← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Ελένης Παπαμιλτιάδους, Αρ. Υπόθεσης: 14366/13, 5/9/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Ελένης Παπαμιλτιάδους, Αρ. Υπόθεσης: 14366/13, 5/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14366/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Ελένης Παπαμιλτιάδους Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 05 Σεπτεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη: κ. Κωνσταντίνου (για να ακούσει απόφαση κα Αργυρού). Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρείς κατηγορίες, αυτή της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, της απλής επίθεσης καθώς και αυτή της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση των άρθρων 151, 35, 242 και 99 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 01/08/2013 στην Λεωφόρο Αμμοχώστου, στην Λάρνακα, είχε επιτεθεί παράνομα και άσεμνα κατά της Άντριας Καίμη Παιδονόμου την οποία και είχε εξυβρίσει δημόσια. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία δόθηκε από τέσσερεις μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστ.3823 Κουμή, Μ.Κ.1, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο

  1. Σύμφωνα με την κατάθεση του την 01/08/2013, περί η ώρα 12.30, είχε καταγγελθεί από την Άντρια Καίμη Παιδονόμου ότι την ίδια μέρα περί η ώρα 10.00 ενώ βρισκόταν στην δουλειά της, στο ΚΕΤΑΠ, στα διυλιστήρια, η Ελένη Παπαμιλτιάδους, συνάδελφός της, της είχε πιάσει τα οπίσθια και ακολούθως της είχε αναφέρει ότι έρχεται σε σεξουαλική επαφή με τον διευθυντή και την είχε σπρώξει. Η Παραπονούμενη ήθελε να καταγραφεί το παράπονό της και είχε αναφέρει ότι σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να δώσει γραπτή κατάθεση θα το έπραττε σε μεταγενέστερο χρόνο. Την ίδια μέρα είχε κληθεί η Ελένη Παπαμιλτιάδους και αφού είχε ενημερωθεί για την εναντίον της καταγγελία είχε αρνηθεί τα όσα της είχε καταλογίσει η Άντρια Παιδονόμου. Περαιτέρω είχε αναφέρει ότι εάν είχε κάνει κάτι απολογείτο. Στις 25/08/2013 η Άντρια Καίμη Παιδονόμου είχε προβεί σε γραπτή κατάθεση σε σχέση με το παράπονό της εναντίον της Ελένης Παπαμιλτιάδους και την ίδια μέρα είχε κληθεί η Ελένη Παπαμιλτιάδους και είχε ανακριθεί, μετά που της είχε επιστηθεί η προσοχή της στο Νόμο. Είχε αρνηθεί τις κατηγορίες που της είχαν απαγγελθεί. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, την κατάθεση της Κατηγορούμενης και ως Τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία που της είχε απαγγελθεί. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει κατάθεση από την Παραπονούμενη και τον Αντώνη Φυσεντζίδη και από αυτές είχε προκύψει ότι η Άντρια Καϊμη είχε αναφέρει το περιστατικό στον Αντώνη Φυσεντζίδη, για να το αναφέρει στον Διευθυντή, πράγμα το οποίο έκανε. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Γιώργος Λοίζου, Μ.Κ.2, του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι είναι ο διευθυντής της εταιρείας ΚΕΤΑΠ και την 01/08/2013 είχε λάβει τηλεφώνημα από τον Αντώνη Φυσεντζίδη, υπεύθυνο του Χημείου, στο οποίο του ζητούσε να μεταβεί άμεσα στο Χημείο. Όταν είχε μεταβεί στο Χημείο είχε συναντήσει την Ελένη Παπαμιλτιάδους έξω από το Χημείο να καπνίζει και όταν την είχε ρωτήσει τι είχε συμβεί εκείνη του είχε κουνήσει το χέρι της. Ο ίδιος είχε πάει στο γραφείο του Φυσεντζίδη ο οποίος είχε καλέσει την Άντρια Καϊμη, η οποία του είχε αναφέρει τι είχε συμβεί. Δηλαδή, ότι η Ελένη Παπαμιλτιάδους την είχε αρπάξει από το οπίσθιο, την είχε σπρώξει και της είχε πει χυδαίες εκφράσεις και ότι είχε καταγγείλει το συγκεκριμένο συμβάν στον Αντώνη Φυσεντζίδη. Ο Φυσεντζίδης τον είχε ενημερώσει ότι είχε προσπαθήσει να μιλήσει με την Ελένη Παπαμιλτιάδους αλλά εκείνη του είχε κάνει φραστική επίθεση λέγοντάς του ότι έρχεται σε σεξουαλική επαφή με την Άντρια στο Χημείο. Ο ίδιος είχε καλέσει την Ελένη Παπαμιλτιάδους στο γραφείο του και εκείνη του είχε αναφέρει ότι δεν θυμόταν τι είχε κάνει και τι είχε πει και απολογήθηκε αν είχε παραφερθεί. Ο ίδιος της είχε δώσει αναγκαστική άδεια απουσίας ενημερώνοντας το Διοικητικό Συμβούλιο. Ακολούθως το Διοικητικό Συμβούλιο είχε θέσει σε διαθεσιμότητα την Ελένη Παπαμιλτιάδους και είχε ανατεθεί σε λειτουργό η διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας. Εξήγησε ότι ο Αντώνης Φυσεντζίδης είναι υπεύθυνος του Χημείου και ότι μέχρι τον Αύγουστο 2012 δεν είχε καμιά επαφή ο ίδιος με το Χημείο. Ο ίδιος είχε ενημερωθεί από τον προκάτοχό του ότι είχαν προβλήματα με την κα Παπαμιλτιάδους, όσο αφορά την συμπεριφορά της προς τον κ. Φυσεντζίδη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε διερεύνηση, όταν είχε ενημερωθεί για την προηγούμενη συμπεριφορά της Παπαμιλτιάδους προς τον κ. Φυσεντζίδη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το Χημείο βρίσκεται εντός του περιφραγμένου χώρου, στον οποίο υπάρχει ψηλή περίφραξη. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η συζήτηση εντός του Χημείου δεν μπορούσε να ακουστεί έξω από την περίφραξη του Χημείου. Υποστήριξε, ότι πράγματι είχε δημοσιευτεί ένα άρθρο στον «Φιλελεύθερο» για κλοπή καυσίμων από το ΚΕΤΑΠ, όμως στην διευθυντική ομάδα δεν είχε γίνει οποιαδήποτε συζήτηση σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο είχε υπάρξει οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ των υπαλλήλων σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Η κα Παπαμιλτιάδους δεν είχε αναφέρει στον ίδιο οτιδήποτε σε σχέση με το θέμα των κλοπών όμως όταν την είχε δει ο ίδιος, έξω από το Χημείο, ήταν ταραγμένη. Ο ίδιος είχε δώσει κατάθεση στον ερευνών λειτουργό και αν του είχε αναφέρει οτιδήποτε θα το κατέγραφε γιατί η κατάθεση στον ερευνώντα λειτουργό είχε προηγηθεί της κατάθεσής του στην Αστυνομία. Μαρτυρία δόθηκε και από την Παραπονούμενη, Άντρια Καϊμη, Μ.Κ.3, της οποίας η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 και η συμπληρωματική κατάθεση ως Τεκμήριο
  3. Στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 5, αναφέρει ότι εργάζεται στην εταιρεία ΚΕΤΑΠ ως χημικός. Τη 01/08/2013 ενώ η ίδια βρισκόταν στο γραφείο της είχε έρθει από πίσω της η συνάδελφός της Ελένη Παπαμιλτιάδους και την είχε «χουφτώσει» στα οπίσθια. Πριν η ίδια προλάβει να της πει οτιδήποτε της είπε «Τούτο το κολούι πόσοι το γαμήσαν;» Και ενώ της κρατούσε τα οπίσθια συνέχιζε να φωνάζει και να της λέει «αν θέλεις να γαμίεσε να πηγαίνεις στα διαμερίσματα εγώ πουτάνα του χημείου δεν είμουν τόσα χρόνια, δεν θα πω τίποτε άλλο ακούονται πολλά.». Ακολούθως, την είχε σπρώξει στους ώμους. Η ίδια είχε νευριάσει και είχε φοβηθεί για αυτό είχε πάει στο εργαστήριο και είχε πει τι είχε συμβεί στα τέσσερα άτομα που ήταν εκεί. Οι φωνές δεν μπορούσαν να ακουστούν από το γραφείο της στο εργαστήριο γιατί υπάρχουν πόρτες ασφαλείας. Ο Αντώνης Φυσεντζίδης, Υπεύθυνος του Χημείου, μόλις είχε ακούσει τι είχε γίνει είχε πάει να μιλήσει της Ελένης Παπαμιλτιάδους. Μετά από λίγα λεπτά είχε επιστρέψει, ο Φυσεντζίδης και μετά από την συζήτηση με την Ελένη Παπαμιλτιάδους αλλά και λόγω του περιεχομένου της συζήτησης είχε αποφασίσει να ενημερώσει τον Διευθυντή, Γιώργο Λοίζου, για το συμβάν, πράγμα το οποίο έκανε. Ο κ. Λοίζου είχε επισκεφθεί το εργαστήριο και όταν του είχε αναφερθεί τι είχε γίνει και είχε καλέσει την Ελένη Παπαμιλτιάδους στο γραφείο του. Η ίδια είχε ακούσει από άλλους ότι η Ελένη Παπαμιλτιάδους είχε αναφέρει ότι δεν θυμόταν τι είχε πει και τι είχε γίνει και είχε απολογηθεί αναφέροντας ότι δεν είναι καλά και ο Γενικός Διευθυντής της είχε ζητήσει να πάει σπίτι της. Λόγω του ότι δεν είχε παρθεί οποιαδήποτε απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο η ίδια είχε αποφασίσει να προχωρήσει την καταγγελία γιατί η Ελένη δεν την είχε σεβαστεί παρά το ότι ήταν 3.5 μηνών έγκυος. Στην κατάθεσή της ημερομηνίας 01/08/2013, Τεκμήριο 6, καταγράφει ότι ήθελε να καταγραφεί η καταγγελία της εναντίον της Ελένης Παπαμιλτιάδους και θα αποφάσιζε αργότερα κατά πόσο θα προωθούσε την ποινική δίωξη. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η ίδια έβγαινε από την πόρτα της μίας από τις τουαλέτες του γραφείου και η κα Παπαμιλτιάδους έβγαινε από την διπλανή τουαλέτα και την είχε ακολουθήσει στο γραφείο της και μπαίνοντας από πίσω της, στο γραφείο της, είχε συμβεί το περιστατικό το οποίο περιγράφει στην κατάθεσή της. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η Ελένη Παπαμιλτιάδους την είχε αρπάξει από τον πισινό με το χέρι της και είχε αρχίσει να την βρίζει και τότε η ίδια είχε γυρίσει προς το μέρος της πλην όμως η Ελένη συνέχισε να την κρατά και να την βρίζει. Την είχε πιάσει από τα οπίσθια με χυδαίο τρόπο, με το χέρι της, χουφτώνοντας την. Εξήγησε ότι της είχε πιάσει τα οπίσθια με το χέρι, ακολούθως την είχε εξυβρίσει και όταν την είχε αφήσει βρέθηκαν απέναντι η μια από την άλλη και τότε την είχε σπρώξει. Στην αρχή είχε ξαφνιαστεί η ίδια και ακολούθως είχε φοβηθεί και για αυτό είχε ανοίξει έξαλλη την πόρτα και φωνάζοντας, στον διάδρομο, προχώρησε προς το εργαστήριο. Στο εργαστήριο βρίσκονταν άλλα τέσσερα πρόσωπα, ο Αντώνης Φυσεντζίδης, ο Πέτρος Προδρόμου, ο Χρυσόστομος Ριαλάς και ακόμα ένα παιδί που έκανε την πρακτική του, ο Αντώνης Παρπόττας. Λόγω του γεγονότος ότι είχε αγχωθεί, γιατί ήταν και έγκυος, η ίδια είχε αναφέρει αμέσως το περιστατικό. Ακολούθως, είχε πάει στο σπίτι της και στην Αστυνομία όπου είχε καταγγείλει το περιστατικό. Δεν είχε επισκεφθεί άμεσα την Αστυνομία γιατί ήταν πολύ αναστατωμένη. Εξήγησε ότι το εργαστήριο είναι δημόσιος χώρος γιατί έχουν πρόσβαση πελάτες. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το Χημείο του Διυλιστηρίου βρίσκεται πιο μέσα από το κτίριο της διοίκησης σε απόσταση 2 με 3 λεπτά με τα πόδια. Εξήγησε ότι στο Διυλιστηρίο υπάρχει περίφραξη και οποιοσδήποτε επιθυμεί να εισέλθει ζητά άδεια από τον αστυνομικό και αυτός του υποδεικνύει που είναι το Χημείο. Ήταν η θέση της ότι κάθε μέρα τους προσκομίζουν στο εργαστήριο, οι πελάτες, τα δείγματα και μπορεί κάποιος να επισκεφθεί το εργαστήριο μέχρι και 10 φορές σε μια μέρα. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι έξω από τις εγκαταστάσεις του Χημείου βρίσκονται οι δεξαμενές, από τις οποίες μπορεί να περάσει ή και να μην περάσει κάποιος. Συμφώνησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Κατηγορούμενη είχε ξεκινήσει διδακτορικό και ότι το μόνο άλλο άτομο το οποίο είχε διδακτορικό ήταν ο Αντώνης Φυσεντζίδης. Όσο αφορά την κενή θέση Βοηθού Προϊσταμένου Χημείου υποστήριξε ότι είχαν ενημερωθεί από την εταιρεία ότι θα έμενε ανοιχτή και ότι δεν είχε, η εταιρεία, σκοπό να την πληρώσει. Σε σχέση με το περιστατικό ήταν η θέση της ότι η Κατηγορούμενη την είχε ακολουθήσει στο γραφείο της απρόσκλητη και της είχε πιάσει τον πισινό χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση. Τα άλλα άτομα που ήταν στο Χημείο δεν μπορούσαν να ακούσουν τα όσα είχαν διαμειφθεί στο γραφείο της αλλά μπορούσαν να ακούσουν τις φωνές της μετά που είχε ανοίξει την πόρτα. Η ίδια το είχε αναφέρει στο Υπεύθυνο του Χημείου κ. Φυσεντζίδη και ο ίδιος είχε πάει για να μιλήσει της Κατηγορούμενης. Μετά την συνομιλία του με την Κατηγορούμενη είχε τηλεφωνήσει στον Γενικό Διευθυντή και ακολούθως, από ότι της είχε λεχθεί από τους άλλους συναδέλφους της, ο Διευθυντής είχε καλέσει την Ελένη Παπαμιλτιάδους στο γραφείο του. Υποστήριξε, σε ερώτηση που της είχε τεθεί, ότι το περιστατικό είχε διαρκέσει πολύ λίγα λεπτά και η ίδια φώναζε ενώ η Ελένη ήταν έξαλλη, φώναζε και έβριζε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ήθελε να φύγει, η Ελένη Παπαμιλτιάδους, από το Χημείο για να πιάσει η ίδια την θέση του προϊσταμένου, η οποία δεν θα πληρωνόταν εν πάση περιπτώσει. Ήταν η θέση της ότι η ίδια δεν είχε συζητήσει με την Κατηγορούμενη σε σχέση με την κλοπή καυσίμων από τους «operator». Παραδέχθηκε ότι εκείνο το πρωί είχε γίνει μια ήρεμη συζήτηση, μεταξύ συναδέλφων, αναφορικά με το θέμα αλλά η ίδια δεν είχε συζητήσει με την Ελένη Παπαμιλτιάδους για το συγκεκριμένο θέμα. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Αντώνης Φυσεντζίδης, Μ.Κ.4, Υπεύθυνος του Χημείου ΚΕΤΑΠ. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι είναι Υπεύθυνος του Χημείου του ΚΕΤΑΠ και το γραφείο του βρίσκεται στο χώρο του Χημείου. Το πρωί της 01/08/2013 και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο γραφείο του είχαν ακουστεί φωνές, τις οποίες ο ίδιος είχε καταλάβει ότι ήταν της Άντριας. Ακολούθως η Άντρια είχε μπει στο χώρο του εργαστηρίου και διαμαρτυρόταν ότι δεν ήταν υπόχρεη να ανέχεται τέτοιες συμπεριφορές και ότι δεν μπορούσε να εργαστεί με τέτοιες συνθήκες. Όταν την είχαν ρωτήσει να τους πει τι είχε συμβεί τους είχε αναφέρει ότι η Ελένη Παπαμιλτιάδους την είχε ακολουθήσει στο γραφείο της και την είχε αρπάξει από τον πισινό και της είχε πει αισχρά λόγια. Όλοι είχαν αναστατωθεί από αυτά που τους είχε πει η Άντρια ότι είχαν γίνει. Οι άλλοι συνάδελφοι είχαν παροτρύνει τον ίδιο να ενημερώσει τον Διευθυντή και ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να εργαστούν μαζί της γιατί υπήρχαν και στο παρελθόν προστριβές μαζί της. Ο ίδιος είχε αποφασίσει να της μιλήσει πριν αναφέρει οτιδήποτε στον Διευθυντή. Όταν την είχε βρει στον χώρο του καπνίσματος την είχε ρωτήσει τι είχε συμβεί και εκείνη του είχε πει ότι «...γαμιέσε με την Άντρια...και το ξέρουν ούλλοι» και συνέχισε να του λέει διάφορα τέτοια πράγματα. Λόγω της συμπεριφοράς της ο ίδιος έφυγε ήρεμα και πήγε στο γραφείο του και στην συνέχεια είχε τηλεφωνήσει του διευθυντή για να τον ενημερώσει. Ο Διευθυντής είχε μεταβεί στο Χημείο και είχε ζητήσει να μάθει τι είχε γίνει. Ακούγοντας τι είχε συμβεί ο Διευθυντής είχε αναστατωθεί και φεύγοντας είχε ζητήσει από την Ελένη να τον ακολουθήσει στο γραφείο του. Μετά είχαν μάθει ότι ο Διευθυντής είχε δώσει άδεια στην Ελένη και αργότερα το Συμβούλιο την είχε θέσει σε διαθεσιμότητα. Η εταιρεία είχε διορίσει και ερευνώντα λειτουργό σε σχέση με την υπόθεση. Όμως ο ίδιος δεν ήθελε να υποβάλλει καταγγελία εναντίον της σε σχέση με τα όσα είχε πει στον ίδιο. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ξεχώριζε τις φωνές των συναδέλφων του και για αυτό μπορούσε να αντιληφθεί ότι οι φωνές που είχε ακούσει ήταν της Άντριας όμως δεν μπορούσε να γνωρίζει από πού προέρχονταν οι φωνές. Όμως όταν είχε φθάσει η Άντρια στο εργαστήριο ήταν εμφανώς ταραγμένη. Εξήγησε ότι είχε προηγηθεί μια συζήτηση όλων των συναδέλφων σχετικά με ένα δημοσίευμα που αφορούσε υπόθεση υπεξαίρεσης καυσίμων και ο ίδιος είχε συνομιλήσει σε σχέση με το θέμα αυτό με την Ελένη. Εξήγησε ότι ο ίδιος είναι Υπεύθυνος Χημείου και από την μέρα που είχε φύγει ο Βοηθός Χημείου, το 2011, η θέση είχε παραμείνει κενή γιατί η διεύθυνση της εταιρείας δεν έχει πρόθεση να την πληρώσει. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η πλήρωση της θέσης είναι θέμα που άπτεται της ανώτατης διοίκησης και όχι του ίδιου. Σε σχέση με την πρόσβαση στον χώρο του Χημείου ισχυρίστηκε ότι όλοι έχουν πρόσβαση πλην όμως ο χώρος είναι λίγο ξέχωρος από τα άλλα κτίρια. Οι πελάτες εισέρχονται στο χώρο από την πύλη μετά που ο αστυνομικός ζητά άδεια για να τους επιτρέψει να μπουν. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι η απόσταση από την πύλη στο Χημείο είναι μόνο 100 μέτρα. Εξήγησε ότι η Κατηγορούμενη είναι Χημικός και παραδέχθηκε ότι είχε ξεκινήσει διδακτορικό αρκετούς μήνες πριν το επεισόδιο. Ερωτηθείς, για την θέση Βοηθού Χημείου, ήταν η θέση του ότι χηρεύει μέχρι και σήμερα και ότι δεν υπήρχε ούτε υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση για να πληρωθεί η συγκεκριμένη θέση. Υποστήριξε ότι πρώτα ακούστηκαν φωνές και αμέσως είχε εμφανιστεί στον χώρο του εργαστηρίου η Άντρια. Μόλις άκουσαν οι υπόλοιποι αυτά που είχε περιγράψει είχαν αναστατωθεί πολύ γιατί δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Τα γεγονότα τα είχαν ακούσει ο Πέτρος Προδρόμου, ο Χρυσόστομος Ριαλάς και ένας ειδικευόμενος, ο Αντώνης Παπέττας. Υποστήριξε ότι οι υπόλοιποι τον είχαν παροτρύνει να μιλήσει άμεσα στον Διευθυντή αλλά ο ίδιος είχε θεωρήσει σωστό να μιλήσει με την Ελένη πρώτα, για να ακούσει και την άλλη άποψη. Το επεισόδιο είχε ξεκινήσει όταν ο ίδιος είχε προσκομίσει απόκομμα της εφημερίδας και το προσωπικό είχε διαβάσει το δημοσίευμα. Το προσωπικό είχε μια συζήτηση και η Ελένη είχε εκφράσει την άποψη ότι δεν έπρεπε να δοθεί τόση έκταση. Ο ίδιος είχε διαφωνήσει με την άποψή της όμως η Άντρια δεν είχε αναμειχθεί στην συγκεκριμένη συζήτηση. Η Ελένη όμως είχε υψώσει τον τόνο της φωνής της. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο λόγος που μπορούσε να θυμηθεί ήταν γιατί είχε ετοιμάσει και σχετική έκθεση σε σχέση με το συμβάν. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του είχε καλέσει την Κατηγορούμενη σε απολογία. Η Κατηγορούμενη κληθείς σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της και ανέφερε ενόρκως ότι όταν κάποιος επιθυμεί να εισέλθει στο χώρο του Χημείου πρέπει πρώτα να περάσει από την είσοδο και να αναφέρει στον αστυνομικό τον λόγο της επίσκεψής του. Υποστήριξε ότι ο λόγος που είχε απολογηθεί στον Διευθυντή, όταν την είχε καλέσει, ήταν γιατί είχαν καυγαδίσει σε σχέση με τους «operator» και για να λήξει το θέμα είχε απολογηθεί. Υποστήριξε ότι για την θέση του Βοηθού Χημείου υποψήφιοι μπορούσαν να είναι η ίδια, η Άντρια και ο Πέτρος γιατί πληρούσαν τα κριτήρια και ο κ. Κυριακίδης, ο Βοηθός Χημείου, τους είχε καλέσει και τους τρείς και τους είχε αναφέρει ότι ο κ. Φυσεντζίδης θα τους ανέθετε εργασία και θα έκρινε ποιος θα γινόταν βοηθός. Τελικά, η θέση δεν είχε πληρωθεί. Όμως ο κ. Φυσεντζίσης εναντιωνόταν έντονα σε σχέση με την ίδια και το διδακτορικό της αναφέροντας ότι θα χαλούσε τα μηχανήματα του Χημείου. Είχε επέμβει ο κ. Λοίζου, αναφέροντάς του ότι λόγω των χρόνων που ήταν στο Χημείο δεν θα χαλούσε, η ίδια, οποιοδήποτε μηχάνημα. Υποστήριξε ότι οι υπόλοιποι συνάδελφοί της δεν της μιλούσαν όταν ήταν παρόν ο κ. Φυσεντζίδης. Ο κ. Φυσεντζίδης, ήταν ο ισχυρισμός της, είχε θεωρήσει ότι θα του έπαιρνε η ίδια την θέση όταν εκείνος για κάποιο διάστημα είχε πάει στην ΑΗΚ και ακολούθως είχε επιστρέψει. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η ίδια είναι πτυχιούχος χημικός μηχανικός, από αναγνωρισμένο πολυτεχνείο της Τσεχοσλοβακίας, με σπουδές διάρκειας 7 ετών συμπεριλαμβανομένης και της εκμάθησης της γλώσσας. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι μετά την απόλυσή της από το Διυλιστήριο είχε βρει δουλειά στην εταιρεία «Lab Oil», στο Βασιλικό, αλλά λόγω του ότι την είχαν βάλει να καθαρίζει τουαλέτες η ίδια είχε φύγει γιατί της ζητούσαν να κάνει πράγματα εκτός της συμφωνίας. Παραδέχθηκε ότι η θέση του κ. Κυριακίδη, Βοηθού Χημείου, δεν έχει πληρωθεί μέχρι και σήμερα. Ήταν η θέση της ότι όταν ξεκίνησε το διδακτορικό της ο κ. Φυσεντζίδης ερχόταν σε ρήξη μαζί της γιατί να κάνει διδακτορικό και οι άλλοι συνάδελφοί της, όταν ήταν παρόν ο κ. Φυσεντζίδης, δεν της μιλούσαν ενώ όταν δεν ήταν παρόν έκαμναν παρέα. Υποστήριξε ότι ο λόγος που όταν ήταν ο κ. Φυσεντζίδης μπροστά δεν της μιλούσαν ήταν γιατί ο καθένας πρόσεχε την δουλειά του. Παραδέχθηκε ότι είχε λάβει μέρος στην συζήτηση, σε σχέση με το δημοσίευμα, η οποία είχε ανοιχθεί από τον κ. Φυσεντζίδη, στην παρουσία της Άντριας, του Αντώνη και του Πέτρου και ότι είχαν λάβει όλοι μέρος στην συζήτηση. Η ίδια είχε λάβει το μέρος των συναδέλφων της, οι οποίοι κατηγορούνταν για την κλοπή, ενώ η Άντρια είχε υποστηρίξει ότι είχαν κλέψει και οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους είχαν καταδικάσει. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι πριν να προσληφθεί η Άντρια ήταν μόνο η ίδια και οι υπόλοιποι ήταν άντρες και έκαμνε την δουλειά της άψογά και έφευγε. Εξήγησε ότι όσο αφορά την πλήρωση της θέσης βοηθού χημείου έπρεπε να δημοσιευτεί εσωτερικά, ακολούθως να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα του Κράτους και μετά σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας. Όσο αφορά τις προσλήψεις στο Χημείο είχε λόγο ο κ. Φυσεντζίδης όμως η τελική απόφαση θα λαμβανόταν από το Διοικητικό Συμβούλιο και τον Προϊστάμενο του Τμήματος. Ήταν η θέση της ότι όταν την είχε καλέσει ο κ. Λοίζου στο γραφείο του είχε απολογηθεί για οτιδήποτε είχε πει και είχε απαντήσει όλες του τις ερωτήσεις. Σε σχέση με το επεισόδιο ήταν η θέση της ότι καθόταν έξω για να καπνίσει και ακολούθως είχε μπει μέσα για να πάει στο Χημείο και στο διάδρομο είχε συναντηθεί με την Άντρια και μιλούσαν για τους «operator» και ενώ μιλούσαν είχαν πάει μαζί στο γραφείο της και στέκονταν δίπλα - δίπλα. Μιλούσαν δυνατά και διαφωνούσαν αλλά δεν την είχε χουφτώσει. Υποστήριξε ότι ο μόνος που της έκαμνε πρόβλημα από την αρχή ήταν ο κ. Φυσεντζίδης, με τον οποίο καυγάδιζαν για το διδακτορικό ενώ με τους υπόλοιπους συνάδελφούς της δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Παράλληλα όμως παραδέχθηκε ότι είχε επιλεγεί από τον κ. Φυσεντζίδη να παρακολουθήσει σεμινάριο στο Λονδίνο. Μαρτυρία δόθηκε και από τον εκπρόσωπο της Συντεχνίας ΠΕΟ, κ. Ιωάννη Ιωάννου, Μ.Υ.1, ο οποίος εργάζεται στην ΚΕΤΑΠ από το
  5. Με την Κατηγορούμενη ήταν συνάδελφοι για 12 χρόνια. Εξήγησε, ότι οι εγκαταστάσεις της εταιρείας είναι περιφραγμένες και υπάρχει είσοδος έκτακτης ανάγκης, η οποία χρησιμοποιείται μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις και η κεντρική είσοδος, η πύλη, η οποία είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να λαμβάνεται άδεια για την είσοδο εντός του χώρου από οποιονδήποτε γιατί αστυνομεύεται επι 24 ώρου βάσεως. Ο αστυνομικός στην πύλη ενημερώνει το Τμήμα το οποίο θα επισκεφτεί ο επισκέπτης και του παρέχεται άδεια. Υποστήριξε, ότι η Κατηγορούμενη είχε απολυθεί μετά από επεισόδιο που είχε με άλλη συνάδελφό της. Ο ίδιος είχε πληροφορηθεί τα γεγονότα από τον Διευθυντή, κ. Λοίζου, την μέρα που είχε γίνει το περιστατικό μεταξύ της Ελένης και της Άντριας. Η Ελένη τον είχε πάρει τηλέφωνο και του είχε αναφέρει ότι είχε μια λεκτική διαμάχη με την Άντρια και ότι ο κ. Λοίζου της είχε πει να πάει στο σπίτι να ηρεμίσει. Την επόμενη μέρα είχε ενημερωθεί από τον κ. Λοίζου ότι θα διαβίβαζε το θέμα της Ελένης στο Διοικητικό Συμβούλιο και τότε ο ίδιος είχε θεωρήσει το θέμα σοβαρό και είχε ενημερώσει τον κ. Νεοφύτου της ΠΕΟ. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η Ελένη είχε υποβάλλει παράπονο, 2-3 μήνες πριν το περιστατικό, ότι ο κ. Φυσεντζίδης της δημιουργούσε πρόβλημα σε σχέση με την χρήση των μηχανημάτων για το διδακτορικό της και είχε επέμβει ο κ. Λοίζου και το θέμα είχε λυθεί. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι ο ίδιος είναι συντεχνιακός της ΠΕΟ και η Κατηγορούμενη είναι μέλος της ΠΕΟ. Παραδέχθηκε ότι σκοπός της συντεχνίας είναι να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του μέλους της εφόσον είναι δίκαια και σωστά. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο κ. Λοίζου του είχε τηλεφωνήσει γύρω στο μεσημέρι για να του αναφέρει το συμβάν ενώ η Ελένη του είχε τηλεφωνήσει το απόγευμα. Λόγω του ότι ο ίδιος ήταν με άδεια ο κ. Λοίζου δεν του είχε αναφέρει λεπτομέρειες σε σχέση με το συμβάν αλλά του είχε αναφέρει ότι είχαν λεκτικό καυγά. Η ίδια η Ελένη του είχε αναφέρει ότι είχε μαλώσει με την Άντρια κατά την διάρκεια μιας συζήτησης που είχαν το πρωί και με τους υπόλοιπους συναδέλφους. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν σύνηθες να στέλνεται κάποιος υπάλληλος σπίτι για να ηρεμίσει ούτε και ήταν σύνηθες να καυγαδίζουν. Την επόμενη μέρα η Άντρια δεν του είχε πει ότι την είχε «χουφτώσει» η Ελένη. Ο ίδιος είχε λάβει δυο εκ διαμέτρου αντίθετες ενημερώσεις και για αυτό είχε ενημερώσει τον κ. Νεοφύτου. Έκτοτε ο ίδιος δεν είχε εμπλακεί με οποιοδήποτε τρόπο με το περιστατικό. Υποστήριξε ότι λεπτομέρειες για το περιστατικό είχε μάθει από τον κ. Λοίζου την επόμενη μέρα. Η Άντρια όταν του είχε αναφέρει τα γεγονότα τον είχε αφήσει να καταλάβει ότι υπήρχε και κάτι άλλο που έθιγε την αξιοπρέπειά της και την ηθική της αλλά ο ίδιος δεν ήθελε να εμπλακεί γιατί ήταν και οι δυο συναδέλφισσές του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η Ελένη δεν του είχε παραπονεθεί για τον κ. Φυσεντζίδη εκτός από την περίπτωση για τα μηχανήματα. Ο ίδιος δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε συζητήσει με τον κ. Ρυαλά για θέματα που αφορούσαν την συμπεριφορά της Ελένης. Παραδέχθηκε ότι η οποιαδήποτε θέση εντός της εταιρείας δημοσιεύεται και ότι αν υπάρχουν άτομα που πληρούν τις απαιτήσεις και έχουν τα προσόντα τότε η διεύθυνση αποφασίζει ποιο άτομο θα προάξει ενώ ενίοτε μπορεί οι υποψήφιοι να κληθούν και σε συνέντευξη. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας ο κ. Κωνσταντίνου στην γραπτή αγόρευση που παραχώρησε στο Δικαστήριο υποστήριξε με αναφορά σε νομολογία ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ενώ σε σχέση με το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης ανέφερε ότι δεν υπάρχει ενίσχυση. Αντίθετη, ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία υποστήριξε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κίνητρο από την Παραπονούμενη από το πουθενά να καταγγείλει την Κατηγορούμενη. Επίσης αναφέρθηκε στις αντιφάσεις που παρουσιάστηκαν στην ένορκη μαρτυρία της Κατηγορούμενης. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εκατέρωθεν θέσεις και θα κάνει αναφορά σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Θα εξετάσω το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου τις θέσεις της Υπεράσπισης. Όπως καταδεικνύεται από την νομολογία, η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσω (βλ. C. & A. Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1, θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. «Οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και να φανερώνουν τη διάθεση να ψευσθεί. Να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία καθιστώντας την αποδοχή της επικίνδυνη». Με το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Ομήρου δόθηκε ξεκάθαρα το στίγμα και η σημασία των παρουσιαζομένων σε μια υπόθεση αντιφάσεων. Δεν πρέπει παράλληλα να μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αντίληψη κάθε ανθρώπου δεν είναι η ίδια ούτε η μνήμη του βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με άλλους (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ
  1. Είναι η Κατηγορούσα Αρχή που είχε το βάρος να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορούμενου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια της αρχής αυτής, είναι πως για την υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω και υποβόσκουσα (lurking) αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Είναι υπό αυτή την έννοια που θα εξετάσω την υπόθεση στη συνέχεια, έχοντας ειδικότερα υπόψη πως τυχόν αποτυχία της υπεράσπισης θα είναι μοιραία, μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι στο τέλος επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη. Η μαρτυρία της Παραπονούμενης ήταν πειστική και χωρίς οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή αδυναμίες που να την καθιστούν αναξιόπιστη. Ενισχύθηκε σε μεγάλο βαθμό από την μαρτυρία του κ. Φυσεντζίδη, Μ.Κ.4 αλλά και της ίδιας της Κατηγορούμενης η οποία ενόρκως παραδέχθηκε ότι είχε ακολουθήσει την Άντρια στο γραφείο της. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα στο Δικαστήριο αφού καταρρίφθηκε το κίνητρο, το οποίο είχε γίνει προσπάθεια για να αποδοθεί στην Άντρια. Η θέση του Βοηθού Χημείου είχε γίνει ξεκάθαρο ότι δεν θα πληρωνόταν, δεν πληρώθηκε, οπόταν δεν υπήρχε κανένας λόγος για να υπάρχει έχθρα μεταξύ της Άντριας και της Κατηγορούμενης η για να δημιουργήσει η Παραπονούμενη όλο αυτό το επεισόδιο. Δεν έδειξε να είναι άτομο που του αρέσουν τέτοιου είδους καταστάσεις αντίθετα ακόμη και όταν κατέθετε φαινόταν αγχωμένη και συγχυσμένη αλλά και θιγμένη με τις πράξεις της Κατηγορούμενης στο πρόσωπό της. Ο κ. Λοίζου, Μ.Κ.2, ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και υποστήριξε, σε μεγάλο βαθμό, τις θέσεις του κ. Φυσεντζίδη αναφορικά με το πώς είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα μετά το περιστατικό και για την προβληματικότητα του χαρακτήρα της Κατηγορούμενης. Δεν έχω λόγο να απορρίψω την μαρτυρία του. Ανέφερε τι είχε δει δηλαδή, την Κατηγορούμενη ταραγμένη μετά το περιστατικό και τι είχε βιώσει, την Κατηγορούμενη να απολογείται για τις πράξεις της. Ο Μ.Κ.4, κ. Φυσεντζίδης μετρημένος στα λόγια του χωρίς υπερβολές και χωρίς να θέλει να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στην Κατηγορούμενη, σε σχέση με την συμπεριφορά της προς το άτομό του. Παρά το γεγονός ότι είχε γίνει προσπάθεια να αποδοθεί κίνητρο στους μάρτυρες για την συγκεκριμένη καταγγελία τα ίδια τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι τέτοιο κίνητρο δεν θα μπορούσε να υπάρχει αφού η θέση του Βοηθού Διευθυντή Χημείου κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε δημοσιευτεί για να υπάρχει κίνητρο και μέχρι και σήμερα ακόμα δεν έχει πληρωθεί. Ενίσχυσε τις θέσεις της Παραπονούμενης καθώς και το γεγονός ότι ήταν πολύ ταραγμένη. Η ποιότητα του χαρακτήρα του διαφάνηκε και από το γεγονός ότι ήθελε να ακούσει και τις θέσεις της Κατηγορούμενης πριν αποφασίσει τι θα έπραττε αναφορικά με το συμβάν. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ήταν σε πλήρη αρμονία και δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε προβλήματα ή αντιφάσεις. Την αποδέχομαι. Από την άλλη η Κατηγορούμενη δεν έπεισε για την εκδοχή της. Η αντιφάσεις στην μαρτυρία της ήταν διάχυτες. Αρχικά ανέφερε ότι συζητούσαν όλοι μαζί, μετά ανέφερε ότι συζυτούσε με την Άντρια και για αυτό την είχε ακολουθήσει στο γραφείο της. Προσπάθησε να υποσκάψει τον κ. Φυσεντζίδη και να του αποδώσει κάποια έχθρα στο άτομό της χωρίς όμως επιτυχία αφού όχι μόνο δεν την υπέσκαπτε αλλά φρόντιζε να πηγαίνει και σεμινάρια στο εξωτερικό. Υποστήριξε ότι κανένας δεν είχε παράπονο από την ίδια αλλά όπως διαφάνηκε από τα όσα είχαν λεχθεί από τον κ. Λοίζου, Μ.Κ.2, η συμπεριφορά της ήταν προβληματική. Ούτε και ο Μ.Υ.1, Ιωάννης Ιωάννου, έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των λεχθέντων του. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ο μόνος λόγος που είχε έρθει ήταν για να βοηθήσει την Κατηγορούμενη και όχι το Δικαστήριο. Έντεχνα είχε προσπαθήσει να αποφύγει να απαντήσει ποιος του είχε ζητήσει να έρθει στο Δικαστήριο καθώς ενώ όσο αφορά το ίδιο το επεισόδιο προσπάθησε να μειώσει την σοβαρότητά του ή και να υποσκάψει την Άντρια λέγοντας ότι του είχε πει άλλη εκδοχή από αυτή που του είχε αναφέρει ο κ. Λοίζου το επόμενο πρωί. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Κατηγορούμενη την 01/08/2013 για λόγους που η ίδια γνωρίζει ήταν φορτισμένη. Είχε συζητηθεί, μεταξύ αυτών που εργάζονταν στο Χημείο του ΚΕΤΑΠ, το δημοσίευμα για κλοπή καυσίμων από συνάδελφους τους. Κατά την συζήτηση η άποψη της Κατηγορούμενης προφανώς ήταν διαφορετική από των υπολοίπων. Αυτό οδήγησε στο να ακολουθήσει την Παραπονούμενη στο γραφείο της, όταν εκείνη επέστρεφε από την τουαλέτα και λόγω του εκνευρισμού της να πράξει αυτό που έπραξε δηλαδή, την είχε πιάσει από τα οπίσθια και να της είχε αναφέρει τις φράσεις «Τούτο το κολούι πόσοι το γαμήσαν;». Και ενώ της κρατούσε τα οπίσθια συνέχιζε να φωνάζει και να της λέει «αν θέλεις να γαμίεσε να πηγαίνεις στα διαμερίσματα εγώ πουτάνα του χημείου δεν είμουν τόσα χρόνια, δεν θα πω τίποτε άλλο ακούονται πολλά.». Ακολούθως την είχε σπρώξει στους ώμους. Η Παραπονούμενη ταραγμένη είχε βγει από το γραφείο της και φωνάζοντας στον διάδρομο είχε κατευθυνθεί προς το Χημείο όπου είχε αναφέρει το περιστατικό στον Προϊστάμενό της, κ. Φυσεντζίδη αλλά και σε άλλους συναδέλφους της που ήταν εκεί. Ο Προϊστάμενος του Χημείου, Μ.Κ.4, κ. Φυσεντζίδης είχε θεωρήσει σωστό πρώτα να το συζητήσει μαζί της και ακολούθως να το αναφέρει στον Διευθυντή κ. Λοίζου. Λόγω του ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης ήταν εχθρική προς τον ίδιο είχε καλέσει τον Διευθυντή ο οποίος ακούγοντας τι είχε συμβεί είχε καλέσει την Κατηγορούμενη στο γραφείο του, η οποία του είχε απολογηθεί για τις πράξεις της. Ο Διευθυντής λόγω της σοβαρότητας του περιστατικού είχε προωθήσει την πειθαρχική διαδικασία προβαίνοντας σε έρευνα η οποία είχε οδηγήσει στην απόλυση της Κατηγορούμενης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης δυνάμει του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί ως ακολούθως: «
  2. Όποιος παράνοµα και άσεµνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Πρώτο, η επίθεση εναντίον γυναίκας, δεύτερο, παράνομα και τρίτο, άσεμνα. Η έννοια της άσεμνης επίθεσης διευκρινίστηκε στην υπόθεση Faulkner v. Talbot [1981] WLR 1528: «An assault is any intentional touching of another person without the consent of the person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate.». Εάν το άγγιγμα, εξηγείται κατωτέρω, είναι άσεμνο, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2002, σελ. 234, παρά. Β.3.84 είναι κοινή προϋπόθεση σε όλα τα αδικήματα άσεμνης επίθεσης, η πράξη να ισοδυναμεί με επίθεση, κάτι που προϋποθέτει χρήση βίας ή απειλή χρήσης βίας από τον κατηγορούμενο στο θύμα. Μια άσεμνη επίθεση ορίζεται ως επίθεση που γίνεται κάτω από άσεμνες περιστάσεις. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, το τεστ για την άσεμνη επίθεση είναι κυρίως αντικειμενικό. Αυτό σημαίνει ότι η επίθεση ή οι περιστάσεις που τη συνοδεύουν, θα πρέπει να μπορούν να θεωρηθούν ως άσεμνες από ορθά σκεπτόμενους ανθρώπους. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα επιτέθηκε στο θύμα, εν γνώσει του άσεμνου των περιστάσεων ή απερίσκεπτα ως προς την ύπαρξή τους. Το ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης συνιστά επίθεση η οποία είχε γίνει κάτω από άσεμνες περιστάσεις είναι δεδομένο αφού την είχε πιάσει την Παραπονούμενη από τα οπίσθια, χωρίς λόγο και λέγοντας της προσβλητικά για την ίδια λόγια. Οι περιστάσεις που συνόδευαν το άγγιγμα δεν μπορούν παρά να το καταστήσουν άσεμνη επίθεση στο πρόσωπο της Παραπονούμενης. Το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης συνιστά αναμφίβολα αδίκημα σεξουαλικής φύσης και ως γνωστό η νομολογία έχει καθιερώσει ως κανόνα πρακτικής την αρχή ότι ενδείκνυται να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence, 4η έκδ., σελ. 174 και 181 - 182). Το Δικαστήριο θα πρέπει λοιπόν να έχει κατά νου ότι η αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης χωρίς ενίσχυση δυνατόν να συνεπάγεται κινδύνους (βλ. Petinos v. Police
(1961)CLR 330 η οποία υιοθετήθηκε στην A. G. v. Petrou
(1972)2 CLR 81, Fourris &others v. Republic
(1980)2 CLR 152, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390). Η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει, όχι μόνο να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει, αλλά θα πρέπει να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Τέτοιο παράδειγμα συνιστά η ρητή ή εξυπακουόμενη παραδοχή ή άλλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου η οποία έχει χαρακτηριστεί στην υπόθεση D.P.P. v. Kilbourne
(1973)1 A11. E.R. 440 ως «Corroboration of the strongest possible kind», «ενίσχυση της πλέον δυνατής μορφής». Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258 και Γ.Χ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 140/10 ημερ. 14/09/2015 . Στην Κύπρο, το πρώτο παράπονο έχει αναγνωριστεί ως ενισχυτική μαρτυρία. (Βλ. Sutton v. King 14 CLR 160, Republic v. Votsis 19 CLR 306, Hjilouca v. Republic
(1961)CLR 57). Η πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία της Παραπονούμενης, Μ.Κ.3 ενισχύεται από τη μαρτυρία του επίσης αξιόπιστου μάρτυρα, Αντώνη Φυσεντζίδη, Μ.Κ.4, του προϊσταμένου της στον οποίο ήταν φυσιολογικό να απευθυνθεί άμεσα για βοήθεια και στήριξη, οι αναφορές του οποίου συμπίπτουν με την εκδοχή της και πληρούν τις προϋποθέσεις του πρώτου παραπόνου. Οπόταν, θεωρώ ότι υπήρξε ενίσχυση του παραπόνου της. Επίσης υπάρχει η παραδοχή της Κατηγορούμενης εκτός Δικαστηρίου, το εκούσιο της οποίας επιβεβαιώθηκε από την αποδοχή της κατάθεσης της αλλά και από την μαρτυρία του κ. Λοίζου, ζητώντας συγνώμη για τις πράξεις της. Συνεπακόλουθα όλα τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας έχουν αποδειχθεί και η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης που δημιουργεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, 2η Κατηγορία, στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Διαπιστώνονται τα εξής: Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο είχε αγγίξει την Παραπονούμενη στα οπίσθια ενώ της είχε πει και τα συγκεκριμένα λόγια, όλα αυτά είτε από μόνα τους είτε ως σύνολο αποτελούν επίθεση που έγινε κάτω από άσεμνες περιστάσεις, με πρόθεση εκ μέρους της Κατηγορούμενης και προφανώς παράνομα, αφού κανένα δικαίωμα είχε να προβεί σ' αυτές εναντίον της Παραπονούμενης, χωρίς τη συγκατάθεσή της και την είχε ακολουθήσει στο γραφείο της για να τις διενεργήσει χωρίς οποιαδήποτε πρόσκληση. Ο τρόπος που γενικά ενήργησε η Κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο και οι περιστάσεις που συνόδευαν την επίθεση δεν αφήνουν ίχνος αμφιβολίας ότι επρόκειτο για άσεμνη επίθεση για αυτή, όπως ορίζεται σε άλλο σημείο, ανωτέρω ενώ παράλληλα συνιστούν και απλή επίθεση. Η 3η Κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη αφορά το αδίκημα της εξύβρισης. Το άρθρο 99 του Κεφ.154, το οποίο αφορά το αδίκημα της εξύβρισης, προνοεί τα πιο κάτω: «Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Σε ότι αφορά τον δημόσιο χώρο, η έννοια του όρου καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως εξής: «Δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.». Στην απόφαση Ανδρέας Ευθυμιάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 ερμηνεύτηκε ο όρος «δημόσιος χώρος» και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος με αναφορά και στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, όπου λέχθηκε ότι ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του έχει δικαίωμα να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα ομάδων ατόμων. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε ότι μπυραρία αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του Νόμου βλ. επίσης Elkins v. Cartlydge
(1947)1 All E.R. 289, Νίκη Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362 και Νεόφυτος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493. Στην προκειμένη περίπτωση το περιστατικό έλαβε χώρα στο γραφείο της Παραπονούμενης στο οποίο δεν έχει άδεια να εισέλθει το κοινό. Οπόταν, αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν έχει αποδειχθεί. Για να μπει κάποιος στον ευρύτερο χώρο του Χημείου χρειαζόταν ειδική άδεια για να μπει από την πύλη και δεν ήταν χώρος στον οποίο το ευρύτερο κοινό είχε πρόσβαση. Οπόταν ο χώρος δεν ήταν δημόσιος. Ούτε και τα όσα λέχθηκαν μπορούσαν να ακουστούν από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο. Συνεπακόλουθα η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1ην αλλά και στην 2ην Κατηγορία και αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 3ην Κατηγορία. Υπ. ............................... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.