← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Άδωνη Λυσιώτη, Αρ. Υπόθεσης: 15504/13, 21/6/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Άδωνη Λυσιώτη, Αρ. Υπόθεσης: 15504/13, 21/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15504/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Άδωνη Λυσιώτη Κατηγορούμενου. Ημερομηνία: 21 Ιουνίου, 2016. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κος Ταμπούρλας Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14

(1)(β) του περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου (Ν.59/76), όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι στις 27/01/13, στο υπαίθριο παζαράκι, στα Λειβάδια, προσέφερε προς πώληση 1304 αντίτυπα ψηφιακών δίσκων κινηματογραφικών ταινιών και 36 αντίτυπα ψηφιακών δίσκων ελληνικού/ ξένου ρεπερτορίου ενέχοντα προσβολή του υφιστάμενου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της «Εταιρείας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων». Μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής δόθηκε από τέσσερεις μάρτυρες. Πρώτη, έδωσε μαρτυρία η Γ./Αστ.1931 Αντωνίου, Μ.Κ.1, η οποία το 2013 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, την κατάθεση της. Στην κατάθεσή της καταγράφει ότι στις 27/01/2013 ο Αν. Λοχίας3417 Λάμπρου είχε εντοπίσει σε υπαίθριο παράπηγμα καθώς και στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΖΡ915, στο παζαράκι Λειβαδιών, αριθμό ψηφιακών δίσκων διαφόρων μουσικών έργων και αριθμό ψηφιακών οπτικών δίσκων κινηματογραφικών έργων τα οποία εκ πρώτης όψεως περιείχαν μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα. Ιδιοκτήτης του παραπήγματος καθώς και του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΖΡ915 ήταν ο Άδωνης Λυσιώτης. Ο Αν. Λοχ.3417 Λάμπρου της είχε παραδώσει 1304 ψηφιακούς δίσκους κινηματογραφικού περιεχομένου και 36 ψηφιακούς δίσκους μουσικού περιεχομένου τα οποία είχαν σφραγιστεί σε κιβώτιο στην παρουσία του Κατηγορούμενου. Στις 27/01/2013 είχε κατηγορήσει γραπτώς τον Άδωνη Λυσιώτη, ο οποίος είχε αναφέρει ότι «ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο». Κατέθεσε την γραπτή κατηγορία που είχε απαγγείλει στον Κατηγορούμενο ως Τεκμήριο 2 και τα τέσσερα κιβώτια με τους ψηφιακούς δίσκους, όπως τους είχε παραλάβει από τον Αν. Λοχ.3417, ως Τεκμήριο
  1. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι η ίδια δεν γνώριζε πότε είχαν εξεταστεί οι ψηφιακοί δίσκοι ούτε και γνώριζε υπό ποιες συνθήκες είχαν εξεταστεί. Ακολούθως δόθηκε μαρτυρία από τον Αν/Λοχ.3417, Μ.Κ.2, ο οποίος υπηρετεί στο Ο.Π.Ε. Λάρνακας. Κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο
  2. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι στις 27/01/2013 είχε μεταβεί στο παζαράκι, στο δρόμο Λειβαδιών, μετά από πληροφορία ότι εκεί πωλούνται ψηφιακοί δίσκοι οι οποίοι εμπεριέχουν μη εξουσιοδοτημένα αντίγραφα. Όταν είχε φθάσει στο πρώτο υποστατικό πώλησης ψηφιακών δίσκων είχε αναζητήσει τον ιδιοκτήτη και ο Άδωνης Λυσιώτης του είχε παρουσιαστεί ως ο ιδιοκτήτης. Είχε διεξάγει έρευνα στον πάγκο που εκτίθεντο οι ψηφιακοί δίσκοι και είχαν εντοπιστεί τέσσερα κιβώτια τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνονταν μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα. Είχαν παραληφθεί άλλα δυο κιβώτια από το αυτοκίνητο το οποίο ο Λυσιώτης είχε αναφέρει ότι ήταν δικό του. Ακολούθως, είχαν παραληφθεί ως τεκμήριο οι ψηφιακοί δίσκοι Στην συνέχεια είχε ζητηθεί από τον Άδωνη Λυσιώτη να τους ακολουθήσει στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, όπου καταμετρήθηκαν, συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν τα τεκμήρια στην παρουσία του, Άδωνη Λυσιώτη και του είχε δοθεί η σχετική απόδειξη παραλαβής αφού συνυπόγραψε στα κιβώτια. Τα τεκμήρια είχαν παραδοθεί στην Γ./Αστ.1931 για φύλαξη. Αναγνώρισε τα κιβώτια στα οποία είχε τοποθετήσει τους ψηφιακούς δίσκους στο Τεκμήριο 3 και επίσης αναγνώρισε τις δικές του υπογραφές καθώς και του κ. Λυσιώτη επί των κιβωτίων. Τα κιβώτια ανοίχθηκαν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ένας πάγκος μπροστά από το συγκεκριμένο υπόστεγο και τα τεκμήρια είχαν βρεθεί πάνω στον πάγκο αλλά και σε κιβώτια. Στον συγκεκριμένο πάγκο υπήρχαν και τιμές στις οποίες πωλούνταν οι ψηφιακοί δίσκοι. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον Άδωνη Λυσιώτη. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τις τιμές που ήταν γραμμένες σε ορισμένους από τους ψηφιακούς δίσκους. Ο λόγος που δεν το είχε καταγράψει στην κατάθεσή του ήταν γιατί ο ίδιος δεν το είχε θεωρήσει απαραίτητο. Όσο αφορά το αυτοκίνητο ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε ρωτήσει τον Κατηγορούμενο και του είχε αναφέρει ότι ήταν δικό του. Υποστήριξε ότι η έρευνα είχε διενεργηθεί στην παρουσία τελωνειακού λειτουργού. Μαρτυρία δόθηκε και από τον πραγματογνώμονα Παντελή Πέταλη, Μ.Κ.
  3. Ήταν η θέση του ότι είναι πραγματογνώμονας της Κυπριακής Εταιρείας Οπτικοακουστικών Έργων. Η δουλειά του αφορά την αναγνώριση της γνησιότητας ψηφιακών δίσκων. Έχει πτυχίο της Επιστήμης των Υλικών από το Πανεπιστήμιο Πατρών, μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στο ίδιο αντικείμενο και έχει πιστοποιηθεί ως εμπειρογνώμονας από την Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση είχε ετοιμάσει Έκθεση την οποία είχε καταθέσει ως Τεκμήριο
  4. Στην Έκθεση είχε καταγράψει τι είχε προκύψει από την εξέταση των συγκεκριμένων ψηφιακών δίσκων και γιατί είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι κατασχεθέντες ψηφιακοί δίσκοι ήταν κλεψίτυπα. Συγκεκριμένα οι συγκεκριμένοι ψηφιακοί δίσκοι έφεραν εκτύπωση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή στην μη αναγνώσιμη επιφάνειά τους ενώ τα γνήσια φέρουν αποτυπωμένα τα σήματα της δικαιούχου εταιρείας, τον τίτλο του έργου και διάφορες γραφικές παραστάσεις με την μέθοδο της μεταξοτυπίας. Όλοι προέρχονταν από εγγράψιμους δίσκους του εμπορίου οι οποίοι πωλούνται κενοί ενώ στην επιφάνειά τους διακρινόταν καθαρά το ίχνος της εγγραφής. Η αναγνώσιμη επιφάνεια είχε χρώμα μωβ ενώ στα γνήσια το χρώμα είναι ασημένιο. Οι ψηφιακοί δίσκοι δεν έφεραν καθόλου SID Codes λόγω του ότι δεν είχαν παραχθεί εργοστασιακά. Δεν είχαν το ιριδίζον αυτοκόλλητο σήμα που πιστοποιεί την γνησιότητά τους και τοποθετείται από τις νόμιμες εταιρείες παραγωγής. Εξήγησε ότι είχε εξετάσει τους ψηφιακούς δίσκους, όταν είχε επισκεφθεί τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, οι οποίοι του είχαν παραδοθεί σε σφραγισμένα κιβώτια, τα οποία αναγνώρισε στο Τεκμήριο
  5. Τα εξέτασε και μετά τα επέστρεψε στον αστυφύλακα που του τα είχε παραδώσει ενώ παράλληλα είχε υπογράψει στο κιβώτιο. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι του είχε παραχωρηθεί και σχετικό πιστοποιητικό που αφορούσε την πραγματογνωμοσύνη του από την ΕΠΟΕ, η οποία συνεργάζεται με την ΚΕΠΟΕ. Υποστήριξε ότι οι εταιρείες που κατέγραψε στην Έκθεσή του έχουν τα πνευματικά δικαιώματα στους συγκεκριμένους ψηφιακούς δίσκους. Εξήγησε ότι είχε διενεργήσει τον έλεγχο χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, με την βοήθεια του οποίου είχε δει τις ταινίες. Είχε τοποθετήσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μια ταινία από κάθε τίτλο και λόγω του ότι ήταν πανομοιότυπες δεν χρειαζόταν να δει όλο το περιεχόμενο. Παραδέχθηκε ότι είχε ελέγξει ένα ψηφιακό δίσκο από κάθε τίτλο ταινίας και στην συνέχεια με βάση την ομοιότητα των τεκμηρίων, ήτοι λόγω του ότι είχαν τα ίδια ίχνη εγγραφής και τα ίδια χαρακτηριστικά, τα είχε θεωρήσει ότι ήταν όμοια ως προς το περιεχόμενο. Σε ερώτηση που του τέθηκε ήταν η θέση του ότι οι συγκεκριμένες ταινίες προστατεύονταν από πνευματικά δικαιώματα τα οποία και καταγράφονται στους ψηφιακούς δίσκους κάτω από τον τίτλο «προμηθευτής». Είχε στην κατοχή του έγγραφα από τις εταιρείες ODEON, FEELGOOD ENTERTAINMENT και VILLAGE με τα οποία βεβαίωναν ότι κάποιοι τίτλοι ταινιών τους ανήκαν σε σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα και ότι ήταν οι αποκλειστικοί και νόμιμοι δικαιούχοι των πνευματικών δικαιωμάτων σε Ελλάδα και Κύπρο. Υποστήριξε εμφαντικά ότι για τους λόγους που είχε καταγράψει στην Έκθεσή του ήταν σίγουρος ότι τα συγκεκριμένα DVD ήταν κλεψίτυπα και ότι όλα προστατεύονταν από πνευματικά δικαιώματα. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Μιλτιάδης Ανδρέου, Μ.Κ.4, γραμματέας της Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Κατέθεσε το καταστατικό της Κ.Ε.Π.Ο.Ε. ως Τεκμήριο
  6. Κατέθεσε επίσης δέσμη εγγράφων που αφορούσαν βεβαιώσεις των μελών της εταιρείας Κ.Ε.Π.Ο.Ε ως Τεκμήριο
  7. Εξήγησε ότι μεταξύ των σκοπών της συγκεκριμένης Εταιρείας είναι να προστατεύει τα δικαιώματα των μελών της και να εκπροσωπεί τα μέλη της όπου χρειάζεται, ήτοι σε οτιδήποτε έχει σχέση με την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μέλη της Κ.Ε.Π.Ο.Ε. είναι οι εταιρείες που καταγράφονται στο καταστατικό και εξήγησε ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες ασχολούνται κατά αποκλειστικότητα με την κινηματογραφική διανομή σε κινηματογραφικές αίθουσες, με την διανομή ψηφιακών δίσκων οπτικοακουστικών έργων και την παραχώρηση κάποιων άλλων δικαιωμάτων των συγκεκριμένων έργων για εμπορική εκμετάλλευση. Βλέποντας τον κατάλογο του Τεκμηρίου 5 υποστήριξε ότι κάποιες ταινίες ανήκαν σε μέλη της Κ.Ε.Π.Ο.Ε., όπως την ODEON, FEELGOOD ENTERTAINMENT και VILLAGE και οι οποίες είναι οι κάτοχοι των πνευματικών τους δικαιωμάτων. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι δεν υπάρχει πρόσβαση στα αρχικά συμβόλαια παραχώρησης των πνευματικών δικαιωμάτων από τις εταιρείες της Αμερικής στις ελληνικές εταιρείες. Όμως οι ελληνικές εταιρείες και οι κυπριακές συμβάλλονται άμεσα με την Κυπριακή Δημοκρατία για αυτό και η Κυπριακή Δημοκρατία δημοσιεύει και σχετικό κατάλογο. Σε ερώτησε που του τέθηκε επέμενε στην θέση του ότι τα μέλη της Κ.Ε.Π.Ο.Ε. έχουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στις συγκεκριμένες ταινίες του επίδικου καταλόγου και περαιτέρω ανέφερε ότι η Κ.Ε.Π.Ο.Ε. είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός που προσπαθεί να προστατεύσει τα πνευματικά δικαιώματα των μελών της. Ανέφερε ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο είναι πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες είναι παγκόσμια γνωστές και εκπροσωπούνται καθημερινά από την Κ.Ε.Π.Ο.Ε. στην Βουλή αλλά και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επανεξεταζόμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την δημοσιοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας του καταλόγου των ταινιών οι οποίες προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα τα οποία ανήκουν σε μέλη της Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Οι τίτλοι των συγκεκριμένων ταινιών, που εξετάστηκαν από τον εμπειρογνώμονα, εμπεριέχονται στην συγκεκριμένη ανακοίνωση. Εξήγησε ότι οι συγκεκριμένες ταινίες ήταν στην κατοχή του κ. Λυσιώτη πριν την δημόσια προβολή τους. Με ενδιάμεση απόφασή του το Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Στην ανώμοτη δήλωσή του ανέφερε ότι είναι αθώος και ότι είναι ένας βιοπαλαιστής με τρία παιδιά τα οποία μεγαλώνει από την εργασία του στα παζαράκια. Ο ίδιος αγοράζει από ιδιώτες μεταχειρισμένους ψηφιακούς δίσκους προς 0.50 σεντς και τα πωλεί €1 ή €2 το καθένα ή €4 τους πέντε
(5)ψηφιακούς δίσκους. Λόγω της ενασχόλησης του προσεγγίζεται για την αγορά μεταχειρισμένων ψηφιακών δίσκων και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ή να καταλαβαίνει κατά πόσο είναι πειρατικά. Την συγκεκριμένη μέρα η Αστυνομία είχε βρει αρκετούς ψηφιακούς δίσκους, τους περισσότερους στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΖΡ915, το οποίο είχε ερευνηθεί χωρίς ένταλμα έρευνας και χωρίς την παραχώρηση άδειας. Τους συγκεκριμένους ψηφιακούς δίσκους ο ίδιος δεν τους είχε για πώληση και ποτέ δεν είχε αναφέρει ότι ήταν δικοί του. Μετά την ολοκλήρωση και της μαρτυρίας η κα Γιάλλουρου αγορεύοντας υποστήριξε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Αντίθετη ήταν η άποψη του κ. Ταμπούρλα ο οποίος υποστήριξε ότι δεν έχει αποδειχθεί ποιος είναι ο δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων των ψηφιακών δίσκων. Ούτε έχει αποδειχθεί το είδος των δικαιωμάτων που η κάθε εταιρεία ξεχωριστά είχε. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του κ. Πέταλη είναι εξ ακοής και δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Θα εξετάσω το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου τις θέσεις της Υπεράσπισης. Όπως καταδεικνύεται από την νομολογία, η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσω (βλ. C. & A. Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1 θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. «Οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και να φανερώνουν τη διάθεση να ψευσθεί. Να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία καθιστώντας την αποδοχή της επικίνδυνη». Δεν πρέπει παράλληλα να μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αντίληψη κάθε ανθρώπου δεν είναι η ίδια ούτε η μνήμη του βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με άλλους (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 314). Είναι η Κατηγορούσα Αρχή που είχε το βάρος να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου και όχι ο Κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια της αρχής αυτής, είναι πως για την υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω και υποβόσκουσα (lurking) αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Είναι υπό αυτή την έννοια που θα εξετάσω την υπόθεση στη συνέχεια, έχοντας ειδικότερα υπόψη πως τυχόν αποτυχία της υπεράσπισης θα είναι μοιραία, μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι στο τέλος επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη. Αρχίζοντας από την μαρτυρία της Γ./Αστ.1931 Αντωνίου, Μ.Κ.1 και του Α/Λοχ.3417 Λάμπρου, Μ.Κ.2, θα πρέπει να αναφερθεί ότι προέκυψε από την ενάσκηση των καθηκόντων τους και δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα στο νομικό μέρος που αφορά την υπό κρίση υπόθεση. Εκτείνεται μόνο στην κατάσχεση και την φύλαξη των συγκεκριμένων D.V.D., των οποίων η αυθεντικότητα έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ο κ. Πέταλης, Μ.Κ.3, κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Σύμφωνα και με την νομολογία η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αποτελεί μόνο καθοδήγηση για το Δικαστήριο, για να κατευθύνει την προσοχή του και να κρίνει την αξία της. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο αξιολόγησης και χειρισμού της μαρτυρίας τους σχετικές είναι οι αποφάσεις Θεοσκέπαστη Φάρμ ν Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, στη σελ. 988, Νικολάου ν Σταύρου,
(1992)1 ΑΑΔ 746 στις σελ. 750-751 και Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμένουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι εμπειρογνώμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει την θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε στο σύνολό της είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και οι μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Η υποχρέωση των εμπειρογνωμόνων είναι να προμηθεύσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους για να δυνηθεί έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία βλ. Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 446, Kouppis v. Republic
(1977)2 CLR 361, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Khadar v. Republic
(1978)2 CLR 132. Κατά τα άλλα η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων μαρτύρων υπόκειται στους κανόνες αξιολόγησης που διέπουν τη μαρτυρία των κοινών μαρτύρων βλ. Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113 και R v. Lanfear
(1968)1 All E.R.
  1. Κρίνω ότι η μαρτυρία του κ. Πέταλη, Μ.Κ.3, ήταν εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη, πλήρως αιτιολογημένη και ανεξάρτητη επομένως αποδέχομαι πλήρως τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του, σε σχέση με τις εξετάσεις που είχε διενεργήσει στα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο
  2. Η μαρτυρία του που αφορούσε το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι ψηφιακοί δίσκοι ήταν κλεψίτυπα δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι κατά πόσο υπήρχαν πνευματικά δικαιώματα και σε ποιόν ανήκαν. Ο μάρτυρας εξήγησε την ύπαρξη των συγκεκριμένων δικαιωμάτων και από πού αυτά προκύπτουν και η μαρτυρία του αυτή ενισχύθηκε από την μαρτυρία του κ. Ανδρέου, Μ.Κ.
  3. Όσο αφορά την μαρτυρία του κ. Αντρέου, Μ.Κ.4, ήταν κατατοπιστική και έπεισε για την αλήθεια των λεχθέντων του αφού η μαρτυρία του υποστηρίχθηκε και από πραγματική μαρτυρία, τα Τεκμήρια 7, 8 και
  4. Ο ίδιος αναφέρθηκε σε αυτά που γνώριζε χωρίς οποιεσδήποτε υπερβολές. Δεν μου έδωσε κανένα έρεισμα για να απορρίψω την μαρτυρία του. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί είναι περιορισμένη. Καταλήγω λοιπών με βάση την ολότητα της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί και έχει κριθεί ως αξιόπιστη ότι ο Κατηγορούμενος στο παζαράκι, στο χωριό Λειβάδια, είχε σε πάγκο εκτεθειμένους 1299 ψηφιακούς δίσκους στους οποίους υπήρχαν εγγεγραμμένες διάφορες κινηματογραφικές ταινίες. Ο Μ.Κ.2 είχε υποψιαστεί, λόγω πληροφορίας που υπήρχε αλλά και λόγω της εξωτερικής εμφάνισης τους, ότι δεν ήταν γνήσιοι για αυτό και τους κατάσχε προς διαπίστωση της γνησιότητας τους. Κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό ο εμπειρογνώμονας της Κυπριακής Εταιρείας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων, κ. Πέταλης, Μ.Κ.3, ο οποίος εξέτασε σε ειδικό πρόγραμμα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του την γνησιότητα των συγκεκριμένων DVD, εφαρμόζοντας το ικανό δείγμα και κατέληξε, για τους λόγους που κατέγραψε με λεπτομέρεια στο Τεκμήριο 5, ότι ήταν κλεψίτυπα. Λόγω του ότι ήταν κλεψίτυπα εξετάστηκε περαιτέρω το θέμα του κατά πόσο προστατεύονταν από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Η έρευνα του εμπειρογνώμονα κατέδειξε ότι τα περισσότερα προστατεύονταν από πνευματικά δικαιώματα, τα οποία εκπροσωπούνταν, δυνάμει εκχώρησης, από την Κ.Ε.Π.Ο.Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.59/76, όπως έχει τροποποιηθεί, αναγνωρίζονται πνευματικά δικαιώματα: «∆ικαιώµατα αναγνωρίζονται κατά τον παρόντα Νόµο— (α) Επί παντός προστατεύσιµου αντικειµένου, ο δικαιούχος του οποίου, ή προκειµένου περί περισσότερων δικαιούχων, οιοσδήποτε των δικαιούχων, είναι, κατά το χρόνο της γενέσεως του δικαιώµατος ή, ειδικώς προκειµένου περί εκποµπής, κατά το χρόνο της πραγµατοποιήσεως της εκποµπής, προσοντούχο πρόσωπο, ήτοι— (i) Άτοµο, το οποίο είναι πολίτης της ∆ηµοκρατίας ή έχει τη συνήθη διαµονή του στη ∆ηµοκρατία, (ii) νοµικό πρόσωπο, το οποίο συστάθηκε δυνάµει των νόµων της ∆ηµοκρατίας, ή (iii) υπήκοος Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Το πρώτο ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι κατά πόσο οι ταινίες είναι «προστετεύσιμο έργο». Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου Ν.59/76οι κινηματογραφικές ταινίες συμπεριλαμβάνονται στα έργα που προστατεύονται. Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο υπάρχει «δικαιούχος» οποιονδήποτε προστατευόμενων δικαιωμάτων. «Δικαιούχος πνευματικής ιδιοκτησίας», σύμφωνα με το άρθρο 13
(14)του Νόμου, σημαίνει τον δημιουργό, τον αρχικό δικαιούχο, τον εκδοχέα ή τον αποκλειστικό δικαιούχο αναλόγως της περίπτωσης, του σχετικού μέρους του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7, παράγραφος 3, του Ιδρυτικού και Καταστατικού Εγγράφου της Κ.Ε.Π.Ο.Ε. η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας συγκεκριμένων πολυεθνικών εταιρειών είχε παραχωρηθεί στην Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Μεταξύ των εταιρειών αυτών ήταν η ODEON, η VILLAGE ROAD SHOW και η SONY PICTURES HOME ENTERTAINMENT HELLAS, η οποία σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.4 έχει παραχωρήσει τα δικαιώματα της στην FEELGOOD ENTERTAINMENT A.E. Οπόταν, προκύπτει από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων ήταν η Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Η Κ.Ε.Π.Ο.Ε. είναι εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει του κυπριακού εταιρικού δικαίου με σκοπό την προστασία των συμφερόντων και την προάσπιση πάσης φύσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των εταιρειών που είναι μέλη της. Συνεπακόλουθα, εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 4(α)(ιι) του Νόμου. Οι ψηφιακοί δίσκοι που είχαν κατασχεθεί, το μεγαλύτερο τους μέρος, ανήκαν, σε σχέση με τα πνευματικά τους δικαιώματα στις εταιρίες οι οποίες είναι ιδρυτικά μέλη της Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Συνάγεται το συμπέρασμα ότι από την στιγμή που οι ταινίες που εμπεριέχονται στα 1299 κλεψίτυπα ανήκουν σε εταιρείες παραγωγής οι οποίες είναι μέλη της Κ.Ε.Π.Ο.Ε τα οποιαδήποτε πνευματικά τους δικαιώματα προστατεύονται. Οπόταν, υπήρχαν πνευματικά δικαιώματα τα οποία ήταν προστατευόμενα. Περαιτέρω, το άρθρο 7
(1)του Νόμου προβλέπει: «7.—
(1)(α) Το δικαίωμα πνευµατικής ιδιοκτησίας συνιστάται στο αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της διενέργειας στη ∆ηµοκρατία της— (
  1. i)Αναπαραγωγής, (
  2. ii)διαφημίσεως, (iii) πωλήσεως, εκμισθώσεως, διανομής, δανεισμού, και εκθέσεως στο κοινό του πρωτοτύπου και αντιγράφων» Από τι στιγμή που διαπιστώνεται δικαίωμα το οποίο χρήζει προστασίας αυτό προσβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 13
(1)όταν: «13
(1). Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται υπό παντός όστις προβαίνει, προκαλεί ή επιτρέπει εις έτερον πρόσωπον να προβή, άνευ της αδείας του δικαιούχου, εις τέλεσίν πράξεώς τινος ή τέλεσις της οποίας ελέγχεται υπό του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.» Ο Κατηγορούμενος φαίνεται να εξέθετε στο κοινό τους συγκεκριμένους ψηφιακούς δίσκους, ήτοι στο παζαράκι στα Λειβάδια, οι οποίοι προστατεύονταν από πνευματικά δικαιώματα και οι οποίοι ήταν φθηνά αντίπυτα των πρωτοτύπων. Το άρθρο 14 του Νόμου προβλέπει: «14.—
(1)Οποιοσδήποτε ο οποίος εν γνώσει του— (α) Παράγει για πώληση ή εκµίσθωση οποιοδήποτε αντίτυπο το οποίο ενέχει προσβολή του δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας το οποίο υπάρχει σε κάποιο έργο, ή συγγενικού δικαιώµατος, το οποίο προστατεύεται από τον παρόντα Νόµο, ή (β) πωλεί, εκµισθώνει ή διαφηµίζει την πώληση ή µίσθωση ή εκθέτει εµπορικά ή προσφέρει για πώληση ή εκµίσθωση οποιοδήποτε τέτοιο αντίτυπο, ή (γ) αποκτά κατοχή ή διανέµει αυτά τα αντίτυπα είτε µε σκοπό την εµπορία τους είτε σε τέτοια έκταση ώστε να επηρεάζει επιζήµια το δικαιούχο της πνευµατικής ιδιοκτησίας, ή (δ) εκθέτει εµπορικά και δηµόσια οποιοδήποτε τέτοιο αντίτυπο, ή ............................... διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηµατική ποινή η οποία δε θα υπερβαίνει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ (€80.000) ή σε φυλάκιση η οποία δε θα υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή και στις δύο αυτές ποινές ........» Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος εξέθετε εμπορικά τα αντίτυπα των συγκεκριμένων ταινιών τα οποία είχε στην κατοχή του. Τα κατασχεθέντα DVD ήταν εκτεθειμένα σε ένα πάγκο σε παζαράκι, στο χωριό Λειβάδια στον οποίο το κοινό είχε πρόσβαση για να τα επιθεωρήσει και να τα αγοράσει, αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση σε καθορισμένη τιμή. Συνεπακόλουθα, το «actus reus» του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Όμως το συγκεκριμένο αδίκημα απαιτεί την «γνώση», η οποία σύμφωνα με την νομολογία αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία αφού αφορά στο νοητικό στοιχείο του Κατηγορούμενου. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της γνώσης: «Η παρατήρηση του Κακουργιοδικείου ότι η γνώση δεν είναι κάτι που μπορεί ν΄ αποδεικνύεται πάντοτε μ΄ άμεση μαρτυρία αλλά εξυπακούεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης υποστηρίζεται από τη νομολογία . ». Από την ποιότητα των κατασχεθέντων DVD μπορεί να συναχθεί η γνώση του Κατηγορούμενου ότι τα συγκεκριμένα ήταν κλεψίτυπα. Δεν ήταν σφραγισμένα, δεν έφεραν την ταινία ασφαλείας για γνωστοποίηση της γνησιότητας, το περιτύλιγμά τους είναι από φθηνή ζελατίνη ενώ το εξώφυλλό τους είχε αναπαραχθεί από εκτύπωση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή φωτοτύπιση. Κάποιος που ασχολείται με το συγκεκριμένο αντικείμενο σίγουρα είναι σε θέση να αναγνωρίζει κατά πόσο ένα DVD είναι αυθεντικό ή όχι. Εν πάση περιπτώσει ο Κατηγορούμενος δεν υποστήριξε ότι δεν γνώριζε, παρά το γεγονός ότι όταν κατηγορήθηκε είχε αναφέρει ότι ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Τα όσα είχε αναφέρει στην ανώμοτη δήλωσή του δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα. Η αρχική γραμμή Υπεράσπισης αφορούσε το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα DVD δεν προστατεύονταν από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία να διαφυλάσσονταν από την Κ.Ε.Π.Ο.Ε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η συγκεκριμένη υπεράσπιση δεν έχει έρεισμα. Ο ισχυρισμός που προβλήθηκε κατά την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, η δεύτερη γραμμή Υπεράσπισης, ότι τα οποιαδήποτε πνευματικά δικαιώματα, αν υπήρχαν, δεν είχαν εκχωρηθεί στην Κ.Ε.Π.Ο.Ε. σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12 του Νόμου δεν μπορεί να πετύχει αφού η παράγραφος 3(α) του Καταστατικού της Κ.Ε.Π.Ο.Ε μιλά αφ' εαυτής. Προβλέπει τα ακόλουθα: «(α) Η προστασία των συμφερόντων και προάσπιση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων («related rights») επι των οπτικοακουστικών έργων, των οποίων τα μέλη της παρούσας Εταιρείας είναι νόμιμοι δικαιούχοι.» Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων7 και 8 καταδεικνύει ότι τα μέλη της Κ.Ε.Π.Ο.Ε., ήτοι η ODEON Α.Ε., η VILLAGE ROADSHOW Α.Ε. και η FEELGOOD ENTERTAINMENT Α.Ε., ήταν οι αποκλειστικοί και νόμιμοι δικαιούχοι των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των ταινιών που είχαν καταγραφεί στην Έκθεση του κ. Πέταλη, Μ.Κ.3, και αφορούσαν το μεγαλύτερο μέρος των DVD που είχαν κατασχεθεί. Τα δικαιώματα αυτά τα είχαν παραχωρήσει, οι συγκεκριμένες εταιρείες, δυνάμει της παραγράφου 3(α) του Καταστατικού, Τεκμήριο 7, στην Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Οπόταν, τα συστατικά της 1ης Κατηγορίας αποδεικνύονται. Υπήρχε μαρτυρία από τον Μ.Κ.2 ότι οι συγκεκριμένοι ψηφιακοί δίσκοι ήταν εκτεθειμένοι σε ένα πάγκο στο παζαράκι σε δημόσια θέα και προσφέρονταν προς πώληση. Οπόταν, σε σχέση με τον όρο «δημόσια», που αναφέρεται στο άρθρο 14
(1)(δ) πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία λόγω του ότι ο Μ.Κ.2 είχε αναφέρει ότι υπήρχε έκθεση, προσφορά προς πώληση, εύκολος έλεγχος και προσέγγιση από το κοινό. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1ην Κατηγορία στην έκταση που αφορά τους 1299 ψηφιακούς δίσκους που είχαν εξεταστεί. Σε σχέση με την 2ην Κατηγορία που αφορά την προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας σε σχέση με 36 αντίτυπα ψηφιακών δίσκων ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να διαχωρίζει τους ψηφιακούς δίσκους που είχαν κατασχεθεί. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι υπήρχαν ψηφιακοί δίσκοι που περιείχαν μουσική. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από αυτή την κατηγορία λόγω ελλείψεως μαρτυρίας. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.