Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χρίστος Μιτσίδης, Αρ. Υπόθεσης: 1014/2015, 14/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1014/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Χρίστος Μιτσίδης Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2016. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου Για κατηγορούμενο: Εμφανίζεται ο ίδιος αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3), 19 και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, μετά των συναφών του τροποποιήσεων και του περί Εξωδίκων Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου του 1997, με αριθμό 47
(1)/97 όπως αυτό τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 18/11/2015 στην οδό Ακροπόλεως, στη Λάρνακα, της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα, με αριθμούς εγγραφής KVV 998, με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 91 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ήταν σύντομη. Ευχαριστώ και τις δύο πλευρές για την βοήθεια που προσέφεραν στο Δικαστήριο με την όλη στάση και υπευθυνότητα τους. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας. Κατατέθηκαν συνολικά 2 Τεκμήρια. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε επίσης και ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατάθεσε ο Αστυφύλακας 4945 Θ. Κωστόπουλος. Στις 18/11/15 και ώρα 9.08 π.μ. ο ίδιος βρισκόταν σε καθήκον στην Λεωφόρο Ακροπόλεως που βρίσκεται στην είσοδο της Αραδίππου για έλεγχο τροχαίας. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του κατά παράβαση και πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, δηλαδή οδηγούσε με 91 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ. Την ταχύτητα του κατηγορούμενου την διαπίστωσε ο ίδιος με ταχύμετρο. Επιβεβαίωσε όμως ότι προτού αναλάβει τα καθήκοντα του το εν λόγω ταχύμετρο είχε ελεγχθεί, σε τρία διαφορετικά στάδια, όπου και διαπιστώθηκε ότι αυτό ήταν ορθό και κατάλληλο για χρήση. Αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, του εξέδωσε σχετικό εξώδικο. Ακολούθως, κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 σχετικό έντυπο το οποίο εκτύπωσε ο ίδιος, από το σύστημα διαχείρισης κλήσεων τροχαίας. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, το έντυπο αυτό εκτυπώνεται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή σε περίπτωση που το εξώδικο πρόστιμο δεν καταβληθεί από τον παραβάτη εντός της καθορισμένης από τον νόμο προθεσμίας. Το έγγραφο αυτό περιέχει, πέραν από το αδίκημα και τα στοιχεία του κατηγορούμενου, τις σημειώσεις που έγραψε ο ίδιος σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Οι παρατηρήσεις του ήταν ότι αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «σας υπενθυμίζω ότι είμαστε στην Κύπρο». Επίσης σημειώθηκε σε άλλο σημείο στο εν λόγω έντυπο ότι «ο δρόμος προς την Λάρνακα ήταν άδειος». Τέλος κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του εν λόγω οχήματος. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την καταγωγή του, ανάφερε ότι ο ίδιος μεγάλωσε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και ότι ο πατέρας του είναι εξ Ελλάδος. Ο ίδιος υπηρετεί ως αστυνομικός για περίοδο 10 χρόνων και αρνήθηκε, κατηγορηματικά, σχετική υποβολή ότι ουδέποτε επέστησε στον κατηγορούμενο την προσοχή του στο νόμο, δηλώνοντας μετά βεβαιότητας ότι του την είχε επιστήσει. Επεξηγώντας τί ακριβώς σημαίνει ο αριθμός και το γράμμα Μ198, που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου 1, ανάφερε ότι ο αριθμός αυτός υποδηλώνει το γεγονός ότι το ταχύμετρο κλείδωσε στα 198 μέτρα, δηλαδή μέτρησε την ταχύτητα του κατηγορούμενου από την απόσταση αυτή. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι υπήρχε οποιοδήποτε άλλο όχημα εντός του δρόμου κατά τη στιγμή που το ταχύμετρο στόχευσε το όχημα του κατηγορουμένου και επανέλαβε την θέση του ότι ο δρόμος ήταν εντελώς άδειος και το οπτικό του πεδίο ήταν καθαρό. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να στοχεύσει το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος εφόσον μπροστά από το όχημα του, υπήρχε ένα άλλο όχημα χρώματος πορτοκαλί, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι δεν υπήρχε κανένα άλλο όχημα στο οπτικό του πεδίο. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, μετά που τον ανέκοψε, παραδέχθηκε σε αυτόν ο λόγος που έτρεχε ήταν γιατί έπρεπε να μεταβεί στο Δικαστήριο στη Λάρνακα. Επίσης του ανάφερε ότι ο ίδιος είναι μεγαλοδικηγόρος και ότι τον εκφόβισε ώστε να μην του εκδώσει το σχετικό εξώδικο. Επιβεβαίωσε ότι υπήρχε συνοδηγός στο όχημα του κατηγορούμενου. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, αφού προηγουμένως εγκρίθηκε ως τέτοιο από το Δικαστήριο, με βάση τις σχετικές πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, ότι δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση η καταλληλότητα και η ορθή λειτουργία του μηχανήματος του ταχυμέτρου (ραντάρ). Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 ανάφερε προφορικά την δική του εκδοχή γεγονότων. Τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην οδό Ακροπόλεως και κατευθυνόταν στο Δικαστήριο για σκοπούς εργασίας. Μετά τον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς που συνδέει τον αυτοκινητόδρομο και μπαίνοντας ο ίδιος στην οδό Ακροπόλεως, διαπίστωσε ότι μπροστά του υπήρχε ένα όχημα μάρκας Peugeot, χρώματος πορτοκαλί. Η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων, δηλαδή του δικού του και του πιο πάνω οχήματος μεγάλωνε και ο ίδιος συμπέρανε ότι το προπορευόμενο όχημα έτρεχε. Ο ίδιος, τη δεδομένη στιγμή, κινείτο με ταχύτητα 70 ΧΑΩ. Παραδέχθηκε επίσης ότι οδηγούσε πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, πλην όμως θεώρησε, ότι η μικρή υπέρβαση, όπως την χαρακτήρισε, ήταν στα όρια του επιτρεπτού. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι εκφόβισε με οποιοδήποτε τρόπο τον Μ.Κ 1 και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο εν λόγω αστυνομικός του είχε επιστήσει την προσοχή του στο νόμο. Ως προς τον λόγο που ανάφερε στον Μ.Κ 1 ότι «σας υπενθυμίζω ότι είμαστε στην Κύπρο» εξήγησε ότι ήταν επειδή ο Μ.Κ 1 ήταν ελληνικής καταγωγής και δεν είχε εκτελέσει ορθά τα καθήκοντα του. Αντεξεταζόμενος και ερωτώμενος σχετικά ως προς το λόγο που ο ίδιος θεωρεί ότι ο Μ.Κ 1 δεν εκτέλεσε ορθά τα καθήκοντα του, ισχυρίστηκε ότι είναι επειδή παρέλειψε να του επιστήσει την προσοχή του στο νόμο αμέσως μετά που τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί. Ο ίδιος είναι εδώ και 44 χρόνια δικηγόρος και ουδέποτε είχε και έχει σκοπό να αναφέρει ψέματα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ερωτώμενος σχετικά, ανάφερε ότι έκανε παρατήρηση στον Μ.Κ 1 για το γεγονός ότι δεν του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και επανέλαβε ότι η συμπεριφορά του αστυνομικού τον ουσιώδη χρόνο δεν τον ενόχλησε. Αυτό που τον ενόχλησε ιδιαίτερα ήταν η σημερινή συμπεριφορά του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος δίδοντας την ένορκη του μαρτυρία, ανάφερε πολλές αναλήθειες. Η συνομιλία μεταξύ του ίδιου και του αστυνομικού ξεκίνησε όταν ο τελευταίος του ανάφερε ότι έτρεχε και ότι θα καταγγελθεί. Ακολούθως ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι έτρεχε με 70 ΧΑΩ ενώ ο Μ.Κ 1 του ανάφερε ότι οδηγούσε με 91 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ και ότι προτίθεται να τον καταγγείλει. Ο κατηγορούμενος ανάφερε τότε στο Μ.Κ 1 ότι βιάζονται με σκοπό να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οδηγούσε με 70 ΧΑΩ. Ερωτώμενος σχετικά ανάφερε ότι ο ίδιος δεν πληροφόρησε τον αστυνομικό ότι υπήρχε οποιοδήποτε πορτοκαλί όχημα, μπροστά του και ερωτώμενος το λόγο που δεν το ανάφερε ισχυρίστηκε ότι δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει κάτι τέτοιο. Ερωτώμενος για την ταχύτητα του πορτοκαλί οχήματος ανάφερε ότι αυτή αυξάνονταν αργά και σταθερά. Ο Μ.Κ 1 όταν του έκανε σήμα να ακινητοποιήσει το όχημα του στεκόταν στην μέση του δρόμου, το πορτοκαλί όχημα ήταν στην δεξιά λωρίδα και ο ίδιος στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Τέλος ανάφερε ότι ο συνοδηγός ουδέποτε συνομίλησε με τον Μ.Κ 1. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε να καταθέσει ο Γιώργος Χαραλάμπους (Μ.Υ 1) δικηγόρος στο επάγγελμα εδώ και 5 χρόνια. Τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν συνοδηγός στο όχημα του κατηγορούμενου. Κατά την κυρίως εξέταση ανάφερε προφορικά ότι μετά τον κυκλικό κόμβο της Ριζοελιάς, μετά από περίπου 300 μέτρα, τους έκανε σήμα ο Μ.Κ 1 ώστε να ακινητοποιήσουν το όχημα τους. Ο Μ.Κ 1 τους πληροφόρησε ότι ο κατηγορούμενος είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας και σε καμιά περίπτωση ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον εκφοβίσει αλλά και ουδέποτε ο κατηγορούμενος του ανάφερε ποτέ την λέξη 'μεγαλοδικηγόρος'. Θυμάται ότι ο Μ.Κ 1 ουδέποτε τους είχε επιστήσει την προσοχή στο νόμο και το γεγονός αυτό το σχολίασαν μαζί με τον κατηγορούμενο αφότου αποχώρησαν από το εν λόγω σημείο. Ανάφερε ότι τον ουσιώδη χρόνο προπορευόταν στην αριστερή λωρίδα ένα όχημα μάρκας Peugeot, χρώματος πορτοκαλί, ενώ το όχημα του κατηγορούμενου οδηγείτο στην δεξιά λωρίδα. Το πορτοκαλί όχημα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και ο ίδιος σε κάποια στιγμή πρόσεξε τον αστυνομικό στο δρόμο. Αμέσως είδε το ταχύμετρο του κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έτρεχε με 70 ΧΑΩ. Ανάφερε ότι ο ίδιος, σε συνομιλία που είχε με τον αστυνομικό, του ανάφερε για το προπορευόμενο πορτοκαλί όχημα. Επίσης ισχυρίστηκε και ότι ήταν αδύνατον το ταχύμετρο να στοχεύσει το όχημα του κατηγορούμενου εφόσον αυτό καλυπτόταν από το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι εργοδότης του και ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στον αστυνομικό ότι δεν υπερέβηκε το όριο ταχύτητας. Ακολούθως έγινε μια έντονη συζήτηση μεταξύ τους. Ερωτώμενος σχετικά απάντησε ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στον Μ.Κ 1 για το προπορευμένο όχημα και ότι ο ίδιος, σε κάποια στιγμή, ενεπλάκη στη συζήτηση. Ανάφερε ότι ο Μ.Κ 1 δεν του προξένησε κακή εντύπωση και δεν θυμάται κατά πόσο λέχθηκε η φράση «σας υπενθυμίζω ότι είμαστε στην Κύπρο». Ερωτώμενος σχετικά ως προς την απόσταση και ως προς την ταχύτητα του προπορευόμενου οχήματος, η θέση του τελικά ήταν ότι μπορεί το όχημα του κατηγορούμενου να κινείτο με την ίδια ταχύτητα με το προπορευόμενο όχημα. Επανέλαβε ότι ο αστυνομικός στεκόταν πλάι, στην άκρια του δρόμου και δεν βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος ουδέποτε ανάφερε στον Μ.Κ 1 την ύπαρξη του προπορευόμενου πορτοκαλί οχήματος προσθέτοντας ότι δεν θα έρχονταν στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευδομαρτυρήσει. Θέση του ήταν ότι το ταχύμετρο δεν στόχευσε το όχημα του κατηγορούμενου αλλά το πορτοκαλί όχημα. Ερωτώμενος σχετικά ανάφερε ότι την θέση του αυτή την στηρίζει στο γεγονός ότι μπορεί μεν να μην είδε ο ίδιος προσωπικά τον αστυνομικό να σημαδεύει το όχημα του κατηγορούμενου, αλλά πιστεύει ότι επειδή το πορτοκαλί όχημα ήταν συνεχώς μπροστά τους και τους κάλυπτε, το ταχύμετρο αδυνατούσε και δεν ήταν σε θέση να σημαδέψει το όχημα του κατηγορούμενου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο (C& Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, Παπακόκκινου κ.α v Σμιρλή κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ 506). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων(Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει και αντιπαραβάλλει με τις εκατέρωθεν θέσεις και το σύνολο της μαρτυρίας που έχει δοθεί (Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος δεν διαφοροποιεί ούτε τη κρίση του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση αλλά ούτε και τρόπο που αυτός θα αξιολογηθεί. Όπως λέχθηκε επίσης στην υπόθεση Στυλιανίδη (ανωτέρω) «το επάγγελμα το οποίο ασκεί οποιοσδήποτε διάδικος δεν επαυξάνει την αξιοπιστία του. Αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανάλογα με το επάγγελμά τους, προσκρούει στην αρχή της ισότητας ενώπιον της δικαιοσύνης, που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος και έρχεται σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις όπου επιβάλλει στη Δικαιοσύνη το Άρθρο 35 του Συντάγματος για την αποτελεσματική διασφάλιση, κατά την άσκηση των εξουσιών της, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.» Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τα μέλη της αστυνομίας. Το γεγονός και μόνο ότι κάποιος μάρτυρας είναι αστυνομικός δεν επαυξάνει την αξιοπιστία του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στην σελίδα 887: «Οι πιο πάνω νομολογιακές αναφορές δεν στοχεύουν στο να δημιουργήσουν οποιασδήποτε μορφής προκατάληψη εναντίον της Αστυνομίας, παρά μόνο να τονίσουν ότι τα Δικαστήριο θα πρέπει, αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και ένα τέτοιο ζήτημα εγείρεται ή φαίνεται να υποβόσκει στη βάση των συγκεκριμένων περιστάσεων, να είναι επιφυλακτικά στην πιθανότητα οι ανακριτικές ενέργειες κάποιων αστυνομικών να αναφύονται από υπερβάλλοντα ζήλο και η μαρτυρία τους να είναι εξογκωμένη, υπερβολική ή ακόμη και αναξιόπιστη (Βλ. Fournaris and Another v. The Republic
(1978)2 CLR 28)». Ο Μ.Κ 1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής και σταθερός στη θέση του. Ανάφερε στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα, ειλικρίνεια και συνέπεια όλες τις ενέργειες που είχε προβεί αλλά και του τι διαπίστωσε ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο. Η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή του. Να σημειώσω όμως ότι ο εν λόγω μάρτυρας στη προσπάθεια του αυτή, δεν απέφυγε ούτε τις υπερβολές και ήταν φανερός ο υπέρμετρος ζήλος που τον διακατείχε στην παρούσα υπόθεση. Επίσης προέβη και σε κάποιες αχρείαστες, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, αναφορές. Για παράδειγμα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε ένα όχημα πολυτελείας δεν προσδίδει κάτι το ουσιαστικό στην υπόθεση αλλά και ούτε είχε κάποια σχέση με τα επίδικα θέματα. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου όμως δεν παύω από του να θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ο,τιδήποτε το οποίο να ήταν ικανό να κλονίσει ή αμφισβητήσει τις εν λόγω αναφορές του. Θα έλεγα ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη ή επουσιώδη αντίφαση. Είναι πρόσωπο το οποίο εκτέλεσε το εντεταλμένο του καθήκον χωρίς να έχει δικά του συμφέροντα να εξυπηρετήσει και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος γιατί να θέλει να ενεργήσει ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του ενισχύεται και από την πραγματική μαρτυρία (βλέπε Τεκμήριο 1) Στην υπόθεση Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388 λέχθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία είναι ο γνώμονας με βάση τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ 1 σε σχέση με τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και το τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου ατυχήματος. Από την άλλη ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο Μ.Υ 1 με έπεισαν για την δική τους εκδοχή γεγονότων όπως την παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Καταρχάς, αντιπαραβάλλοντας την μεταξύ τους, διαπιστώνω κενά και αντιφάσεις γεγονός που δημιουργεί ρήγματα στους ισχυρισμούς τους. Για παράδειγμα, ενώ ο κατηγορούμενος ανάφερε ρητά ότι ουδέποτε αναφέρθηκε στον Μ.Κ 1 ο ισχυρισμός του σε σχέση με το προπορευόμενο όχημα και ότι ουδέποτε ο Μ.Υ 1 είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον αστυνομικό, ο Μ.Υ 1, αντιθέτως, ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον Μ.Κ 1 για την ύπαρξη του προπορευόμενου οχήματος και ότι και ο ίδιος είχε εμπλακεί στα αρχικά στάδια της συζήτησης μεταξύ του Μ.Κ 1 και του ίδιου του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι όταν ο αστυνομικός όταν τους έκανε σήμα να σταματήσουν, στεκόταν στην μέση του δρόμου, ο Μ.Υ 1, αντιθέτως, ανάφερε ότι ο αστυνομικός στεκόταν στην άκρια του δρόμου. Επίσης ενώ ο κατηγορούμενος ανάφερε προφορικώς στο Δικαστήριο ότι έκανε παρατήρηση στο Μ.Κ 1 σε σχέση με το γεγονός ότι δεν του είχε επιστήσει την προσοχή του στο νόμο όταν τον πληροφόρησε για το αδίκημα που είχε διαπράξει, εντούτοις ο Μ.Υ 1, ανάφερε, ότι το γεγονός της μη επίστησης το είχαν συζητήσει με τον κατηγορούμενο μόνο μεταξύ τους. Οι αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας τους δεν μου αφήνει άλλη επιλογή από του να με εμποδίσουν να εξαγάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Στρεφόμενος τώρα ειδικά στο κατηγορούμενο και πέραν των πιο πάνω συμπερασμάτων μου, διαπιστώνω ότι, όπως συνάγεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, παραδέχεται ότι υπερέβη το όριο αφού οδηγούσε με 70 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ. Το βασικό του παράπονο είναι ότι δεν έτρεχε με 91 ΧΑΩ και ότι η ένδειξη του ταχυμέτρου-ραντάρ 91 ΧΑΩ δεν στόχευσε το δικό του το όχημα αλλά το προπορευόμενο του πορτοκαλί όχημα. Στερείται όμως λογικής να μην αναφέρει στον Μ.Κ 1 την βασική του αυτή υπεράσπιση. Δεν με πείθει η εξήγηση που έδωσε ότι δεν είχε την υποχρέωση αυτή. Επίσης η λογική επιτάσσει ότι θα κατέγραφε τα νούμερα του προπορευόμενου οχήματος ώστε να τεκμηριώσει και να αποδείξει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του. Αντιφατική είναι επίσης η θέση του ότι από την μία έχει παράπονο ότι δεν οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και από την άλλη παραδέχθηκε ότι υπερέβη το επιτρεπόμενο όριο. Από την άλλη ήταν φανερή η προσπάθεια του Μ.Υ 1 να βοηθήσει την εκδοχή του εργοδότη του. Δεν μπορεί να μην τύχει αρνητικού σχολιασμού το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ίδιο, μόλις είδε τον Μ.Κ 1 να τους κάνει σήμα να σταματήσουν το όχημα, ο ίδιος, ασυναίσθητα είδε το ταχύμετρο με σκοπό να διαπιστώσει την ταχύτητα του κατηγορουμένου, ώστε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του. Στη συνέχεια ενώ η αρχική του τοποθέτηση ήταν ότι το προπορευόμενο πορτοκαλί όχημα κινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα από το όχημα του κατηγορουμένου, ώστε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι το όχημα του κατηγορούμενου καλυπτόταν από αυτό, στη συνέχεια αποδέχθηκε ότι ίσως τα δύο οχήματα να κινούνταν τελικά με την ίδια ταχύτητα. Επίσης χωρίς να διαπιστώσει ο ίδιος προσωπικά και χωρίς να έχει οπτική επαφή με τον Μ.Κ 1 εξέφρασε με βεβαιότητα ότι το ταχύμετρο δεν στόχευσε το όχημα του κατηγορούμενου παρά τη θέση του Μ.Κ 1 ότι το εν λόγω ταχύμετρο μπορεί να στοχεύσει όλα τα οχήματα ακόμα και όταν το ένα βρίσκεται πίσω από το άλλο. Για όλους τους λόγους που αναφέρω δεν αποδέχομαι ούτε τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ούτε του Μ.Υ 1 τις οποίες απορρίπτω στην ολότητα τους. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 18/11/15 και ώρα 9.08 π.μ. ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε καθήκον στην Λεωφόρο Ακροπόλεως που βρίσκεται στην είσοδο της Αραδίππου για έλεγχο τροχαίας. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του κατά παράβαση και πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, δηλαδή οδηγούσε με 91 ΧΑΩ αντί 65ΧΑΩ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η νομική βάση της κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86⁄72 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητας όπερ έχει ορισθή υπό της αρμόδιας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα επτακοσίας πενήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό (β) ο ορισμός από την αρμόδια αρχή ανωτάτου ορίου ταχύτητας (γ) η αναγραφή του ορίου ταχύτητας επί πινακίδας η οποία να τοποθετήθηκε στην οδό κατά τρόπο που να διακρίνεται ευχερώς από τους οδηγούς, και (δ) η οδήγηση του οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του καθορισθέντος ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Τα στοιχεία (α) έως (γ) δεν αμφισβητούνται από τη υπεράσπιση ότι στοιχειοθετούνται. Παρενθετικά, σημειώνω ότι, δεν υπήρξε αμφισβήτηση από μέρους της υπεράσπισης σε ό,τι αφορά τη σήμανση και την εφαρμογή του συγκεκριμένου ορίου ταχύτητας. Κρίνω, λοιπόν, ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του Μ.Κ 1 ως προς αυτό το στοιχείο. Σε σχέση προς το στοιχείο (δ) πιο πάνω, έχω ήδη καταγράψει το συμπέρασμά μου ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος διαγνώσθηκε με τεχνικά και νομικά αποδεκτό τρόπο. Επομένως, στοιχειοθετήθηκε και η υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Επομένως δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου οποιαδήποτε λογική αμφιβολία ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπέρβαση, από μέρους του κατηγορουμένου, του ανωτάτου ορίου ταχύτητας με 91 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το όριο ταχύτητας στον εν λόγω δρόμο δεν αμφισβητήθηκε (Φοίβος Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακος
(2001)2 Α.Α.Δ. 789, 792). Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δεν του έχει επιστηθεί η προσοχή του στο νόμο, ως είχε νομικό καθήκον ο Μ.Κ 1, αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα που θα καταγγέλετο. Παρά το γεγονός ότι έχω κρίνει ως αξιόπιστο τον Μ.Κ 1, για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι και αν ακόμη δεν είχε γίνει η επίστηση στον κατηγορούμενο, κατά τη στιγμή που ο Μ.Κ 1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα, δεν σημαίνει και αυτομάτως ότι η οποιαδήποτε κατάθεση ληφθεί ή οτιδήποτε άλλο λεχθεί υπόψη, κατά παράβαση των δικαστικών κανόνων, δεν μπορεί η μαρτυρία αυτή να γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος αποκλείεται ως μαρτυρία, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33.) Αντίθετα όμως με την περίπτωση εξασφάλισης μαρτυρίας κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, στην περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της υπό κάποιες προϋποθέσεις (Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Η κατάθεση που λήφθηκε με κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να την αποδέχεται, εφόσον δεν επέδρασε επί της θεληματικότητας της κατάθεσης και δεν έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Οι Δικαστικοί κανόνες δεν έχουν την ισχύ Δικαίου ή Νομοθετήματος. Από την έκδοσή τους μέχρι και σήμερα είχαν σκοπό την καθοδήγηση και θεωρούνται γι΄ αυτό τον λόγο ως Κανόνες Πρακτικής. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την διακριτική ευχέρεια να δεχθεί δηλώσεις που έγιναν από τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο στο στάδιο της ανάκρισης έστω και αν λήφθηκαν κατά παράβαση των Δικαστικών κανόνων. Από την άλλη, η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκείται με φειδώ υπέρ της Ανακριτικής Αρχής. Εκεί όπου διαπιστώνεται παράβαση θα κριθεί ως ορθά ληφθείσα μια δήλωση ή κατάθεση αν, στο σύνολο των γεγονότων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει παγιδευθεί ή υποστεί αδικία λόγω της παράβασης των κανόνων. (Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 556. Και αν ακόμα αποδεχόμουν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δεν του επιστήθη η προσοχή στο νόμο, ουδεμία σημασία θα είχε στα επίδικα θέματα, εφόσον από τα όσα έχουν λεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος έχει παγιδευτεί ή έχει υποστεί οποιαδήποτε αδικία. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................ Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο