Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέας Στυλλή, Αρ. Υπόθεσης: 1080/2015, 10/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1080/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Ανδρέας Στυλλή Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2016. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: H κα. Στ. Πίπη Για κατηγορούμενο: Εμφανίζεται ο ίδιος αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Στην 1η κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12 15
(1), 17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 μετά των συναφών τροποποιήσεων και του κανονισμού 13 και 15ου παρατήματος του Διατάγματος ΚΔΠ 285/05 και ΚΔΠ 44/2010. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 22/9/14, στην οδό Π.Κυπριανού στη Λάρνακα, της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής MBA 385 χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Στη 2η κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψης αυτού να το ακινητοποιήσει, ενώ κλήθηκε από Αστυνομικό με στολή, κατά παράβαση των Καν. 58
(2)(στ) και 72 των περί Μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/84 και των συναφών τροποποιήσεων και άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του και ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή, παρέλειψε να το ακινητοποιήσει, μέχρι ο αστυνομικός επιτρέψει σ'αυτόν να συνεχίσει τη πορεία του. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ήταν πολύ σύντομη. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να χειριστεί μόνος του την παρούσα υπόθεση, αφού προηγουμένως, το Δικαστήριο, καθηκόντως, του εξήγησε επαρκώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κλήθηκε να καταθέσει ο αστυφύλακας 3733 Π. Παπακυριακού, ο οποίος είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου. Τον ουσιώδη χρόνο στις 22/9/14 βρισκόταν σε καθήκον στην οδό Π. Κυπριανού, στα Λειβάδια για τροχαίο έλεγχο. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, σε κάποιο χρονικό σημείο, ανέκοψε δύο οχήματα για έλεγχο. Ένα από αυτά ήταν και το όχημα του κατηγορουμένου. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε στον κατηγορούμενο να παραμείνει ακινητοποιημένος, μέχρι ο ίδιος να διενεργήσει τον απαραίτητο έλεγχο στο 2ο όχημα. Ο λόγος που, σύμφωνα με τον Μ.Κ 1, ανέκοψε το όχημα του κατηγορουμένου ήταν λόγω του ότι αυτός δεν έφερε την ζώνη ασφαλείας του. Το γεγονός αυτό το διαπίστωσε ο ίδιος εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτόν. Με το που ο εν λόγω μάρτυρας κινήθηκε προς το 2ο όχημα, ο κατηγορούμενος, χωρίς να περιμένει και χωρίς να του δοθεί η οποιαδήποτε άδεια, αποχώρησε από την σκηνή. Ο Μ.Κ.1 πρόλαβε και έλαβε τον αριθμό εγγραφής του οχήματος του κατηγορουμένου. Ακολούθως, μέσω του Αρχηγείου της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο, ζητώντας του να επιστρέψει πίσω στη σκηνή. Ο κατηγορούμενος, αρχικά, αρνιόταν πεισματικά να επιστρέψει πίσω, τελικά όμως μεταπείστηκε και επέστρεψε στην σκηνή. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί για το γεγονός ότι ο ίδιος, ενώ οδηγούσε, δεν ήταν προσδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας και για το γεγονός ότι, ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή, παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημα του. Προς τον σκοπό αυτό ο Μ.Κ 1 εξέδωσε και σχετικό εξώδικο (Τεκμήριο 1). Ο κατηγορούμενος απάντησε με την εξής φράση «δεν το πιάνω πηγαίνετε όπου θέλετε». Ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε να παραλάβει το σχετικό εξώδικο και το τοποθέτησε στην καμπίνα του οχήματος της αστυνομίας και ακολούθως απομακρύνθηκε. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εν λόγω μάρτυρας φορούσε την στολή του αστυνομικού καθώς και κίτρινο φωσφορούχο γιλέκο. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ρώτησε τον κατηγορούμενο κατά πόσο ήταν προσδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας και επανέλαβε την θέση του ότι υπέδειξε στον κατηγορούμενο να περιμένει, μέχρι ωσότου ο ίδιος, ολοκληρώσει τον αναγκαίο έλεγχο στο 2ο όχημα που είχε ανακόψει. Συμφώνησε ότι στην σκηνή υπήρχαν και δύο άλλοι αστυνομικοί, οι οποίοι, τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορούσαν να διενεργήσουν έλεγχο στον κατηγορούμενο γιατί βρίσκονταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εκτελούσαν το καθήκον τους. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ο κατηγορούμενος εξιστορώντας την δική του εκδοχή γεγονότων, ανάφερε ότι, τον ουσιώδη χρόνο, όπου ανακόπηκε το όχημα του, κινείτο σε πάροδο με σκοπό να εισέλθει σε κύριο δρόμο. Πριν εξέλθει της παρόδου ανέκοψε το όχημα του ο Μ.Κ 1 για έλεγχο. Ο Μ.Κ 1 τον ρώτησε αν ήταν προσδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας και ο ίδιος του απάντησε καταφατικά. Ο Μ.Κ 1 δεν του ζήτησε ούτε άδεια ούτε ασφάλεια, ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και κινήθηκε δεξιά από το σημείο όπου βρισκόντουσαν με σκοπό να μεταβεί σε άλλο όχημα που είχε ανακόψει. Τότε ο ίδιος αποχώρησε από την σκηνή και όταν πήγε σπίτι τον κάλεσε στο τηλέφωνο ο Μ.Κ 1 όπου και αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Στην συνέχεια του εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο. Ο ίδιος ανάφερε ότι ουδέποτε στο παρελθόν αρνήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε εξώδικο και ότι ο ίδιος δεν είχε κάποιο λόγο να μην σταματήσει γιατί γνωρίζει ότι οι οδηγοί που δεν σταματούν μετά από εντολές της αστυνομίας υφίστανται συνέπειες. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι σταμάτησε στον κύριο δρόμο και επανέλαβε την θέση του ότι, όταν ανακόπηκε το όχημα του για έλεγχο, ο ίδιος βρισκόταν σε πάροδο. Επιβεβαίωσε ότι την ώρα που αναχωρούσε, είδε τον Μ.Κ 1 να διενεργεί έλεγχο σε άλλο όχημα. Ο ίδιος δεν έκρινε σκόπιμο να ρωτήσει τον αστυνομικό κατά πόσο επιτρέπεται να αποχωρήσει γιατί ο Μ.Κ 1 ουδέποτε του ανάφερε να περιμένει, μέχρι να ολοκληρώσει τον έλεγχο που θα διενεργούσε στο άλλο όχημα. Ήταν η θέση του ότι μόλις κατευθύνθηκε ο αστυνομικός προς στο άλλο όχημα αποχώρησε και ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος, ερωτώμενος σχετικά, παραδέχθηκε ότι ο Μ.Κ 1 του ανάφερε κάτι, πριν μεταβεί στο άλλο όχημα, πλην όμως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να ακούσει τί του είχε λεχθεί ακριβώς. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο (C& Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, Παπακόκκινου κ.α v Σμιρλή κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ 506). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων(Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Έχοντας ως γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση των μαρτύρων. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς οποιεσδήποτε αμφιταλαντεύσεις και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη ή επουσιώδη αντίφαση. Είναι πρόσωπο το οποίο εκτέλεσε το εντεταλμένο του καθήκον χωρίς να έχει δικά του συμφέροντα να εξυπηρετήσει και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος γιατί να θέλει να ενεργήσει ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του ενισχύεται και από την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 1) Στην υπόθεση Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388 λέχθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία είναι ο γνώμονας με βάση τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ 1 σε σχέση με το τί διαπίστωσε και το τί του ελέχθη κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν φορούσε την ζώνη ασφαλείας του εφόσον τον είδε να κινείται εντός του δρόμου σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτόν. Περαιτέρω σταθερή ήταν η θέση του ότι αφού ακινητοποιήθηκε το όχημα του κατηγορούμενου, ο ίδιος, του ανάφερε να περιμένει μέχρι να διενεργήσει έλεγχο σε άλλο όχημα, και ο κατηγορούμενος χωρίς να του δοθεί οποιαδήποτε άδεια, αποχώρισε από την σκηνή. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Κ.1. Από την άλλη ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του ειδικότερα δεν με έπεισε για το γεγονός ότι φορούσε τη ζώνη ασφαλείας του τον ουσιώδη χρόνο και ότι ουδέποτε του ανάφερε ο Μ.Κ 1 να περιμένει στην άκρια του δρόμου μέχρι να ολοκληρώσει τον έλεγχο του σε άλλο όχημα. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε πολλά σημεία η μαρτυρία του ήταν αόριστη και ασαφής και δεν απέφυγε τις υπερβολές. Για παράδειγμα ανάφερε ότι γνωρίζει ότι αν κάποιο όχημα δεν σταματήσει στο δρόμο μετά από αίτημα της αστυνομίας, τότε ο συγκεκριμένος οδηγός υφίσταται μεγάλη ταλαιπωρία. Τότε δεν εξηγείται η συμπεριφορά του να αποχωρίσει από την σκηνή χωρίς να λάβει την σχετική άδεια από το όργανο της αστυνομίας. Επίσης ο ίδιος είναι νομοταγής πολίτης και ουδέποτε στη ζωή του παρέλειψε να πληρώσει οποιοδήποτε σχετικό εξώδικο. Ο κατηγορούμενος στη προσπάθεια του αυτή, να πείσει το Δικαστήριο, ότι η δική του εκδοχή είναι αληθής δεν παρέλειψε να περιπέσει και σε αντιφάσεις. Ενώ αρχικά επέμενε στη θέση ότι ο Μ.Κ 1 ουδέποτε του ανάφερε να περιμένει στην άκρη του δρόμου, εντούτοις κατά την αντεξέταση, παραδέχθηκε το γεγονός ότι, ενώ ο Μ.Κ 1 ακριβώς πριν ξεκινήσει να κατευθυνθεί στο άλλο όχημα του ανάφερε κάτι αλλά δεν ήταν σε θέση να ακούσει. Επίσης στερείται λογικής η θέση του ότι αποχώρησε από τη σκηνή δια το λόγο ότι ο Μ.Κ 1 δεν του ζήτησε οποιαδήποτε στοιχεία. Από τη στιγμή όμως που ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ο Μ.Κ 1 έλεγχε άλλο όχημα, σε απόσταση πλησίον από τον ίδιο και από τη στιγμή που ακινητοποιήθηκε από αστυνομικό, θα έπρεπε να ρωτήσει τον αστυνομικό κατά πόσο είναι πρέπον να αποχωρήσει, να λάβει την σχετική άδεια του πριν αποχωρήσει από τη σκηνή. Αν τα κίνητρα του και οι προθέσεις του ήταν αληθής δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος αυτό θα έπραττε και πριν αποχωρίσει από τη σκηνή θα ρωτούσε τον αστυνομικό κατά πόσο ήταν ελεύθερος να πράξει τούτο. Επίσης η ενέργεια του να μην παραλάβει το εξώδικο αλλά να το τοποθετήσει στην καμπίνα του αστυνομικού οχήματος, γεγονός το οποίο παραμένει αναντίλεκτο, δεν μπορεί παρά να μου προκαλέσει αρνητική εντύπωση. Πρόκειται για μία ενέργεια που αναμφίβολα δεν θα την διενεργούσε ένας νομοταγής πολίτης, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του. Για τους λόγους που έχω αναφέρει απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 22/9/14, ο Μ.Κ 1, βρισκόταν σε καθήκον στην οδό Π. Κυπριανού, στα Λειβάδια για τροχαίο έλεγχο. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σε κάποια στιγμή ανέκοψε δύο οχήματα για έλεγχο. Ένα εξ αυτών ήταν και το όχημα του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ 1 ανάφερε στον κατηγορούμενο να περιμένει μέχρι να διενεργήσει τον απαραίτητο έλεγχο στο 2ο όχημα. Ο λόγος που ανακόπηκε το όχημα του κατηγορουμένου ήταν λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν προσδεμένος με την ζώνη ασφαλείας του. Με το που ο εν λόγω μάρτυρας κινήθηκε προς το 2ο όχημα, ο κατηγορούμενος, χωρίς να περιμένει και χωρίς να του δοθεί η οποιαδήποτε άδεια, αποχώρησε από την σκηνή. Ο εν λόγω μάρτυρας πρόλαβε και έλαβε τον αριθμό εγγραφής του οχήματος του κατηγορουμένου. Ακολούθως, μέσω, του Αρχηγείου της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο ζητώντας του να επιστρέψει πίσω στη σκηνή. Ο κατηγορούμενος, αρχικά, αρνιόταν πεισματικά να επιστρέψει πίσω, όμως τελικά μεταπείστηκε και επέστρεψε. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί για το γεγονός ότι ο ίδιος, ενώ οδηγούσε, δεν ήταν προσδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας και για το γεγονός ότι, ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή, παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημα του. Προς τον σκοπό αυτό ο Μ.Κ 1 εξέδωσε σχετικά εξώδικα (Τεκμήριο 1). Ο κατηγορούμενος απάντησε με την εξής φράση «δεν το πιάνω πηγαίνετε όπου θέλετε». Ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε να παραλάβει το σχετικό εξώδικο και το τοποθέτησε στην καμπίνα του οχήματος της αστυνομίας και ακολούθως απομακρύνθηκε. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εν λόγω μάρτυρας φορούσε την στολή του αστυνομικού καθώς και κίτρινο φωσφορούχο γιλέκο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας έχει ως νομική βάση το άρθρο 15
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/1986 (στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2 και Ν3 σε οποιαδήποτε οδό ή άλλο δημόσιο χώρο και κάθε πρόσωπο που επιβαίνει καθήμενο σε οποιοδήποτε κάθισμα του οχήματος αυτού, υποχρεούται να χρησιμοποιεί τα συστήματα ασφαλείας των οχημάτων των εν λόγω κατηγοριών.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, με βάση το πιο πάνω άρθρο είναι τα ακόλουθα: α) Το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να είναι κατηγορίας Μ1 ή Ν1 ή Ν2 ή Ν3. β) Να οδηγούσε το όχημα εντός οδού ή άλλο δημόσιο χώρο και γ) Να μην χρησιμοποιούσε το σύστημα ασφαλείας του οχήματος του και δη (με βάση το άρθρο 2) να μην είναι προσδεδεμένος με την ζώνη ασφαλείας του οχήματος του. Σύμφωνα με τους περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (κατηγορίας Μ, Ν και Ο) των κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους, Κανονισμούς του 2005 οχήματα κατηγορίας Μ1 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά προσώπων και περιλαμβάνουν το πολύ οκτώ θέσεις καθημένων πέραν του καθίσματος του οδηγού. Οχήματα κατηγορίας Ν1 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχοντα μέγιστη μάζα που δεν υπερβαίνει τους 3.5 τόνους». Οχήματα Κατηγορίας Ν2 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχοντα μέγιστη μάζα άνω των 3.5 και έως 12 τόνους» και οχήματα Κατηγορίας Ν3 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχοντα μέγιστη μάζα άνω των 12 τόνων». Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία και ευρήματα μου, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν υπάρχει καμία αναφορά για τον αριθμό των τροχών του οχήματος (για να ελεγχθεί αν το όχημα είναι κατηγορίας Μ ή Ν) σύμφωνα με το άρθρο 2 εδάφιο
(1)του Νόμου αλλά ούτε και οποιαδήποτε αναφορά για το κατά πόσο το εν λόγω όχημα είναι επιβατικό (το πολύ οκτώ θέσεις καθήμενων πέραν του οδηγού) ή μεταφοράς εμπορευμάτων και ποιας μάζας για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο το εν λόγω όχημα εμπίπτει στις κατηγορίες Μ1, Ν1, Ν2 και Ν3. Η αναφορά στο Τεκμήριο 1 και 2 σε όχημα Nissan Almera δεν προσδιορίζει την κατηγορία στην οποία αυτό εμπίπτει. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας αναφορικά με το προαναφερθέν πρώτο συστατικό του αδικήματος καθιστά την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη αφού η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Το γεγονός ότι τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ουδεμία σημασία έχει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού της στοιχείου βαρύνει εξ' ολοκλήρου τους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοίζου ανωτέρω) Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η 2η κατηγορία έχει ως νομική βάση τους κανονισμούς 58
(2)(στ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 58
(2)(στ) των Κανονισμών διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)- Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (α)... (β)... (γ)... (δ)... (ε)... (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημά του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματός του στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν:..» Περαιτέρω, ο Κανονισμός 72 προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Έχοντας υπόψη τα ευρήματά μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, εφόσον ο κατηγορούμενος κλήθηκε από τον Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν αστυνομικός με στολή, να ακινητοποιήσει το όχημα του. Αφού ο κατηγορούμενος το ακινητοποίησε, σε κάποια στιγμή και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, ο κατηγορούμενος χωρίς να του επιτρέψει να συνεχίσει την πορεία του αποχώρησε αδικαιολόγητα από τη σκηνή. Συνεπώς ο κατηγορούμενος παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημα του. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ 1 φορούσε στολή αστυνομικού ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί και εν πάση περιπτώσει, όπως διεφάνη μέσα από τη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος κατανόησε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Μ.Κ 1 ήταν αστυνομικός. Κρίνω λοιπόν ότι πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προδιαγράφονται στη σχετική νομοθετική διάταξη που εκτίθεται επί του Κατηγορητηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................ Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο