγή νέας δίκης, η τυχόν διαταγή επανεκδίκασης της υπόθεσης θα οδηγούσε σε παραβίαση του δικαιώματος του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Λεβέντης(πιο πάνω). Στη σελίδα 635 το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Δεν θα συμφωνήσουμε πως η αργοπορία στην εκδίκαση ποινικής υπόθεσης οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή του κατηγορούμενου. Το ζήτημα της πιθανής παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος κατηγορουμένου, ή διάδικου κατά τη δίκη, και οι πιθανές επιπτώσεις και θεραπείες που προσφέρονται, αποτέλεσαν αντικείμενο της νομολογίας μας, (δες: Αστυνομία ν. Φάντη και Άλλων
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Alan Ford και Άλλων (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, και Παναγιώτη Χαραλάμπους Ρούσου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 471. Ως επεξηγείται στην απόφαση Χαραλαμπίδης (ανωτέρω) "Για να θεμελιωθεί παραβίαση του άρθρου 6
(1)της Σύμβασης λόγω υπερβολικής διαδικαστικής καθυστέρησης δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος έχει επηρεαστεί δυσμενώς στην ετοιμασία ή παρουσίαση της υπεράσπισής του.» Επισημαίνεται μάλιστα, στην πιο πάνω υπόθεση, ότι η συναφής αγγλική νομολογία διαφέρει ενώ η κυπριακή νομολογία, ως έχει επεξηγηθεί στην Ευσταθίου (ανωτέρω), είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Το δε καθοριστικό σημείο από το οποίο άρχεται ο μετρήσιμος χρόνος, είναι όταν ο κατηγορούμενος ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του (βλ. Χαραλαμπίδης, πιο πάνω, σελ. 350) ή ακόμη, για απλές υποθέσεις, η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται (βλ. Χριστόπουλος, πιο πάνω, σελ. 105). Άναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα D J Harris, M O' Boyle, C Warbrick "Law of the European Convention on Human Rights" σελ. 223. Η διαπίστωση κατά πόσο το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 παραβιάστηκε, δεν προκύπτει αβασάνιστα αλλά κατόπιν εξέτασης νολογημένων κριτηρίων. Τα συγκεκριμένα κριτήρια έχουν καταγραφεί στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) όπου στη σελ. 228 αναφέρθηκε ότι: «Δεν είναι όμως αυτά που υποστηρίζει η δική μας νομολογία, (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203) μήτε και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.» Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη.» Εφαρμόζοντας τα προαναφερόμενα κριτήρια στα γεγονότα της παρούσας και εξετάζω πρώτη την τυχόν πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Εξαρχής σημειώνω ότι το υπό διερεύνηση αδίκημα, δηλαδή το αντικείμενο της υπόθεσης, δεν ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο και δεν υπήρχε οτιδήποτε προς εξέταση μετά και την απαγγελία των κατηγοριών στον Κατηγορούμενο. Είχε ληφθεί κατάθεση από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο στις 11/02/2009 και είχε κατηγορηθεί την ίδια μέρα. Η Υπ. Αρ. 2779/10 είχε καταχωριστεί τον Σεπτέμβριο 2010, ενάμιση χρόνο μετά που ο Κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί ενώ τον Νοέμβριο 2011 είχε αποσυρθεί λόγω του ότι δεν είχε υπογραφτεί το κατηγορητήριο. Και ενώ ο Κατηγορούμενος εμφανιζόταν το 2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ανελλιπώς η Υπ. Αρ. 7892/12 που είχε καταχωριστεί για τα ίδια αδικήματα στις 10/05/2012 δεν μπορούσε να του επιδοθεί και είχε αποσυρθεί λόγω ελλείψεως επιδόσεως και ενώ ο Κατηγορούμενος φαίνεται να διέμενε πάντοτε στην ίδια διεύθυνση. Η μαρτυρία που έχει το Δικαστήριο ενώπιον του δεν αποκαλύπτει ούτε χρονοβόρες επιστημονικές εξετάσεις, όπως λόγου χάριν γραφολογικές, ούτε οποιοδήποτε λόγο γιατί η υπόθεση παρέμεινε στα συρτάρια του οποιουδήποτε υπευθύνου και ανασύρθηκε μετά πάροδο τεσσάρων ετών από την ημερομηνία που κατηγορήθηκε ο Κατηγορούμενος. Ας σημειωθεί εδώ ότι αναφέρομαι σε τέσσερα έτη καθυστέρηση εφόσον, υπό τις περιβάλλουσες της υπόθεσης περιστάσεις και την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία, είμαι της γνώμης ότι η ημέρα που ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς, είναι η πρώτη χρονικά στιγμή που ο Κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση της επικείμενης διαδικασίας. Έκτοτε τελούσε εν αμφιβόλω για το τι μέλλει γενέσθαι. Αυτή η αμφιβολία στην οποία τέθηκε όλο αυτό το διάστημα δεν μπορεί παρά να του πιστωθεί σε αυτό το αίτημα. Δεν μπορεί παρά να υπενθυμιστεί ότι το 2012 εμφανιζόταν ανελλιπώς για άλλη υπόθεση του στο Ε. Δ. Αμμοχώστου. Η στάση των αρχών μόνο ερωτηματικά εγείρει. Η μαρτυρία τηρεί σιγήν ιχθύος αναφορικά με ότι μεσολάβησε τουλάχιστον από την ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί, στις 11/02/2009 μέχρι την ημερομηνία που καταχωρίστηκε το πρώτο κατηγορητήριο τον Σεπτέμβριο 2010. Ακολούθως παρήλθαν τέσσερα έτη απραξίας τα οποία δεν επεξηγήθηκαν στο Δικαστήριο. Αυτή την ανεξήγητη, από τη μαρτυρία, καθυστέρηση αναπόφευκτα την επωμίζονται οι Αρχές οι οποίες, αν μη τι άλλο, όφειλαν να επεξηγήσουν με πειστικό τρόπο γιατί το Δικαστήριο να μην ανακόψει μια αδικαιολόγητα καθυστερημένη ποινική δίωξη. Τέλος, καμία μαρτυρία δεν εμπλέκει τον Κατηγορούμενο στην όλη καθυστέρηση. Το μαρτυρικό υλικό, δηλαδή οι ημερομηνίες που περισυνελέγησαν τα τεκμήρια, υποδεικνύει ως μοναδικό υπαίτιο τις Αρχές και όχι τον Κατηγορούμενο. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορουμένου είναι καθυστερημένη σε βαθμό που παραβιάζει κατάφωρα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Η εν λόγω διαπίστωση δεν αφήνει άλλα περιθώρια από ανακοπή της διαδικασίας εναντίον του Κατηγορουμένου και απαλλαγή του από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ των ανωτέρω, οι κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου απορρίπτονται και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται ένεκα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώριση της υπόθεσης συνεπαγόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Τα τεκμήρια να καταστραφούν. Τα έξοδα ύψους €80- θα καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο