← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Αντρέα Βαρέλλα, Αρ. Υπόθεσης: 13853/13, 23/8/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Αντρέα Βαρέλλα, Αρ. Υπόθεσης: 13853/13, 23/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13853/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Αντρέα Βαρέλλα Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 23 Αυγούστου, 2016. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Αβρααμίδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά την κλοπή από δημόσιο υπάλληλο κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Ποινικού Κώδικα καθώς επίσης και δώδεκα

(12)κατηγορίες πλαστογραφίας και δώδεκα
(12)κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 14/09/2007 με 26/10/2007, ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, δηλαδή εκλελεγμένο μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού είχε κλέψει το χρηματικό ποσό των €1.215-, το οποίο αποτελούσε περιουσία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Κατά την ίδια περίοδο είχε πλαστογραφήσει τα εντάλματα πληρωμής του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού με αριθμούς 401, 426, 431, 446, 453 και 489 καθώς και τις αποδείξεις είσπραξης με αριθμούς AC652801, AC652802, AC652803, AC652805, AC652807 και AC652808 υπογράφοντας τις με το όνομα Δ. Κάτσουρας χωρίς την συγκατάθεσή του. Παράλληλα κατηγορείται ότι είχε κυκλοφορήσει τόσο τα πλαστογραφημένα εντάλματα πληρωμής καθώς και τις πλαστογραφημένες αποδείξεις είσπραξης. Κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή έξι
(6)μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσης. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο Α/Αστ.3725 Αποστόλου, Μ.Κ.1, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και ακολούθως σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  1. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι τον Δεκέμβριο του 2011 είχε σταλεί από την Νομική Υπηρεσία αλληλογραφία στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο υπάλληλο κατά το έτος 2007 και συγκεκριμένα από τον Αντρέα Βαρέλλα, από την Καλαβασό. Σύμφωνα με την αλληλογραφία το 2007 ενώ ο Αντρέας Βαρέλλας ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού είχε αναλάβει την αγορά δεντρυλλίων, τα οποία θα φύτευε το Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού. Από ελέγχους της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, το 2011, στους λογαριασμούς του Κοινοτικού Συμβουλίου είχε διαπιστωθεί ότι ο Αντρέας Βαρέλλας είχε παρουσιάσει, στο Συμβούλιο, αποδείξεις και τιμολόγια που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα ενώ η αξία των δεντρυλλίων ανερχόταν στις £2.318 Λ.Κ. το Συμβούλιο να έχει πληρώσει £3.835 Λ.Κ και την διαφορά την είχε οικειοποιηθεί ο Αντρέας Βαρέλλας, ο οποίος είχε αναλάβει την αγορά και την μεταφορά των δεντρυλλίων. Στις 22/12/2011ο ίδιος είχε λάβει κατάθεση από τον τότε Κοινοτάρχη Καλαβασού, Μιχάλη Σωτηρίου, ο οποίος του είχε παραδώσει φωτοαντίγραφα των εντολών πληρωμής, φωτοαντίγραφα των αποδείξεων που είχε παρουσιάσει ο Βαρέλλας στο Δημοτικό Συμβούλιο, φωτοαντίγραφα των πρακτικών των συνεδριάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού καθώς και σχετική αλληλογραφία του Κοινοτικού Συμβουλίου με την Ελεγκτική Υπηρεσία. Στις 09/05/13 είχε λάβει κατάθεση από τον Δημήτρη Κάτσουρα, ιδιοκτήτη του φυτωρίου «Ροζ Ανεμώνα», ο οποίος του είχε παραδώσει ένα μπλοκ αποδείξεων - τιμολογίων του φυτωρίου μέσα στο οποίο υπήρχαν και πέντε τιμολόγια αποδείξεις που αφορούσαν την αγορά δενδρυλλίων από τον Αντρέα Βαρέλλα. Στις 18/07/13 είχε λάβει κατάθεση από τον Κοινοτάρχη Καλαβασού, Λευτέρη Φωκά, ο οποίος του είχε παραδώσει φωτοαντίγραφα πρακτικών της συνεδρίας Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού στην οποία είχε συζητηθεί εκ νέου το θέμα του κ. Βαρέλλα καθώς και φωτοαντίγραφα των έξι επιταγών που είχε εκδώσει το Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού για την πληρωμή των δεντρυλλίων. Στις 22/07/13 ο ίδιος είχε λάβει ανακριτική κατάθεση από τον Αντρέα Βαρέλλα. Στις 25/07/13 είχε λάβει κατάθεση από την Χριστίνα Ευαγγέλου, η οποία εργαζόταν στη ΣΠΕ Βασιλικού - Πεντάσχοινου. Στις 30/07/13 είχε κατηγορήσει γραπτώς τον Αντρέα Βαρέλλα. Κατέθεσε τον κατάλογο τεκμηρίων ως Τεκμήριο 2, το μπλοκ αποδείξεων ως Τεκμήριο 3, την δέσμη επιστολών ως Τεκμήριο 4, τα έξι εντάλματα πληρωμής ως Τεκμήριο 5, τις έξι αποδείξεις εισπράξεως ως Τεκμήριο 6, την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο 7, την γραπτή κατηγορία που του είχε απαγγελθεί ως Τεκμήριο 8 και την επιστολή που είχε στείλει ο κ. Βαρέλλας προς το Κοινοτικό Συμβούλιο ως Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τέλη Δεκεμβρίου 2011 είχε αποσταλεί αλληλογραφία στο Τ.Α.Ε., στην οποία είχε επισυναφθεί η Έκθεση του Λειτουργού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας στα οποία έγγραφα αναφερόταν στο ενδεχόμενο να υπάρχουν ποινικά αδικήματα. Ο ίδιος είχε διαπιστώσει διαφορά στις ημερομηνίες μεταξύ των ενταλμάτων πληρωμής και των αποδείξεων. Είχε λάβει καταθέσεις, κατά την διάρκεια της διερεύνησης, από τους δυο Κοινοτάρχες και από την Μαργαρίτα, την υπάλληλο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Μιχάλη Σωτηρίου, Μ.Κ.2, Κοινοτάρχη Καλαβασού για τα έτη 2002 μέχρι
