ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑ F.K.& S. (VAROSIA) PROPERTIES κ.α., Αρ. υπόθεσης: 7274/2013, 15/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 7274/2013 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν
- ΕΤΑΙΡΕΙΑ F.K.& S. (VAROSIA) PROPERTIES
- ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Κατηγορούμενοι 15 Σεπτεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Αβρααμίδου Για κατηγορούμενη 1, καμία εμφάνιση Για κατηγορούμενο 2: κ. Καραμανής Κατηγορούμενος 2, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και απόσπαση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων. Ειδικότερα κατηγορούνται ότι πλαστογράφησαν την υπογραφή των παραπονούμενων Σοφιανού Ματεϊδη και Έλενας Ματεϊδη χωρίς τη συγκατάθεση τους, σε ακυρωτικό πωλητήριο έγγραφο για μια μεζονέτα στο συγκρότημα Varosia Gardens 1 στο Παραλίμνι. Ακολούθως, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατέθεσαν το πλαστογραφημένο ακυρωτικό έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και απέσπασαν από τους παραπονούμενους ποσό Λ.Κ.60.000 που είχαν καταβάλει για την αγορά της μεζονέτας. Σημειώνω παρενθετικά ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία και η υπόθεση προχώρησε στην απουσία της. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δέκα μάρτυρες. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας του καθενός εξ αυτών, επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα που κρίθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Αστ. 3241 Α. Παναγή (ΜΚ1), η οποία ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της (Τεκμήριο 1) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 14.10.2011 δέχτηκε καταγγελία από τους παραπονούμενους, Σοφιανό Ματεϊδη και Έλενα Ματεϊδου. Από το Σοφιανό Ματεϊδη έλαβε γραπτή κατάθεση αναφορικά με την καταγγελία του (Τεκμήριο 10) και αυτός της παρέδωσε πρωτότυπη απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 2.2.2005 με διακριτικό αριθμό 03299 της εταιρείας K & M Famagusta Developers Ltd (Τεκμήριο 3), στην οποία αναγράφεται ότι η εταιρεία έλαβε από τους παραπονούμενους το ποσό των Λ.Κ.60.000, σε μετρητά, για την «εξόφληση αγορά μεζονέτας στο Varosia Properties No. 1 στο Παραλίμνι αρ. μεζονέτας 2». Ακολούθως έλαβε δείγματα γραφής και υπογραφής από τον Σοφιανό Ματεϊδη (Τεκμήριο 4) και την Έλενα Ματεϊδη (Τεκμήριο 5). Περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο έλαβε τα δείγματα, ανέφερε ότι «τους είπα να γράψουν με το δικό τους γραφικό χαρακτήρα, χωρίς καμία καθοδήγηση ή οτιδήποτε άλλο». Σύμφωνα με την ΜΚ1, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2, τον ενημέρωσε για την καταγγελία που δέχθηκε και έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 13 και δείγματα γραφής και υπογραφής (Τεκμήριο 6). Σχετικά με τη λήψη της κατάθεσης ανέφερε ότι όταν επικοινώνησε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 αυτός της ζήτησε κάποιο χρόνο για να εντοπίσει στοιχεία σχετικά με την υπόθεση και προσήλθε για να δώσει κατάθεση σε κατοπινή ημερομηνία. Κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 14) ο οποίος απάντησε «Δεν παραδέχομαι και η ακυρωτική συμφωνία που έχει καταχωρηθεί ήταν σε γνώση του Σοφιανού Ματεϊδη και της συζύγου του». Η ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο το πρωτότυπο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24.2.2005 για την αγορά της επίδικης μεζονέτας που είχε συνομολογηθεί μεταξύ των παραπονούμενων ως αγοραστών και της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ως πωλητή, καθώς και το έντυπο Ν.34 με το οποίο αυτή κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 8). Η μάρτυρας παρουσίασε επίσης το επίδικο ακυρωτικό έγγραφο ημερομηνίας 25.1.2006 (Τεκμήριο 7) με το οποίο οι παραπονούμενοι φαίνονται να ενημερώνουν το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου ότι το πωλητήριο έγγραφο ακυρώνεται και ζητούν την απόσυρση του από το Κτηματολόγιο. Ανέφερε ότι έλαβε από το Κτηματολόγιο έκθεση λεπτομερειών του ακινήτου στο οποίο είχε ανεγερθεί το συγκρότημα Varosia Gardens 1 (Τεκμήριο 9) στο οποίο, μεταξύ άλλων, φαίνεται ότι στις 3.2.2006 κατατέθηκε πωλητήριο έγγραφο σε σχέση με την επίδικη μεζονέτα με αγοραστή κάποιο κ. Alan Peter. Τέλος, κατά την κυρίως εξέταση της, κατέθεσε πιστοποιητικά που έλαβε από τον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία (Τεκμήριο 16), σύμφωνα με τα οποία για την περίοδο 26.1.2005-29.6.2010, διευθυντές της εταιρείας ήταν η Μαρία Αντωνίου, Παντελάκης Κυριακίδης και Στέλιος Χατζημανώλης ενώ στις 27.4.2012 διευθυντές ήταν ο κατηγορούμενος 2, ο Παντελάκης Κυριακίδης και ο Στέλιος Χατζημανώλης. Μέτοχοι κατά την 27.4.2012 ήταν οι Παντελάκης Κυριακίδης με 4200 μετοχές, Στέλιος Χατζημανώλης με 1800 μετοχές και Μαρία Αντωνίου με 4000 μετοχές. Της τέθηκε κατά την αντεξέταση ότι δεν διερεύνησε δεόντως της υπόθεση γιατί, μεταξύ άλλων, παρέλειψε να λάβει καταθέσεις από τους διευθυντές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο και από τα πρόσωπα που είχαν δικαίωμα υπογραφής για την εταιρεία. Η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι ενήργησε πλημμελώς και υποστήριξε ότι έλαβε κατάθεση και δείγματα υπογραφής από τον κατηγορούμενο 2 αφού οι παραπονούμενοι ανέφεραν στην καταγγελία τους ότι μόνο με τον κατηγορούμενο 2 είχαν ουσιαστική επαφή σε σχέση με τις συναλλαγές τους. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Λοχ. 837 Γ. Χρυσάνθου (ΜΚ2), γραφολόγος. Αφού αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα και επαγγελματική πείρα (σχετικά τα Τεκμήρια 17 και 18) εξήγησε ότι διενήργησε γραφολογικές εξετάσεις σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Όπως ανέφερε, εξέτασε δείγματα γραφής του Σοφιανού Ματεϊδη (Τεκμήρια 4, 20 και 21), της Ελένης Ματεϊδου (Τεκμήρια 5 και 22) και του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 6) με τις επίδικες υπογραφές που παρουσιάζονται στην ακυρωτική επιστολή προς το Κτηματολόγιο Αμμοχώστου (Τεκμήριο 7). Το πόρισμα του καταγράφεται σε έκθεση που ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 19) το περιεχόμενο του οποίου επεξηγήθηκε με λεπτομέρεια από τον ΜΚ2 κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του καθώς και σε δύο συγκριτικούς πίνακες που ετοίμασε στα πλαίσια της εξέτασης του και παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 23 και 24). Σύμφωνα με το συμπέρασμα του ΜΚ2, όπως το καταγράφει στην έκθεση εμπειρογνωμοσύνης του: «Οι δύο αμφισβητούμενες υπογραφές [στην ακυρωτική επιστολή Τεκμήριο 7 σε σύγκριση με τα δείγματα υπογραφών των παραπονούμενων]. παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους στα γραφολογικά γνωρίσματα καθώς επίσης και στις μικρολεπτομέρειες της γραφής και κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή των δύο πιο πάνω προσώπων, αλλά για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώρισε ή είχε στην κατοχή του γνήσιες υπογραφές τους. Το γεγονός ότι πρόκειται για προσπάθεια απομίμησης ή αντιγραφής από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιες υπογραφές των δύο πιο πάνω προσώπων, κάνει αδύνατη την εκφορά γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε.» Σημειώνω ότι το περιεχόμενο της γραφολογικής έκθεσης Τεκμήριο 19 έγινε αποδεκτό και δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο του κατηγορούμενου
- Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά της κατηγορούσας αρχής ήταν ο Αστ. 179 Χρ. Φιλίππου (ΜΚ3) ο οποίος κατέθεσε σε σχέση με τη διακίνηση διαφόρων τεκμηρίων. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε. Επόμενος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ένας εκ των παραπονούμενων, ο κ. Σοφιανός Ματεϊδης (ΜΚ4). Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, αυτός και η σύζυγος του γνώριζαν την κα Μαρία Αντωνίου από την οποία ενοικίασαν ένα διαμέρισμα της εταιρείας K & M Famagusta Developers Ltd στο Παραλίμνι περί το 2001-
- Μέσω της κας Μαρίας Αντωνίου γνώρισαν τον κατηγορούμενο 2 και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις. Περί τα τέλη 2004 αρχές 2005, ο κατηγορούμενος 2 τους πρότεινε να τους πωλήσει διαμέρισμα για επένδυση. Αυτοί επισκέφθηκαν το γραφείο του και τους έδειξε αρχιτεκτονικά σχέδια ενός συγκροτήματος με την ονομασία Varosia Gardens No. 1 στο Παραλίμνι. Στο εν λόγω συγκρότημα συμφώνησαν τελικά να αγοράσουν τη μεζομένα με αριθμό Μ2 έναντι του ποσού των Λ.Κ.60.000 και υπέγραψαν σχετική συμφωνία με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία (Τεκμήριο 8). Για το τίμημα αγοράς έλαβε την απόδειξη πληρωμής, Τεκμήριο
- Διευκρίνισε ότι για την αγορά της εν λόγω μεζονέτας δεν είχαν καταβάλει σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.60.000, ως αναγράφεται στην απόδειξη. Εξήγησε ότι «στον κατηγορούμενο είχα πωλήσει ένα διαμέρισμα 2 υπνοδωματίων που είχα και αντί να μου δώσει μετρητά Λ.Κ.60.000 και να του τα δώσω πίσω, το κάναμε σαν ανταλλαγή την ίδια μέρα. Γι' αυτό γράφει «μετρητά». Πούλησα του διαμέρισμα. Αντί να μου τα δώσει cash έγινε ανταλλαγή. Δεν του τα έδωσα cash». Συνέχισε λέγοντας ότι το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 8, το κατέθεσε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 στο Κτηματολόγιο στις 2.3.
- Στη συνέχεια, περί το 2006, πήγε με τη σύζυγο του να δουν τη μεζονέτα και δεν τους άρεσε, και ενημέρωσαν τον κατηγορούμενο
- Εκείνος τους πρότεινε να τους πωλήσει άλλο διαμέρισμα σε άλλη τοποθεσία και να του επιστρέψουν την μεζονέτα. Είδαν αρχιτεκτονικά σχέδια και συμφώνησαν με τη σύζυγο του να αγοράσουν διαμέρισμα σε πολυκατοικία που να χτιζόταν στην περιοχή Κάππαρη και υπόγραψαν σχετικό πωλητήριο έγγραφο στην παρουσία του κατηγορούμενου
- Το δεύτερο αυτό πωλητήριο έγγραφο, σύμφωνα με τον ΜΚ4, το άφησαν στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 και ο κατηγορούμενος τους είπε ότι θα το κατέθετε στο κτηματολόγιο και θα του υπέγραφαν αργότερα ακυρωτική συμφωνία αναφορικά με την μεζονέτα. Ο ΜΚ4 συνέχισε αναφέροντας ότι από το 2006 μέχρι και το 2008 ρωτούσε συχνά τον κατηγορούμενο 2 εάν είχε καταθέσει το νέο πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και αυτός του έλεγε «συνεχώς να μην αγχώνομαι και ότι είχα γραμμένο πάνω μου το πρώτο διαμέρισμα». Όταν η ανέγερση της πολυκατοικίας ολοκληρώθηκε το 2008, ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι «τα κανόνισε με το Κτηματολόγιο και ότι το διαμέρισμα πλέον μας ανήκει». Τους πρότεινε επίσης να τους βοηθήσει να το πουλήσουν «για να βγάλουμε και κάποια λεφτά από την πράξη». Μέχρι και το καλοκαίρι του 2010 δεν βρέθηκε αγοραστής για το διαμέρισμα. Τότε ο ΜΚ4 και η σύζυγος του επισκέφθηκαν το διαμέρισμα και διαπίστωσαν ότι αυτό κατοικείτο. Ο ΜΚ4 τηλεφώνησε τον κατηγορούμενο 2 και του ζήτησε εξηγήσεις και αυτός του απάντησε ότι τα πρόσωπα που διέμεναν στο διαμέρισμα ήταν απλώς κάποιοι φίλοι του τους οποίους φιλοξενούσε. Ο ΜΚ4 τότε υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και προέβη σε έλεγχο στο Κτηματολόγιο όπου διαπίστωσε ότι για το διαμέρισμα υπήρχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο από άλλο πρόσωπο και όχι από τους ίδιους καθώς και ότι για την αρχική, επίδικη, μεζονέτα είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο ακυρωτικό έγγραφο στις 26.1.2006 (Τεκμήριο 7). Διευκρίνισε ότι η υπογραφή που αποδίδεται στον ίδιο στο ακυρωτικό έγγραφο (Τεκμήριο 7) δεν του ανήκει καθώς και ότι δεν εξουσιοδότησε ούτε και συγκατατέθηκε να υπογράψει εκ μέρους του άλλο πρόσωπο. Ζήτησε εξηγήσεις ξανά από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος τους υποσχέθηκε να τους επιστρέψει τα χρήματα που είχαν πληρώσει. Μέχρι σήμερα δεν τους τα έχει επιστρέψει προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ4, του τέθηκε ότι προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία σε σχέση με την επίδικη υπόθεση εκβιαστικά για να εισπράξει από τον κατηγορούμενο 2 και όχι γιατί έχει παράπονο από αυτόν. Ο ΜΚ4 αρνήθηκε. Ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση ότι πριν την αγορά της επίδικης μεζονέτας, από το 2001 μέχρι το 2005, με τη μεσολάβηση του κατηγορούμενου 2, είχε αγοράσει με τη σύζυγο του και μεταπωλήσει τρία ακόμα ακίνητα, της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και της εταιρείας K & M Famagusta Developers Ltd. Υποστήριξε ότι ο λόγος που δεν είχε αναφέρει αυτές τις προηγούμενες πράξεις στην κατάθεση του ήταν διότι επρόκειτο για πράξεις «καθαρές», όπως της χαρακτήρισε. Για την αγορά του πρώτου ακινήτου είχε προβεί σε δάνειο για ποσό Λ.Κ.30.
- Το πρώτο ακίνητο πωλήθηκε για μεγαλύτερο ποσό και με τα χρήματα από την πώληση αγόρασαν άλλο ακίνητο κ.ο.κ. μέχρι την αγορά της επίδικης μεζονέτας στο Varosia Gardens No. 1 για το ποσό των Λ.Κ.60.
- Ερωτήθηκε για τη σχέση του κατηγορούμενου 2 με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και την εταιρεία K. & M. Famagusta Developers Ltd και απάντησε ότι δεν γνώριζε ακριβώς τη μεταξύ τους σχέση αλλά συναλλασσόταν με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος θεωρούσε ότι ήταν «πίσω από όλες τις εταιρείες», του είχε εμπιστοσύνη και οι σχέσεις τους ήταν τόσο φιλικές που ο κατηγορούμενος 2 του είχε ζητήσει να βαφτίσει και την κόρη του. Ανέφερε επίσης, απαντώντας σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ότι δεν ήξερε στους λογαριασμούς ποιάς εταιρείας πιστώνονταν τα χρήματα που πλήρωνε για τις διάφορες συναλλαγές του. Εξήγησε ότι αυτός είχε πληρώσει μετρητά μόνο για την πρώτη αγορά των Λ.Κ.30.000 και τις επόμενες φορές τα ποσά από την πώληση του κάθε διαμερίσματος πιστώνονταν για την αγορά του επόμενου χωρίς ο ίδιος να παίρνει ή να δίνει χρήματα. Σε σχέση με το διαμέρισμα για το οποίο είχε υπογράψει πωλητήριο έγγραφο το 2006 ανέφερε ότι μετά από έρευνα στο Κτηματολόγιο είχε μάθει ποιος ήταν ο δικαιούχος του με τον οποίο επικοινώνησε. Αυτός του είχε αναφέρει ότι δεν αγόρασε το διαμέρισμα αλλά το είχε πάρει ως αντιπαροχή όταν «έδωσε τη γη στον κατηγορούμενο 2». Τέλος ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 υπέδειξε στον ΜΚ4 αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22.2.2006 με τον ίδιο και τη σύζυγο του ως φερόμενους αγοραστές και τις εταιρείες K. & M. Famagusta Developer Ltd και Κυριάκος Καπετάνιος & Ανδρέας Τσαππαρέλας Λτδ ως πωλητές (Τεκμήριο 28). Με τη συμφωνία αυτή οι παραπονούμενοι φαίνεται να αγοράζουν διαμέρισμα για ποσό Λ.Κ.40.
- Ο ΜΚ4 αναγνώρισε την υπογραφή του στο εν λόγω τεκμήριο. Ανέφερε επίσης ότι είχε διορίσει σε προγενέστερο στάδιο τη δικηγόρο Τασούλα Μιλτιάδους η οποία απέστειλε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία και στους διευθυντές της Στέλιο Χατζημανώλη, Παντελάκη Κυριακίδη και Μαρίνα Αντωνίου, επιστολή με την οποία απαιτεί το ποσό των Λ.Κ.60.000 διαφορετικά θα προβούν σε καταγγελία στην αστυνομία αναφορικά με την υπόθεση. Πέμπτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η δεύτερη παραπονούμενη, Έλενα Ματεϊδου (ΜΚ5). Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 30 και ανέφερε ότι περί τα τέλη 2004 αρχές 2005 πήγε με το σύζυγο της στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 ο οποίος τους έδειξε αρχιτεκτονικά σχέδια του συγκροτήματος Varosia Gardens No. 1 και στις 24.2.2005 υπέγραψαν το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 8, για να αγοράσουν τη μεζονέτα αρ. Μ2 έναντι του ποσού των Λ.Κ.60.
- Συνέχισε λέγοντας ότι ένα χρόνο περίπου μετά, όταν το συγκρότημα ήταν έτοιμο, πήγαν και είδαν τη μεζονέτα, δεν τους άρεσε και το ανέφεραν στον κατηγορούμενο
- Αυτός εισηγήθηκε να αγοράσουν άλλο διαμέρισμα και να του επιστρέψουν τη μεζονέτα. Επέλεξαν άλλο διαμέρισμα σε πολυκατοικία που κτιζόταν στην περιοχή Κάππαρη και υπόγραψαν πωλητήριο έγγραφο στην παρουσία του κατηγορούμενου 2, το οποίο άφησαν στο γραφείο του κατηγορούμενου
- Εκείνος τους είχε πει ότι θα αναλάμβανε να το καταθέσει στο Κτηματολόγιο και θα του υπέγραφαν τότε ακυρωτικό συμβόλαιο για τη μεζονέτα. Σύμφωνα με τη παραπονούμενη, από το 2006 μέχρι το 2008 ρωτούσαν τακτικά τον κατηγορούμενο 2 εάν είχε καταθέσει το νέο πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και αυτός τους απαντούσε να μην αγχώνονται και ότι είχαν ήδη «γραμμένη επάνω τους» τη μεζονέτα. Το 2008 όταν η ανέγερση της πολυκατοικίας ολοκληρώθηκε, ο κατηγορούμενος 2 τους διαβεβαίωσε ότι είχε καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Τους πρότεινε δε να βρει αγοραστή για να το πωλήσουν ώστε να πραγματοποιήσουν κέρδος και αυτοί δέχτηκαν. Η παραπονούμενη συνέχισε λέγοντας ότι μέχρι το 2010 δεν είχε βρεθεί αγοραστής και τότε πήγαν να δουν το διαμέρισμα και διαπίστωσαν ότι κατοικείτο. Ο κατηγορούμενος 2 δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι επρόκειτο για φίλους του τους οποίους φιλοξενούσε. Την επόμενη μέρα ο σύζυγος της προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο και διαπίστωσε ότι για το διαμέρισμα υπήρχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο από άλλο πρόσωπο ενώ για τη μεζονέτα είχε καταχωρηθεί ακυρωτικό έγγραφο στις 26.1.
- Σε σχέση με το ακυρωτικό έγγραφο, Τεκμήριο 7, η παραπονούμενη υποστήριξε ότι η υπογραφή που υπάρχει σε αυτή και αποδίδεται στην ίδια, δεν είναι δική της και δεν εξουσιοδότησε ή συγκατατέθηκε να υπογράψει εκ μέρους της άλλο πρόσωπο. Πρόσθεσε ότι παρά τις υποσχέσεις του κατηγορούμενου 2 ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματα τους, δεν το έπραξε. Κατά την κυρίως εξέταση, η ΜΚ5 ανέφερε επίσης ότι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο πίστευε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας αφού αυτό τους είχε πει ο ίδιος. Επέμενε επίσης ότι κάθε φορά που προέβαιναν σε συναλλαγή με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, μιλούσαν με τον κατηγορούμενο
- Εξήγησε ότι είχαν κάνει 3 πράξεις αγοραπωλησιών διαμερισμάτων με τον κατηγορούμενο 2 και ότι οι Λ.Κ.60.000 που πλήρωσαν για την αγορά της επίδικης μεζονέτας προήλθαν από την πώληση άλλου διαμερίσματος η οποία έγινε μέσω του κατηγορούμενου
- Αντί δε να λάβουν τις Λ.Κ.60.000 από την πώληση και να τις καταβάλουν στον κατηγορούμενο 2 για την αγορά της μεζονέτας, το ποσό αυτό «το πήρε απευθείας ο κατηγορούμενος 2» για την αγορά της μεζονέτας. Κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στην παραπονούμενη αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου που φέρει ημερομηνία 15.1.2008 μεταξύ της ιδίας και του συζύγου της ως αγοραστές και της εταιρείας K & M (Famagusta) Developers & Constructions Ltd ως πωλητές. Με τη συμφωνία αυτή οι παραπονούμενοι φαίνονται να αγοράζουν διαμέρισμα στο συγκρότημα Famagusta Gardens 66 έναντι ποσού €102,
- Η εν λόγω συμφωνία φαίνεται να υπογράφεται από όλα τα μέρη. Η παραπονούμενη αναγνώρισε την υπογραφή της αλλά εξήγησε ότι δεν θυμόταν τι αφορούσε και πότε υπεγράφη. Επόμενος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστ. 2772 Γ. Γεωργίου (ΜΚ6). Ανέφερε ότι το 2014 είχε δεχθεί καταγγελία από τον κατηγορούμενο 2 και τον εκκαθαριστή της εταιρείας K & M Famagusta Developers Ltd ότι η κα Μαρία Αντωνίου είχε εισέλθει παράνομα στα υποστατικά της εταιρείας και είχε παραλάβει έγγραφα της εταιρείας. Ανέφερε ότι κατέγραψε τη σχετική καταγγελία στο ημερολόγιο ενεργείας του σταθμού (Τεκμήριο 32), ότι μετά την έρευνα τους η κα Μαρία Αντωνίου και ακόμα ένα πρόσωπο είχαν κατηγορηθεί για το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία και απείθεια κατά νομίμου διαταγής (Τεκμήριο 33) και ότι μετά την εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον τους αυτοί αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν (Τεκμήριο 34). Κατά την αντεξέταση του ΜΚ6 από το συνήγορο του κατηγορούμενου 2, του τέθηκε ότι κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας που δέχθηκε ήταν πλημμελής κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε. Έβδομη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα Μαρία Αντωνίου (ΜΚ7). Η ΜΚ7 ανέφερε ότι είναι μέτοχος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας της οποίας ήταν μια εκ των διευθυντών από την ίδρυση της μέχρι το 2010 οπόταν και αντικαταστάθηκε από τον κατηγορούμενο
- Σύμφωνα με τη ΜΚ7, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ασχολείτο με ανάπτυξη γης και, όπως ανέφερε, έκτιζε και πωλούσε διαμερίσματα και οικόπεδα. Για τον κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι «έκλεινε όλες τις συμφωνίες πώλησης, διαχειριζόταν την εταιρεία, επέβλεπε τις οικοδομές, παράγγελλε υλικά οικοδομής και είχε όλο τον έλεγχο της εταιρείας εκτός από δικαίωμα υπογραφής». Ειδικότερα ανέφερε ότι σε σχέση με πωλήσεις, ο κατηγορούμενος 2 συμφωνούσε με τους πελάτες όλους τους όρους της αγοραπωλησίας και οι διευθυντές της εταιρείας απλώς υπέγραφαν τα πωλητήρια έγγραφα. Σε σχέση με την υπόθεση, ανέφερε ότι γνώριζε τους παραπονούμενους οι οποίοι είχαν αγοράσει και πωλήσει αριθμό διαμερισμάτων από την εταιρεία πριν την αγορά της μεζονέτας. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 8 την υπογραφή της εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και στο έντυπο κατάθεσης της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, Τεκμήριο 8, αναγνώρισε την υπογραφή του κατηγορούμενου
- Σε σχέση με το τίμημα πώλησης της μεζονέτας, η ΜΚ7 υποστήριξε ότι τα χρήματα για την αγορά πρέπει να προήλθαν από την πώληση διαμερίσματος των παραπονούμενων και τα χρήματα από την πώληση να μεταφέρθηκαν για την αγορά της μεζονέτας. Ερωτήθηκε σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 28, και ανέφερε ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται στην τελευταία σελίδα και αποδίδεται στην ίδια, μοιάζει με τη δική της όμως δεν είναι δική της ενώ ούτε οι μονογραφές που υπάρχουν σε κάθε σελίδα είναι δικές της. Τα ίδια ανέφερε και για το πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 31, ότι δηλαδή η υπογραφή που φαίνεται να ανήκει στην ίδια δεν είναι δική της. Κατά την αντεξέταση της ΜΚ7, ερωτήθηκε επισταμένα αναφορικά με το ρόλο που η ίδια είχε στη διαχείριση των υποθέσεων και οικονομικών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Σε σχέση με τα καθήκοντα της, η ΜΚ7 ανέφερε ότι ασχολείτο κυρίως με τον τομέα των ενοικιάσεων αλλά χειριζόταν και θέματα που αφορούσαν το γραφείο του Φόρου Εισοδήματος, πληρωμή οφειλών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Κτηματολόγιο. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι η ίδια γνώριζε το ζεύγος Ματεϊδη αλλά επέμενε ότι δεν είχε άμεση εμπλοκή στις διάφορες αγοραπωλησίες στις οποίες προέβαιναν. Επέμενε επίσης ότι η ίδια δεν χειριζόταν τους τραπεζικούς λογαριασμούς της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και δεν γνώριζε εάν στους λογαριασμούς της πιστώθηκε το ποσό των Λ.Κ.60.000 που αφορούσε την αγορά της επίδικης μεζονέτας. Ανέφερε όμως ότι μετά που η εταιρεία είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. χρησιμοποιούσε τον προσωπικό της λογαριασμό για τη διενέργεια πληρωμών εκ μέρους της εταιρείας, πληρωμή του μισθολογίου και διακίνηση επιταγών. Όταν της υποδείχθηκαν τα πωλητήρια έγγραφα Τεκμήρια 28 και 31, η ΜΚ7 αρνήθηκε ότι η υπογραφή που αποδίδεται στην ίδια σε αυτά είναι δική της. Αναγνώρισε την υπογραφή της μόνο στο πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο
- Ανέφερε επίσης ότι η ίδια δεν καταχώρησε ακυρωτική συμφωνία στο Κτηματολόγιο σε σχέση με την αγορά της μεζονέτας. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο κ. Αντρέας Τσαπαρέλας (ΜΚ8). Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ήταν μέτοχος εταιρείας η οποία κατείχε ακίνητο στο Παραλίμνι, το οποίο παραχώρησε στην εταιρεία K & M Famagusta Developers Ltd για να αναγείρει οικοδομή ενώ η εταιρεία του θα λάμβανε ως αντιπαροχή δύο διαμερίσματα. Συνέχισε λέγοντας ότι πώλησαν τα δύο αυτά διαμερίσματα σε τρίτα πρόσωπα. Του υποδείχθηκε το πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 28 και ανέφερε ότι το ακίνητο το οποίο αφορά το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο είναι ένα από τα διαμερίσματα που η εταιρεία του είχε λάβει ως αντιπαροχή. Όταν του υποδείχθηκε η υπογραφή που αποδίδεται στην εταιρεία του στο Τεκμήριο 28, ο ΜΚ8 είπε ότι η εν λόγω υπογραφή δεν είναι δική του. Είπε επίσης ότι η εταιρεία του ουδέποτε πώλησε ή συμφώνησε να πωλήσει το διαμέρισμα αυτό στο ζεύγος Ματεϊδη και δεν έχει οποιαδήποτε γνώση για τη συνομολόγηση του συγκεκριμένου πωλητηρίου εγγράφου. Ο ΜΚ8 δεν αντεξετάστηκε. Ακολούθως έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. Μιχάλης Χαραλάμπους (ΜΚ9). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του είναι πιστοποιών υπάλληλος και τον συνδέει φιλική σχέση με τον κατηγορούμενο 2 για τον οποία έτυχε να παρέχει και υπηρεσίες πιστοποιούντος υπαλλήλου. Σε σχέση με το ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7, ο ΜΚ9 ανέφερε ότι του είχε προσκομίσει το έγγραφο αυτό ο κατηγορούμενος 2 και σε αυτό υπήρχαν ήδη οι υπογραφές που αποδίδονται στους παραπονούμενους. Ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να πιστοποιήσει τις υπογραφές διαβεβαιώνοντας τον ότι όλα είναι εντάξει και ότι οι παραπονούμενοι είχαν υπογράψει οι ίδιοι και αυτός πιστοποίησε τη γνησιότητα των υπογραφών παρά το ότι οι παραπονούμενοι δεν υπέγραψαν ενώπιον του. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 7 τη σφραγίδα και υπογραφή του. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ9 ανέφερε ότι είχε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας διότι αυτό του είχε πει ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 πολλές φορές. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παναγιώτης Στυλιανού, κτηματολογικός λειτουργός (ΜΚ10). Η μαρτυρία του ήταν, θα έλεγα, τυπικής φύσεως και δεν μπορούσε να διαφωτίσει ιδιαίτερα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Για το πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 8, ανέφερε ότι το σχετικό έντυπο του κτηματολογίου Ν. 34 φαίνεται να υπεγράφη για σκοπούς κατάθεσης από την Έλενα Ματεϊδου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατατέθηκε από την ίδια. Ο ΜΚ10 ανέφερε σχετικά ότι δεν γνωρίζει εάν είχε προσέλθει η ίδια να το καταθέσει ή εάν κατατέθηκε από άλλο πρόσωπο. Εξ άλλου κατά τον επίδικο χρόνο ο ΜΚ10 δεν ήταν τοποθετημένος στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Αναφορικά με την επίδικη μεζονέτα, ο ΜΚ10 ανέφερε ότι το πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 8 ημερομηνίας 24.2.2005, είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο στις 2.3.
- Το εν λόγω πωλητήριο αποσύρθηκε αφού προσκομίστηκε ακυρωτικό έγγραφο ημερομηνίας 25.1.2006 (Τεκμήριο 7). Η επίδικη μεζονέτα πωλήθηκε ξανά στον κ. Alan Peter με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 28.1.2006 το οποίο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο στις 3.2.
- Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία αναφορικά με την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 13) στην οποία ουσιαστικά αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε πλαστογραφήσει τις υπογραφές των παραπονούμενων στο ακυρωτικό έγγραφο. Αναφέρει επίσης ότι δεν θυμάται με ποιο τρόπο οι υπογραφές τους πιστοποιήθηκαν από τον πιστοποιών υπάλληλο ΜΚ
- Κατά τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας του προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς όπως, μεταξύ άλλων, ότι το ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7 ότι πρέπει να υπογράφτηκε από την κα Μαρία Αντωνίου μετά από εξουσιοδότηση από τους παραπονούμενους, ότι η παρούσα υπόθεση έχει «χειραγωγηθεί» από την αστυνομία, ότι οι παραπονούμενοι υπέβαλαν καταγγελία εναντίον του εκβιαστικά για να τον αναγκάσουν να τους πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.60.000 και ότι ο πιστοποιών υπάλληλος ΜΚ9 μαρτύρησε ψευδώς απειλούμενος από την αστυνομία ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν ο ίδιος αντιμέτωπος με ποινική υπόθεση για την ενέργεια του να πιστοποιήσει ως αληθινή την υπογραφή των παραπονούμενων ενώ δεν είχαν υπογράψει ενώπιον του. Σημειώνω ότι, παρά τις παραινέσεις που του έγιναν από το Δικαστήριο να περιοριστεί στα γεγονότα της υπόθεσης, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2 αναλώθηκε στο να σχολιάζει και να κρίνει το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, στην εξαγωγή συμπερασμάτων και έκφραση άποψης για την ενοχή άλλων προσώπων. Περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2 γίνεται κατωτέρω. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω μελετήσει το περιεχόμενων όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδίδεται στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά και ότι η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Ξεκινώντας από την ΜΚ1, Αστ. 3241 Α. Παναγή, σημειώνω ότι δημιούργησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την αντεξέταση. Κρίνω επομένως ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Σε σχέση με το ΜΚ2, Λοχ. 837 Γ. Χρυσάνθου, σημειώνω ότι ούτε η εμπειρογνωμοσύνη του αλλά ούτε και το πόρισμα του (Τεκμήριο 19) αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Με τη σειρά μου, θεωρώ ότι τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα και η πείρα του, όπως τα εξήγησε και όπως καταγράφονται στο βιογραφικό του σημείωμα τεκμηριώνουν επαρκώς την εμπειρογνωμοσύνη του. Σε σχέση δε με τις εξετάσεις στις οποίες προέβη για την παρούσα υπόθεση, εξήγησε με λεπτομέρεια και πειστικότητα τη μεθοδολογία του και τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο πόρισμα του. Με αυτά τα δεδομένα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του την ολότητα της και αποδέχομαι το πόρισμα της γραφολογικής του έκθεσης (Τεκμήριο 19) ως ορθό. Η μαρτυρία του ΜΚ3 Αστ. 179 Χρ. Φιλίππου δεν αμφισβητήθηκε αφού ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Θα την χαρακτήριζα ως τυπική αφού δεν αφορούσε την ουσία της υπόθεσης αλλά τη διακίνηση τεκμηρίων. Κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Στέφομαι ακολούθως στη μαρτυρία των παραπονούμενων, ΜΚ4 και ΜΚ
- Η υπεράσπιση προσπάθησε να τους αποδώσει αλλότρια και εκδικητικά κίνητρα εναντίον του κατηγορούμενου 2 όμως αυτό δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Παραδέχτηκαν και οι ίδιοι ότι μέχρι και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατέβαλαν προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης ζητώντας την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.60.000, χωρίς όμως να διακρίνω προσπάθεια ή πρόθεση για «εκβιασμό» του κατηγορούμενου 2 ή εκδικητική διάθεση. Εξήγησαν με σαφήνεια και πειστικότητα τη σχέση που είχαν με την κα Μαρία Αντωνίου και τον κατηγορούμενο 2, τον τρόπο γνωριμίας τους και τις μεταξύ τους δοσοληψίες. Η πειστικότητα τη μαρτυρίας τους δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και δεν έχω διακρίνει σημεία ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία εκάστου εξ αυτών. Κάποιες μικροδιαφορές στα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο επί επουσιωδών ζητημάτων μάλλον επιβεβαιώνουν ότι δεν υπήρξε μεταξύ τους προ-συνεννόηση και προ-σχεδιασμός παρά να πλήττουν την αξιοπιστία τους. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας τους, κρίνω ότι ήταν μάρτυρες ειλικρινείς και αξιόπιστοι. Δεν έχω καμία αμφιβολία για την αξιοπιστία του ΜΚ6 αφού σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε και ήταν καθ' όλα πειστικός στα όσα ανέφερε. Δέχομαι επίσης χωρίς επιφύλαξη τη μαρτυρία της ΜΚ
- Υπήρξε έντονη προσπάθεια από πλευράς της υπεράσπισης να πλήξει την αξιοπιστία της συγκεκριμένης μάρτυρος, αφήνοντας αιχμές για οικονομική κακοδιαχείριση και αποκόμιση αθέμιτου κέρδους εις βάρος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Η μάρτυρας αντέκρουσε όλες αυτές της προσπάθειες με πειστικό, σταθερό και σαφή τρόπο. Εξήγησε με ευθύτητα και χωρίς να περιπέσει σε καμία αντίφαση, τον τρόπο λειτουργίας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, τη σχέση της εταιρείας αυτής με την εταιρεία K & M (Famagusta) Developers Limited και τα καθήκοντα και ρόλο της ιδίας και του κατηγορούμενου 2 στις εργασίες της εταιρείας. Οι αιχμές που αφέθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης σε σχέση με την εντιμότητα της και τυχόν αλλότρια κίνητρα, παρέμειναν αόριστες και ατεκμηρίωτες χωρίς να προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να τους προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο ΜΚ8 δεν αντεξετάστηκε και η εκδοχή του επομένως δεν έχει αμφισβητηθεί. Από την πλευρά μου δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε στοιχείο στη μαρτυρία του που να θέτει σε αμφισβήτηση την αλήθεια της. Την αποδέχομαι επομένως πλήρως. Ο ΜΚ9 θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Εξήγησε με σαφήνεια τη σχέση του με τον κατηγορούμενο 2, τα γεγονότα που οδήγησαν στην πιστοποίηση του ακυρωτικού συμβολαίου Τεκμήριο 7 και τον ρόλο του ιδίου στα διαδραματισθέντα. Τα όσα ανέφερε ήταν, πιστεύω, αληθινά. Παρά το ότι η εκδοχή του αμφισβητήθηκε, ο ΜΚ9 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν με αμεσότητα. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ΜΚ10 κρίνω ότι ήταν επίσης αξιόπιστος. Πρόκειται εξ άλλου για κτηματολογικό λειτουργό, ανεξάρτητο και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον ή εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε καθόλου κατά την αντεξέταση και επομένως η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Στρέφομαι στη μαρτυρία του κατηγορούμενου
- Η εντύπωση που δημιούργησε ήταν κάθε άλλο παρά θετική. Θεωρώ ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αντίθετα η εκδοχή του ήταν στον μεγαλύτερο βαθμό κατασκευασμένη, με πρόθεση να αποπροσανατολίσει από τα πραγματικά γεγονότα, να αποσείσει την ευθύνη από τον ίδιο και να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την διοίκηση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και της εταιρείας K & M (Famagusta) Developers Limited. Προέβαλλε επανειλημμένα τη θέση ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος ήταν μόνο υπάλληλος στις εταιρείες αυτές, ότι δεν είχε δικαίωμα υπογραφής εκ μέρους τους και ότι δεν ήταν διευθυντής τους. Όμως αυτοαναιρείται αφού στην κατάθεση του παρουσιάζει μια πολύ διαφορετική εικόνα. Στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου της κατάθεσης του χρησιμοποιεί το πρώτο ενικό πρόσωπο όταν αναφέρεται στις διάφορες συναλλαγές. Παραθέτω τα πιο κάτω χαρακτηριστικά παραδείγματα από αποσπάσματα των απαντήσεων που έδωσε στον ανακριτή: «το μόνο πρόβλημα που υπάρχει και πιστεύω είναι η αιτία της καταγγελίας του [Σοφιανού Ματεϊδη] είναι ότι έχει υπόλοιπο χρημάτων να παίρνει από την τελευταία πράξη που έχει κάνει να παίρνει από την εταιρεία μας και με τη ρευστοποίηση της μεζονέτας αυτής θα του δώσω όσα χρήματα έχει να παίρνει», «.ήμουν παρών και πέρασαν από το χέρι μου όλες οι πωλήσεις και οι συναλλαγές της [κατηγορούμενης 1] εταιρείας», «από ότι θυμάμαι η συναλλαγή αυτή έγινε από άλλη πράξη, δηλαδή από την πώληση άλλου διαμερίσματος που τους είχα πωλήσει και πιθανόν να πήραν και χρήματα από πάνω για την αγορά. Δεν πρέπει να μου έδωσαν μετρητά», «.πάνω στην απόδειξη που βλέπω [Τεκμήριο 3] δεν αναφέρομαι σε καμία επιταγή που να μου έκδωσαν. Και ένα τέτοιο μεγάλο ποσό θα μου το πλήρωνε σε επιταγή», «Όταν κάναμε τη συμφωνία με το Σοφιανό ήταν ελεύθερη η μεζονέτα η τελευταία αλλά ο Σοφιανός μου είπε να μην καταθέσω το πωλητήριο έγγραφο για σκοπούς φορολογίας και να το πουλήσω το συντομότερο. Το έχω ήδη πουλήσει, έχω πάρει μια μικρή προκαταβολή από τον πελάτη την οποία και έδωσα στον Σοφιανό και από τότε δεν έχω πάρει άλλα χρήματα από τον πελάτη. Μόλις πιάσω, λόγω της κρίσης που υπάρχει θα τον ξοφλήσω». Στην αρχή της μαρτυρίας του προσπάθησε να δικαιολογήσει τη χρήση του πρώτου ενικού στην κατάθεση του. Οι δικαιολογίες που προέβαλλε δεν ήταν ούτε πειστικές ούτε αληθινές. Αντίθετα ήταν ένα εφεύρημα εκ των υστέρων για να δικαιολογήσει σημεία που θεώρησε ότι μπορούσαν να κριθούν ως επιβαρυντικά για την υπεράσπιση του. Η θέση που προέβαλλε ήταν ότι η παρούσα υπόθεση είχε «χειραγωγηθεί» εναντίον του από την αστυνομία. Όμως με κανένα τρόπο δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό του αυτό. Δεν εξήγησε ποιο ήταν το ενδεχόμενο κίνητρο της αστυνομίας για την θυματοποίηση του ή ποιο μέλος της αστυνομικής δύναμης ήταν αυτό που ενορχήστρωσε όλη αυτή τη διαδικασία εις βάρος του. Σημειώνω ιδιαίτερα τη πολύ τρανταχτή αντίφαση στην οποία περιέπεσε κατά την αντεξέταση του. Σε ένα σημείο επέμενε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για την ακυρωτική συμφωνία αλλά ούτε και για το πωλητήριο έγγραφο που υπεγράφη με τον κ Alan Peter και την κατάθεση του στο Κτηματολόγιο, Σε άλλο όμως σημείο διαμειφθήκαν τα εξής: Ερ. «Είχατε εμπλοκή στην πώληση του ακινήτου στον κ Alan Peter»; Απ. «Λάμβανα γνώση για όλα. Οι εταιρείες επουλούσαν. Ήμουν μέσα στις εταιρείες» Ερ. «Εσείς γνωρίζατε για την πράξη»; Απ. «Γνώριζα όμως δεν μπορούσα να κάνω πράξεις». Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του εξέφρασε την πεποίθηση και επέμενε ότι οι παραπονούμενοι πρέπει να είχαν εξουσιοδοτήσει την κα Μαρία Αντωνίου (ΜΚ7) να υπογράψει εκ μέρους τους το ακυρωτικό έγγραφο. Ξενίζει το ότι δεν εξέφρασε καμία τέτοια θέση στην κατάθεση του που είχε δοθεί σε χρόνο πολύ πιο κοντά στα επίδικα γεγονότα. [πιστοποιηση από πιστοποιών] Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία η απάντηση που έδωσε ήταν «Δεν παραδέχομαι και η ακυρωτική συμφωνία που είχε καταχωρηθεί ήταν σε γνώση του Σοφιανού Ματεϊδη και της συζύγου του» (Τεκμήριο 14). Από την απάντηση που έδωσε φαίνεται ότι ο ίδιος γνώριζε τόσο για την ύπαρξη του ακυρωτικού εγγράφου όσο και για το ότι αυτό είχε καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο. Υποστηρίζει μάλιστα ότι οι παραπονούμενοι γνώριζαν επίσης για την ύπαρξη του ακυρωτικού εγγράφου. Ό ίδιος ανέφερε ότι γνώριζε και χειρίστηκε προσωπικά όλες τις αγοραπωλησίες που έκανε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και ανέφερε ότι οι παραπονούμενοι του είχαν αναθέσει να πωλήσει τη μεζονέτα και να τους πωλήσει άλλο ακίνητο. Κατ΄ εντολή του ιδίου ετοιμάζονταν όλα τα έγγραφα της εταιρείας με τους πελάτες προς υπογραφή. Δεν πείθει επομένως οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι δεν γνώριζε και δεν είχε συμμετοχή τη συνομολόγηση του ακυρωτικού εγγράφου και ότι αυτό δεν είχε υπογραφεί στην παρουσία του. Το γεγονός ότι είχε στην κατοχή του τα αντίγραφα των πωλητηρίων εγγράφων Τεκμήρια 28 και 31 επί των οποίων η ΜΚ7 και ο ΜΚ8 δεν αναγνώρισαν την υπογραφή που τους αποδίδεται προκαλεί τουλάχιστον αμφιβολίες για την γνησιότητα τους. Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση προκαλεί η θέση του ΜΚ8 ότι ουδέποτε η εταιρεία του είχε συμφωνήσει να πωλήσει διαμέρισμα στο ζεύγος Ματεϊδη. Καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ειλικρινής με το Δικαστήριο. Αντίθετα προσπάθησε να παραποιήσει τα γεγονότα και να παρουσιάσει μια εικόνα άλλη από την πραγματική επιδιώκοντας να πείσει ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στον σχεδιασμό και τη διάπραξη των αδικημάτων. Οι διάφορες όμως δικαιολογίες που προέβαλλε ήταν θεωρώ δημιουργήματα και εφευρήματα εκ των υστέρων. Οι προσπάθειες του να μετακυλήσει την ευθύνη στην ΜΚ7 έμειναν ατεκμηρίωτες αφού δεν υποστηρίχθηκαν καθόλου με μαρτυρία παρά έμειναν σε επίπεδο αόριστων κατηγοριών και ισχυρισμών. Τον κρίνω ως ανειλικρινή και αναξιόπιστο και επομένως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης:
(1)Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ασχολείτο με εργασίες ανάπτυξης γης, ενοικιάσεις, ανεγέρσεις και πωλήσεις διαμερισμάτων και πωλήσεις οικοπέδων. Ήταν δε συνδεδεμένη με την εταιρεία K & M Famagust Developers Limited. Την περίοδο από 26.1.2005 μέχρι 29.6.2010 διευθυντές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν η κα Μαρία Αντωνίου, ο κ. Παντελάκης Κυριακίδης και ο κ. Στέλιος Χατζημανώλης. Στις 27.4.2012 διευθυντές ήταν ο κατηγορούμενος 2, ο κ. Παντελάκης Κυριακίδης και ο κ. Στέλιος Χατζημανώλης. Στις 27.4.2012 μέτοχοι της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν η κα Μαρία Αντωνίου, ο κ. Παντελάκης Κυριακίδης και ο κ. Στέλιος Χατζημανώλης.
(2)Από την ίδρυση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε την εταιρεία σε όλες της συναλλαγές και διαπραγματεύσεις με πελάτες, διαχειριζόταν την περιουσία της και είχε όλο τον έλεγχο των εργασιών της εκτός από δικαίωμα υπογραφής. Σε σχέση με όλες τις αγοραπωλησίες στις οποίες προέβαινε η εταιρεία, ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που συμφωνούσε όλους τους όρους της συναλλαγής με τους πελάτες και οι διευθυντές της εταιρείας υπέγραφαν απλώς τα πωλητήρια έγγραφα.
(3)Περί το 2001-2002 οι παραπονούμενοι, Σοφιανός και Έλενα Ματεϊδου, γνώρισαν την κα Μαρία Αντωνίου (ΜΚ7) η οποία ήταν τότε μια εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Μέσω αυτής είχαν ενοικιάσει ένα διαμέρισμα στην περιοχή Παραλιμνίου. Στην πορεία, μέσω της κας Μαρίας Αντωνίου, γνώρισαν τον κατηγορούμενο 2 με τον οποίο ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις. Ο κατηγορούμενος 2 παρουσίαζε τον εαυτό του ως τον ιδιοκτήτη των εταιρειών K & M Famagusta Developers Limited και της κατηγορούμενης 1, καθώς και ως το πρόσωπο το οποίο ασκούσε εν γένει τον έλεγχο των εργασιών τους.
(4)Με την μεσολάβηση του κατηγορούμενου 2, οι παραπονούμενοι αγόρασαν αριθμό διαμερισμάτων από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και την εταιρεία K & M Famagusta Developers Limited. Για την αγορά του πρώτου διαμερίσματος είχαν καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.30.000 ενώ οι υπόλοιπες αγοραπωλησίες έγιναν διαδοχικά ώστε το τίμημα πώλησης του κάθε διαμερίσματος το διέθεταν απευθείας για την αγορά του επόμενου.
(5)Στις 24.2.2005 οι παραπονούμενοι ως αγοραστές και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ως πωλητής συνήψαν συμφωνία πώλησης μιας μεζονέτας στο συγκρότημα κατοικιών με την ονομασία Varosia Gardens 1 στο Παραλίμνι. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στις 2.3.2005 για σκοπού ειδικής εκτέλεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 (Τεκμήριο 8).
(6)Για την αγορά της επίδικης μεζονέτας, οι παραπονούμενοι κατέβαλαν ως τίμημα το ποσό των Λ.Κ.60.000 και έλαβαν την απόδειξη πληρωμής Τεκμήριο
- Η απόδειξη πληρωμής Τεκμήριο 3 υπογράφεται από τον κατηγορούμενο 2 εκ μέρους της εταιρείας K & M Famagusta Developers Limited. Το ποσό των Λ.Κ.60.000 δεν καταβλήθηκε σε μετρητά από τους παραπονούμενους αλλά προήλθε από πώληση άλλου ακινήτου των παραπονούμενων. Για την διευθέτηση και ολοκλήρωση της πώλησης είχε μεσολαβήσει ο κατηγορούμενος
- Το προϊόν της πώλησης αυτής δεν το έλαβαν οι παραπονούμενοι από τον νέο αγοραστή αλλά περιήλθε στους κατηγορούμενους και πιστώθηκε από αυτούς έναντι της αγοράς και προς εξόφληση της επίδικης μεζονέτας.
(7)Περί τις αρχές 2006 οι παραπονούμενοι επισκέφθηκαν την επίδικη μεζονέτα η ανέγερση της οποίας είχε ολοκληρωθεί και δεν τους άρεσε. Ενημέρωσαν σχετικά τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του πρότεινε να τους πωλήσει άλλο διαμέρισμα σε άλλο υπό ανέγερση συγκρότημα στην περιοχή Κάππαρη. Οι παραπονούμενοι συμφώνησαν και υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο για την αγορά άλλου διαμερίσματος. Το πωλητήριο έγγραφο το άφησαν στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι θα το κατέθετε στο Κτηματολόγιο και θα τους ζητούσε να του υπογράψουν σε κατοπινό στάδιο ακυρωτικό έγγραφο για το πωλητήριο της επίδικης μεζονέτας ώστε να μπορέσει να το μεταπωλήσει.
(8)Στις 26.1.2006 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου ακυρωτικό έγγραφο το οποίο έφερε ημερομηνία 25.1.2006 και το οποίο φαίνεται να φέρει τις υπογραφές των παραπονούμενων (Τεκμήριο 7). Με το εν λόγω ακυρωτικό έγγραφο οι παραπονούμενοι εμφαίνονται να ενημερώνουν το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου ότι το πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 8 ακυρώνεται και ζητούν την απόσυρση του από το μητρώο του Κτηματολογίου. Οι φερόμενες ως υπογραφές των παραπονούμενων στο ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7, είναι πιστοποιημένες από τον πιστοποιών υπάλληλο κ. Μιχάλη Χαραλάμπους (ΜΚ9). Το εν λόγω έγγραφο είχε προσκομίσει στον ΜΚ9 ο κατηγορούμενος 2 και αυτό έφερε ήδη τις υπογραφές των παραπονούμενων. Ο κατηγορούμενος 2 και ο ΜΚ9 είχαν φιλικές σχέσεις και ο ΜΚ9 πιστοποίησε τις παρά το ότι δεν είχαν τεθεί ενώπιον του, αφού ο κατηγορούμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για τις υπογραφές των παραπονούμενων.
(9)Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου απέσυρε το καταχωρηθέν πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 8, στη βάση της ενημέρωσης που έλαβε με το ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7.
(10)Στις 3.2.2006 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου νέο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 28.1.2006 για την αγορά της επίδικης μεζονέτας με αγοραστή κάποιο κ. Alan Peter. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο βρίσκεται κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο μέχρι σήμερα.
(11)Μεταξύ 2006 και 2008, οι παραπονούμενοι ρωτούσαν επανειλημμένα τον κατηγορούμενο 2 κατά πόσο είχε καταθέσει στο Κτηματολόγιο τη συμφωνία που είχαν υπογράψει για την αγορά του νέου διαμερίσματος στην περιοχή Κάππαρης. Ο κατηγορούμενος 2 τους καθησύχαζε αναφέροντας τους ότι ήταν εξασφαλισμένοι οικονομικά αφού ήταν κατατεθειμένο ακόμα στο Κτηματολόγιο το πωλητήριο έγγραφο για την αγορά της επίδικης μεζονέτας.
(12)Η ανέγερση του διαμερίσματος στο συγκρότημα στην Κάππαρη ολοκληρώθηκε περί το 2008 και ο κατηγορούμενος 2 τους ενημέρωσε ότι είχε κάνει όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις στο Κτηματολόγιο και το διαμέρισμα τους άνηκε. Τους πρότεινε δε να μεσολαβήσει για να το πωλήσουν με σκοπό να πραγματοποιήσουν κέρδος από τη συναλλαγή. Οι παραπονούμενοι δέχθηκαν αλλά μέχρι το 2010 δεν είχε εξευρεθεί αγοραστής.
(13)Περί το καλοκαίρι 2010, οι παραπονούμενοι επισκέφθηκαν το διαμέρισμα στο συγκρότημα στην Κάππαρη και διαπίστωσαν ότι κατοικείτο από άλλα πρόσωπα. Όταν ζήτησαν εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο 2, αυτός τους ανέφερε ότι επρόκειτο για φιλικά του πρόσωπα τα οποία φιλοξενούσε.
(14)Ακολούθως οι παραπονούμενοι προέβησαν σε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου και διαπίστωσαν ότι για το διαμέρισμα στην Κάππαρη υπήρχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο από τρίτο πρόσωπο. Επικοινώνησαν με το πρόσωπο αυτό το οποίο τους ανέφερε ότι δεν είχε αγοράσει το διαμέρισμα αλλά το είχε λάβει ως αντιπαροχή «γιατί έδωσε τη γη» στον κατηγορούμενο 2. Από τις έρευνες τους στο Κτηματολόγιο, οι παραπονούμενοι διαπίστωσαν επίσης ότι στις 26.1.2006 είχε καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο το επίδικο ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7.
(15)Ζήτησαν εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος τους υποσχέθηκε ότι θα τους επέστρεφε το ποσό των Λ.Κ.60.000 που είχαν καταβάλει για την αγορά της επίδικης μεζονέτας. Μέχρι σήμερα οι παραπονούμενοι δεν έχουν λάβει οποιοδήποτε ποσό.
(16)Οι παραπονούμενοι είχαν εξουσιοδοτήσει δικηγόρο η οποία απέστειλε στις 2.9.2010 επιστολή προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και τους τότε διευθυντές της με την οποία αξίωναν την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.60.000 πλέον τόκους. Δεν έχουν λάβει οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα.
(17)Στην κατοχή του κατηγορούμενου 2 βρίσκεται αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου που φέρει ημερομηνία 22.2.2006 μεταξύ των παραπονούμενων ως αγοραστών και των εταιρειών K & M Famagusta Developers Limited και Κυριάκος & Ανδρέας Τσαπαρέλλας Λτδ ως πωλητές (Τεκμήριο 28). Με τη συμφωνία αυτή οι παραπονούμενοι φαίνεται να αγοράζουν διαμέρισμα στο συγκρότημα Famagusta Gardens 22 για ποσό Λ.Κ.40.000. Το πωλητήριο αυτό έγγραφο φέρεται να φέρει υπογραφή όλων των μερών. Ο Σοφιανός Ματεϊδης αναγνώρισε την υπογραφή του στο έγγραφο αυτό. Η υπογραφή και μονογραφές που εμφαίνονται στο έγγραφο και αποδίδονται στην κα Μαρία Αντωνίου (ΜΚ7) δεν ανήκουν στην ίδια. Η υπογραφή που εμφαίνεται στο έγγραφο και αποδίδεται στον Ανδρέα Τσαπαρέλλα (ΜΚ8) εκ μέρους της εταιρείας Κυριάκος & Ανδρέας Τσαπαρέλλας Λτδ δεν ανήκει στον ίδιο. Η δε εταιρεία Κυριάκος & Ανδρέας Τσαπαρέλλας Λτδ ουδέποτε πώλησε το εν λόγω διαμέρισμα στο ζεύγος Ματεϊδη και η ύπαρξη του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου δεν ήταν εις γνώση του ΜΚ8.
