← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Χαράλαμπου Ττάκα κ.α., Αρ. Υπ.: 10722/14, 14/10/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Χαράλαμπου Ττάκα κ.α., Αρ. Υπ.: 10722/14, 14/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Υπ.: 10722/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας v.

  1. Χαράλαμπου Ττάκα,
  2. Εταιρείας P.S.T. Contractors & Developers LTD Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κα Χ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν δυο κατηγορίες που αφορούν την πλαστογραφία και την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 20, 331, 333, 335 και 339 Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31/01/2012 με 19/10/2012, στην Λάρνακα, με σκοπό καταδολίευσης είχαν πλαστογραφήσει την υπεύθυνη δήλωση του Zbigniew Kozlowski, στην οποία αναφερόταν ότι δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση από την Κατηγορούμενη 3 στην Αγ. Αρ.3554/11 Ε. Δ., Λάρνακας ήτοι είχαν υπογράψει με το όνομά του. Ενώ εν γνώσει τους και δόλια είχαν θέσει σε κυκλοφορία την πλαστογραφημένη υπεύθυνη δήλωση. Προς απόδειξη της κατηγορίας για την Κατηγορούσα Αρχή δόθηκε μαρτυρία από πέντε

(5)μάρτυρες. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο Αστ.3284 Νικολάου, Μ.Κ.1, ο οποίος έχει ειδικότητα γραφολόγου. Είχε ετοιμάσει Έκθεση, της οποίας το περιεχόμενο της υιοθέτησε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1. Στην Έκθεσή του κατέληξε ότι η υπογραφή στην υπεύθυνη δήλωση που είχε εξετάσει δεν συνιστά γνήσια υπογραφή του Zbigniew Kozlowski αλλά επρόκειτο για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης της από πρόσωπο που την γνώριζε. Συγκρίνοντας την αμφισβητούμενη γραφή με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον Zbigniew Kozlowski και στον Χαράλαμπο Ττάκα δεν μπορούσε κανένας από τους δυο να συνδεθεί. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, την υπεύθυνη δήλωση του Zbigniew Kozlowski, ως Τεκμήριο 3 δέκα
(10)φωτοαντίγραφα των δειγμάτων γραφής και υπογραφής του Zbigniew Kozlowski, ως Τεκμήριο 4 δέκα
(10)δείγματα γραφής και υπογραφής του Χαράλαμπου Ττάκα και ως Τεκμήριο 5 συγκριτικούς πίνακες. Εξήγησε ότι είχε φωτογραφήσει την υπογραφή στο Τεκμήριο 2 και τα δείγματα γραφής του Τεκμηρίου 3 και τα είχε μεγεθύνει και τοποθετήσει στο Τεκμήριο 5, τους συγκριτικούς πίνακες. Εξήγησε ότι είχε φωτογραφήσει την αμφισβητούμενη υπογραφή από το Τεκμήριο 2 και την είχε μεγεθύνει. Είχε μεγεθύνει και τα δείγματα και τα είχε τοποθετήσει στο Τεκμήριο
  1. Τα 13 σημεία που αποτυπώθηκαν με κόκκινο χρώμα καταδεικνύουν τις διαφορές που ο ίδιος είχε εντοπίσει. Τα συγκεκριμένα 13 σημεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πρόκειται για υπογραφή που δεν είναι ελευθέρας γραφής και υπήρχαν σταματήματα τον είχε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του προσώπου που είχε υπογράψει το Τεκμήριο
  2. Επρόκειτο για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την υπογραφή του προσώπου που είχε δώσει τα δείγματα. Στην προσπάθειά του να αποτυπώσει κάτι ξένο, το πρόσωπο που προσπάθησε να αντιγράψει, είχε ξεφύγει από τα δικά του χαρακτηριστικά, για αυτό και είναι αδύνατο να καθοριστεί ποιος την είχε κάνει. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, το βιογραφικό του σημείωμα. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι είχε συγκρίνει τα δείγματα γραφής του Kozlowski με την αμφισβητούμενη υπογραφή. Ήταν η θέση του ότι η υπογραφή στην δήλωση συσχετιζόμενη με τα Τεκμήρια 3 και 4 παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κανένας από τους δυο δεν μπορεί να συνδεθεί. Εξήγησε ότι δεν είχαν ληφθεί δείγματα γραφής του κ. Α. Ττάκα γιατί πρωταρχικός στόχος ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο η υπογραφή ήταν γνήσια ή όχι. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Zbigniew Kozlowski, Μ.Κ.2, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι ζει και εργάζεται στην Κύπρο από το 2004 και γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα. Εργαζόταν ως οικοδόμος και στις 17/03/2010 είχε τραυματιστεί σοβαρά σε εργατικό ατύχημα πέφτοντας από ύψος 6 με 7 μέτρα. Εργολάβος του έργου ήταν η εταιρεία P.S.T CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD της οποίας διευθυντής ήταν ο Χαράλαμπος Ττάκας. Μετά το ατύχημα ο ίδιος είχε αποταθεί σε δικηγόρο, τον Κενδέα Σέργη, για να απευθυνθεί για αποζημιώσεις προς την ασφαλιστική εταιρεία. Είχε καταχωριστεί η Αγ. Αρ.3554/11 σε σχέση με το ατύχημα. Είχε αναχωρήσει από την Κύπρο για την Αγγλία στις 03/04/
  4. Είχε λάβει τηλεφωνική ενημέρωση από τον δικηγόρο του ότι του είχε παραλάβει ένα χαρτί από τον δικηγόρο της εταιρείας P.S.T CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD στο οποίο καταγραφόταν ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση στην Αγ. Αρ.3554/11 από την εταιρεία και το οποίο ήταν υπογραμμένο από τον ίδιο. Ο ίδιος είχε αναφέρει στο δικηγόρο του ότι ποτέ δεν είχε υπογράψει τέτοιο έγγραφο. Όταν είχε έρθει στην Κύπρο είχε συναντηθεί με τον δικηγόρο του, ο οποίος του είχε υποδείξει το σχετικό έντυπο και ο ίδιος είχε διαπιστώσει ότι δεν ήταν η δική του υπογραφή και κάποιος είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του. Επίσης είχε διαπιστώσει ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης στην Αγ. Αρ. 3554/12 καταγραφόταν ότι ο ίδιος είχε συνάντηση με τον Χαράλαμπο Ττάκα, το καλοκαίρι του 2012, στην οποία είχε υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο. Όμως ο ίδιος είχε εγκαταλείψει την Κύπρο στις 03/04/2012 και δεν είχε επιστρέψει έκτοτε. Τον Χαράλαμπο Ττάκα τον είχε δει για τελευταία φορά 2 με 3 μήνες μετά το ατύχημα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγ. Αρ. 3554/
  5. Ως Τεκμήριο 9 κατέθεσε την επιστολή του δικηγόρου Άδωνη Πετρίδη προς το δικηγόρο Κενδέα Σέργη. Παραδέχθηκε ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο, το Τεκμήριο 2 ήταν καταγραμμένος ο αριθμός ταυτότητας του πλην όμως δεν ήταν η δική του υπογραφή. Επίσης παραδέχθηκε ότι είχε δώσει αντίγραφο της ταυτότητας του στους Κατηγορούμενους γιατί το χρειάζονταν. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, απόδειξη πληρωμής αεροπορικού εισιτηρίου για την Αγγλία. Κατέληξε, ότι δεν είχε συναντηθεί με τον Χαράλαμπο Ττάκα σε κανένα περίπτερο. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι μιλά, διαβάζει και καταλαβαίνει ελληνικά πλην όμως έχει κάποιο βαθμό δυσκολίας. Μετά το δυστύχημα ο ίδιος είχε μεταφερθεί σε ιδιωτική κλινική οπόταν δεν θα μπορούσε να καλέσει ο ίδιος το γραφείο εργασίας, σε σχέση με το δυστύχημα, ενώ ήταν σπασμένη η σπονδυλική του στήλη. Ήταν η δική του θέση ότι ο ίδιος είχε πέσει από ύψος στο εργοτάξιο της συγκεκριμένης εταιρείας του Κατηγορούμενου 1 και η εταιρεία αρνείται να του καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση γιατί είχαν πλαστογραφήσει την υπογραφή του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι την ύπαρξη του Τεκμηρίου 2 την είχε πληροφορηθεί από το δικηγόρο του και όχι από τον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος είχε υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο όμως γνώριζε ότι η υπογραφή δεν ήταν η δική του. Μαρτυρία δόθηκε από τον Αστ. 3178 Παρασκευά, Μ.Κ.3, του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι στις 29/10/13 ο Παραπονούμενος μαζί με το δικηγόρο του Κενδέα Σέργη είχε καταγγείλει ότι κατά το έτος 2012 είχε πλαστογραφηθεί υπεύθυνη δήλωση στην οποία ο Παραπονούμενος δήλωνε ότι δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση στην Αγ. Αρ. 3554/11 και ότι όλα είχαν διευθετηθεί συμπεριλαμβανομένων και των δικηγορικών εξόδων. Λόγω του συγκεκριμένου γεγονότος η ασφαλιστική εταιρεία δεν αποζημιώνει τον Παραπονούμενο. Το συγκεκριμένο έγγραφο είχε σταλεί στο δικηγόρο Κενδέα Σέργη από το δικηγορικό γραφείο Πολύκαρπος Πετρίδης & Σία. Του είχε παραδοθεί από τον Άδωνι Πετρίδη κατά τη διάρκεια της έρευνας που διενεργήθηκε στις 06/11/
  7. Στις 27/11/13 είχε ληφθεί ανακριτική κατάθεση από τον Χαράλαμπο Ττάκα στην οποία είχε αναφέρει ότι ο Παραπονούμενος είχε επικοινωνήσει μαζί του και του είχε ζητήσει εργασία. Ο Χαράλαμπος Ττάκας του είχε ζητήσει να υπογράψει μια δήλωση ότι δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση από την εργασία στην Αγ. Αρ. 3554/11 για να συνεργαστούν. Ο Παραπονούμενος είχε αποδεχθεί και είχαν συναντηθεί έξω από ένα περίπτερο στη Λάρνακα όπου του είχε παραδώσει τα σχέδια για την ετοιμασία της προσφοράς και ταυτόχρονα ο Παραπονούμενος έχει υπογράψει τη συγκεκριμένη δήλωση. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 13, την κατάθεση που είχε λάβει από τον Χαράλαμπο Ττάκα. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι από τα όσα του είχε αναφέρει ο Παραπονούμενος οι Κατηγορούμενοι είχαν πλαστογραφήσει το συγκεκριμένο έγγραφο για να μην αποζημιωθεί ο ίδιος από την ασφαλιστική εταιρεία. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Κενδέας Σέργης, Μ.Κ.4, του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  8. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι ο Παραπονούμενος είναι πελάτης του. Αρχές Ιανουαρίου του 2011 του είχε αναθέσει την έγερση αγωγής εναντίον της Κατηγορουμένης εταιρείας 3 για αξίωση αποζημιώσεων συνεπεία εργατικού ατυχήματος, το οποίο είχε συμβεί 17/03/
  9. Η Κατηγορούμενη εταιρεία 3 είχε καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή μέσω του δικηγορικού γραφείου Πολύκαρπος Πετρίδης & Σία ενώ σημείωμα εμφάνισης για τη συγκεκριμένη εταιρεία είχε επίσης καταχωριστεί από το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και τα δυο δικηγορικά γραφεία εμφανίζονταν στην αγωγή ως ομόδικοι. Μετά από διαταγή του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων η Κατηγορούμενη εταιρεία 3 μέσω του διευθυντή της Χαράλαμπου Ττάκα είχε καταχωρήσει ένορκη δήλωση αποκάλυψης στην οποία είχε αποκαλυφθεί, ως έγγραφο, υπεύθυνη δήλωση του Παραπονούμενου για απόσυρση της αγωγής και απαλλαγή της Κατηγορουμένης εταιρείας 3 την οποία είχε υπογράψει το καλοκαίρι του
  10. Στις 08/04/13 ο ίδιος είχε ζητήσει να του παρουσιάσουν προς επιθεώρηση τη συγκεκριμένη δήλωση πλην όμως μέχρι και τις 20/06/13 τα έγγραφα δεν του είχαν δοθεί και είχε αναγκαστεί να καταχωρίσει αίτηση, στις 20/06/13, με την οποία να ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για την επιθεώρηση και τη λήψη αντιγράφων. Στις 17/10/13 είχε ενημερωθεί από τον Άδωνι Πετρίδη, δικηγόρο, ότι αντίγραφο της ισχυριζόμενης υπεύθυνης δήλωσης είχε τοποθετηθεί στη δική του θυρίδα. Όταν η συγκεκριμένη υπεύθυνη δήλωση είχε περιέλθει στην κατοχή του ο ίδιος είχε ενημερώσει τον πελάτη του τηλεφωνικώς, ο οποίος βρισκόταν στην Αγγλία και του είχε ζητήσει να έλθει στην Κύπρο να καταγγείλει την υπόθεση ενόψει του ότι ήταν ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε υπογράψει τέτοιο έγγραφο. Βλέποντας το Τεκμήριο 2 το αναγνώρισε ως να είναι το ίδιο με το έγγραφο που είχε τοποθετηθεί στη θυρίδα του από τον Άδωνι Πετρίδη, τον Σεπτέμβριο του
  11. Το συγκεκριμένο έγγραφο είχε περιέλθει σε γνώση του τον Οκτώβριο του 2012 όταν είχε καταχωριστεί η Έκθεση Υπεράσπισης της Κατηγορούμενης Εταιρείας 3, Εναγόμενης στην αγωγή. Στις 07/11/12 είχε ζητήσει με επιστολή του, προς το δικηγορικό γραφείο Πολύκαρπος Πετρίδης, αντίγραφο του συγκεκριμένου εγγράφου. Δεν υπήρξε όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. Εξήγησε ότι η ασφαλιστική κάλυψη που είχε η Κατηγορούμενη εταιρεία 3 ήταν κατά παντός κινδύνου εργολάβου. Κάλυπτε τον κυρίως εργολάβο και τους υπεργολάβους και η κάλυψη της ήταν περιορισμένη στις €100.000-. Η κλίμακα της αγωγής του Παραπονούμενου ήταν €100.000-€500.000- και αυτό σήμαινε ότι η ασφάλεια θα κάλυπτε μέχρι €100.000- και πέραν των €100.000- το ποσό θα έπρεπε να καλυφθεί από την εταιρεία. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία 3 στην καταχωρησθείσα Έκθεση Υπεράσπισής της είχε αρνηθεί ότι υπήρχε οποιαδήποτε σχέση εργοδότησης με τον Παροπονούμενο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 15, αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης. Η ασφαλιστική εταιρεία C.N.P. εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος, στη διαδικασία, το οποίο γραφείο θα είχε και το χειρισμό της υπόθεσης. Ακολούθως το συγκεκριμένο γραφείο είχε αποσυρθεί και είχε παραμείνει ως δικηγόρος της ο Άδωνις Πετρίδης. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Άδωνις Πετρίδης, Μ.Κ.5, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την κατάθεση του. Στην κατάθεση του κατέγραψε ότι τον Ιανουάριο του 2012 τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του ο Χαράλαμπος Ττάκας, διευθυντής της εταιρείας P.S.T. Contractors and Developers Ltd. Το δικηγορικό του γραφείο είχε καταχωρίσει εμφάνιση εκ μέρους της συγκεκριμένης εταιρείας στις 19/10/
  12. Όμως, είχε ενημερωθεί ο ίδιος από το Χαράλαμπο Ττάκα ότι το καλοκαίρι του 2012 είχε γίνει συνάντηση του Χαράλαμπου Ττάκα με τον Παραπονούμενο στην οποία του ζητήθηκε να αποσύρει την αγωγή και να υπογράψει σχετική δήλωση. Ο πελάτης του του είχε προσκομίσει τη συγκεκριμένη δήλωση, η οποία αποκαλύφθηκε και ενόρκως στην αγωγή στις 14/03/
  13. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 τη δήλωση που του είχε παραδώσει ο πελάτης του, στο Τεκμήριο 8 την Έκθεση Υπεράσπισης που είχε καταχωρίσει και στο Τεκμήριο 9 την δική του επιστολή προς τον δικηγόρο Κενδέα Σέργη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 19/10/12 είχε καταχωρίσει Υπεράσπιση. Εξήγησε ότι η απαίτηση στην Αγωγή αφορούσε κατ' ισχυρισμό εργατικό ατύχημα. Η θέση της Εναγομένης εταιρείας στην αγωγή ήταν ότι τα τραύματα του Παραπονούμενου είχαν προκληθεί εκτός του εργοταξίου γι' αυτό και από την αρχή υπήρξε αλληλογραφία με τη Λαϊκή Ασφαλιστική. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο κάλεσε τους Κατηγορούμενους 1 και 3 σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση στην οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Σημειώνεται ότι η κατάθεσή του δεν είχε κατατεθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Κλήθηκε ως μάρτυρας Υπεράσπισης ο Αντρέας Παναγιώτου, Μ.Υ.1, ο οποίος σε σχέση με την υπόθεση είχε ετοιμάσει Έκθεση την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  14. Βλέποντας το Τεκμήριο 3 υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε λάβει πιστά αντίγραφα και τα είχε εξετάσει από γραφολογικής απόψεως. Υποστήριξε ότι ο ίδιος διαφωνούσε με τα ευρήματα του Μ.Κ.1 γιατί είχε καταλήξει ότι δεν πρόκειται περί πλαστογραφημένης υπογραφής. Ήταν η δική του θέση ότι το τρέμουλο στην υπογραφή οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά το χρόνο υπογραφής του, το Τεκμήριο 2, είχε τεθεί σε σκληρή επιφάνεια. Επέμενε στη θέση του ότι επρόκειτο για υπογραφή που είχε τεθεί σε σκληρή επιφάνεια χωρίς συνάμα να σημαίνει ότι είχε πλαστογραφηθεί και ήταν η υπογραφή του Zbigniew Kozolowski. Σύμφωνα με την Έκθεση του, το Τεκμήριο 17 παρατηρείτο ομοιότητα στη γενική μορφή και στον τρόπο σχηματισμού της αμφισβητούμενης υπογραφής με τα δείγματα γραφής του παραπονούμενου. Τόσο στη γενική μορφή καθώς και στον τρόπο σχηματισμού κάθε μιας από τις γραφικές κινήσεις, στον τονισμό και στην κλίση. Επίσης παρατηρήθηκε ομοιότητα στον ιδιόρρυθμο τρόπο κατασκευής των αγγλικών γραμμάτων (K, Z, bi, g, s). Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι εργαζόταν ως γραφολόγος στην Αστυνομία για πάρα πολλά χρόνια και είχε εξετάσει μεγάλο αριθμό εγγράφων. Παραδέχθηκε ότι ο ορθότερος τρόπος για να γίνει μια γραφολογική εξέταση ήταν να γίνει η συγκεκριμένη εξέταση από τα πρωτότυπα έγγραφα και όχι από φωτοτυπίες. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η συγκεκριμένη εξέταση είχε γίνει από έγχρωμες φωτοτυπίες της υπογραφής του Παραπονούμενου. Συμφώνησε με τη θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η εξέταση η οποία είχε γίνει, λόγω του ότι είχε γίνει από φωτοτυπίες, μπορούσε να οδηγήσει σε μη ασφαλές συμπέρασμα και περαιτέρω ανέφερε ότι ο ίδιος είχε καταγράψει την επιφύλαξη στην Έκθεσή του σε σχέση με τα πρωτότυπα. Ισχυρίστηκε ότι είχε διενεργήσει τις γραφολογικές εξετάσεις και περίμενε να επιβεβαιώσει την άποψή του βλέποντας τα πρωτότυπα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε διεξαγάγει την συγκεκριμένη εξέταση με μη ενδεδειγμένο τρόπο και επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος είχε διενεργήσει σωστά τη δουλειά του. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι μια γνήσια υπογραφή θα πρέπει να είναι γραμμένη ελεύθερα, με ταχύτητα, αυτοματισμό, δεν πρέπει να υπάρχουν οποιαδήποτε σημεία αστάθειας, διστακτικότητας ή άλλα στοιχεία που να φανερώνουν ελεγχόμενη και μη φυσιολογική πράξη. Σε σχέση με την αμφισβητούμενη υπογραφή ο ίδιος δεν είχε διαπιστώσει οποιαδήποτε ύποπτα στοιχεία. Είχε όμως διαπιστώσει αστάθεια και τρέμουλο τα οποία, κατά τη δική του άποψη, δεν ήταν το αποτέλεσμα κάποιας πλαστογράφησης της υπογραφής ή απομίμησης της από άλλο πρόσωπο αλλά ήταν ίχνη τα οποία ήταν φυσιολογικά και ομαλά τα οποία προέρχονταν λόγω του ότι το Τεκμήριο 2 είχε τεθεί πάνω σε σκληρή και ανώμαλη επιφάνεια για να υπογραφτεί. Εξήγησε, ότι ενίοτε και η θέση του γράφοντος μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο. Όμως η δική του κατάληξη ήταν ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είχε τεθεί πάνω σε σκληρή και ανώμαλη επιφάνεια. Ερωτηθείς ανέφερε ότι όταν είχε κληθεί από τους συνηγόρους Υπεράσπισης δεν του είχε αναφερθεί οτιδήποτε σε σχέση με την υπόθεση. Απλά του είχε ζητηθεί να εξετάσει συγκεκριμένα έγγραφα και να ετοιμάσει γραφολογική έκθεση σε σχέση με την υπογραφή που αμφισβητείτο στο Τεκμήριο
  15. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε αναφερθεί στην Έκθεση του, Τεκμήριο 17, ότι το τρέμουλο οφειλόταν στην σκληρή και ανώμαλη επιφάνεια υπέδειξε στην Έκθεσή του τη φράση «ανώμαλη επιφάνεια». Ήταν η δική του θέση ότι όταν η επιφάνεια είναι σκληρή ή ανώμαλη τότε τα γραφολογικά χαρακτηριστικά αλλοιώνονται. Επέμενε στη θέση του ότι δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και της υπογραφής του Παραπονούμενου και ότι ο ίδιος είχε διαπιστώσει ατομικότητα, αυτοματισμό, ποιότητα γραμμάτων και ταχύτητα και στις δυο υπογραφές. Υπήρχαν, κατά τον ίδιο, κάποιες παραλλαγές στις δυο υπογραφές, όχι όμως οποιεσδήποτε διαφορές ουσίας. Παρέπεμψε στο συγκριτικό πίνακα που συνοδεύει την Έκθεση του και επέσυρε την προσοχή στην παραλλαγή του γράμματος «ο». Ερωτηθείς εκτεταμένα να εξηγήσει τις εμφανείς διαφοροποιήσεις σε κάποια γράμματα και το λόγο που σε κάποια γράμματα της αμφισβητούμενης υπογραφής εντοπιζόταν αστάθεια και σε άλλα όχι υποστήριξε ότι στην πλειονότητα των γραμμάτων υπήρχε αστάθεια, η οποία είχε προκύψει λόγω της επιφάνειας στην οποία είχε υπογραφτεί το συγκεκριμένο έγγραφο. Υποστήριξε εμφαντικά ότι το χέρι δεν είναι γραφομηχανή πλην όμως γράφει με τον ίδιο τρόπο αλλά υπάρχουν διακυμάνσεις ή παραλλαγές της γραφής είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Περαιτέρω υποστήριξε ότι υπάρχουν παραλλαγές στην αμφισβητούμενη υπογραφή σε όλα τα γράμματα σε διαφορετική μορφή. Με αναφορά στα γράμματα «h» και «k» υποστήριξε ότι οι διαφορές που παρατηρούνται θα μπορούσαν να οφείλονται στο «air connective line» το οποίο υπήρχε και ισχυρίστηκε ότι ο τρόπος σχηματισμού του γράμματος «h» έχει μια ιδιαιτερότητα, η οποία παρατηρείται σε όλα τα δείγματα γραφής του Παραπονούμενου. Ισχυρίστηκε ότι από το ένα γράμμα στο άλλο υπήρχε η ίδια απόσταση και ότι δεν υπήρχαν διαφορές στα γράμματα. Επέμενε στη θέση του ότι οι διαφορές, στις οποίες του είχε επισύρει την προσοχή του η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, οι οποίες ήταν αρκετές, για τον ίδιο δεν συνιστούσαν διαφορές και αφορούσαν τον τρόπο που είχε γίνει η γραφή, δηλαδή, τη θέση του εγγράφου και την επιφάνεια στην οποία είχε γίνει η γραφή. Κατά τη δική του γνώμη οι οποιεσδήποτε διαφορές, οι οποίες είχαν προέλθει από το τρέμουλο, υφίσταντο γιατί η υπογραφή είχε τεθεί πάνω σε σκληρή επιφάνεια. Κατέληξε, ότι ο ίδιος διεκπεραιώνει αυτού του είδους την εργασία εδώ και 40 χρόνια και πάντοτε με απώτερο στόχο την εύρεση της αλήθειας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και από τις δυο πλευρές η συνήγορος Υπεράσπισης κατέθεσε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση στην οποία παρέθεσε τις απόψεις της. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέθεσε την δική της θέση δια ζώσης. Οι εκατέρωθεν θέσεις είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτές εκεί όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ_ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές και στις εκατέρωθεν θέσεις έρχομαι τώρα στο δύσκολο και λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506. Η αξιολόγηση είναι ατομική πλην όμως τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα θα πρέπει να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέτασή της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου «εντύπωση» περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με την μαρτυρία του βλ. Χ' Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 174 στην σελ. 180 και Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 333. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου καθώς επίσης και τον μάρτυρα που είχε καλέσει η Υπεράσπιση. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και της ευκαιρίας που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Αρχίζοντας από τους μάρτυρες κατηγορίας, όσο αφορά τον Αστ.3284, Μ.Κ.1, είχε προσέλθει στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1. Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Στα Δικαστήρια συνήθως, καλούνται από τους διάδικους προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, εμπειρογνώμονες μάρτυρες για να καταθέσουν πάνω σε τεχνικά ζητήματα. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν τον δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να καταστεί ικανός ο Δικαστής να σχηματιστεί τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία (Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 97,Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361). Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Το κρίσιμο υπό τις περιστάσεις ερώτημα που τίθεται είναι όχι εάν ο Μ.Κ.1 ήταν σταθερός στην θέση του περί του γεγονότος ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα από τους δυο, Παραπονούμενο και Κατηγορούμενο, αλλά εάν έχει καταφέρει να πείσει για την εκδοχή του ότι δεν ανήκει σε κανένα από τους δυο και εάν η μαρτυρία του και η γνώμη του έχει κλονιστεί από την δοθείσα μαρτυρία της Υπεράσπισης και δη του Μ.Υ.1 κ. Παναγιώτου. Θεωρώ πιο πειστική την μαρτυρία του Αστ.3284 Νικολάου, Μ.Κ.1, γιατί ήταν σταθερός στις θέσεις του ενώ ο κ. Παναγιώτου, Μ.Υ.1, επαναλάμβανε τον αυτό του ότι «το χέρι δεν είναι γραφομηχανή να γράφει τα ίδια.». Και ενώ είχαν υποδειχθεί στον Μ.Υ.1 κατά την αντεξέτασή του σωρεία διαφορών μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και των δειγμάτων γραφής του Παραπονούμενου αρνείτο να δει τι ήταν προφανές στο μάτι και επέμενε ότι οι διαφορές που παρατηρούνταν είχαν προκύψει γιατί το έγγραφο είχε υπογραφτεί σε σκληρή επιφάνεια χωρίς να ξέρει με σιγουριά κατά πόσο πράγματι είχε υπογραφτεί σε σκληρή επιφάνεια. Αντιπαραβάλλοντας το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί σε σχέση με το επίδικο θέμα και μελετώντας τις απόψεις, γνώμες και τα στοιχεία προς τεκμηρίωση εκατέρωθεν των απόψεων έχω καταλήξει ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 έχει τεθεί υπό τέτοια αμφισβήτηση που δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να στηριχθεί στην δική του άποψη και γνώμη και να αποκλειστεί αυτή του Μ.Κ.
  1. Οπόταν, παραμένει ως δεδομένο ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν ανήκει ούτε στον Παραπονούμενο αλλά ούτε και στον Κατηγορούμενο
  2. Ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.3178 Παρασκευά, Μ.Κ.3, δεν αντεξετάστηκε ουσιαστικά από την συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και
  3. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του, Τεκμήριο 12, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, στην οποία καταγράφει όλες τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε, τα οποία σχετίζονται αποκλειστικά με τις δικές του ενέργειες, γίνονται αποδεκτά στο σύνολο τους από το Δικαστήριο. Οι δυο δικηγόροι, κ Σέργης, Μ.Κ.4 και κ. Πετρίδης, Μ.Κ.5 ήταν προσεκτική στην μαρτυρία τους αναφέροντας τι είχαν βιώσει σε σχέση με το συγκεκριμένο έγγραφο. Προς τιμή τους κανένας από τους δυο δεν είχε εκφράσει γνώμη σε σχέση με τον πελάτης του έτσι ώστε να αφήσουν το Δικαστήριο ανεπηρέαστο. Ο Παραπονούμενος από την άλλη άφησε το Δικαστήριο με κάποια ερωτηματικά ιδιαίτερα σε σχέση με το γεγονός ότι δεν αντέδρασε άμεσα όταν είχε μάθει για την ύπαρξη του συγκεκριμένου εγγράφου. Σύμφωνα με την μαρτυρία του δικηγόρου του κ. Σέργη, Μ.Κ.4, τον είχε ενημερώσει τηλεφωνικός μόλις είχε πάρει αντίγραφο της καταχωρηθείσας υπεράσπισης, δηλαδή στις 19/10/
  4. Είχε καταγγείλει την πλαστογραφία ένα χρόνο μετά στις 29/10/2013 γνωρίζοντας ότι υπήρχε σε εκκρεμότητα η αγωγή. Επίσης το γεγονός ότι είχε δώσει οδηγίες σε δικηγόρο για καταχώριση της αγωγής επίσης 1 χρόνο μετά το ατύχημα γεννά ερωτηματικά. Έχοντας υπόψη μου την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 2, δεν ανήκει στον Μ.Κ.2 αλλά ούτε και στον Κατηγορούμενο 1 καθώς και το γεγονός ότι δεν είχε καταλήξει σε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα σε σχέση με το ποιος είχε υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο συνεπώς δεν μπορώ να καταλήξω με βάση την δική του αποκλειστικά και μόνο μαρτυρία ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 2 έχει τεθεί από τον Κατηγορούμενο
  5. Αυτό το οποίο προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 είναι ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι η γνήσια υπογραφή των Μ.Κ.2 και του Κατηγορούμενου 1 μπορεί όμως να την έθεσε οποιοδήποτε πρόσωπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχοντας προβεί στις προαναφερθείσες διαπιστώσεις θα εξεταστεί η νομική πτυχή της υπόθεσης. Η 1η Κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αφορά τον καταρτισμό πλαστού εγγράφου. Σύμφωνα με το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα καταρτίζεται πλαστό έγγραφο όταν: «
  6. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (δ) υπογράφει έγγραφο- (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι (ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου (iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.» Tα συστατικά στοιχεία της πλαστογραφίας είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, να έχει καταρτιστεί πλαστό έγγραφο δεύτερον, ότι ο κατηγορούμενος είναι συντάκτης του εγγράφου και το πρόσωπο που το χρησιμοποίησε και τρίτον, να υπήρξε πρόθεση καταδολίευσης από πλευράς του κατηγορούμενου. Το τρίτο συστατικό στοιχείο έχει ερμηνευθεί να σημαίνει ότι κατά την σύνταξη του εγγράφου υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο που θα μπορούσε να καταδολιευθεί από το περιεχόμενο του εγγράφου (βλ. Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα-γραφολόγο. Η άμεση μαρτυρία δίδεται από άτομο που επιμαρτύρησε την πράξη της πλαστογράφησης. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα-γραφολόγου είναι επίσης ουσιαστική στα πλαίσια απόδειξης κατηγορίας πλαστογραφίας βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Άντρης Ηρακλέους κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Η μαρτυρία όμως ενός εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υποβάθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευρυπίδου κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 176/2013, ημερ. 06/04/
  2. Επίσης διευκρινίζεται ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των εμπλεκομένων μερών της διαφοράς. Θεμελιώνει επιστημονικά τη μία ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων αλλά το πράττει συμπληρωματικά και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών βλ. Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682. Η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί σε σχέση με την πλαστότητα του συγκεκριμένου έγγραφου, από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι ούτε ο Παραπονούμενος αλλά ούτε και ο Κατηγορούμενος δεν το είχαν υπογράψει. Οπόταν, με αυτό ως δεδομένο το έγγραφο δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως πλαστογραφημένο. Όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 ή η Κατηγορούμενη 3 εταιρεία είχαν καταρτίσει το Τεκμήριο 2 γιατί δεν καταδείχθηκε από την μαρτυρία είτε την πρωτογενή είτε την περιστατική ως γεγονός. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην απόφαση Χαρίτωνος κ. ά. ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton ν. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Επιπρόσθετα το βάρος παροχής συγκριτικής μαρτυρίας περί της υπογραφής προσώπου είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής σύμφωνα με την Ewing
(1983)Q.B. 1039, πράγμα που στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να έχει επιτευχθεί αφού αναδύεται το στοιχείο της εύλογης αμφιβολίας. Στη βάση των πιο πάνω προκύπτει πως δεν έχει αποδειχτεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που πλαστογράφησε την υπογραφή του Μ.Κ.2 πάνω στο Τεκμήριο 2 καταρτίζοντας έτσι πλαστό έγγραφο. Κατά συνέπεια με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχτεί ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 ήταν αυτοί που κατάρτισαν το πλαστό έγγραφο, το Τεκμήριο
  1. Αυτό αυτόματα συμπαρασύρει σε αποτυχία και το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης σκοπού για καταδολίευση. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης είναι η αθώωση και απαλλαγή των Κατηγορούμενων 1 και 2 από την 1ην Κατηγορία. Η 2η Κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Αυτό που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους 1 και 3 είναι ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31/01/2012 με 19/10/2012 είχαν κυκλοφορήσει το πλαστό έγγραφο, Τεκμήριο 2, παρουσιάζοντας το στο δικηγορικό γραφείο του Άδωνη Πετρίδη. Το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, που πραγματεύεται το εν λόγω αδίκημα, προνοεί ρητά τα εξής: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.». Τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος είναι: Πρώτον, ο κατηγορούμενος να γνωρίζει και δεύτερον, με δόλιο τρόπο να θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Το ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε παρουσιάσει το συγκεκριμένο έγγραφο στον Άδωνη Πετρίδη, δικηγόρο, προκύπτει από την μαρτυρία του ίδιου του Άδωνη Πετρίδη, Μ.Κ.
  2. Το ερώτημα είναι αν η συγκεκριμένη πράξη του περιβαλλόταν από γνώση και δολιότητα. Είχε γίνει επίκληση της ύπαρξης του συγκεκριμένου εγγράφου στην Έκθεση Υπεράσπισης καθώς και στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Θεωρώ ότι θα ήταν παράτολμο να γίνει συνειδητά επίκληση πλαστού εγγράφου στο δικαστήριο ενόψει και των κινδύνων που ελλόχευαν. Από την άλλη ο Παραπονούμενος είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη του συγκεκριμένου εγγράφου με την καταχώριση της Υπεράσπισης, στις 19/10/2012 αφού ο δικηγόρος του τον είχε ενημερώσει τηλεφωνικά και παρά το γεγονός αυτό περίμενε πέραν του ενός έτους για να καταχωρίσει την καταγγελία, στις 29/10/
  3. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ των Κατηγορούμενων 1 και 3 αφού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε δόλια πρόθεση εκ μέρους των Κατηγορούμενων 1 και 3 όταν έθεταν το συγκεκριμένο έγγραφο σε κυκλοφορία. Συνεπακόλουθα θα πρέπει να αθωωθούν και στην 2ην Κατηγορία. Τα έξοδα ύψους €100- θα καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) .............................. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.