← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παναγιώτης Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 6916/2015, 30/9/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παναγιώτης Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 6916/2015, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6916/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Παναγιώτης Χριστοδούλου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2016. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Στ .Πίπη Για κατηγορούμενο: Εμφανίζεται ο ίδιος αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης οχήματος και παράλειψης ακινητοποίησης αυτού, ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή, κατά παράβαση των κανονισμών 58

(2)(στ) και 72 των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Κανονισμών του 1984 Κ.Δ.Π 66/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 31/5/15 στην οδό Τους Χανέ στην Λάρνακα, της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒΑG196 (στο εξής «το όχημα») και ενώ κλήθηκε με αστυνομικό με στολή παρέλειψε να το ακινητοποιήσει μέχρι ο αστυνομικός επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να χειριστεί προσωπικά την παρούσα υπόθεση αφού το Δικαστήριο του εξήγησε επαρκώς τα δικαιώματα του και τις υποχρεώσεις του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η μαρτυρία που δόθηκε ήταν πολύ σύντομη. Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κατάθεση ο Αστυφύλακας 2612 Π.Αγαθοκλέους (Μ.Κ 1), ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Περιέγραψε τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη. Στα πλαίσια των καθηκόντων του έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) καθώς και τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 3). Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν παραδέχεται την κατηγορία. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον Κατηγορούμενο. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε να καταθέσει ο Αστυφύλακας 2682 Χ. Δημητριάδης (Μ.Κ 2), ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με αυτήν, την 31.5.15 και ώρα 3.25, διενεργούσε, μαζί με άλλα μέλη της Αστυνομίας, έλεγχο τροχαίας στην οδό Τους Χανέ στην Λάρνακα. Ο ίδιος φορούσε το φωσφόρο γιλέκο του, ο φάρος του οχήματος του ήταν αναμμένος και ο φωτισμός του δρόμου ήταν αρκετά καλός. Αφού διέκρινε ένα σαλούν όχημα χρώματος άσπρου από απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων να έρχεται προς το μέρος του, του έκανε σήμα με το κόκκινο φανάρι για να σταματήσει. Όμως ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου αφού τον είδε, πέρασε από δίπλα του, συνέχισε την πορεία του και απομακρύνθηκε από το σημείο χωρίς να σταματήσει. Πρόλαβε και διέκρινε ότι το εν λόγω όχημα έφερε αριθμούς εγγραφής BAG
  2. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανάφερε ότι την στιγμή που ο ίδιος έκανε σήμα στο εν λόγω όχημα υπήρχαν σταματημένα και άλλα οχήματα για εξέταση αλκοόλης καθώς υπήρχαν επίσης και δύο οχήματα της αστυνομίας, σταματημένα εκτός του δρόμου. Ο ίδιος στεκόταν στην άκρη του δρόμου προς το χωμάτινο παγκέτο. Δεν διέκρινε ποιός ήταν ο οδηγός και ούτε μπορεί να τον αναγνωρίσει σήμερα. Ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ελάττωσε το όχημα του και μόλις τον είδε ανέπτυξε ταχύτητα περνώντας από δίπλα του στα 2 μέτρα. Του φώναξε να σταματήσει αλλά αυτό συνέχισε κανονικά την πορεία του. Τέλος ανάφερε ότι το εν λόγω όχημα δεν καταδιώχθηκε από την αστυνομία. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν υπήρχε μπροστά από το όχημα οποιοδήποτε άλλο προπορευόμενο όχημα και το οπτικό του πεδίο ήταν καθαρό. Επίσης δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε συνοδηγός εντός του εν λόγω οχήματος. Επανέλαβε την θέση του ότι, ο ίδιος, έκανε κίνηση στον οδηγό του οχήματος να σταματήσει αλλά αυτός, αφού ελάττωσε λίγο την ταχύτητα του, αμέσως ανέπτυξε ταχύτητα. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του και μεταφέροντας την δική του εκδοχή γεγονότων, ανάφερε ότι είδε από μακριά την αστυνομία, διάφορα περιπολικά καθώς και άλλα οχήματα που ήταν ακινητοποιημένα. Στη πορεία του και μπροστά του προπορευόταν άλλο όχημα. Ακολούθως ελάττωσε το όχημα του και είδε κάποιο φως. Προχώρησε το όχημα του και δεν διαπίστωσε ο αστυνομικός να του κάνει οποιοδήποτε σήμα ώστε να σταματήσει. Αφού πέρασε τον αστυνομικό και αφού συνέχιζε να κινείται με χαμηλή ταχύτητα κοίταξε από το καθρεφτάκι του και αφού σιγουρεύτηκε ότι κανείς δεν του έκανε σήμα αποχώρησε από τη σκηνή. Ανάφερε τέλος ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να μην σταματήσει αφού ούτε καπνίζει ούτε και πίνει εφόσον είναι ποδοσφαιριστής. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι τον ουσιώδη χρόνο κατευθυνόταν με ένα φίλο του στην περιοχή του ΓΣΖ με σκοπό να τον μεταφέρει στην οικία του. Προηγουμένως, διασκέδαζαν σε νυχτερινό κέντρο στο Μακένζι, αφού είχαν καταναλώσει μία μπύρα έκαστος. Ερωτώμενος σχετικά ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πρόσεξε ένα αστυνομικό να στέκεται στην άκρια του δρόμου και διαπίστωσε ότι κρατούσε ένα φανάρι και το φως του ήταν κόκκινο. Αμέσως ελάττωσε την ταχύτητα του και ο ίδιος δεν διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ 1 κίνησε το φανάρι του και του έκανε νόημα να σταματήσει. Αφού πέρασε δίπλα από τον αστυνομικό, το όχημα του κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και κοίταξε πίσω από τους καθρέφτες του οχήματος του για να διαπιστώσει αν πράγματι είναι του ίδιου που ο Μ.Κ 1 έκανε σήμα. Δεν διαπίστωσε όμως οποιαδήποτε άλλη κίνηση από τον εν λόγω αστυνομικό που να φανερώνει κάτι τέτοιο. Ενόψει αυτού αποχώρησε από τη σκηνή. Το προπορευόμενο όχημα, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, είχε απόσταση από το όχημα του 6 - 7 μέτρα. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε να καταθέσει ο Χρίστος Ρούβα (Μ.Υ 1), ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ανάφερε ότι όταν πρόσεξαν τον αστυνομικό, ο ίδιος αναβόσβησε μια φορά το φανάρι του αλλά επειδή μπροστά τους υπήρχε προπορευόμενο όχημα δεν ήταν ξεκάθαρο ποιού οχήματος έκανε ακριβώς νόημα να σταματήσει. Αφού πέρασαν τον αστυνομικό ελάττωσαν το όχημα τους και κοίταξαν πίσω ούτως ώστε να διαπιστώσουν αν ο αστυνομικός θα τους έκανε σήμα να σταματήσουν. Αφού ο αστυνομικός δεν έκανε οποιοδήποτε σήμα αυτοί αποχώρησαν. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι δεν είχαν κανένα λόγο να μην σταματήσουν εφόσον δεν είχαν καταναλώσει οποιοδήποτε ποτό. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο αστυνομικός πράγματι έκανε σήμα αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο σε πιο όχημα αναφέρονταν. Ανάφερε ότι το προπορευόμενο όχημα βρισκόταν στα 2 - 3 μέτρα μπροστά τους. Αντιλήφθηκαν ότι η αστυνομία υπέβαλε τους οδηγούς σε έλεγχο αλκοόλης και ότι αφού πέρασαν τον αστυνομικό ελάττωσαν ταχύτητα πλην όμως δεν τους ειδοποίησε κανένας να σταματήσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο (C& Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. O M.K.1 κρίνεται αξιόπιστο πρόσωπο. Ανάφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και κατάθεσε σε αυτό τις ενέργειες που προέβη σε σχέση με τα καθήκοντα του. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάστηκε. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Διαπιστώνω όμως ότι αυτή δεν είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα, εφόσον ο ίδιος ο μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο μόνο τις ενέργειες που προέβη. Ο Μ.Κ 2, οφείλω να ομολογήσω ότι μου προκάλεσε άριστη εντύπωση και αναμφίβολα πρόκειται για άτομο που προσήλθε να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και μόνο. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και στην εκδοχή του. Τόσο η γραπτή του κατάθεση όσο και η προφορική του μαρτυρία συμβαδίζουν και δεν διέκρινα οποιεσδήποτε διαφορές που θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν διαπνεόταν από οποιοδήποτε προσωπικό κίνητρο και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος γιατί να θέλει να ενεργήσει ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του παρέμεινε αναντίλεκτο. Η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ 2 στην ολότητα του σε σχέση με το τι ο ίδιος διαπίστωσε τον ουσιώδη χρόνο αλλά και τις ενέργειες που ο ίδιος προέβη. Από την άλλη ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαληθούς μάρτυρα. Αυτό αντανακλάται στη μαρτυρία του και ειδικότερα στις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του. Η εκδοχή του όσον αφορά το αδίκημα που αντιμετωπίζει ήταν ασαφής, αντιφατική και στερείται πειστικότητας. Κατ' αρχήν αναφέρω ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος αλλά ούτε και προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ο λόγος για τον οποίο ο Μ.Κ 2 θα δημιουργούσε αυτή την υπόθεση εκ του μηδενός. Περαιτέρω, η θέση του ότι ο Μ.Κ 2 δεν του έκανε οποιοδήποτε σήμα ο αστυνομικός είναι αντιφατική με τη θέση του ότι δεν είχε κατανοήσει ποιού ακριβώς οχήματος έκανε σήμα ο αστυνομικός. Κατά την κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι ο αστυνομικός δεν τους έκανε οποιοδήποτε σήμα ενώ κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι ο Μ.Κ 2 προέβη σε κάποιο σήμα πλην όμως δεν αντιλήφθηκε αν ήταν όντως του δικού του οχήματος. Περαιτέρω, αν δεν είχε κάτι να αποκρύψει, εφόσον σύμφωνα με τον ίδιο δεν κατανάλωσε οποιοδήποτε αλκοόλ, εύλογο είναι το ερώτημα για ποιο λόγο δεν σταμάτησε το όχημα του ώστε να βεβαιώθεί ότι δεν είναι πράγματι του ίδιου που ο Μ.Κ 2 έκανε σήμα από τη στιγμή που είχε τις αμφιβολίες του. Περαιτέρω ενώ έδειξε περισσή σπουδή και θυμόταν όλα τα γεγονότα με λεπτομέρεια δεν θυμόταν να κατονομάσει σε ποιό νυκτερινό κέντρο διασκέδαζε προηγουμένως. Αντίκειται περαιτέρω, στη λογική και ανθρώπινη πείρα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία αναφορά προβαίνει στη κατάθεση του ότι είχε συνοδηγό. Επίσης τόσο έντονη ήταν η θέση του ότι ο αστυνομικός δεν του έκανε κανένα σήμα που η λογική επιτάσσει ότι θα επικαλείτο από την αρχή τον συνοδηγό για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του και όχι εκ των υστέρων. Επίσης ενώ ο ίδιος ανάφερε ότι το προπορευόμενο όχημα είχε απόσταση 6-7 μέτρα ο Μ.Υ 1, όπως αναφέρω κατωτέρω είχαν μεταξύ τους απόσταση μόνο 2 με 3 μέτρα. Περαιτέρω υπάρχει ουσιώδης αντίφαση στη γραπτή του κατάθεση με την ένορκη μαρτυρία εφόσον ουδεμία αναφορά γίνεται στη κατάθεση του για προπορευόμενο όχημα. Αυτή ήταν και η βασική υπεράσπιση του κατηγορουμένου που προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με την νομολογία όπως καταγράφηκε σ΄ αριθμό αποφάσεων μεταξύ των οποίων βλ. Τούμπας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 430 και Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 ουσιώδης αντιφάσεις στην μαρτυρία δεν μπορούν ν΄αγνοηθούν γιατί πλήττουν την αξιοπιστία του μάρτυρα Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν σε αυτές (Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Ούτε επίσης ο Μ.Υ 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο και άφησε μια πτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Απορρίπτω την εκδοχή του και τα όσα ανάφερα πιο πάνω για τον κατηγορούμενο εφαρμόζονται κατ'αναλογία και εδώ. Ο μάρτυρας δεν φαινόταν καθόλου βέβαιος για όσα κατέθεσε. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να βοηθήσει την εκδοχή του φίλου του. Επίσης ήταν ξεκάθαρη η προσυνεννόηση τους μεταξύ τους ώστε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο με την μαρτυρία του. Τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος επί συγκεκριμένων θεμάτων, χρησιμοποιούσαν τις ίδιες φράσεις στη μαρτυρία τους και δίδουν ταυτόσημες απαντήσεις επί λεπτομερειών, πράγμα το οποίο με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία τους είναι προσυμφωνημένη. Τα γεγονότα όπως έχουν περιγραφεί από τον κατηγορούμενο είναι σχεδόν πανομοιότυπα με εκείνα τα οποία έχει περιγράψει ο εν λόγω μάρτυρας. Σχετική είναι η υπόθεση Γεωργίου v Δημητριάδου
(2011)1 Α.Α.Δ 273). Στο νομικο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Αποδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη αναφέρεται ότι: «Η συγγένεια ή η στενή σχέση και φιλία μεταξύ μαρτύρων και διαδίκων δεν μπορεί συνήθως και από μόνη της, να απαρτίσει εύλογο λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (Σοφοκλέους v Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ 385) αποτελεί εντούτοις αξιολογήσιμο παράγοντα προς αυτή την κατέυθυνση (Δημητρίου και Άλλων v Ξανδρή
(2012)1 Α.Α.Δ 2184.» Τα πιο πάνω μοιραία έχουν μολύνει όλη την μαρτυρία τόσο του κατηγορουμένου όσο και των υπολοίπων μαρτύρων υπεράσπισης. Περαιτέρω στη προσπάθεια τους να παρουσιάσουν την δική τους εκδοχή γεγονότων περιέπεσαν και σε ουσιώδη αντίφαση εφόσον ο μεν κατηγορούμενος ανάφερε ότι το προπορευόμενο όχημα είχε απόσταση 6 με 7 μέτρα ενώ ο Μ.Υ 1 ανάφερε ότι είχε απόσταση 2 με 3 μέτρα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Υ 1 ως μη αντικειμενική και αληθή. Με βάση τη πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Την 31.5.15 και ώρα 3.25, ο Μ.Κ 2 διενεργούσε, μαζί με άλλα μέλη της Αστυνομίας, έλεγχο τροχαίας στην οδό Τους Χανέ στην Λάρνακα. Ο ίδιος φορούσε το φωσφόρο γιλέκο του, ο φάρος του οχήματος του ήταν αναμμένος και ο φωτισμός του δρόμου ήταν αρκετά καλός. Αφού διέκρινε ένα σαλούν όχημα χρώματος άσπρου, το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, από απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων να έρχεται προς το μέρος του, του έκανε σήμα με το κόκκινο φανάρι για να σταματήσει. Όμως ο κατηγορούμενος αφού τον είδε, πέρασε από δίπλα του, συνέχισε την πορεία του και απομακρύνθηκε από το σημείο χωρίς να σταματήσει. Ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ελάττωσε το όχημα του και μόλις τον είδε ανέπτυξε ταχύτητα περνώντας από δίπλα του στα 2 μέτρα. Του φώναξε να σταματήσει αλλά αυτό συνέχισε κανονικά την πορεία του. Πρόλαβε και διέκρινε ότι το εν λόγω όχημα έφερε αριθμούς εγγραφής BAG196. Το όχημα του κατηγορουμένου δεν καταδιώχθηκε από την αστυνομία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ποινικοποιείται από τους Κανονισμούς 58
(2)(στ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 58
(2)(στ) των Κανονισμών διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)- Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (α)... (β)... (γ)... (δ)... (ε)... (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημά του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματός του στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν:..» Περαιτέρω, ο Κανονισμός 72 προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Έχοντας υπόψη τα ευρήματά μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, εφόσον ο κατηγορούμενος κλήθηκε από τον Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν αστυνομικός με στολή, να ακινητοποιήσει το όχημα του και ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πράξει τούτο. Εξάλλου το γεγονός ότι ο Μ.Κ 1 φορούσε στολή αστυνομικού ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί και εν πάση περιπτώσει, όπως διεφάνη μέσα από τη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος κατανόησε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Μ.Κ 2 ήταν αστυνομικός. Κρίνω λοιπόν ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προδιαγράφονται στη σχετική νομοθετική διάταξη που εκτίθεται επί του Κατηγορητηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................ Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.