(18)Στην κατοχή του κατηγορούμενου 2 βρίσκεται αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου που φέρει ημερομηνία 15.1.2008 μεταξύ των παραπονούμενων ως αγοραστών και της εταιρείας K & M (Famagusta) Developers & Constructions Ltd (Τεκμήριο 31). Με τη συμφωνία αυτή οι παραπονούμενοι φαίνεται να αγοράζουν διαμέρισμα στο συγκρότημα Famagusta Gardens 66 για ποσό €102,516. Το πωλητήριο αυτό έγγραφο φέρεται να φέρει την υπογραφή όλων των μερών. Η Έλενα Ματεϊδου αναγνώρισε την υπογραφή της σε αυτό. Το έγγραφο δεν υποδείχθηκε στον Σοφιανό Ματεϊδη. Η υπογραφή και μονογραφές που εμφαίνονται στο έγγραφο και αποδίδονται στην κα Μαρία Αντωνίου (ΜΚ7) δεν ανήκουν στην ίδια.
(19)Περί το 2014 ο κατηγορούμενος 2 και ο εκκαθαριστής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατήγγειλαν στην αστυνομία ότι η κα Μαρία Αντωνίου είχε εισέλθει παράνομα στα υποστατικά της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και είχε λάβει έγγραφα της. Η κα Μαρία Αντωνίου κατηγορήθηκε για το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία και απείθεια κατά νομίμου διαταγής, η υπόθεση εκδικάστηκε και αυτή αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες.
(20)Για σκοπούς διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, οι παραπονούμενοι και ο κατηγορούμενος 2 έδωσαν δείγματα γραφής και υπογραφής στην αστυνομία (Τεκμήρια 4, 5 και 6 αντίστοιχα). Τα δείγματα γραφής και υπογραφής λήφθηκαν με τρόπο με τρόπο που να επιτρέπει την εξέταση τους από ειδικό γραφολόγο για σκοπούς διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης.
(21)Οι αμφισβητούμενες υπογραφές στο ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7, δεν είναι γνήσιες υπογραφές των παραπονούμενων. Αποτελούν προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης της υπογραφής τους από πρόσωπο το οποίο γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιες υπογραφές (Τεκμήριο 19). Οι παραπονούμενοι δεν εξουσιοδότησαν ποτέ οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει το ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7, ούτε και έδωσαν τη συγκατάθεση τους σε οποιοδήποτε πρόσωπο για το σκοπό αυτό. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα, προχωρώ να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορεί τους κατηγορούμενους. Το βάρος βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία πρέπει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[3]. Έχω κατά νου ότι η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών και των λεπτομερειών εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις όσο εύλογες και αν είναι[4]. Η πρώτη και δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας της υπογραφής των δύο παραπονούμενων στο ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες των άρθρων 331 και 333 του Ποινικού Κώδικα: «
- Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης. .
- Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα .(δ) υπογράφει έγγραφο- (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του.» Το άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί τεκμήριο «πρόθεσης καταδολίευσης» στις περιπτώσεις όπου: «Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.» Έχω κατά νου την ανάλυση και επεξήγησε του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» ως αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 331, στη νομολογία[5]. Ο κύριος στόχος του αδικοπραγούντος είναι να αποκομίσει προσωπικό όφελος μέσω της πλαστογραφίας, αλλοιώνοντας την πραγματική εικόνα μιας κατάστασης. Εάν ως αποτέλεσμα ένα άλλο πρόσωπο οδηγηθεί στο να ενεργήσει εις βάρος των συμφερόντων του τότε διαπράττεται το αδίκημα. Η βλάβη του αθώου μέρους δεν είναι απαραίτητα οικονομική αλλά έχει μια έννοια πιο ευρεία[6]. Στην προκειμένη περίπτωση, και ως διαφαίνεται από τα ευρήματα, οι υπογραφές των παραπονούμενων στην ακυρωτική συμφωνία Τεκμήριο 7 είχαν πλαστογραφηθεί αφού δεν ανήκουν στους ιδίους και ούτε έχουν εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει εκ μέρους τους. Η πρόθεση του πλαστογράφου προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα αφού μέσω της πλαστογράφησης η επίδικη μεζονέτα ήταν διαθέσιμη για να διατεθεί ξανά προς πώληση για αποκόμιση περαιτέρω οικονομικού οφέλους για τον πωλητή (Τεκμήριο 40). Πράγματι δε, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 40 αλλά και από την υπόλοιπη μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, η μεζονέτα πωλήθηκε σε κάποιον κ. Alan Peter, έναντι τιμήματος του οποίου η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατέστη δικαιούχος να εισπράξει. Περαιτέρω, ως αποτέλεσμα της πλαστογραφίας οι παραπονούμενοι έχασαν το δικαίωμα που είχαν να διεκδικήσουν διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του πωλητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 8 και, κατά συνέπεια, ουσιαστικά απώλεσαν την αντιπαροχή για την οποία είχαν καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.60.
- Άμεση μαρτυρία για το πρόσωπο το οποίο διέπραξε την πλαστογραφία δεν υπάρχει. Σύμφωνα με το πόρισμα του γραφολόγου, οι υπογραφές στο ακυρωτικό έγγραφο έγιναν από πρόσωπο το οποίο γνώριζε και προσπάθησε να αντιγράψει τις υπογραφές τους. Ο γραφολόγος όμως δεν προέβη σε εύρημα ότι οι υπογραφές έγιναν από τον κατηγορούμενο
- Παρά την έλλειψη άμεσης μαρτυρίας, υπάρχει περιστατική μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με το αδίκημα. Αναφέρομαι και παραπέμπω ειδικότερα στα ευρήματα του Δικαστηρίου υπό παραγράφους .......... ανωτέρω. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί στη νομολογία, η περιστασιακή μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας. Εάν όμως το Δικαστήριο θα βασιστεί σε περιστατική μαρτυρία για να καταδικάσει έναν κατηγορούμενο, η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι καταλυτική. Δηλαδή οι κρίκοι της αλυσίδας γεγονότων που προκύπτουν από την περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι συνεκτικά στερεωμένοι ώστε να μην παρέχεται έδαφος για άλλη λογική εξήγηση εκτός από την ενοχή του κατηγορούμενου. Όπως έχει τονιστεί στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 215/2012, ημερομηνίας 6.4.2015, η περιστατική μαρτυρία πρέπει να συνδέει τον κατηγορούμενο και την ενοχή με τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία. Επιπρόσθετα, έχω κατά νου ότι η μαρτυρία - είτε αυτή είναι άμεση είτε είναι περιστατική - αξιολογείται συνολικά στη βάση ενιαίας προσέγγισης και όχι με τρόπο αποσπασματικό και μικροσκοπικό. Αυτή είναι η βάση στην οποία θα πρέπει να εξεταστεί η περιστατική μαρτυρία που υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση και κατά πόσο αυτή είναι επαρκής για να αποδείξει τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο
- Έχω ήδη παραπέμψει σε συγκεκριμένα ευρήματα του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα ευρήματα αυτά είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7, προσποιούμενος σε αυτό τις υπογραφές των παραπονούμενων χωρίς την προηγούμενη εξουσιοδότηση τους. Τα γεγονότα, όπως διατυπώνονται και διαφαίνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν αφήνουν περιθώριο για καμία άλλη λογική εξήγηση πέραν αυτού. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο χειριζόταν όλες τις συναλλαγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Η έκταση του ελέγχου που διατηρούσε ήταν τέτοια ώστε το θεωρώ απίθανο να καταρτίζετο ακυρωτικό έγγραφο και να κατατίθετο στο Κτηματολόγιο εν αγνοία του. εξ άλλου αυτός ήταν το πρόσωπο που είχε πάρει το υπογραμμένο ακυρωτικό έγγραφο στον ΜΚ9 και του ζήτησε να πιστοποιήσει τις υπογραφές διαβεβαιώνοντας τον ότι ήταν «εντάξει», όπως ανέφερε ο ΜΚ
- Επιπρόσθετα, γνώριζε για την αγορά της μεζονέτας από τον κ. Alan Peter, που ακολούθησε λίγες μέρες μετά την καταχώρηση του ακυρωτικού εγγράφου. Παρά το ότι ήξερε ότι είχε κατατεθεί νέο πωλητήριο έγγραφο για τη μεζονέτα από τον κ. Alan Peter, συνέχιζε για χρόνια να διαβεβαιώνει τους παραπονούμενους ότι το πωλητήριο έγγραφο που είχαν υπογράψει για τη μεζονέτα συνέχιζε να είναι καταχωρημένο. Τους διαβεβαίωσε επίσης ψευδώς ότι είχε καταχωρήσει το πωλητήριο για την αγορά του νέου διαμερίσματος ενώ σίγουρα - εκ της θέσεως του - γνώριζε ότι το νέο αυτό διαμέρισμα ανήκε σε άλλο δικαιούχο και μάλιστα κατοικείτο από πρόσωπο που ισχυρίστηκε ότι ήταν φίλοι του. Κρίνω ότι το μοναδικό λογικό συμπέρασμα στο οποίο οδηγούν τα πιο πάνω γεγονότα είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο το οποίο πλαστογράφησε τις υπογραφές των παραπονούμενων στο ακυρωτικό έγγραφο, Τεκμήριο
- Πέραν αυτού, ο κατηγορούμενος 2 δεν έχει προβάλει κάποια άλλη λογική εξήγηση αναφορικά με την περιστατική αυτή μαρτυρία η οποία να μην μπορεί να αποκλειστεί[7]. Το μόνο που ο κατηγορούμενος 2 αντέταξε ήταν γενικές και αόριστες κατηγορίες εναντίον άλλων προσώπων, οι οποίες όμως παρέμεινα πλήρως ατεκμηρίωτες και δεν έπεισαν. Η απάντησε που είχε δώσει όταν κατηγορήθηκε γραπτώς ότι οι παραπονούμενοι γνώριζαν για το ακυρωτικό έγγραφο και την καταχώρηση του στο Κτηματολόγιο δεν φαντάζει λογική αφού θεωρώ απίθανο οι παραπονούμενοι να είχαν μεριμνήσει για την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου της μεζονέτας χωρίς ταυτόχρονα να βεβαιωθούν ότι είχαν διασφαλιστεί τα συμφέροντα και δικαιώματα τους σε σχέση με την αγορά του διαμερίσματος στην Κάππαρη. Μέσω της πλαστογραφίας των υπογραφών των παραπονούμενων η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ως ιδιοκτήτρια της μεζονέτας, επωφελήθηκε του ποσού των Λ.Κ.60.000 που οι παραπονούμενοι είχαν καταβάλει για την αγορά της ενώ η απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο έδωσε την ευκαιρία για πώληση του ιδίου ακινήτου για δεύτερη φορά και αποκόμιση διπλού κέρδους. Το ίδιο όφελος, έστω και έμμεσο, απεκόμισε ο κατηγορούμενος 2 ως το πρόσωπο το οποίο ασκούσε τον πραγματικό έλεγχο και εκτελεστική εξουσία σε σχέση με την κατηγορούμενη
- Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται αντιμέτωπος με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Τα ευρήματα δεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο μέσω του οποίου ενήργησε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Χωρίς τον προσχεδιασμό, ενέργειες και συνδρομή του κατηγορούμενου 2, θα ήταν αδύνατη η διάπραξη των αδικημάτων. Ήταν το πρόσωπο το οποίο εκπροσωπούσε τόσο την κατηγορούμενη 1 όσο και την εταιρεία K & M Famagusta Developers Limited, που λάμβανε κάθε ουσιαστική απόφαση εκ μέρους των εταιρειών αυτών, ασκούσε απόλυτο έλεγχο στην άσκηση των εργασιών τους και ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε άμεση επαφή με τους πελάτες των εταιρειών, διαπραγματευόμενος εκ μέρους του τους όρους όλων των συμφωνιών που υπέγραφαν με την εταιρεία. Ουσιώδους και καθοριστικής σημασίας είναι το ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο ιθύνων νους πίσω από τις ενέργειες της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και το πρόσωπο το οποίο συνειδητά παραπλάνησε τους παραπονούμενους. Καταλήγω επομένως ότι ο ρόλος του τον καθιστά συναυτουργό με την κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη του αδικήματος. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι αποδεικνύεται η διάπραξη των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση του 339 του Ποινικού Κώδικα. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Η διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος είναι φυσικό επακόλουθο της απόδειξης της κατηγορίας της πλαστογραφίας και των ευρημάτων. Το πλαστογραφημένο ακυρωτικό έγγραφο Τεκμήριο 7 τέθηκε σε κυκλοφορία από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος ενώ γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένο το προσκόμισε στον ΜΚ9 για σκοπούς πιστοποίησης της υπογραφής των παραπονούμενων ενώ αργότερα αυτό κατατέθηκε στο κτηματολόγιο. Παρά το ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με την κατάθεση του ακυρωτικού εγγράφου στο Κτηματολόγιο, η περιστατική μαρτυρία οδηγεί μόνο σε αυτή την κατάληξη. Εφόσον ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που είχε πλαστογραφήσει τις υπογραφές των παραπονούμενων, ο μόνος τρόπος να αποκομίσει το όφελος της πλαστογραφίας ήταν η κατάθεση του πλαστού εγγράφου στο Κτηματολόγιο. Συνεπώς συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν και το πρόσωπο το οποίο κατέθεσε τελικά το ακυρωτικό έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Η δε δόλια πρόθεση που συνόδευε την κυκλοφορία του εγγράφου συνίσταται στην και είναι ταυτόσημη με την «πρόθεση καταδολίευσης» του άρθρου 334 του Ποινικού Κώδικα ως ανωτέρω. Κρίνω επομένως ότι και η συγκεκριμένη κατηγορία έχει αποδειχθεί. Η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Το άρθρο 298
(1)του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο κατηγορούμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, δόλια παρουσίασε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου το ακυρωτικό έγγραφο το οποίο γνώριζε ότι ήταν πλαστό και ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Με την κατάθεση του πλαστού ακυρωτικού εγγράφου κατέστη δυνατή η μεταγενέστερη πώληση της μεζονέτας στον κ. Alan Peter. Ως αποτέλεσμα οι παραπονούμενοι απώλεσαν ουσιαστικά το ποσό των Λ.Κ. 60.000 που είχαν καταβάλει για την αγορά της μεζονέτας, το οποίο προσπορίστηκαν οι κατηγορούμενοι. Η μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή καθώς και τα ευρήματα δεικνύουν ότι κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος 2 προέβαινε στις διαβεβαιώσεις προς τους παραπονούμενους και διενεργούσε την πλαστογραφία του ακυρωτικού εγγράφου, ενεργούσε ενσυνείδητα και γνωρίζοντας τις επιπτώσεις για τους παραπονούμενους[8], ότι δηλαδή ουσιαστικά θα τους αποστερούσε το ποσό των Λ.Κ.60.000 που είχαν καταβάλει για την αγορά της μεζονέτας και το δικαίωμα εγγραφής της μεζονέτας επ' ονόματι τους. Οι δε διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου 2 είχαν ως αποτέλεσμα οι παραπονούμενοι να μην επιδιώξουν οι ίδιοι την κατάθεση στο κτηματολόγιο του μεταγενέστερου πωλητηρίου εγγράφου για την αγορά του διαμερίσματος στην περιοχή Κάππαρης. Δόθηκε σημασία κατά την ακρόαση το γεγονός ότι το ποσό των Λ.Κ.60.000 δεν είχε πληρωθεί από τους παραπονούμενους σε μετρητά για την αγορά της μεζονέτας. Είναι κοινή ουσιαστικά θέση ότι το ποσό αυτό προήλθε από πώληση άλλου ακινήτου των παραπονούμενων και ότι πιστώθηκε απευθείας έναντι της αγοράς της μεζονέτας. Το γεγονός όμως αυτό ουδεμία σημασία έχει. Καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι ήταν οι δικαιούχοι του ποσού των Λ.Κ.60.000. Το ότι δεν περιήλθαν τα χρήματα αυτά ποτέ στην κατοχή τους είναι επουσιώδες. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του, παραδέχεται ότι για την αγορά της μεζονέτας χρησιμοποιήθηκαν χρήματα των οποίων δικαιούχοι ήταν οι παραπονούμενοι και τα οποία προήλθαν από την πώληση άλλου ακινήτου που οι παραπονούμενοι είχαν αγοράσει προηγουμένως και τους είχε βοηθήσει να πωλήσουν. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά της στοιχεία στον απαιτούμενο βαθμό. Τέλος σημειώνω και το εξής. Κατά την αντεξέταση των παραπονούμενων τους τέθηκε ότι είχαν προβεί σε διάφορες προσπάθειες, μέσω δικηγόρου και απευθείας με τον κατηγορούμενο 2, για να αποκατασταθεί η οικονομική ζημία που είχαν υποστεί. Η έμμεση εισήγηση ήταν ότι δεν υπήρχε «γνήσιο» παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου 2 και ότι η μοναδική επιδίωξη τους με την εκδικητική προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι η αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Επί αυτού, όπως έχει νομολογηθεί[9], σημειώνω ότι ο στόχος μιας ποινική δίωξης είναι η τιμωρία του δράστη. Αυτός ο στόχος είναι ανεξάρτητος από οποιαδήποτε προσπάθεια για εξώδικη αποπληρωμή και αποζημίωση του θύματος του αδικήματος. Η αποπληρωμή και αποκατάσταση της ζημιάς του θύματος μπορεί να ληφθεί υπόψη στο στάδιο της επιλογής του είδους και της επιμέτρησης της ποινής. Όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαλείφει την ποινική ευθύνη του δράστη. Σ' ότι αφορά την παρούσα ποινική υπόθεση, η μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, τεκμηριώνει την διάπραξη των αδικημάτων. Οι όποιες προσπάθειες που έγιναν για αποκατάσταση της ζημιάς των παραπονούμενων δεν αφορούν την απόδειξη της ενοχής των κατηγορούμενων. Τις έχω δε λάβει υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των παραπονούμενων και κρίνω ότι δεν έχουν πλήξει την αξιοπιστία τους αφού δεν διέκρινα ότι ένεκα της αποτυχίας των προσπαθειών αυτών οι παραπονούμενοι οδηγούμενοι από επιθυμία εκδίκησης ή για άλλο λόγο, παραποίησαν τα γεγονότα επιδιώκοντας την καταδίκη των κατηγορούμενων. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή με αξιόπιστη, αποδεκτή και ικανή μαρτυρία έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδει κατηγορούμενους. Οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Woolmington v D.P.P.
(1935)All E.R. Rep. 1 [4] Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σύλλογος Ανόρθωση Αμμοχώστου ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινική Έφεση 147/2011, ημερομηνίας 24.4.2014 [5] Georghiou v Republic
(1984)2 C.L.R 65 [6] Χριστόδουλος Τσιέλεπος ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 457 [7] Παφίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(1990)1 C.L.R. 102 [8] Ευθυμίου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 [9] Στυλιανού v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. σελ. 646. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο