← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέας Σάββα, Αρ. Υπόθεσης:14458/14, 24/5/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέας Σάββα, Αρ. Υπόθεσης:14458/14, 24/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14458/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν. Ανδρέας Σάββα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24/5/2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντ. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χάρης Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Α. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε 2 κατηγορίες. Αφ΄ενός ότι, στις 26/2/2013 και περί ώρα 1830 στον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Κοφίνου στο Αλεθρικό της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KSL 728 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)και
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72ως τροποποιήθηκε (η κατηγορία 2). Αφ΄ετέρου ότι, στον πιο πάνω χρόνο και τόπο οδηγούσε το πιο πάνω όχημα με ταχύτητα μεγαλύτερη του νομίμου ορίου, ήτοι ταχύτητα 82 αντί 65 χιλιομέτρων ανά ώρα, κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3), 20Α και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72ως τροποποιήθηκε (η κατηγορία 3). Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε αρχικά και κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 210 του Κεφ. 154, ότι δηλαδή λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο στο Θεοδόση Πλαστήρα, τέως από το Αλεθρικό. Η κατηγορία αυτή όμως ανεστάλη την 11/3/2016 και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε από αυτή. Β. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ήταν παραδεχτά μεταξύ των μερών τα εξής γεγονότα: Ο Κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Ο Κατηγορούμενος στις 26/2/2013 και περί ώρα 1830 οδηγούσε, στον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Κοφίνου στο Αλεθρικό της Επαρχίας Λάρνακας, το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KSL
  1. Ο θανών, ο οποίος ήταν πεζός επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο από δεξιά προς αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Στην προσπάθεια του αυτή, χτυπήθηκε και παρασύρθηκε από τον Κατηγορούμενο. Λόγω του πολυτραυματισμού του, συνεπεία του δυστυχήματος, ο πεζός απέθανε. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν βράδυ. Το σημείο σύγκρουσης ήταν εντός της λωρίδας όπου νόμιμα εκινείτο ο Κατηγορούμενος και ήταν επί δεξιάς στροφής του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Ο πεζός φορούσε σκούρα ρούχα. Στο σημείο σύγκρουσης, δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Η ορατότητα του Κατηγορούμενου ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη λόγω της ανυπαρξίας οδικού φωτισμού και της δεξιάς στροφής που σχημάτιζε ο δρόμος, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Το όριο ταχύτητας στον εν λόγω δρόμο είναι, 65 χιλιόμετρα ανά ώρα. Η θέση του κατηγορούμενου στην κατάθεση του στην αστυνομία, ήταν ότι δεν είχε αντιληφθεί καθόλου την παρουσία του πεζού στο δρόμο. Αυτό προκύπτει και από το ότι τα ίχνη πλαγιολίσθησης και τροχοπέδησης αρχίζουν μετά το σημείο σύγκρουσης. Ο Λοχ. 466 Ευριπίδης Ανδρέου, παρέστη στη σκηνή του δυστυχήματος και έλαβε διάφορες μετρήσεις σε σχέση με τα ίχνη τροχοπέδησης και πλαγιολίσθησης που το επίδικο όχημα άφησε στο δρόμο, κατόπιν του σημείου συγκρούσεως, σύμφωνα με το παραδεκτό σχεδιαγράφημα της σκηνής, Τεκμήριο
  2. Βάσει των μετρήσεων αυτών, προέβη σε υπολογισμούς και κατέληξε στα εξής συμπεράσματα, στο παραδεκτό Τεκμήριο
  3. Ότι η ταχύτητα του επίδικου οχήματος πριν αρχίσουν τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν 82 ΧΑΩ. Ότι, περαιτέρω, η ελάχιστη ταχύτητα προτού αρχίσουν να ίχνη πλαγιολίσθησης, ήταν 71ΧΑΩ. Έτσι, ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για την 3η κατηγορία στο Κατηγορητήριο. Μαζί με τον Λοχ. 381 Λ. Κυριάκου, εξεταστή της υπόθεσης, προέβησαν σε αναπαράσταση του δυστυχήματος, με παρομοίου τύπου όχημα ως το επίδικο, έτσι ώστε να διαπιστώσουν, αφ' ενός εάν ο πεζός ήταν ορατός, και αν ναι, από πόση απόσταση και αφ΄ετέρου, εάν το ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Οι ίδιοι επέβαιναν στο όχημα αναπαράστασης, είχαν τα φώτα του οχήματος αναμμένα στη χαμηλή στάση και κινούνταν με ταχύτητα 82 ΧΑΩ. Τοποθέτησαν, στο σημείο σύγκρουσης, σταθερό πεζό πρόσωπο και ήταν σε θέση να αντιληφθούν αυτόν εντός του δρόμου από 14,80 μέτρα μακριά, δηλαδή, μόλις τα φώτα πορείας του οχήματος αναπαράστασης έφτασαν στα γόνατα του πεζού. Αν, δηλαδή, ο Κατηγορούμενος έβλεπε τον πεζό από απόσταση 14,80 μέτρων μακριά, είχε ταχύτητα 82ΧΑΩ και αντιδρούσε, με το χρόνο αντίδρασης ενός άριστου οδηγού, ήτοι 1 δευτερόλεπτο, υπολογίστηκε, ότι η αντίδρασή του Κατηγορούμενου θα εκδηλωνόταν 8,24 εκατοστά μετά που θα χτυπούσε τον πεζό. Αν τα πιο πάνω δεδομένα, παρέμεναν τα ίδια αλλά μειωνόταν η ταχύτητα του Κατηγορούμενου στα 65 ΧΑΩ, στο ανώτατο δηλαδή επιτρεπόμενο όριο, η αντίδραση του Κατηγορούμενου θα εκδηλωνόταν 3,25 εκατοστά μετά που θα χτυπούσε τον πεζό. Η Υπεράσπιση χρησιμοποίησε τα πιο πάνω για να δείξει ότι, η αμέλεια του Κατηγορούμενου, είναι οριακή. Η Κατηγορούσα Αρχή, αντέτεινε ότι ο μέσος συνετός οδηγός, στις δοσμένες συνθήκες, όχι μόνο δεν οδηγεί με ανώτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητα, αλλά ούτε και με την ανώτατη επιτρεπόμενη. Ο μέσος συνετός οδηγός που έχει την προσοχή του στο δρόμο, συνεχίζει ο ισχυρισμός της Κατηγορούσας Αρχής, υπό τις δοσμένες συνθήκες, θα οδηγούσε με εκείνη την ταχύτητα που θα του επέτρεπε να αποφύγει οποιοδήποτε εμπόδιο τυχόν εμφανιζόταν στο δρόμο του. Και εδώ, συνέχισε η Κατηγορούσα Αρχή, έγκειται η αμέλεια του Κατηγορούμενου. Γ. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο Κατηγορούμενος είναι άτομο 33 ετών, παντρεμένος, εργάζεται ως υπάλληλος στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου με μηνιαία εισοδήματα περί τα €1000 μηνιαίως και χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο καθημερινά για σκοπούς της εργασίας του. Η σύζυγός του εργάζεται ως προσωρινή βοηθός σε νηπιαγωγείο και κερδίζει περί τα €600 μηνιαίως. Ο γάμος τους επηρεάστηκε από το επίδικο συμβάν εφόσον ο Κατηγορούμενος επηρεάστηκε αρνητικά συναισθηματικά και παρουσίασε κατάθλιψη. Αναφέρθηκε ότι το παρόν περιστατικό είναι μεμονωμένο στην οδηγική του συμπεριφορά και έχει στιγματίσει τη ζωή του. Έχει μεταμεληθεί πάντως. Έγινε εισήγηση ότι η ποινή, πρέπει να μετριαστεί σημαντικά, βάσει της άμεσης παραδοχής του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία, του λευκού του ποινικού μητρώου, της ανυπαρξίας φωτισμού στο σημείο σύγκρουσης, της δεξιάς στροφής, σύμφωνα με την πορεία του, που περιόριζε την ορατότητα προς το σημείο σύγκρουσης, το ότι το θύμα φορούσε σκούρα ρούχα, το ότι, βάσει των παραδεχτών γεγονότων, προκύπτει ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο, το ότι η ασφαλιστική εταιρεία του έχει αποζημιώσει τους νόμιμους κληρονόμους του θύματος και την συντρέχουσα αμέλεια του θύματος. Έγινε εισήγηση, ότι η αμέλειά του, υπό τις περιστάσεις, είναι τόσο μικρή, ώστε το Δικαστήριο μπορεί να μην του αποστερήσει την άδεια οδηγού του. Έγινε, περαιτέρω, εισήγηση ότι η καθυστέρηση στην επιβολή ποινής, πρέπει να λειτουργήσει μετριαστικά υπέρ του Κατηγορούμενου. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάθε δικάσαν Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση ποινής, οφείλει να εξισορροπεί δίκαια τη διαφύλαξη της ευνομούμενης πολιτείας από τη μια και την ορθή μεταχείριση του κατηγορουμένου, με την εξατομίκευση της ποινής, από την άλλη, έτσι που να μην πληρώνει με τη τιμωρία του για τη γενική εγκληματικότητα που δυνατό να λειτουργεί σε μια κοινωνία, αλλά για τη συγκεκριμένη δική του πράξη, έχοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν στην προσωπικότητα του. (βλ. ενδεικτικά Φαναράς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Βεβαίως σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως η πρόκληση ατυχήματος λόγω αμελούς οδήγησης και η οδήγηση καθ΄υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432). Σημειώνω, συναφώς, ότι το στοιχείο της αποτροπής, γενικής και ειδικής, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της (Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, με αναφορά στην Τροκκούδης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306). Στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, υποδεικνύεται ότι, κάθε όχημα αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο και όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση του και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Έχει κατ' επανάληψη επισημανθεί από τη νομολογία ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν πάρει διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας στη χώρα μας, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στην επιλογή της ποινής. Τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορήσουν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Το καθήκον τους για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου επιβάλλει την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς (βλ. Στ. Σάββα (κατωτέρω)). Περαιτέρω, κάθε ποινή πρέπει να ενέχει το στοιχείο της τιμωρίας, της αναμόρφωσης, της αποτροπής και της ανταπόδοσης στην κοινωνία του κακού που ο Κατηγορούμενος της προξένησε, με την παράνομη συμπεριφορά του. Εν προκειμένω, με δεδομένη την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, το τελευταίο αυτό στοιχείο, ενέχει σημαντική θέση στην επιμέτρηση της ποινής. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86-72, ως τροποποιήθηκε έχει ως εξής: «8. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ΛΚ1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική (βλ. Σωκράτης Σωκράτους (ανωτέρω). Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Σύμφωνα με τη νομολογία, σε κατηγορία βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ό,που το θανατηφόρο δυστύχημα είναι αποτέλεσμα εγωιστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ή πεζών ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το λευκό ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί, σε οριακές και μόνο περιπτώσεις, να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις όπου το δυστύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Παρόλο που οι πιο πάνω γενικές αρχές, έχουν την πηγή και την εφαρμογή τους στο άρθρο 210 του Κεφ. 154, δεν βλέπω λόγο γιατί να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από το Δικαστήριο, για την επιλογή της μορφής της ποινής και εν προκειμένω, όπου νομική βάση της κατηγορίας 2, είναι το άρθρο 8 του Νόμου 86-72 και όχι το άρθρο 210 του Κεφ. 154. Πάντως, η αμέλεια, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 210, και έτσι υπό αυτή την έννοια, τα δύο αυτά αδικήματα είναι συγγενή. Βεβαίως, κατά την επιλογή του ύψους της ποινής, θα προσμετρήσω, συν τοις άλλοις, και το ότι το άρθρο 8 του Ν. 86/72, ως τροποποιήθηκε, προνοεί πολύ ελαφρύτερες ανώτατες ποινές από ότι το άρθρο 210 του Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Πάντως, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν είδε καθόλου το θύμα, συνιστά αμέλεια, υπό τις περιστάσεις. Το γεγονός ότι ακόμα και αν το έβλεπε, πιθανόν να μη μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, είναι κάτι που οπωσδήποτε θα προσμετρήσει ελαφρυντικά υπέρ του Κατηγορούμενου για σκοπούς ποινής. Δεν αναιρεί, όμως, την αμέλεια του να μην τον δει καθόλου. Το ότι δεν είδε καθόλου το θύμα, πάντως, μπορεί να χαραχτηριστεί ως στιγμιαία αβλεψία. Αντιθέτως, η οδήγηση καθ' υπέρβαση του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή 82 αντί 65 ΧΑΩ, δεν μπορεί να χαραχτηριστεί ως στιγμιαία αβλεψία κατά την οδήγηση. Αντιθέτως, δεικνύει εγωιστική οδηγική συμπεριφορά, κατά παραγνώριση των καλώς νοούμενων συμφερόντων των άλλων που νόμιμα χρησιμοποιούν το δρόμο, κατά τον επίδικο χρόνο, ιδίως υπό τις δοσμένες συνθήκες. Είναι βεβαίως, βασικό αξίωμα της επί του θέματος νομολογίας, ότι η ταχύτητα καθ΄υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, δεν είναι στοιχείο που μπορεί, αφ΄εαυτού, να στοιχειοθετήσει αμελή οδήγηση (βλ. Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5). Εν προκειμένω, όμως, η ταχύτητα σε συνδυασμό με το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είδε καθόλου το θύμα, συνθέτουν συμπεριφορά που εκπίπτει της οδηγικής συμπεριφοράς μέσου συνετού οδηγού, υπό τις δοσμένες συνθήκες. Ότι, δηλαδή, το δυστύχημα επισυνέβη βράδυ, ο πεζός φορούσε σκούρα ρούχα, σε δρόμο που δεν ήταν φωτισμένος και όπου το σημείο σύγκρουσης, έπετο δεξιάς στροφής σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Σε αυτές τις συνθήκες, ο μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγεί καν με το ανώτατο όριο ταχύτητας, πόσο μάλλον καθ΄υπέρβασή του. Ελαφρυντικά, υπέρ του Κατηγορούμενου θα λάβω υπόψη μου υπέρ του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο. Η παραδοχή του στο Δικαστήριο, εφόσον επήλθε μετά από 6 φορές που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, έχει μειωμένη ελαφρυντική σημασία, διότι δεν δεικνύει άμεση μεταμέλεια. Παρόλο, όμως που η παραδοχή δεν ήταν άμεση, εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δεικνύει κάποιο βαθμό μεταμέλειας. Ελαφρυντικά, θα προσμετρήσω επίσης και το οτι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν βράδυ, ο πεζός φορούσε σκούρα ρούχα, στο σημείο σύγκρουσης δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και υπήρχε ορατότητα, βάσει της αναπαράστασης με παρομοίου τύπου όχημα, μόνο 14,80 μέτρων για τον Κατηγορούμενο, ήτοι όση η εμβέλεια των φώτων του οχήματος αναπαράστασης. Το γεγονός ότι ακόμα και να έβλεπε ο Κατηγορούμενος τον πεζό και αντιδρούσε, εντός ενός δευτερολέπτου, που είναι ο χρόνος αντίδρασης ενός άριστου οδηγού, θα διένυε, μέχρι να αντιδράσει, ταχύτητα μεγαλύτερη, από αυτή που τον χώριζε από το σημείο σύγκρουσης, θα το προσμετρήσω ιδιαιτέρως ελαφρυντικά, επειδή δεικνύει ότι ο βαθμός αμέλειας του Κατηγορούμενου δεν ήταν αυξημένος. Την αδιαμφισβήτητη συντρέχουσα αμέλεια του θύματος, που σε σκοτεινό δρόμο, βράδυ, φορώντας σκούρα ρούχα, επιχείρησε να διασταυρώσει από σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, και δεν, ήταν εν πάση περιπτώσει, ασφαλές υπό τις δοσμένες συνθήκες να διασταυρώσει, θα την προσμετρήσω ελαφρυντικά. Ελαφρυντικά θα προσμετρήσω και τον ψυχολογικό αντίκτυπο που είχε ο θάνατος του πεζού στον Κατηγορούμενο και το ότι η οικογένεια του πεζού αποζημιώθηκε από την ασφάλεια του Κατηγορούμενου. Καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση, μπορεί να παρατηρηθεί μόνο, από την επίδικη ημερομηνία μέχρι και την καταχώριση της. Ο επίδικος χρόνος είναι η 26/2/2013 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 23/10/2014, 20 μήνες μετά. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για την ομολογουμένως μεγάλη καθυστέρηση αυτή, από την Κατηγορούσα Αρχή. Αποτελεί πάγια θέση της επί του θέματος νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής ακριβώς διότι ο Κατηγορούμενος δεν πληροφορείται, δια της επίδοσης σε αυτόν κατηγορητηρίου, εντός ευλόγου χρόνου από τη διάπραξη του ισχυριζόμενου αδικήματος ότι θα κατηγορηθεί (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 625). Την καθυστέρηση, επομένως, αυτή θα την προσμετρήσω ιδιαιτέρως ελαφρυντικά υπέρ του κατηγορούμενου. Αφ΄ης στιγμής, όμως η υπόθεση καταχωρίστηκε, η καθυστέρηση στην εκδίκαση της, οφείλεται στην κατ΄αρχήν μη παραδοχή του Κατηγορούμενου και του συνακόλουθου ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση για 6 φορές. Την τελευταία ημερομηνία ακρόασης, ήτοι την 11/3/2016, ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε και έτσι ακούστηκαν μεταγενέστερα γεγονότα και αγόρευση της υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Αυτού του σκέλους, επομένως, της καθυστέρησης, δεν μπορεί να επωφεληθεί ο Κατηγορούμενος. Επιβαρυντικά, θα λάβω υπόψη μου ότι δεν είδε καθόλου τον πεζό, ούτε και την τελευταία στιγμή, που η εμβέλεια των φώτων πορείας του, θα του το επέτρεπε. Επιβαρυντικά, θα προσμετρήσω, επίσης, την αυξημένη του ταχύτητα, σε συνθήκες σκότους και στροφής του δρόμου. Δεν μπορεί, όμως, να απομονωθεί ως γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος, οποιοδήποτε από τα πιο πάνω στοιχεία, είτε, δηλαδή, η παράλειψη του να τον δει, είτε η ταχύτητά του, κατ΄αποκλεισμό του άλλου. Είναι δυνατόν, ο Κατηγορούμενος να μην έβλεπε τον πεζό, επειδή δεν είχε τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα στο δρόμο, ακόμα και εάν κινούνταν με ταχύτητα εντός του ορίου. Είναι επίσης δυνατό, αυτό που απέτρεψε τον Κατηγορούμενο από του να δει τον πεζό, να ήταν ακριβώς η αυξημένη του ταχύτητα, υπό τις δοσμένες συνθήκες. Ως προαναφέρθη, μία και αποκλειστική γενεσιουργός αιτία δεν μπορεί να απομονωθεί εν προκειμένω. Το βέβαιο είναι ότι αν ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν την παρουσία πεζού στο δρόμο, πριν συγκρουστεί μαζί του, κατά την ανθρώπινη εμπειρία και λογική, θα μπορούσε να λάβει μέτρα για την αποφυγή της σύγκρουσης. Πάντως, η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, κόστισε μια ανθρώπινη ζωή και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζεται από οποιοδήποτε δικάσαν Δικαστήριο μηχανιστικά. Η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα και περίσκεψη. Τόσο η προστασία της κοινωνίας από παρόμοια παραβατική συμπεριφορά, η αποτροπή δηλαδή, γενική και ειδική, μέσω της τιμωρίας, όσο και το στοιχείο της ανταπόδοσης στην κοινωνία του κακού που ο Κατηγορούμενος έχει προξενήσει με την παράνομη πράξη του, έχουν πάντα ρόλο να διαδραματίσουν στην επιβολή ποινής σε αυτές τις περιπτώσεις. Δεν μου διαφεύγει ότι, η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ. μεταξύ άλλων Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Πέραν του τιμωρητικού, για τους σκοπούς που πρέπει να εξυπηρετεί οποιαδήποτε ποινή και δη ποινή φυλάκισης, βλέπετε την Παρατήρηση στην υπόθεση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R. 28 «Observation: When all other alternatives are considered unsuitable to meet the particular case in hand, the Court may well have to resort to imprisonment. But in such a case, the sentence has to be justified upon one of the purposes to be served by such a sentence. Rehabilitation, mainly in the interest of the offender; deterrence, mainly in the public interest and protection; retribution in the proper enforcement of the law ; all these matters have to be considered and weighed together with the consequences and probable effect of imprisonment on the particular offender.» Περαιτέρω, βρίσκω η ποινή στέρησης της άδειας οδηγού να είναι ισχυρό όπλο στα χέρια του ποινικού Δικαστή και να εξυπηρετεί όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους σκοπούς. Ενέχει τόσο το στοιχείο της τιμωρίας, όσο και τα στοιχεία της αναμόρφωσης και της αποτροπής, αφού εξανεμίζει την πιθανότητα διάπραξης άλλων τροχαίων αδικημάτων κατά τη διάρκεια ισχύος της. Επίσης, μέσω της δυσκολίας στη διακίνηση που αυτή δημιουργεί, ο παραβάτης δύναται σε καθημερινή βάση να νοιώθει τις επιπτώσεις και συνέπειες των παράνομων πράξεών του. Στην βάση όλων των πιο πάνω, δεν έχω αμφιβολία ότι η ποινή φυλάκισης είναι ποινή υπερβολικά αυστηρή για τα περιστατικά εν προκειμένω και πρέπει να αποφευχθεί. Η στέρηση της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου, όμως, πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη, υπό τις περιστάσεις της αμελούς οδήγησης του Κατηγορούμενου και της συνέπειας που αυτή επέφερε, ήτοι την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Στ. ΠΟΙΝΗ Επομένως, βρίσκω πρέπουσες και επιβάλλω τις εξής ποινές: Στην κατηγορία 2, ποινή προστίμου €750, πλέον στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οποιουδήποτε μηχανοκίνητου οχήματος για 4 μήνες από αύριο, πλέον 4 βαθμούς ποινής. Στην κατηγορία 3, €750 και 2 βαθμούς ποινής. Το πρόστιμο είναι πληρωτέο μέχρι 1/6/2015. €40 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής θα πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο, σήμερα. ................ ( Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.