  3. Είχε υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι το 2001 είχε εκλεγεί Κοινοτάρχης Καλαβασού και είχε υπηρετήσει στη συγκεκριμένη θέση μέχρι τις 31/12/
  5. Τα υπόλοιπα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν ο Λευτέρης Φωκά καθώς και οι Βαρνάβας Αναρκώτης, οι Γιαννάκης Γιαννακού, Ιωάννης Μάμμακας, Αντρέας Παπαγιάννης και Αντρέας Βαρέλλας. Το 2007 μετά τις πυρκαγιές το Κοινοτικό Συμβούλιο είχε αποφασίσει να προχωρήσει στην αγορά δενδρυλλίων για να δεντροφυτέψει τις πληγείσες περιοχές. Λόγω των περιστάσεων και της άμεσης ανάγκης είχε αποφασιστεί να μην προχωρήσουν σε προσφορές και ο ίδιος προσωπικά είχε αναθέσει στον Αντρέα Βαρέλλα να κάνει έρευνα αγοράς και να προσκομίσει χαμηλή τιμή για δενδρύλλια πεύκου και τερατσιάς ύψους περίπου 1 με 1,5 μέτρο. Ο κ. Βαρέλλας είχε ενημερώσει ότι είχε βρει στο φυτώριο του Δημήτρη Κάτσουρα χαμηλές τιμές, ήτοι ΛΚ3, ΛΚ5 ή και ΛΚ7 ανάλογα με το ύψος των δενδρυλλίων. Είχε αποφασιστεί η δαπάνη του ποσού των £5.000Λ.Κ. για να αγοραστούν όσο περισσότερα δενδρύλλια. Ο κ. Βαρέλλας είχε προβεί σε έξι συνολικά αγορές σε διαφορετικές ημερομηνίες: Στις 14/09/07 είχε αγοράσει 123 δενδρύλλια, στις 03/10/07 είχε αγοράσει 258 δενδρύλλια, στις 06/10/07 200 δενδρύλλια, στις 11/10/07 είχε αγοράσει 80 δενδρύλλια, στις 18/10/07 είχε αγοράσει 100 δενδρύλλια και στις 26/10/07 είχε αγοράσει 100 δενδρύλλια. Για την πληρωμή των πιο πάνω δενδρυλλίων το Κοινοτικό Συμβούλιο είχε εκδώσει, τμηματικά, έξι επιταγές για το συνολικό ποσό των £3.835Λ.Κ. Οι συγκεκριμένες επιταγές παραλαμβάνονταν από τον Αντρέα Βαρέλλα για να παραδοθούν στον Δημήτρη Κάτσουρα και ο Αντρέας Βαρέλλας προσκόμιζε την αντίστοιχη απόδειξη πληρωμής. Ο Αντρέας Βαρέλλας είχε ζητήσει όπως κάποιες επιταγές εκδοθούν επ' ονόματι του για να πληρώσει σε μετρητά τον Δημήτρη Κάτσουρα πράγμα το οποίο ο ίδιος είχε αποδεχθεί. Αγορά, πληρωμή και παραλαβή των δενδρυλλίων ήταν στην αποκλειστική ευθύνη του Αντρέα Βαρέλλα. Περί τα τέλη του 2007 είχαν εγερθεί κάποιες υποψίες γιατί οι αποδείξεις που είχε προσκομίσει ο Αντρέας Βαρέλλας ήταν παραπλανητικές λόγω του ότι σε κάποιες αναγραφόταν το όνομα του δικαιούχου, Δημήτρη Κάτσουρα και σε κάποιες όχι. Ο Βαρνάβας Καναρκώτης, μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου, είχε προβεί σε έρευνα και είχε διαπιστώσει ότι ο Αντρέας Βαρέλλας είχε καταβάλει στο Δημήτρη Κάτσουρα το ποσό των £2.318Λ.Κ. και όχι το ποσό των £3.835Λ.Κ. Είχε προκύψει ότι ο Αντρέας Βαρέλλας εξέδιδε δικές του αποδείξεις με το όνομα του Δημήτρη Κάτσουρα για να δικαιολογήσει το καταβληθέν ποσό και είχε οικειοποιηθεί τη διαφορά. Τότε είχε κληθεί ενώπιον του Κοινοτικού Συμβουλίου και είχε παραδεχθεί ότι είχε οικειοποιηθεί το ποσό που προκύπτει από την συγκεκριμένη διαφορά το οποίο ανερχόταν στις £1.217Λ.Κ. Σε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου είχε αποφασιστεί όπως ο Αντρέας Βαρέλλας επιστρέψει το ποσό που είχε οικειοποιηθεί και παραιτηθεί οικειοθελώς από τη θέση του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο Αντρέας Βαρέλλας είχε επιστρέψει άμεσα το ποσό που είχε οικειοποιηθεί αλλά δεν είχε παραιτηθεί. Το Κοινοτικό Συμβούλιο είχε αποφασίσει να μην καταγγείλει το γεγονός στην Αστυνομία όμως είχε εντοπιστεί από την Ελεγκτική Υπηρεσία κατά το συνήθη ετήσιο έλεγχο που είχε διενεργηθεί. Ο λόγος που είχε αποφασιστεί να μην καταγγελθεί ο Αντρέας Βαρέλλας ήταν γιατί εργαζόταν στην Υγειονομικές Υπηρεσίες του κράτους. Ενώπιον του Δικαστηρίου είχε αναφέρει ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, λόγω του ότι είναι χωριανός του αλλά και γιατί είχε διατελέσει και μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού. Ισχυρίστηκε ότι τα ποσά των ενταλμάτων πληρώνονταν με επιταγές στο όνομα του κ. Κάτσουρα, τις οποίες του μετέφερε ο Αντρέας Βαρέλλας γιατί ο Δημήτρης Κάτσουρας ποτέ δεν είχε επισκεφτεί το Κοινοτικό Συμβούλιο. Αναγνώρισε τα εντάλματα πληρωμής του Τεκμηρίου 5, τις επιταγές που τα αφορούσαν στο Τεκμήριο 4 καθώς και τις αποδείξεις είσπραξης στο Τεκμήριο
  6. Ήταν η θέση του ότι ο Αντρέας Βαρέλλας είχε διοριστεί για να αγοράσει και να μεταφέρει τα δεντρύλλια. Εξήγησε ότι για να γίνει μια πληρωμή εκδίδεται πάντα διατακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον παραλήπτη όταν παραλαμβάνει την επιταγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πάνω στο ένταλμα καταγράφεται ο αριθμός της επιταγής και μπορούσαν τα εντάλματα να συσχετιστούν με τις επιταγές. Παραδέχθηκε ότι είχαν παραληφθεί 816 δεντρύλλια, τα οποία μετρούσε η γραφέας. Υποστήριξε, ότι όταν είχε διαπιστωθεί η διαφορά είχε αποφασιστεί από το Κοινοτικό Συμβούλιο να ζητήσει από τον Αντρέα Βαρέλλα την επιστροφή του ποσού της διαφοράς χωρίς να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είχε λεχθεί στο Κοινοτικό Συμβούλιο, από τον κ. Βαρέλλα, ότι είχε γίνει λάθος και δεν ήταν έτσι τα πράγματα όπως φαίνονταν. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Δημήτρης Κάτσουρας, Μ.Κ.3, ιδιοκτήτης φυτωρίου «Ρόζ Ανεμώνα». Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  7. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι διατηρεί δικό του φυτώριο με την ονομασία «Ροζ Ανεμώνα» στο χωριό Αγγλισίδες. Παράγει, εμπορεύεται και πωλεί διάφορα δέντρα και καλλωπιστικά. Τον Αντρέα Βαρέλλα τον γνώριζε για 15 χρόνια, λόγω του ότι είναι μακρινοί συμπέθεροι. Τον Σεπτέμβριο 2007 τον είχε επισκεφθεί στο φυτώριο ο Αντρέας Βαρέλλας, ο οποίος τότε ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού και του είχε ζητήσει κάποια δείγματα δενδρυλλίων. Ο ίδιος του είχε παραχωρήσει κάποια δείγματα για να τα παρουσιάσει στο Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού. Η προσφορά είχε γίνει προφορικά και δεν δόθηκε οτιδήποτε γραπτώς. Μετά παρέλευση λίγων ημερών ο κ. Βαρέλλας τον είχε επισκεφθεί ξανά και είχαν συμφωνήσει έτσι ώστε το Συμβούλιο Καλαβασού να αγοράσει από τον ίδιο μεγάλες ποσότητες για δενδροφύτευση. Η πώληση των δενδρυλλίων στο Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού είχε γίνει τμηματικά: Στις 14/09/07 ο Αντρέας Βαρέλλας είχε παραλάβει 128 πεύκα συνολικής αξίας £588,80Λ.Κ. Στις 20/09/07 είχε παραλάβει 100 πεύκα συνολικής αξίας £348Λ.Κ. Στις 12/10/07 είχε παραλάβει 50 μεγάλα πεύκα και 50 μικρά συνολικής αξίας £260Λ.Κ. Στις 14/10/07 είχε παραλάβει 150 χαρουπιές συνολικής αξίας ΛΚ472,
  8. Στις 8/11/07 είχε παραλάβει 50 μεγάλα πεύκα και 30 μικρά συνολικής αξίας £299Λ.Κ. και στις 17/11/07 είχε παραλάβει 35 μεγάλα πεύκα συνολικής αξίας £161Λ.Κ. Παρόλο που εκδίδονταν τα σχετικά τιμολόγια στο όνομα του Αντρέα Βαρέλλα, όταν αυτός παραλάμβανε τα δενδρύλλια, ο ίδιος του είχε αναφέρει ότι δεν τα χρειαζόταν και ποτέ δεν είχε παραλάβει οποιοδήποτε από αυτά. Όσον αφορά την πληρωμή του, αυτή είχε γίνει τμηματικά, σε μετρητά που του προσκόμιζε ο ίδιος ο Αντρέας Βαρέλλας. Ο ίδιος είχε εισπράξει από τον Αντρέα Βαρέλλα σε μετρητά το ποσό των £2.620,70Λ.Κ. Λίγους μήνες μετά τον είχε επισκεφθεί στο φυτώριο ένας άγνωστος άντρας, ο οποίος του είχε συστηθεί ως Βαρνάβας, μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού. Του είχε υποδείξει μια απόδειξη πληρωμής η οποία κατέγραφε το όνομα του. Ο ίδιος είχε διαπιστώσει ότι η συγκεκριμένη απόδειξη δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τις αποδείξεις που εκδίδει ο ίδιος ή τα τιμολόγια. Είχε εξηγήσει στον Βαρνάβα τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί με τον Αντρέα Βαρέλλα κατά την πώληση, στο Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού, των πιο πάνω δενδρυλλίων και του είχε υποδείξει και τα σχετικά τιμολόγια. Του είχε αναφερθεί ότι είχε καταγγελθεί ο ίδιος από τον Βαρνάβα στο Φ.Π.Α. Είχε διενεργηθεί έλεγχος από το Φ.Π.Α., στο φυτώριό του, πλην όμως δεν είχε διαπιστωθεί οποιαδήποτε ατασθαλία που να αφορά την πώληση δενδρυλλίων στο Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού. Ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε και τον ενδιέφερε κατά πόσο ο Αντρέας Βαρέλλας χρέωνε περισσότερα χρήματα το Κοινοτικό Συμβούλιο. Ούτε και είχε οποιοδήποτε παράπονο λόγω του ότι ο Αντρέας Βαρέλλας είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του και είχε εξαργυρώσει τις επιταγές που είχαν εκδοθεί στο όνομα του. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο και ανέφερε ότι το 2007 ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 3, τα τιμολόγια που είχε εκδώσει σε σχέση με τα συγκεκριμένα δεντρύλλια. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στα τιμολόγια που αφορούσαν τον Αντρέα Βαρέλλα. Υποστήριξε, ότι οι αποδείξεις είσπραξης, το Τεκμήριο 6, δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση μαζί του και ότι δεν ήταν η δική του υπογραφή εκεί που λέει ο «λαβών» και ούτε και είχε δώσει την συγκατάθεσή του, σε οποιονδήποτε, για να υπογράψει στην θέση του. Όταν του υποδείχθηκαν τα διατακτικά, Τεκμήριο 5, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος πρώτη φορά τα έβλεπε το ίδιο και για τις επιταγές, Τεκμήριο
  9. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε ξαναδεί αλλά ούτε και είχε οπισθογραφήσει τις συγκεκριμένες επιταγές. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι ο ίδιος είχε πληρωθεί για τα δεντρύλλια που είχε παραδώσει στον Αντρέα Βαρέλλα. Ήταν η θέση του ότι τα δεντρύλλια φορτώνονταν στην δική του παρουσία ή από τον ίδιο, στο διπλοκάμπινο του Αντρέα Βαρέλλα από εκεί και πέρα δεν γνώριζε αν είχαν παραληφθεί από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Ο ίδιος ήταν βέβαιος για τον αριθμό των δεντρυλλίων που είχε παραδώσει. Σε σχέση με το αν χρεώθηκαν περισσότερα ο ίδιος δεν το γνώριζε και δεν αφορούσε το δικό του φυτώριο. Κατέληξε, ότι ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο εξαργυρώνονταν επιταγές γιατί του είχε αναφέρει ο Αντρέας Βαρέλλας ότι θα πλήρωνε μετρητά και ο ίδιος είχε πληρωθεί σε μετρητά. Στην συνέχεια έδωσε μαρτυρία η Μαργαρίτα Σώζου, Μ.Κ.4, Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στο Συμβούλιο Καλαβασού. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της και αυτή σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  10. Στην κατάθεσή της καταγράφει ότι από το 2004 εργάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού. Από τον Ιούνιο του 2007 συμμετείχε στις συνεδριάσεις των μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού ως πρακτικογράφος. Σε σχέση με την υπόθεση της αγοράς δεντρυλλίων ήταν σε γνώση της ότι τον Σεπτέμβριο του 2007 το Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού είχε αναθέσει στον Αντρέα Βαρέλλα την αγορά δεντρυλλίων. Στη συνέχεια κατά διαστήματα ο Αντρέας Βαρέλλας είχε παραδώσει στο Συμβούλιο ποσότητα δεντρυλλίων η οποία, όπως ο ίδιος τους είχε αναφέρει, είχε αγοραστεί από το φυτώριο του Δημήτρη Κάτσουρα. Από πλευράς της, μετά από οδηγίες του πρώην Κοινοτάρχη Μιχαλάκη Σωτηρίου και του πρώην αναπληρωτή Κοινοτάρχη Λευτέρη Φωκά, εξέδιδε εντάλματα πληρωμής ανάλογα με το ποσό που πρόκυπτε για την αξία της ποσότητας των δεντρυλλίων που προσκόμιζε κάθε φορά ο Αντρέας Βαρέλλας. Για κάθε ένταλμα πληρωμής εξέδιδε και την ανάλογη επιταγή. Είχε εκδώσει έξι εντάλματα πληρωμής με αριθμούς 401, 426, 431, 446, 453 και
  11. Σε όλα τα εντάλματα στη θέση του «λαβών» υπάρχουν κάποιες υπογραφές ή μονογραφές. Δεν θυμόταν κατά πόσο ο Αντρέας Βαρέλλας είχε υπογράψει στην παρουσία της ή του είχε δώσει τα εντάλματα και αυτά είχαν υπογραφεί από τον Δημήτρη Κάτσουρα και της είχαν επιστραφεί. Αυτό που θυμόταν σίγουρα ήταν ότι ο Δημήτρης Κάτσουρας ουδέποτε είχε επισκεφθεί το Συμβούλιο Καλαβασού ή την είχε συναντήσει οπουδήποτε για να υπογράψει τα συγκεκριμένα εντάλματα στην παρουσία της. Ο Αντρέας Βαρέλλας είχε παρουσιάσει στο Συμβούλιο έξι αποδείξεις εξόφλησης για κάθε ένα από τα εντάλματα πληρωμής, τις οποίες η ίδια είχε παραλάβει και είχε επισυνάψει πίσω από το αντίστοιχο ένταλμα πληρωμής. Η ίδια δεν γνώριζε ποιος είχε υπογράψει τις συγκεκριμένες αποδείξεις. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι το 2007 ήταν έκτακτη γραφέας και εκτελούσε γραφειακά καθήκοντα μεταξύ αυτών εξέδιδε επιταγές και αποδείξεις. Τον Ανδρέα Βαρέλλα τον γνώριζε γιατί ήταν εκλελεγμένο μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου Καλαβασού. Το Κεντρικό Συμβούλιο του είχε αναθέσει να αγοράσει και να προσκομίσει δεντρύλλια. Βλέποντας τα Τεκμήρια 3 και 6, τα τιμολόγια και τις αποδείξεις, ισχυρίστηκε ότι δεν τα είχε ξαναδεί. Όσο αφορά τα εντάλματα πληρωμής ήταν η θέση της ότι η ίδια τα είχε εκδώσει με οδηγίες του Κοινοτάρχη. Εξήγησε ότι ο Αντρέας Βαρέλλας προσκόμιζε τα δεντρύλλια, τα οποία μετρούσαν οι εργάτες, της έλεγαν την ποσότητα και εξέδιδε τα εντάλματα. Υπογράφονταν από τον Αντρέα Βαρέλλα, τα εντάλματα, όταν του έδινε την επιταγή για να την παραδώσει στον Δημήτρη Κάτσουρα. Η ίδια δεν είχε δει ποτέ τον Δημήτρη Κάτσουρα. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι η ίδια πλήρωνε με βάση τον αριθμό δεντρυλλίων που παρέδιδε ο Βαρέλλας και εξέδιδε τις επιταγές. Μαρτυρία δόθηκε και από την Χριστίνα Ευαγγέλου, Μ.Κ.5, τραπεζική υπάλληλο στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα. Ήταν η θέση της ότι το 2007 λειτουργούσε ως Συνεργατική Βασιλικού - Πεντάσχοινου και έδρευε στην Τόχνη. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  12. Στην κατάθεσή της καταγράφει ότι εργάζεται από το 2008 στη Σ.Π.Ε. Βασιλικού - Πεντάσχοινου στη θέση εσωτερικού ελεγκτή. Η Σ.Π.Ε. Καλαβασού είχε συγχωνευτεί με την Σ.Π.Ε. Βασιλικού - Πεντάσχοινου τον Ιούνιο του
  13. Όπως διαπιστώνεται από το αρχείο συναλλαγών που τηρείται οι έξι επιταγές του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού είχαν εξαργυρωθεί κατά το 2007 στην ΣΠΕ Καλαβασού. Με βάση τις υπογραφές που φαίνονται στο πίσω μέρος των επιταγών, το πρόσωπο που τις είχε παρουσιάσει είναι ο Αντρέας Βαρέλλας, τον οποίο η ίδια γνωρίζει προσωπικά λόγω του ότι είναι χωριανός της. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Λευτέρης Φωκά, Μ.Κ.
  14. Ήταν η θέση του ότι το 2007 είχε την ιδιότητα του Αντιπροέδρου της Κοινότητας και γνώριζε τον Αντρέα Βαρέλλα ως εκλελεγμένο μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου και συγχωριανό του. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 14 και την συμπληρωματική του κατάθεση και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 14, καταγράφει τα ακόλουθα: Από το 2007 μέχρι το 2012 είχε διατελέσει μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού και από το 2012 είχε εκλεγεί Κοινοτάρχης Καλαβασού. Σε σχέση με το θέμα της οικειοποίησης ποσού από τον Αντρέα Βαρέλλα είχαν γίνει αρκετές συνεδρίες του Κοινοτικού Συμβουλίου και οι απόψεις του κάθε μέλους είναι καταγραμμένες στα πρακτικά. Ως Κοινοτικό Συμβούλιο δεν επιθυμούσε την ποινική δίωξη του Αντρέα Βαρέλλα γιατί είναι οικογενειάρχης και έχει προσφέρει στην Κοινότητα ενώ παράλληλα είχε επιστρέψει αμέσως το χρηματικό ποσό που είχε καταχραστεί αντιλαμβανόμενος το λάθος του. Σε σχέση με τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί υπήρχαν πρακτικά από τα οποία προκύπτει ότι είχε αποφασιστεί η αγορά δεντρυλλίων. Υποστήριξε ότι ουδέποτε είχαν παρουσιαστεί στο Συμβούλιο, από τον Αντρέα Βαρέλλα, οποιαδήποτε τιμολόγια που να αφορούν την αγορά δεντρυλλίων. Στην συμπληρωματική κατάθεση του, Τεκμήριο 15, αναφέρει ότι είχαν παραδοθεί όλα τα εντάλματα πληρωμής καθώς και οι αποδείξεις εισπράξεως που είχαν προσκομιστεί από τον Αντρέα Βαρέλλα στο Συμβούλιο. Αναγνώρισε στις επιταγές, Τεκμήριο 4, την δική του υπογραφή και εξήγησε ότι οι επιταγές είχαν εκδοθεί για να πληρωθούν τα δεντρύλλια. Υποστήριξε ότι τον ίδιο τον αφορούσε μόνο το ένταλμα πληρωμής, το οποίο όταν του παρουσιαζόταν όφειλε να υπογράψει την επιταγή. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ένα μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου είχε αναλάβει από μόνος του και είχε κάνει έρευνα στο φυτώριο και είχε προσκομίσει στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι είχε γίνει υπερχρέωση. Το Συμβούλιο, στην συνεδρία του ημερομηνίας 13/12/2007, είχε συζητήσει το θέμα και είχε αποφασίσει να ζητήσει την επιστροφή των λεφτών και στην συνεδρία του ημερομηνίας 28/05/2013 είχε θέσει το εαυτό του στην διάθεση της Αστυνομίας. Κατέθεσε τα πρακτικά των δυο συνεδριάσεων ως Τεκμήρια 16 και
  16. Κατέληξε ότι το συγκεκριμένο ποσό είχε επιστραφεί αλλά ο Αντρέας Βαρέλλας δεν είχε παραιτηθεί. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι είχε αποφασιστεί η αγορά δεντρυλλίων και είχε αναλάβει ο Αντρέας Βαρέλλας να αγοράσει τα δεντρύλλια και να τα μεταφέρει με το δικό του αυτοκίνητο έναντι του ποσού των £7- ανα δεντρύλλιο. Δεν είχαν ζητηθεί προσφορές. Ο ίδιος δεν γνώριζε πόσα δεντρύλλια είχαν παραδοθεί γιατί παραλαμβάνονταν από τον Γραμματέα και τον υπάλληλο του Συμβουλίου. Του υποδείχθηκε ένα έγγραφο, μια απόφαση του Συμβουλίου, το οποίο αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή με ενδιάμεση απόφασή του το Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 19, το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσής του. Στην ανώμοτη δήλωση καταγράφει ότι είχε αναλάβει με δική του πρωτοβουλία την ανεύρεση δεντρυλλίων σε καλή τιμή με σκοπό την αναδάσωση της καμένης περιοχής του χωριού. Μετά που κατέληξε το Συμβούλιο στην αγορά, από τον Δημήτρη Κάτσουρα, των δεντρυλλίων ο ίδιος είχε αναλάβει την αγορά, την μεταφορά τους στο χωριό με το δικό του όχημα και την πληρωμή τους. Κάθε φορά που παραλάμβανε τα δεντρύλλια τα μετέφερε και τα παρέδιδε στο Κοινοτικό Συμβούλιο και μετά που μετρούνταν ετοιμαζόταν το ένταλμα πληρωμής. Κάποιες από τις επιταγές είχαν εκδοθεί στο δικό του όνομα και άλλες στο όνομα του Δημήτρη Κάτσουρα. Οι επιταγές αυτές εξαργυρώνονταν από τη Σ.Π.Ε. Βασιλικού - Πεντάσχοινου και πληρωνόταν ο Κάτσουρας σε μετρητά, ο οποίος για δικούς του σκοπούς δεν ήθελε να εκδίδει αποδείξεις. Ο ίδιος υπέγραφε στη θέση του τις αποδείξεις του Τεκμηρίου 6, για σκοπούς ελέγχου των λογαριασμών. Μετά που δημιουργήθηκε το θέμα της οικειοποίησης αποκαλύφθηκε ότι ο Δημήτρης Κάτσουρας είχε εκδώσει εκ των υστέρων τιμολόγια με λιγότερο αριθμό δεντρυλλίων από αυτά που πώλησε και πληρώθηκε. Όσα χρήματα του είχε εμπιστευθεί το Κοινοτικό Συμβούλιο τα είχε παραδώσει στον Κάτσουρα για την αποπληρωμή τον 861 δεντρυλλίων και ο Κάτσουρας για δικούς του λόγους ή και από λάθος του είχε εκδώσει τιμολόγιο για λιγότερα δεντράκια. Το 2007, όταν είχε δημιουργηθεί το πρόβλημα, λόγω του πανικού του είχε συμφωνήσει να πληρώσει τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ των ενταλμάτων πληρωμής και των τιμολογίων, δηλαδή το ποσό των £1.195-, στο Συμβούλιο Καλαβασού. Όταν είχε ξεκινήσει η ποινική διαδικασία είχε φανεί ξεκάθαρα ότι το συγκεκριμένο ποσό ήταν το ποσό που αντιστοιχούσε στη διαφορά των δεντρυλλίων που πραγματικά είχε παραλάβει το Συμβούλιο με τα δεντρύλλια που ο Κάτσουρας είχε δηλώσει ότι είχε παραδώσει. Μετά την ολοκλήρωση και της απολογίας του Κατηγορούμενου και οι δυο συνήγοροι εξέθεσαν τις εκατέρωθεν θέσεις, ο κ. Ευσταθίου γραπτώς και η κα Αβρααμίδου δια ζώσης. Το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ_ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία που προσκομίστηκε και στις εκατέρωθεν θέσεις έρχομαι τώρα στο δύσκολο και λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506. Η αξιολόγηση είναι ατομική πλην όμως τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα θα πρέπει να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητά και πειστικότητά της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέτασή της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου «εντύπωση» περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με την μαρτυρία του βλ. Χ' Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 174, στην σελ. 180 και Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ.
  1. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου καθώς και την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και της ευκαιρίας που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Ο Α/Αστ. 3725 Αποστόλου, Μ.Κ.1, ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, υπό την εποπτεία του οποίου η παρούσα υπόθεση διερευνήθηκε. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες είχε προβεί για την διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της, η οποία και περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός είχε διενεργήσει στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένης της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ο κ. Μ. Σωτηρίου, Μ.Κ.2 και ο κ. Λ. Φωκά, Μ.Κ.6 είχαν αναφέρει αυτά που είχαν βιώσει σε σχέση με την διαδικασία αγοράς δεντρυλλίων έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η χαλάρωση στην διαδικασία είχε επιφέρει όλη αυτή την ακαταστασία. Όμως δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή με την παραλαβή και την καταμέτρηση των δεντρυλλίων. Απλά υπέγραφαν για την πληρωμή τους. Η κα Μαργαρίτα Σώζου, Μ.Κ.4, από την άλλη ετοίμαζε τα εντάλματα πληρωμής με βάση τον αριθμό δεντρυλλίων που τις ανέφερε ο Κατηγορούμενος ή οι εργάτες οι οποίοι τα καταμετρούσαν. Ήταν ειλικρινής και ανέφερε ότι όλες οι υπογραφές και μονογραφές είχαν τεθεί από τον κ. Βαρέλλα και ότι η ίδια ποτέ δεν είχε δει τον κ. Κάτσουρα ή τις αποδείξεις του Τεκμηρίου
  2. Ο κ. Κάτσουρας, Μ.Κ.3, ήταν ο μόνος που πραγματικά γνώριζε τι ποσότητα δεντρυλλίων είχε παραδώσει. Δεν είχε λόγο να κρύψει την ποσότητα δεντρυλλίων που είχε παραδώσει ή το ποσό που είχε εισπράξει, ιδιαίτερα μετά που ο ίδιος είχε υποστεί έλεγχο εξονυχιστικό από το Φ.Π.Α . σε σχέση με την συγκεκριμένη πώληση. Ούτε και είχε λόγο να αμφισβητήσει τις αποδείξεις εισπράξεως, Τεκμήριο 6, αν πράγματι ήταν δικές του, αφού είχε παραδεχθεί ότι είχε εισπράξει την αξία των δεντρυλλίων. Η μαρτυρία του ότι πληρωνόταν σε μετρητά ενισχύεται και από την μαρτυρία της κας Χριστίνας Ευαγγέλου, Μ.Κ.5, τραπεζικής υπαλλήλου η οποία δήλωσε ότι οι επιταγές που συνιστούν το Τεκμήριο 4 είχαν εξαργυρωθεί από τον Κατηγορούμενο, τον οποίο η ίδια γνώριζε προσωπικά. Όσον αφορά την επιλογή του Κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τέτοιας δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλαδή με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο, ήτοι η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως ( βλ. R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Δεν μπορώ να αποδώσω στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου καμιά αξία γιατί βρίσκεται σε αντίθεση όχι μόνο με την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή αλλά και την πραγματική μαρτυρία, ήτοι τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Υποστήριξε ότι επρόκειτο περί λάθους αλλά ήταν ο ίδιος που εξαργύρωνε τις επιταγές, πλήρωνε τον κ. Κάστουρα σε μετρητά και κρατούσε τα λεφτά. Επίσης ενώ η μαρτυρία που προσκομίστηκε αφορούσε την αγορά δεντρυλλίων στην τιμή των £7- ο κ. Κάτσουρας είχε αναφέρει ότι η τιμή πώλησης τους προς τον κ. Βαρέλλα ήταν £5-. Οπόταν και αυτό το γεγονός οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν θα πρέπει να αποδοθεί καμιά αξία στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Είχε ανατεθεί στον Κατηγορούμενο, από το Κοινοτικό Συμβούλιο Καλαβασού, μετά από απόφαση για αναδάσωση, η εξεύρεση δεντρυλλίων για να φυτευτούν. Λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου γνώριζε για την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου να διαθέσει μέχρι και £7- για κάθε δεντρύλλιο. Είχε συμφωνήσει με τον κ. Κάτσουρα, ιδιοκτήτη του φυτώριου «Ροζ Ανεμώνα», για την αγορά διαφόρων δεντρυλλίων στην τιμή των £5- το ακριβότερο. Ο Κατηγορούμενος παρέδιδε τα δεντρύλλια στο Κοινοτικό Συμβούλιο, τα οποία όμως χρέωνε στην τιμή των £7- που ήταν η τιμή που είχε προ αποφασίσει ότι θα πλήρωνε το Συμβούλιο ενώ τα αγόραζε στην τιμή των €5- ή και σε χαμηλότερη τιμή. Δεν παρέδιδε οποιαδήποτε τιμολόγια στο Κοινοτικό Συμβούλιο παρά μόνο οι εργάτες μετρούσαν τα δεντρύλλια και η κα Σώζου, ΜΚ4, εξέδιδε ένταλμα πληρωμής και εξέδιδε την ανάλογη επιταγή. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέγραφε τα διατακτικά της πληρωμής και παραλάμβανε τις επιταγές, τις οποίες και εξαργύρωνε και κατέβαλλε στον κ. Κάτσουρα, σε μετρητά, το ποσό που αναλογούσε στην παραλαβή της συγκεκριμένης ποσότητας δεντρυλλίων και κατακρατούσε το υπόλοιπο ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Κεφ.
  1. Το άρθρο 267 προνοεί ως ακολούθως: «
  2. Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι δημόσιος λειτουργός, αυτό που κλάπηκε είναι κρατική περιουσία ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου από τη θέση την οποία κατέχει, αυτός υπόκειται...». Συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 255 και 267 του Κεφ.154 καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: Πρώτον, ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός δεύτερον, να απέκτησε κατοχή και αποκόμισε κρατική περιουσία ή περιουσία παραπονούμενου που περιήλθε στην κατοχή του από τη θέση την οποία κατέχει τρίτον, η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής τέταρτον, αυτό να έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη πέμπτο, ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από τον παραπονούμενο και ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την περιουσία από τον παραπονούμενο. Στην έννοια του Δημόσιου Λειτουργού υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα και τα πρόσωπα τα οποία διατελούν στην υπηρεσία Δημοτικής Αρχής στην οποία κάποιο πρόσωπο διορίζεται ή υποδείχνεται µε νόμο ή κατόπι εκλογής. Ο όρος «δηµοτική αρχή» επεξηγείται ως δηµοτικό συµβούλιο, δηµοτική επιτροπή ή άλλο σώμα που αρμόζει σύμφωνα µε το νόμο και το οποίο είναι εξουσιοδοτηµένο για την άσκηση δημοτικής εξουσίας και διοίκησης. Με βάση την μαρτυρία που προσκομίστηκε ο Κατηγορούμενος ήταν δημόσιος λειτουργός αφού ήταν εκλελεγμένο μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλαβασού. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο είχε διαπράξει το αδίκημα της κλοπής κρατικής περιουσίας. Σε σχέση με το θέμα αυτό η μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν περιστατική. Σύμφωνα με την νομολογία, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, διαβάζονται στις σελίδες 119-120 τα ακόλουθα σχετικά: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφ εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. επίσης Ανδρέας Χρίστου ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2015:B381, Ποιν. Εφ. 95/14 ημερ. 27/05/2015 και Άννα Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2014:B288, Ποιν. Εφ. 134/13 ημερ. 02/05/2014. Έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση μαρτυρία ότι είχε ανατεθεί στον Κατηγορούμενο η αγορά δεντρυλλίων εκ μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο ίδιος αγόραζε και προσκόμιζε τα συγκεκριμένα δεντρύλλια στο Κοινοτικό Συμβούλιο και σύμφωνα με τον ισχυρισμό του υπέγραφε τις αποδείξεις εισπράξεως, Τεκμήριο 6, χωρίς την άδεια του κ. Κάτσουρα. Τα αγόραζε σε χαμηλότερες τιμές και τα χρέωνε στην τιμή των €7- που ήταν η τιμή που το Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν διαθέσιμο να καταβάλλει. Αφού ο ίδιος τις υπέγραφε για σκοπούς ελέγχου των λογαριασμών τις αποδείξεις εισπράξεως γιατί δεν ζητούσε και τιμολόγια για σκοπούς ελέγχου των λογαριασμών είναι το πρώτο ερώτημα. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την εξαργύρωση τεσσάρων επιταγών, Τεκμήριο 4, οι οποίες ήταν στο όνομα του κ. Κάτσουρα και είχαν εξαργυρωθεί από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Ποιος ο λόγος να γίνεται η συγκεκριμένη πράξη δεν επεξηγήθηκε. Ιδιαίτερα ενόψει του ότι οι επιταγές είχαν παρουσιαστεί για εξαργύρωση από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε άλλη εκδοχή στο Δικαστήριο. Εκτός από τα πιο πάνω όμως υπάρχει και η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, το Τεκμήριο 7, η οποία είχε κατατεθεί χωρίς οποιαδήποτε ένσταση. Στην κατάθεσή, στην απάντηση 12, παραδέχεται ότι ο ίδιος λάμβανε ένα ποσό ως προμήθεια από το ποσό της επιταγής που εκδιδόταν προς όφελος του Κάτσουρα. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του Κατηγορούμενου είναι αφενός άμεση και αφετέρου δεν μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία. Η σωρευτική θεώρηση των γεγονότων σε συνδυασμό με την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου αποκαλύπτουν την ένοχη γνώση και την πρόθεσή του να αποστερήσει από το Κοινοτικό Συμβούλιο το ποσό των £1.215 Λ.Κ., με τον τρόπο που έχει επεξηγηθεί πιο πάνω. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1ην Κατηγορία. Οι Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10,12, 14, 16, 18, 20, 22 και 24 αφορούν την πλαστογραφία εγγράφου και συγκεκριμένα των ενταλμάτων πληρωμής και των αποδείξεων είσπραξης. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας είναι: Πρώτον, ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου και δεύτερον, με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα την απόφαση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ.91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος - (δ) Υπογράφει έγγραφο με το όνομα άλλου (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογραφεί αυτός ή όχι. (ii) . . . . . . . . . . .». Σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Άντρης Ηρακλέους κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 1 η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση, καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα γραφολόγο. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αυτή η μαρτυρία. Ο Δημήτρης Κάτσουρας του οποίου η υπογραφή πλαστογραφήθηκε στα συγκεκριμένα έγγραφα, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, επιβεβαιώνει με την μαρτυρία του ότι ο ίδιος δεν έθεσε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 5 και 6. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Τόσο τα εντάλματα πληρωμής καθώς και οι αποδείξεις εισπράξεως είχαν υπογραφτεί από τον Κατηγορούμενο με το όνομα Δημήτρης Κάτσουρας. Συνεπακόλουθα, δεν ανταποκρίνονται στο γεγονός ότι έχουν υπογραφτεί από τον «λαβών» και θεωρούνται πλαστά έγγραφα αφού λένε ψέματα για τον εαυτό τους. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold , 35η εκδ., σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Όπως επεξηγείται και στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 37η εκδ., σελ. 670, είναι αρκετό να αποδειχθεί πρόθεση καταδολίευσης ή εξαπάτησης χωρίς πρόθεση να εξαπατηθεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Ούτε και απαιτείται να αποδειχθεί ότι ένα οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόσωπο εξαπατήθηκε από την πλαστογραφία, εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης, ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει. Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί, στην ανακριτική του κατάθεση, ότι όχι μόνο είχε υπογράψει τα εντάλματα πληρωμής χωρίς την άδεια του Δημήτρη Κάτσουρα αλλά είχε εκδώσει και αποδείξεις εισπράξεως χωρίς την άδεια του Κάτσουρα. Η ομολογία ή η παραδοχή στη διάπραξη ή συμμετοχή σε έγκλημα, αποτελεί την κλασσική περίπτωση εξαίρεσης στον εξ ακοής κανόνα. Αυτό διότι η παραδοχή ή η ομολογία γίνεται εναντίον του ιδίου συμφέροντος του ομολογούντος, βλ. Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 175 και Κωνσταντίνου ν. Αθανασίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2012). Στο σύγγραμμα Murphy on Evidence 8η έκδ., σελ. 268 κ.ε., εξηγείται η αξία της ομολογίας κατά το Κοινοδίκαιο ως η πιο σημαντική και συχνή εξαίρεση στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας στις ποινικές υποθέσεις. Και, περαιτέρω, ότι δεν έχει σημασία πλέον κατά πόσο η ομολογία γίνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας σε σχέση με τον παραδεχόμενο ή όχι. Η ομολογία, όπως και κάθε άλλη παραδοχή, μπορεί να γίνει προφορικά, εγγράφως, διά συμπεριφοράς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από τον οποίο μπορεί να εξαχθεί αρνητικό συμπέρασμα εναντίον του συμφέροντός του ατόμου που προβαίνει στην ομολογία. Στην R. v. Mallinson
(1977)Crim. L.Rev. 161 καταγράφηκε ότι η ομολογία, όταν αποδεικνύεται, αποτελεί την καλύτερη διαθέσιμη μαρτυρία. Η αξία της όμως θα πρέπει να εξετάζεται με μεγάλη προσοχή ώστε το Δικαστήριο να πείθεται πραγματικά ότι η ομολογία είναι και εθελούσια και αληθής. Επαναλαμβάνεται ότι η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου είχε κατατεθεί χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς της Υπεράσπισης οπόταν το εθελούσιό της είναι δεδομένο. Επίσης υπάρχει ως δεδομένο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε επιστρέψει το ποσό το οποίο είχε αποσπάσει από το Κοινοτικό Συμβούλιο με τον συγκεκριμένο τρόπο. Όλα αυτά τα γεγονότα ιδωμένα σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία έχει γίνει αποδεκτή στο Δικαστήριο οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος με τον τρόπο που είχε ενεργήσει, τον οποίο και είχε περιγράψει, είχε πρόθεση να εξαπατήσει το Κοινοτικό Συμβούλιο. Με βάση την πιο πάνω ανάλυση είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει αποδειχθεί και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στις Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10,12, 14, 16, 18, 20, 22 και 24. Οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, Κατηγορίες 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23 και 25 αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Πρώτον, η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου και δεύτερον, η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003, σελ.357, παρα. B.6.2.: «Falsification, False Statements and False Instruments B 6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).» Έχει αποφασιστεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλαστογραφήσει το ένταλμα πληρωμής καθώς και την απόδειξη είσπραξης αφού είχε υπογράψει με το όνομα του Δημήτρη Κάσουρα και είχε αναγραφεί διαφορετικό ποσό από αυτό που οφειλόταν για την αγορά των δενδρυλλίων. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον Κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος είχε κυκλοφορήσει τα δυο αυτά έγγραφα. Όμως ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Προκύπτει στην υπό κρίση υπόθεση ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είχε υπογράψει τα περί ου ο λόγος έγγραφα ως Δημήτρης Κάτσουρας. Οπόταν η γνώση του ότι ήταν πλαστά ήταν άμεση. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από την νομολογία ότι η «γνώση» και ο «δόλος» μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 στις 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Όπως έχει ερμηνεύσει τον όρο ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P. (ανωτέρω): «Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough.». Τα γεγονότα όπως έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα έγγραφα ήταν πλαστά αφού ο ίδιος υπέγραφε με το όνομα κάποιου άλλου χωρίς την έγκρισή του και παρά ταύτα τα είχε κυκλοφορήσει για να αποκομίσει όφελος οικονομικό. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδηγούν στην κατάληξη ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.