Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Έλενας Αντωνίου, Αρ.Υπόθεσης:1681/15, 10/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:1681/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Έλενας Αντωνίου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2016. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Στ. Πίπη Για κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Κλεάνθους Κατηγορούμενη παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη, στη παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και των συναφών του τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη, την 30/5/2014 και περί ώρα 22.00, στη Λεωφόρο 25ης Μαρτίου στη Δρομολαξιά, της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KUE 965, μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. H κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ο Αστυφύλακας 972 Μ. Ιεροδιακόνου («Μ.Κ 1»), ο Χριστόδουλος Χαραλάμπους-παραπονούμενος («Μ.Κ 2») και ο Λοίζος Μηνά (« Μ.Κ.3»). Κατατέθηκαν επίσης συνολικά και 8 Τεκμήρια. Αφού η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την υπόθεση της, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης υπέβαλε εισήγηση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Το αίτημα του βασίστηκε στο γεγονός ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στερείται πειστικότητας και σε μεγάλο βαθμό είναι αντινομική έτσι ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει την κατηγορούμενη. Προς υποστήριξη των θέσεων του, παράπεμψε το Δικαστήριο σε συγκεκριμένα σημεία της τεθείσας μαρτυρίας. Ειδικότερα ήταν η θέση του ότι η μαρτυρία μεταξύ του Μ.Κ 1, εξεταστή της υπόθεσης, και του Μ.Κ 2 είναι αντιφατική μεταξύ του και εκ διαμέτρου αντίθετη. Επίσης η μαρτυρία του παραπονούμενου στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας και δεν είναι λογική. Τα όσα ανάφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά, και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Έχουν όμως ληφθεί υπόψη για σκοπούς σύνταξης της παρούσας απόφασης. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο ότι από τη στιγμή που έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να εξετάσει την εισήγηση του συνηγόρου της υπεράσπισης και να καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία κρίνεται σκόπιμο όπως τεθεί, συνοπτικά, η προσκομισθείσα μαρτυρία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και ήταν ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Την 30/5/14 και ώρα 22.15 επισκέφθηκε την σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος στην Λεωφόρο 25ης Μαρτίου, στην Δρομολαξιά. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΚ441 που οδηγούσε ο παραπονούμενος και το σαλούν βάν που οδηγούσε η κατηγορούμενη. Με την άφιξη του στην σκηνή τα οχήματα βρισκόντουσαν στις τελικές τους θέσεις. Αφού έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα και μετρήσεις ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (Τεκμήριο 2). Το σημείο σύγκρουσης το εντόπισε από θραύσματα της ασφάλτου και το σημείωσε με το σημείο Χ. Το σημείο σύγκρουσης το τοποθέτησε εντός της λωρίδας της κατηγορουμένης. Και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί είχαν μεταφερθεί στο Γ. Ν. Λάρνακας. Την 13/6/14 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο (Τεκμήριο 7) ο οποίος μεταξύ άλλων ανάφερε ότι ενώ οδηγούσε στον εν λόγω δρόμο είδε ξαφνικά μπροστά του το όχημα της κατηγορούμενης που του έφραξε εντελώς την πορεία του με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συκγρουστούν με τις μπροστινές τους πλευρές. Επίσης την ίδια ημέρα κατηγόρησε γραπτώς τον παραπονούμενο για τον λόγο ότι προκάλεσε δυστύχημα και ότι οδηγούσε χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου και χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Ο παραπονούμενος δεν παραδέχθηκε το γεγονός ότι προκάλεσε δυστύχημα ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες δήλωσε την παραδοχή του. Την 15/6/14 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 4) στην οποία η κατηγορούμενη του ανάφερε μεταξύ άλλων ότι οδηγούσε το όχημα της στην Δρομολαξιά και εξήλθε δεξιά από το Αλτ προς την εκκλησία του Προδρόμου, εισήλθε κανονικά στην αριστερή λωρίδα της και ακολούθως αφού το όχημα του κατηγορούμενου έχασε τον έλεγχο του, εισήλθε εντός της πορείας της και συγκρούστηκε μαζί της. Επίσης ήταν το πρόσωπο το οποίο κατηγόρησε γραπτώς την παραπονούμενη για την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 5). Η κατηγορούμενη αρνήθηκε την κατηγορία. Κατάθεσε, τέλος, ως Τεκμήριο 3 το τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής και υιοθέτησε τα οποιαδήποτε ευρήματα του αποτυπώνονται σε αυτό. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι από τις έρευνες του δεν διαπίστωσε την ταχύτητα του οχήματος του παραπονουμένου. Συμφώνησε, όμως, με την θέση της υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος τον ουσιώδη χρόνο ήταν 16 ετών και ήταν ένας άπειρος οδηγός. Επίσης ανάφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο παραπονούμενος κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο στις καταθέσεις που είχε λάβει, αν αναφέρθηκε το γεγονός ότι αριστερός τροχός του οχήματος του παραπονουμένου, πριν την σύγκρουση, βρισκόταν στον αέρα. Συμφώνησε επίσης με το γεγονός ότι ο αυτόπτης μάρτυρας, Σάββας Ανδρονίκου, του οποίου ο ίδιος έλαβε κατάθεση (Τεκμήριο 6), διαπίστωσε ότι το όχημα που οδηγούσε ο παραπονούμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Ερωτηθείς σχετικά, ανάφερε ότι η σύγκρουση επεσυνέβη εντός της πορείας της κατηγορούμενης και ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσο ο παραπονούμενος εισήλθε στην λωρίδα της. Πρόσθεσε ότι κάποιες καταθέσεις λένε ακριβώς το αντίθετο, εννοώντας ότι η κατηγορούμενη εισήλθε στη λωρίδα του παραπονούμενου, χωρίς όμως να υποδείξει ποιες είναι αυτές ακριβώς. Σε σχέση με το γεγονός και ερωτώμενος σχετικά ότι το ίδιο το Τεκμήριο 3 τον διαψεύδει, εφόσον το όχημα της κατηγορούμενης είναι στην πορείας της ενώ του παραπονούμενου είναι στην αντίθετη λωρίδα και συνεπώς ο ίδιος λανθασμένα κατηγόρησε την κατηγορούμενη, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι οι οδηγίες που είχε λάβει από τους ανωτέρους του ήταν να κατηγορήσει την κατηγορούμενη. Πρόσθεσε όμως ότι από τις καταθέσεις που έλαβε ο ίδιος, δικαιολογείτο να κατηγορήσει και την κατηγορούμενη πέραν του παραπονουμένου. Ερωτηθείς σχετικά ποιές ακριβώς καταθέσεις εννοεί, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε αόριστα και γενικά, αυτές που βρίσκονται στο φάκελο. Θέση του ήταν ότι η αμέλεια της κατηγορούμενης έγκειται στο γεγονός ότι εξήλθε από το άλτ απότομα και ανέκοψε την πορεία του παραπονούμενου. Συμφώνησε επίσης με την σχετική υποβολή ότι η μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα, Σάββα Ανδρονίκου, ανατρέπει τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου. Τέλος συμφώνησε με την θέση ότι ο παραπονούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και ότι οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με τα κυριότερα σημεία αυτής, η ταχύτητα του τον ουσιώδη χρόνο που κινείτο στο δρόμο ήταν περίπου 40 ΧΑΩ. Μόλις πλησίασε στην πλατεία των καφενείων, είδε ξαφνικά μπροστά του το όχημα της κατηγορουμένης εντός της πορείας του, δηλαδή στην αριστερή πλευρά, ακριβώς απέναντι του. Λόγω και της μικρής απόστασης που είχε ο ίδιος από την στροφή που κινείτο, δεν πρόλαβε να φρενάρει ενωρίτερα και όταν το έπραξε, ήταν ήδη πολύ κοντά στο όχημα της κατηγορούμενης. Πάτησε αμέσως τα φρένα του, όμως το όχημα της κατηγορουμένης του έκλεισε εντελώς την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστούν μετωπικά. Την ώρα που φρέναρε το όχημα του αυτό κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς την λωρίδα της κατηγορούμενης λόγω και της στροφής. Η σύγκρουση ανάφερε ότι επήλθε εντός της λωρίδας της κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε κανονικά στην πορεία του σε αντίθεση με το όχημα της κατηγορούμενης το οποίο βρισκόταν στην δική πορεία του με συνέπεια να του αποκόψει τον δρόμο. Ο ίδιος ερωτώμενος σχετικά, ανάφερε ότι δεν οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και οδηγούσε μόνο με 40 ΧΑΩ. Αρνήθηκε το γεγονός ότι υπάρχουν μάρτυρες που ισχυρίζονται ότι ο ίδιος κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ισχυρίστηκε, εν πάση περιπτώσει, ότι και αν υπάρχουν, δεν λένε την αλήθεια. Σε σχετική ερώτηση συμφώνησε ότι ο αριστερός τροχός του οχήματος του βρισκόταν στον αέρα όταν ήταν στην στροφή. Ο λόγος δεν ήταν εξαιτίας της ταχύτητας του αλλά ήταν φυσικό επακόλουθο λόγω του ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε στροφή. Σε σχετική ερώτηση ανάφερε ότι όταν χρησιμοποίησε τα φρένα του, το όχημα της κατηγορούμενης βρισκόταν πολύ κοντά του και έβλεπε το πλαϊνό μέρος του οχήματος της. Ανάφερε επίσης ότι το όχημα της κατηγορούμενης δεν πρόλαβε να ευθυγραμμιστεί και το μισό μέρος του οχήματος της βρισκόταν στην λωρίδα του και το υπόλοιπο στην άλλη λωρίδα. Για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του ανάφερε ότι υπάρχουν και φωτογραφίες που μαρτυρούν το γεγονός αυτό αλλά δεν γνωρίζει ο ίδιος που ακριβώς βρίσκονται. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η κατηγορούμενη δεν του έφραξε τον δρόμο και επέμεινε στην θέση ότι η κατηγορούμενη του ανέκοψε την πορεία του. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι ήταν λόγω της ταχύτητας του το όχημα του βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα προσθέτοντας ότι ήταν λόγω της στροφής. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, και αυτός με τη σειρά του, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη κατάθεση του Τεκμήριο 8. Στις 30/5/2014 κατά η ώρα 10.00 το βράδυ, οδηγούσε το όχημα του στην Λεωφόρο 25ης Μαρτίου στη Δρομολαξιά. Περνώντας από το καφενείο του Πασχάλη, είδα σταματημένο ένα ψηλό jeep αυτοκίνητο, το όχημα της κατηγορούμενης, σταματημένο στο Αλτ δίπλα από το καφενείο. Πέρασε από μπροστά του και συνέχισα προς την υπεραγορά του Χ΄΄Γιάννη, προς Κίτι. Σε κάποια στιγμή, 15 μέτρα περίπου μακριά από το Αλτ, άκουσε φρένα οχήματος και ακολούθως άκουσε και μια σύγκρουση. Επιστρέφοντας πίσω διαπίστωσε ότι συγκρούστηκε το όχημα της κατηγορουμένης με το όχημα του παραπονούμενου. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν πρόσεξε κάτι άλλο σε σχέση με το επίδικο τροχαίο δυστύχημα πέραν από αυτών που αναφέρει στην κατάθεση του. Πρόσεξε όμως ότι, όπως οδηγούσε, πίσω του βρισκόταν το όχημα του παραπονούμενου. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο έτρεχε ο παραπονούμενος ανάφερε ότι δεν διαπίστωσε το γεγονός αυτό και συμφώνησε ότι όταν μετέβη στην σκηνή το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν στην λωρίδα της κατηγορούμενης. Πρόσθεσε ότι το όχημα του παραπονούμενου βρισκόταν στην λωρίδα της κατηγορούμενης λόγω του ότι ο δρόμος είναι τέτοιας μορφής που ένας οδηγός δεν έχει άλλη επιλογή από του να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα έτσι ώστε να είναι σε θέση να προχωρήσει. Συμφώνησε ότι ο παραπονούμενος του ζήτησε να δώσει κατάθεση αλλά ο ίδιος ανάφερε σήμερα στο Δικαστήριο αυτά που διαπίστωσε ο ίδιος προσωπικά και όχι αυτά που του ανάφερε ο παραπονούμενος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Προτού εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς πληρότητας και για καλύτερη αντίληψη των επίδικων θεμάτων που προκύπτουν να σχολιάσω, εν συντομία, την νομική βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι επιβάλλεται η απόδειξη του ότι η κατηγορούμενη δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μία τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί:- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι και οι υποθέσεις Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31 και Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις (Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Δηλαδή, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με ανακοπή πορείας και η ανακοπή αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα, τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας. Πράξεις, οι οποίες δυνατόν να διακόψουν τούτη την αλυσίδα είναι η ορατότητα και η ταχύτητα του οδηγού, του οποίου η πορεία ανακόπτεται (Ζίκκου ν. Αστυνομίας)
(2004)2 Α.Α.Δ. 18. Είναι γι' αυτό άλλωστε που στην υπόθεση Κανάρη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητα από τα αίτιά του. Έχει αποσαφηνιστεί μέσω της νομολογίας ότι οι οδηγοί οχημάτων που διακινούνται στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Αυτή ακριβώς η υποχρέωση στοιχειοθετεί και το καθήκον επιμέλειας οδηγών που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από παρόδους για την ασφάλεια των διακινούμενων στον κύριο δρόμο (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 391). Η Νομολογία επί θεμάτων και γεγονότων παρόμοια με το υπό εξέταση δυστύχημα έχει καθορίσει ότι ένας οδηγός που βρίσκεται σε κύριο δρόμο έχει δικαίωμα για ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση του δρόμου, και το μόνο καθήκον που έχει έναντι ενός οχήματος το οποίο εισέρχεται στον κύριο δρόμο είναι να πάρει λογικά μέτρα όταν εκδηλώνεται ο κίνδυνος της επερχόμενης σύγκρουσης για να το αποφύγει. Σχετική είναι η υπόθεση Κώστας Τολμάς ν. Αιμ. Χατζηχαραλάμπους
(2003)1 ΑΑΔ 1937. Επίσης ένας οδηγός που βρίσκεται σε κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι οδηγός που βρίσκεται σε πάροδο θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδος του είναι ασφαλής (Τουμαζή ν. Κούλα
(1994)1 ΑΑΔ 420). Συνυφασμένη με την πιο πάνω αρχή είναι και η Νομολογία που επιβάλλει σε οδηγό προτού εισέλθει σε κύριο δρόμο από πάροδο να σιγουρευτεί πρώτα ότι είναι ασφαλές να πράξει τούτο. Κυθραιώτης ν. Κωνσταντίνου
(1984)1 ΑΑΔ 811 και Ιωακείμ ν. Σωτηριάδη
(1984)1 ΑΑΔ 175. Το καθήκον που είχε ο Κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή ήταν να σταματήσει στη πάροδο, να ελέγξει τη τροχαία κίνηση στην Λεωφόρο 25ης Μαρτίου και αφού ήταν ασφαλές τότε να εξέλθει από αυτήν (Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 A.A.Δ. 746, Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178, Χρίστος Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 391). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Σύμφωνα με τον Νόμο το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί η κατηγορούμενη να παρουσιάσει την υπεράσπισή της. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Alfonso Razon Mariano v Aστυνομίας, Αριθμός Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962 (Annual Practice 1962), δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Η κατηγορούμενη πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη της κατηγορούμενης μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς η κατηγορούμενη θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό της, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην υπόθεση Παναγιώτου Ευγένιος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκε ότι: «Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη . .» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 ειδικότερα σε σχέση με την 2η προυπόθεση όπως τέθηκε στην Χριστοδούλου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (
- c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (
- d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061. (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούμενη δικαιολογείται να κληθεί σε απολογία στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία αυτή θα αξιολογηθεί αντικειμενικά χωρίς να υπεισέρχομαι σε οποιαδήποτε κρίση επί της αξιοπιστίας της. Προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο εμφανίζει μια πλήρη συγκεχυμένη και καθόλου συγκεκριμένη εικόνα των γεγονότων. Οι πιο πάνω ουσιώδεις αδυναμίες προκύπτουν από τις αντιφατικές μεταξύ τους μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και τα κατατεθέντα τεκμήρια. Η μαρτυρία του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του Μ.Κ 2 είναι αλληλοσυγκρουόμενη, αντιφατική και έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα αντικειμενικά ευρήματα του Μ.Κ 1 καθώς και με τα όσα κατάθεσε ο Σάββας Αντρονίκου, μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6). Βασική θέση του παραπονούμενου ήταν το γεγονός ότι η κατηγορούμενη του είχε ανακόψει το δρόμο στην προσπάθεια της να εξέλθει του Αλτ. Ανάφερε επίσης ότι είδε ξαφνικά μπροστά του, το όχημα της κατηγορουμένης στην πορεία του, δηλαδή στην αριστερή πλευρά, τελείως απέναντι του. Λόγω και της μικρής απόστασης από την στροφή που κινείτο, δεν πρόλαβε να φρενάρει, ενωρίτερα και όταν το έπραξε, ήταν ήδη πολύ κοντά στο όχημα της. Πάτησε αμέσως τα φρένα του, όμως το όχημα της κατηγορουμένης του έκλεισε εντελώς την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστούν μετωπικά. Την ώρα που φρέναρε το όχημα του αυτό κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς την λωρίδα της κατηγορούμενης λόγω και της στροφής. Όπως, όμως προκύπτει από το τελικό σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 3) και τα ευρήματα του Μ.Κ 1 οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου είναι αντιφατικοί και εκ διαμέτρου αντίθετοι με τις ισχυριζόμενες θέσεις του. Καταρχάς, τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του παραπονούμενου είναι μήκους 27 μέτρων περίπου. Αν υπολογιστεί και η κάποια απόσταση που διανύει το αυτοκίνητο μέχρι να αντιδράσει ο οδηγός, αυτό που κοινώς ονομάζουμε "thinking distance" δεν είναι λογικό ο παραπονούμενος να είδε την κατηγορούμενη απότομα μπροστά του και σε πολύ κοντινή απόσταση, επίσης η απόσταση που διένυσε η κατηγορούμενη ενισχύει την θέση αυτή. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος εμπειρογνώμονας για να καταλήξει αβίαστα στο συμπέρασμα αυτό καθώς και ότι η διαδικασία εφαρμογής των φρένων του δεν έγινε όπως ο ίδιος την περιγράφει (Nικολάου Παναγιώτης Σωτήρη ν. Aστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748. Επίσης ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι έχασε τον έλεγχο του οχήματος του αφότου είδε την κατηγορούμενη να του φράσει την πορεία του. Ο ισχυρισμός του αυτός καταρχάς έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση και διαψεύδεται από την κατάθεση του ίδιου του Σάββα Ανδρονίκου (Τεκμήριο 6), ο οποίος αναφέρει ότι ο παραπονούμενος πριν την στροφή έχασε τον έλεγχο του οχήματος του λόγω της ιλιγγιώδους ταχύτητας του. Περαιτέρω όπως και πάλι διαφαίνεται από το τελικό σχεδιαγράφημα και όπως καταμαρτυρούν τα ίχνη τροχοπέδησης, ο παραπονούμενος έκανε χρήση των φρένων του πριν την στροφή. Το γεγονός αυτό συνάγεται και πάλι από την ίδια την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα (Τεκμήριο 6). Επιπλέον, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, το όχημα της κατηγορούμενης δεν μπόρεσε να ευθυγραμμιστεί και μέρος αυτού βρισκόταν στη δική του λωρίδα ενώ το υπόλοιπο εντός της λωρίδας της κατηγορούμενης. Όπως προκύπτει και πάλι από το τελικό σχεδιαγράφημα και τα αντικειμενικά ευρήματα του Μ.Κ 1 η θέση αυτή του παραπονούμενου στερείται πειστικότητας και είναι αντιφατική εφόσον η σύγκρουση λαμβάνει χώρα εντός της λωρίδας της κατηγορούμενης και το όχημα της βρίσκεται ολόκληρο εντός της δικής της λωρίδας. Το γεγονός αυτό το επιβεβαίωσε εξάλλου και ο ίδιος ο αυτόπτης μάρτυρας, ο οποίος ανάφερε ότι το όχημα της κατηγορούμενης πρόλαβε να ευθυγραμμιστεί. Επίσης η θέση του παραπονούμενου ότι έτρεχε με 40 ΧΑΩ έρχεται σε ουσιώδη αντίφαση τόσο με τα αντικειμενικά ευρήματα του Μ.Κ 1 επί της σκηνής όσο και με τα όσα αναφέρει στη κατάθεση του ο αυτόπτης μάρτυρας. Τα ίχνη τροχοπέδης, όπως έχω προαναφέρει είναι μήκους περίπου 27 μέτρων. Η κοινή λογική επιβάλλει ότι εάν κάποιος οδηγός κινείται στο δρόμο με αυτή την ταχύτητα και κάνει απότομη χρήση των φρένων του, σε καμία περίπτωση, δεν θα αφήσει ίχνη τροχοπέδησης, στο δρόμο, ανάλογα με αυτά που αποτυπώνονται στο σχεδιαγράφημα. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι εμπειρογνώμονας για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Συνάγεται από την κοινή λογική καθώς και από την οδική εμπειρία. Περαιτέρω κάποιος που κινείται με 40 ΧΑΩ δεν μπορεί να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του σε μία στροφή. Τέλος προκαλεί ακόμη περισσότερη σύγχυση και αντιστρατεύεται την κοινή λογική η θέση του παραπονούμενου ότι ο αριστερός τροχός του οχήματος του «σηκώθηκε στον αέρα» όχι λόγω της ταχύτητας αλλά λόγω της στροφής και αυτό το γεγονός ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Η θέση αυτή δεν είναι καθόλου πειστική εφόσον με τη λογική του αυτή, όποιος οδηγός πλησιάζει σε μια στροφή χωρίς να τρέχει, θα είναι λογικό και αναμενόμενο να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και κάποιος τροχός του να «βρίσκεται στον αέρα». Επίσης προκαλεί σύγχυση και η ίδια η μαρτυρία του Μ.Κ 1 ο οποίος ανάφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο παραπονούμενος εισήλθε στην λωρίδα της κατηγορούμενης ενώ το ίδιο το Τεκμήριο 3, τοποθετεί την σύγκρουση (σημείο Χ) εντός της λωρίδας της κατηγορούμενης. Εξάλλου το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό και από τον ίδιο τον παραπονούμενο. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος, παραδέχθηκε κατηγόρησε την κατηγορούμενη μετά από οδηγίες που έλαβε από τους ανωτέρους του αλλά και μέσα από τις καταθέσεις που είχε ενώπιον του δικαιολογείτο να κατηγορήσει και την κατηγορούμενη χωρίς να προσδιορίζει ποιές είναι αυτές ακριβώς. Από τις καταθέσεις που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια δεν προκύπτει, πέραν του παραπονούμενου (του οποίου η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας αντικειμενικά ιδωμένη για τους λόγους που έχω εξηγήσει), οποιαδήποτε κατάθεση ή μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη εισήλθε απότομα στο δρόμο με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του παραπονούμενου. Αντίθετα, ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, Ανδρονίκου, αναφέρει ότι ο παραπονούμενος λόγω της ιλιγγιώδους ταχύτητας του έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και συγκρούστηκε με το όχημα της κατηγορούμενης. Επίσης δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο Μ.Κ 3 παραδέχθηκε ότι του ζήτησε ο παραπονούμενος να δώσει κατάθεση, προφανώς για να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του. Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου, δεν είναι επαρκής έτσι ώστε να κληθεί η κατηγορούμενη να παρουσιάσει την υπεράσπιση της. Η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα κατέληγε σε αντίθετο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Αν καλέσω την κατηγορούμενη σε απολογία, είμαι της άποψης ότι, η κατηγορουμένη θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό της, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Τέλος η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει, δεν είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της, που να καθιστά την καταδίκη της κατηγορούμενης μία πραγματική δυνατότητα. Συνεπώς ενόψει των δεδομένων αυτών η κατηγορούμενη θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της εφόσον η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Με βάση τα πιο πάνω η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................................. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο