← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Γιώργος Πέτρου, Αρ. Υπ.: 10724/14, 19/10/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Γιώργος Πέτρου, Αρ. Υπ.: 10724/14, 19/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Υπ.: 10724/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας v. Γιώργος Πέτρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κουκούνης Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε μια κατηγορία που αφορά την κατηγορία της αντιφατικής κατάθεσης κατά παράβαση του άρθρου 113

(2)του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορήθηκε ότι στις 07/04/2014, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, είχε προβεί, κατά την διάρκεια της εξέτασής του ως μάρτυρα κατηγορίας στην Υπ. Αρ. 190/14, σε κατάθεση η οποία ήταν ασυμβίβαστη με την κατάθεση που είχε δώσει στον Αστ.1448 Σταύρου, ο οποίος διερευνούσε την διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Τα γεγονότα έτυχαν ευρηματικής απόφανσης στην απόφαση του Δικαστηρίου και ήταν τα ακόλουθα: Στις 06/09/2013 ο Αστ. 1448 Σταύρου, Μ.Κ.3, ερευνώντας θανατηφόρο ατύχημα στο οποίο εμπλεκόταν αλλοδαπός με περιβολή φόρμας σφαγείου είχε οδηγηθεί στο Σφαγείο Κοφίνου όπου του είχε υποδειχθεί ο Κατηγορούμενος ως το πρόσωπο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει για να διαπιστώσει την ταυτότητα του αποβιώσαντα. Είχε λάβει κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, η ώρα 07.15, στην οποία του είχε αναφέρει ότι είχε ακούσει τον κ. Παναγιώτη Αλεξάνδρου να αναφέρει ότι είχε σκοτωθεί ο υπάλληλός του ο Kopi, ο οποίος ερχόταν μια φορά την βδομάδα σχεδόν πάντοτε με τον Παναγιώτη Αλεξάνδρου. Περίπου μιάμιση ώρα μετά, στις 08.50, ο Κατηγορούμενος είχε αναγνωρίσει, στο νεκροτομείο, τον αποβιώσαντα ως τον υπάλληλο του Παναγιώτη και Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ο οποίος εργαζόταν μαζί τους. Εναντίον των Αλεξάνδρου είχε καταχωριστεί η Ποιν. Υπ. 190/14, στις 08/01/2014, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, την παράνομη εργοδότηση του Kopi. Η μαρτυρία που υπήρχε, για την εργοδότηση του Kopi, προερχόταν από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει κατά την λήψη της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο είχε αναιρέσει την θέση του αναφέροντας ότι «Ερχόταν μαζί τους μια φορά την βδομάδα αλλά δεν εδούλευκε ....ερχόταν μαζί τους μια φορά την βδομάδα για παρέα, εν τζαι εδούλευκε συγκεκριμένα.». Αυτή του η στάση είχε οδηγήσει στην διακοπή της κατηγορίας που αφορούσε την παράνομη εργοδότηση του Kopi και της απαλλαγής των κατηγορούμενων στην Υπ. Αρ.190/14 . Σύμφωνα με το αρχείο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχουν προκληθεί έξοδα ύψους €140- στην διαδικασία. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του ανέφερε ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και είναι καλός και νομοταγής πολίτης με καλό παρελθόν, γεγονός το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο προς μετριασμό της ποινής του. Ήταν η εισήγησή του ότι το στοιχείο του καλού και νομοταγή πολίτη κρίθηκε από τη νομολογία ότι είναι ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Έκαμε αναφορά στην απόφαση Απόστολος Χρίστου Αποστόλου v. Δημοκρατίας
(1979)2 CLR 22 στην οποία είχε αναφερθεί ότι το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος είναι καλός πολίτης και επιδεικνύει καλή διαγωγή συνιστά καλό παράγοντα μετριασμού της ποινής. Ήταν η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε λάβει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος και ούτε διατηρούσε οποιεσδήποτε σχέσεις φιλικές ή άλλως πως με τους αδελφούς Αλεξάνδρου ή οποιαδήποτε άλλη σχέση με την εταιρεία που είχε και ήταν κατηγορούμενη στην Υπ. Αρ. 190/14. Εισηγήθηκε ότι το γεγονός αυτό είναι σοβαρός μετριαστικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 206. Υποστήριξε περαιτέρω ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα της Ποιν. Υπ. 190/14, στην οποία είχε κληθεί να καταθέσει και κατέθεσε ο Κατηγορούμενος ως μάρτυρας. Το είδος και το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους, στην Υπ. Αρ. 190/14, ήταν η θέση του ότι είναι γεγονός που αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνταν οι κατηγορούμενοι, στην ποινική υπόθεση 190/14, στην οποία είχε κηρυχθεί εχθρικός μάρτυρας ο Κατηγορούμενος και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη προς μετριασμό της ποινής του. Όσο αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος ζει μια ταπεινή ζωή, τόσο αυτός όσο και η οικογένεια του, με πολλές στερήσεις και προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με τα €1.000- που τους απομένουν. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας εργατικός άνδρας, ο οποίος δουλεύει για να συντηρήσει την οικογένεια και να μεγαλώσει τον γιο του και αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Η εργασία του είναι χειρωνακτική, που δείχνει ότι δεν φοβάται να δουλέψει για να φέρει φαγητό στο τραπέζι. Είναι στυλοβάτης του σπιτιού και είναι φιλήσυχος άνθρωπος, που δεν έχει απασχολήσει προηγουμένως τις αρχές και σκοπός του είναι να μεγαλώσει τον γιο του και να του προσφέρει τα κατάλληλα εφόδια για να μπορεί να του προσφέρει στη ζωή του τα μέγιστα. Έκαμε αναφορά στις συνέπειες που θα επιφέρει η επιβληθείσα ποινή στην οικογένεια του. Ήταν η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος έχει μεγάλο ψυχικό άγχος, λόγω της καταδίκης του και της ποινικής δίωξης η οποία έχει ασκηθεί εναντίον του και το ίδιο ισχύει και για την οικογένεια. Τυχόν επιβολή χρηματικής ποινής θα του επιφέρει περισσότερες οικονομικές δυσκολίες. Υποστήριξε ότι οι οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου καθώς επίσης και ο τυχόν επηρεασμός τους από επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του Κατηγορουμένου, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ως μετριαστικός παράγοντας κατά την επιβολή της ποινής. Υπέβαλλε στο Δικαστήριο ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν είναι κατάλληλη για επιβολή ποινής φυλάκισης και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει στον Κατηγορούμενο έχοντας υπόψη όλους τους μετριαστικούς παράγοντες. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η κατάλληλη ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης, τότε ήταν η δική του θέση ότι αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Θα πρέπει να αναφερθεί προς διευκρίνιση των γεγονότων ότι στην Υπ. Αρ. 190/14 είχε αποσυρθεί η σοβαρότερη κατηγορία εναντίων των Αλεξάνδρου ακριβώς λόγω της αντιφατικής κατάθεσης που είχε δώσει ο Κατηγορούμενος, οπόταν δεν μπορεί να ζητείται από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την ποινή που είχε επιβληθεί στις εναπομείνασες κατηγορίες όπως δεν μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε ποινή γιατί η οποιαδήποτε ποινή προστίμου θα του επιφέρει οικονομική δυσχέρεια ενώ η οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης επίσης θα το θέσει σε δυσμενή θέση. Το άρθρο 113
(2)του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο βασίζεται η κατηγορία στην οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος μετά από ακροαματική διαδικασία, προβλέπει ποινή φυλάκισης τριών χρόνων ή χρηματική ποινή ύψους €2.563- ή και τις δυο αυτές ποινές. Η προβλεπόμενη από τον νομοθέτη ποινή αντικατοπτρίζει και την σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και συνιστά την αρχή από την οποία το Δικαστήριο προσμετρά για να καταλήξει στην αρμόζουσα ποινή για την κάθε υπόθεση. Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος είναι δεδομένη αφού εμπεριέχει και την εξαπάτηση του Δικαστηρίου με την δόση αντιφατικής κατάθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι αδικήματα που εμπεριέχουν τον δόλο και την εξαπάτηση θα πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει σαφώς ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας σύμφωνα με την απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει όμως το Δικαστήριο από του να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην απόφαση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Συμμορφούμενη προς τις αρχές που ενσωματώνει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς όφελος του Κατηγορούμενου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: (α) Το λευκό του ποινικό μητρώο, την απολογία και μεταμέλεια του όπως εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του. (β) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως παρατέθηκαν από τον συνήγορό του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή έχει τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον Κατηγορούμενο. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης του και την ανάγκη για αποτροπή από την μια και τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου από την άλλη, έχω ιδιαίτερα προβληματιστεί αναφορικά με το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση. Οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος είναι ιδιαίτερα σοβαρές και χρήζουν αποτροπής. Από την άλλη όμως, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και του επιβάλλω: Στην 1ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Έγινε εισήγηση από τον συνήγορο Υπεράσπισης για αναστολή εκτελέσεως τυχόν ποινής φυλακίσεως που ήθελε επιβληθεί. Κατά αυτή την έκφανση της διαδικασίας είχα κατά νου τις πρόνοιες του σχετικού νόμου και τις αρχές της υφιστάμενης επί του θέματος νομολογίας Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη (ανωτέρω) τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).». Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Το Δικαστήριο θα του παραχωρήσει μια δεύτερη ευκαιρία και στο χέρι του είναι να την αξιοποιήσει. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Τα έξοδα ύψους €140- θα καταβληθούν άμεσα από τον Κατηγορούμενο. (Υπ. ...........) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.