Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Victor Victov, Αρ. Υπόθεσης: 630/16, 8/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 630/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή -ν- Victor Victov Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8/9/2016 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία: κα Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Αναστασίου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Αντικείμενο Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δια κατηγορητηρίου που περιέχει τέσσερεις συνολικά κατηγορίες. Ότι, εν πρώτοις, στις 15/2/2010 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Κοφίνου, στη Μεννόγεια της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής AAL130, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 97 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Ότι περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο δεν βρισκόταν σε ισχύ ασφαλιστήριο σε σχέση με τη χρήση του πιο πάνω αυτοκινήτου που να αφορά σε ευθύνη έναντι τρίτου (2η κατηγορία), χωρίς άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ από τις 30/6/2009 (3η κατηγορία) και χωρίς ο Κατηγορούμενος να εγγραφεί ως ο νέος ιδιοκτήτης του πιο πάνω οχήματος ενώ είχαν παρέλθει 30 ημέρες από της αλλαγής ιδιοκτησίας του (4η κατηγορία). Ως διαφάνηκε μέσα από την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου ήταν ότι αυτός δεν οδηγούσε το επίδικο όχημα την επίδικη ημερομηνία και έτσι δεν μπορεί να καταδικαστεί σε οποιοδήποτε από τα τέσσερα προαναφερθέντα αδικήματα. B. Η μαρτυρία Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, βρίσκεται καταχωρισμένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας του. Αναφορά θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτύρησαν συνολικά τρεις μάρτυρες: Ο αστυνομικός 2636 Π. Ελευθερίου (στο εξής «ο Μ.Κ.1»), η Μαρία Ιακώβου (στο εξής «η Μ.Κ.2») και ο αστυνομικός 2925 Μ. Αριστοδήμου (στο εξής «ο Μ.Κ.3»). Για την Υπεράσπιση, κατόπιν που η υπόθεση πέρασε το εκ πρώτης όψεως στάδιο και ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, μαρτύρησε ενόρκως ο κατηγορούμενος και η Σωτηρούλα Χριστοφόρου (στο εξής «η Μ.Υ.1»). Σημειώνεται ότι, κατά τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, τέθηκε θέμα από την Υπεράσπιση ότι η κατάθεση που ο ΜΚ3 έλαβε και οι απαντήσεις του κατηγορούμενου στον ΜΚ3 όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία εφόσον ο κατηγορούμενος όταν τις έδινε ήταν τόσο μεθυσμένος που δεν ήξερε τι έλεγε. Ακολούθησε Δίκη εντός Δίκης και, συνακόλουθα, ενδιάμεση απόφαση στη Δίκη εντός Δίκης ημερ. 1/9/2016, με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος στις 16/2/2010 και μεταξύ των ωρών 10:40 και 12:30 δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης σε βαθμό που επηρεάστηκε η ικανότητα του να αναφέρει τα όσα του αποδίδονται στα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7 μέχρι
- Τα προαναφερθέντα τεκμήρια κατέστησαν συνακόλουθα Τεκμήρια 7 μέχρι 10 στην κυρίως δίκη. Στα όσα ακούστηκαν στη Δίκη εντός Δίκης και στην ενδιάμεση αυτή απόφαση θα αναφερθώ στο βαθμό που απαιτείται ώστε να αποφασιστούν τα επίδικα στην κυρίως δίκη θέματα. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και ήταν αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου. Την επίδικη μέρα και περί τις 17.20 επισκέφθηκε τη σκηνή οδικού τροχαίου ατυχήματος που συνέβηκε στο δρόμο Λάρνακας - Κοφίνου παρά τη Μεννόγεια με ενεχόμενα τα αυτοκίνητα ΚVE 515 oδηγούμενο από τη Μ.Κ.2 και το επίδικο όχημα οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο. Διενήργησε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και στον κατηγορούμενο και στην Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος είχε 108 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής ενώ η Μ.Κ.2 μηδέν. Διενήργησε και τελικό έλεγχο άλκοτεστ στον κατηγορούμενο με τελικό αποτέλεσμα 97 αντί
- Συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της μέθης. Ανέφερε ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ότι κατόπιν διερεύνησης του τροχαίου ατυχήματος διεφάνη ότι πράγματι, όπως ήταν ο αρχικός ισχυρισμός του κατηγορούμενου αλλά και ως φαίνεται μέσα από την κατάθεση και την απάντηση του στην αστυνομία, Τεκμήρια 7 και 9, αυτός δεν έφταιγε για το τροχαίο ατύχημα και έτσι δεν κατηγορήθηκε. Κατηγορήθηκε η Μ.Κ.2 με ξεχωριστή υπόθεση. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο όταν τον είδε στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι όταν μετά το ατύχημα πήγε στο Σταθμό, κοίταξε στον υπολογιστή του και διαπίστωσε από το μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας ότι το αυτοκίνητο που ο κατηγορούμενος οδηγούσε δεν είχε ασφάλεια έναντι τρίτου που να τον καλύπτει, ήταν χωρίς άδεια κυκλοφορίας και εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ήταν η Μ.Υ. Τηλεφώνησε, ανέφερε, στην ιδιοκτήτη, μια κοπέλα από την Αραδίππου, όπως είπε, της έλαβε κατάθεση και είπε ότι πώλησε στον κατηγορούμενο το επίδικο αυτοκίνητο. Η ΜΥ παραδέχτηκε ότι δεν ειδοποίησε έγκαιρα τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Συνακόλουθα κατηγορήθηκε και εκείνη γραπτώς για το αδίκημα της. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα, ούτε τον είδε ο ίδιος να κάθεται κάπου και να κρύβεται. Όταν έφτασε στη σκηνή, ο κατηγορούμενος ήταν κρυμμένος στους θάμνους, για περίπου μία ώρα, μαζί με ένα άλλο άτομο, είπε. Βρέθηκε από άτομα που ήταν στη σκηνή, χωρίς να τους ονομάσει και χωρίς να θυμάται ποιοι ήταν. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αυτός ήταν ο οδηγός του ενεχόμενου οχήματος. Η άλλη πάντως οδηγός, η Μ.Κ.2 δηλαδή, ήταν κοντά στο αυτοκίνητο της. Ερωτήθηκε για το άλλο άτομο που ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο, είπε ότι δεν θυμάται ποιος ήταν, ούτε του έλαβε κατάθεση, εφόσον ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι ήταν ο οδηγός και έτσι δεν υπήρχε ανάγκη λήψης κατάθεσης από τον συνοδηγό. Ούτε ξέρει τη σχέση τουσυνοδηγού με τον κατηγορούμενο, ούτε αν ο τελευταίος τον γνώριζε. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση εκείνη την ώρα λόγω της μέθης του και κρατήθηκε μέχρι την επόμενη μέρα που έδωσε κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος ήταν πάντως καθ' όλα συνεργάσιμος. Του υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος καθόταν δίπλα από το αυτοκίνητο του στο αριστερό παγκέττο του αυτοκινητόδρομου, λόγω αδυναμίας του από τη μέθη και όχι επειδή κρυβόταν. Απάντησε ότι τα άτομα που του τον έφεραν του είπαν ότι τον βρήκαν να κρύβεται στους θάμνους του αυτοκινητόδρομου. Είπε ότι με 17 χρόνια εμπειρίας στην αστυνομία δεν βρήκε ούτε ένα άτομο που να παραδέχθηκε ψευδώς ότι ήταν οδηγός οχήματος που ενεπλάκη σε ατύχημα, ενώ δεν ήταν. Όταν του υπεβλήθη ότι ο οδηγός ήταν τρίτο άτομο που διέφυγε, αυτός απάντησε ότι οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος στη βάση και της δικής του παραδοχής. Ως προς το ατύχημα, ανέφερε ότι αρχικά η υπόθεση διερευνήθηκε στη βάση του ότι ο κατηγορούμενος έφταιγε όμως κατόπιν ολοκλήρωσης της διερεύνησης διεφάνη ότι αυτός δεν ήταν αμελής και έτσι κατηγορήθηκε μόνο για τις τέσσερεις κατηγορίες που φαίνονται στο κατηγορητήριο. Η Μ.Κ.2 ανέφερε στην κατάθεση της διάφορα σχετικά με το πώς συνέβη το ατύχημα, άσχετα με τα επίδικα θέματα. Το μόνο σχετικό με τα επίδικα θέματα που ανέφερε στην κατάθεση της ήταν ότι την ώρα που βγήκε από το αυτοκίνητο της κατόπιν του ατυχήματος, περαστικοί οδηγοί την βοήθησαν και είδε το άλλο ενεχόμενο όχημα να βρίσκεται ακινητοποιημένο στο παγκέττο του δρόμου μερικά μέτρα πιο κάτω. Άκουσε ότι ο οδηγός έλειπε από τη σκηνή και ότι διέφυγε. Όταν ρωτήθηκε να διευκρινίσει τι θα πει η τελευταία αυτή αναφορά, είπε ότι άκουσε αυτό από ένα διερχόμενο οδηγό ο οποίος είδε το ατύχημα και κατέβηκε να την βοηθήσει και της είπε ότι έψαχναν τον οδηγό του άλλου οχήματος. Ήταν πάντως κάθετη ότι δεν είδε το άτομο που οδηγούσε το άλλο όχημα, δεν αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο, ούτε είδε κάποιο να κατεβαίνει από το άλλο όχημα. Ουδέποτε είδε τον οδηγό του αυτοκινήτου με τα μάτια της, ούτε γνωρίζει πόσα άτομα επέβαιναν στο άλλο ενεχόμενο αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ήταν ο αστυνομικός που έλαβε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου την κατάθεση του κατηγορούμενου την επομένη του ατυχήματος και τον κατηγόρησε γραπτώς και σημείωσε την απάντηση του ως φαίνεται αντιστοίχως στα Τεκμήρια 7 και
- Αυτή ήταν και η μόνη του ανάμειξη στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.3 δεν ήξερε τίποτε για το ατύχημα, δεν είδε σχεδιάγραμμα πριν τη λήψη κατάθεσης, ούτε είδε τι ανέφερε ο κατηγορούμενος όταν συνελήφθη. Ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο επιστήνοντας του την προσοχή στο ότι δεν χρειάζεται να πει οτιδήποτε αλλά ότι πει είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία. Ότι επίσης σημείωσε την απάντηση του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν ως «παραδέχομαι όλες τις κατηγορίες εκτός την πρώτη» (την κατηγορία για αμελή οδήγηση δηλαδή), «γιατί δεν φταίω εγώ για το δυστύχημα. Για τις άλλες κατηγορίες ζητώ συγγνώμη». Του υπεβλήθη επανειλημμένα ότι ο κατηγορούμενος δεν ήξερε τους αριθμούς εγγραφής του επίδικου οχήματος. Αρχικά ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε αυτό, αλλά προς το τέλος της αντεξέτασης του ανέφερε ότι τον αριθμό του επίδικου αυτοκινήτου του τον ανέφερε στην προειδοποίηση που σημείωσε στην αρχή της ανακριτικής του κατάθεσης και έτσι δεν μπορεί να αποκλείσει να άκουσε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου από εκεί. Δεν γνωρίζει αν τους γνώριζε από πριν. Ο κατηγορούμενος, είπε, του ανέφερε ότι αυτός ήταν ο οδηγός, ότι μόνος του ήταν στο όχημα και επίσης ο ίδιος παραδέχθηκε ότι αγόρασε πριν από 2 - 3 μήνες το επίδικο όχημα. Αρχικά ανέφερε ότι ο ΜΚ1, εξεταστής της υπόθεσης, που ήξερε τις περιστάσεις του ατυχήματος, έδωσε το φάκελο στον Μ.Κ.3, του ζήτησε να λάβει κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Του ανέφερε τις κατηγορίες που προέκυπταν από τα όσα ο ΜΚ1 είχε, μέχρι την επομένη του ατυχήματος, διερευνήσει και του έδωσε οδηγίες να τον κατηγορήσει γραπτώς, αν οι κατηγορίες αυτές προέκυπταν από την κατάθεση του κατηγορούμενου. Ερωτήθηκε πώς και κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, ενώ δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο από την κατάθεση του, αλλά αντιθέτως προέκυπτε μη παραδοχή στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε, τότε, ότι αυτός ήταν μόνο ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου και ότι είχε οδηγίες από τον Μ.Κ.1 να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο και γι' αυτή την κατηγορία. Όταν του υπεβλήθη ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κάποιος άλλος να οδηγούσε το επίδικο όχημα, αυτός ανέφερε ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε σε τέτοια οδήγηση. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι την επίδικη μέρα καθόταν με μεγάλη παρέα στην Λάρνακα και κατανάλωναν αλκοόλ. Η παρέα αποτελείτο από Βούλγαρους και Σριλανκέζους. Ο ίδιος είναι Βούλγαρος και δούλευε κατά τον επίδικο χρόνο σε εργοστάσιο της Αρλίκο στη Λάρνακα. Έμειναν εκεί μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει. Καθώς κάθονταν και έπιναν, ήρθε ένας Σριλανκέζος με το αυτοκίνητο του, του οποίου το όνομα δε γνώριζε και ο οποίος πωλούσε το αυτοκίνητο του, διότι έφευγε την επόμενη μέρα για τη χώρα του. Δε γνωρίζει τίποτε για τον Σριλανκέζο, δεν ξέρει ούτε πού δούλευε, ούτε οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Μίλησε με αυτόν και επειδή ενδιαφέρθηκε για να αγοράσει το αυτοκίνητο του, ξεκίνησε να πάει μαζί του στην Κοφίνου όπου θα συναντούσαν ένα φίλο του κατηγορούμενου ώστε να ελέγξει το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος ήταν συνοδηγός και ο Σριλανκέζος οδηγός. Ο Κατηγορούμενος δεν ξέρει ούτε το όνομα του Σριλανκέζου. Δεν ήξερε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος, θυμάται μόνο να άκουσε ότι οι αριθμοί εγγραφής του, τέλειωναν σε
- Στον αυτοκινητόδρομο μεταξύ Λάρνακας - Κοφίνου ένα αυτοκίνητο που βρισκόταν μπροστά τους, προσπάθησε να τους προσπεράσει και χωρίς να προειδοποιήσει μπήκε στη λωρίδα τους. Ο Σριλανκέζος για να αποφύγει τη σύγκρουση έστριψε το τιμόνι και κτύπησε πάνω στο τσιμεντένιο διαχωριστικό του δρόμου και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινητόδρομου. Ο κατηγορούμενος ήταν παγιδευμένος μέσα στο όχημα εφόσον η δίοδος από την αριστερή πόρτα του συνοδηγού φρασσόταν από το σιδερένιο κιγκλίδωμα στα αριστερά του αυτοκινητόδρομου. Τότε ο Σριλανκέζος τον παρακάλεσε θερμά να πει ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο, διότι ο Σριλανκέζος έφευγε την επόμενη μέρα για τη χώρα του και δεν ήθελε μπλεξίματα. Ο κατηγορούμενος με το μεθυσμένο του κεφάλι, όπως χαρακτηριστικά το έθεσε, δέχτηκε. Ο Σριλανκέζος βγήκε από το αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε περπατώντας. Ο κατηγορούμενος κατάφερε να βγει από το αυτοκίνητο από τη δεξιά πλευρά, έκατσε στην άκρη του δρόμου εκεί που βρίσκεται η σιδερένια περίφραξη και περίμενε. Μετά από περίπου μισή ώρα, μπορεί και παραπάνω, ήρθε η αστυνομία και τον βρήκε. Δεν θυμάται τι ανέφερε στην αστυνομία. Ήταν μεθυσμένος και έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Πάντως το βέβαιο είναι ότι ήθελε να καλύψει τον Σριλανκέζο και να τον βοηθήσει. Όπως είπε δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά όταν του έδωσε υπόσχεση ότι θα τον βοηθήσει. Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε το εύλογο ερώτημα, πώς και θυμάται το ατύχημα, αλλά ισχυρίστηκε στη Δίκη εντός Δίκης ότι δεν θυμόταν όλα τα άλλα τα οποία ανέφερε στην κατάθεση του, Τεκμήριο
- Ότι δηλαδή ήταν ο ίδιος ο οδηγός, ότι οδηγούσε μόνος του και ότι παραδέχτηκε στις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν πλην αυτής της αμελούς οδήγησης. Απάντησε ότι το ατύχημα εντυπώθηκε στο μυαλό του και γι΄αυτό το λόγο το θυμόταν. Ερωτήθηκε το, επίσης, εύλογο ερώτημα γιατί ήθελε να καλύψει τον Σριλανκέζο αφού δεν τον γνώριζε και ήταν απλός κάποιος τον οποίο δεν είχε ξανασυναντήσει την επίδικη μέρα και είχε πρόθεση να αγοράσει το αυτοκίνητο του. Απάντησε ότι αυτή την απόφαση πήρε, με το μεθυσμένο του κεφάλι. Όταν ερωτήθηκε γιατί απάντησε ότι το αγόρασε πριν από 2 - 3 μήνες, συνέχισε να λέει ότι ήταν για να καλύψει τον Σριλανκέζο. Του υπεβλήθη ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ως τα αναφέρει στην κατάθεση του και απάντησε εμφατικά ότι δεν είναι, είναι όπως τα λέει τώρα. Υπογράμμισε ότι δεν οδηγούσε αυτός το εν λόγω όχημα. Δεν γνωρίζει αν το όχημα είχε ασφάλεια ή είχε άδεια κυκλοφορίας. Δεν γνωρίζει τι χαρτιά είχε το αυτοκίνητο και γι' αυτό πηγαίνανε στο φίλο του για να διακριβώσει αν ήταν καλή περίπτωση το αυτοκίνητο για να το αγοράσει. Του υπεβλήθη ότι κανένας Σριλανκέζος δεν υπήρχε και αυτό επιμαρτυρείται από τα όσα ανέφερε στην αστυνομία. Απάντησε ότι ο Σριλανκέζος ήταν μαζί του και μόνο τώρα λέει την αλήθεια. Με μεθυσμένο κεφάλι δέχθηκε να τον βοηθήσει και τήρησε την υπόσχεση του. Ερωτήθηκε το εύλογο ερώτημα γιατί πήρε τόση ευθύνη και αποδέχθηκε τόσες κατηγορίες για ένα άτομο που δεν το γνωρίζει. Απάντησε το ίδιο. Η Μάρτυρας Υπεράσπισης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ήταν η ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος και το αγόρασε καινούριο από την αντιπροσωπεία της Mitsubishi. Αποφάσισε, μετά από περίπου 16 χρόνια που το είχε στην ιδιοκτησία της, να το πωλήσει. Βρήκε ο γαμπρός της ένα Σριλανκέζο και πήγαν στην Αραδίππου για να το δει. Ο Σριλανκέζος τους είπε ότι δεν είχε άδεια παραμονής και έτσι δεν μπορούσαν να υπογράψουν τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Του το πώλησε για €250 και του το παρέδωσε, με τη συμφωνία ότι όταν πάρει άδεια παραμονής στη Δημοκρατία θα υπέγραφε τη μεταβίβαση του. Παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος που δεν δήλωσε έγκαιρα την αλλαγή ιδιοκτησίας του οχήματος και ότι γι' αυτό το λάθος της, πήγε Δικαστήριο και της επεβλήθη πρόστιμο €
- Δεν έχει στοιχεία του Σριλανκέζου. Τον είδε μόνο δύο φορές. Δε γνωρίζει τον κατηγορούμενο και δε βλέπει τον Σριλανκέζο στο Δικαστήριο. Δε μπορεί να γνωρίζει, εάν κατά την επίδικη ημερομηνία ήταν στην κατοχή του ίδιου Σριλανκέζου ή αν ο ίδιος Σριλανκέζος το οδηγούσε. Γ. Αξιολόγηση αξιοπιστίας Eίχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν, να θυμούνται ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη διάθεση υπεκφυγής, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν καθώς και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κρίνω τον Μ.Κ.1 ως αξιόπιστο μάρτυρα. Ανέφερε με αμεσότητα, χωρίς προσπάθεια υπεκφυγής και, κρίνω, με ειλικρίνεια τα όσα θυμάται από τα όσα συνέβησαν έξι χρόνια πριν τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Στοιχείο που προσμετρά σε σχέση με την αντικειμενικότητα του στη διερεύνηση της υπόθεσης, σε αντίθεση με την περί του αντιθέτου εισήγηση της Υπεράσπισης, είναι ότι αρχικά θεώρησε οτι ο κατηγορούμενος ευθυνόταν για το ατύχημα, αργότερα όμως και κατόπιν της διερεύνησης του, δεν τον κατηγόρησε αλλά την Μ.Κ.
- Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενα του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Σε σχέση με τη Μ.Κ.2 αναφέρω ότι τα όσα ανέφερε είναι περιορισμένης έως μηδαμινής αξίας σε σχέση με τα επίδικα θέματα εφόσον δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ή να πει αν αυτός ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος που ενεπλάκη σε ατύχημα μαζί της. Η μαρτυρία του ΜΚ3, ως προς το τι του ανέφερε ο ΜΚ1, πριν φύγει από το σταθμό της Κοφίνου, είχε αντιφάσεις. Ξεκαθαρίστηκε, με το πέρας της αντεξέτασής του, ότι είχε οδηγίες από τον ΜΚ1 να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο για 5 συγκεκριμένες κατηγορίες που του ανέφερε ο ΜΚ1, όπως και έπραξε και φαίνονται στο Τεκμήριο
- Αρχικά όμως ανέφερε ότι ο ΜΚ1 του είπε τις κατηγορίες, και του έδωσε οδηγίες μόνο αν αυτές προέκυπταν από τα όσα ο Κατηγορούμενος θα του ανέφερε, να τον κατηγορήσει. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτή του την εκδοχή, τόσο επειδή ο ίδιος την κατέρριψε αργότερα όσο και διότι από το Τεκμήριο 7 δεν προκύπτει παραδοχή του Κατηγορούμενου, είτε για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, είτε για τα αδικήματα 2 και 3 στο κατηγορητήριο. Πάντως, δεν βρίσκω να μολύνεται η εν γένει αξιοπιστία του ΜΚ1 από αυτό του ολίσθημα. Ούτε τα όσα αναφέρθησαν πιο πάνω, έχουν οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο εν προκειμένω θέμα, του εάν ο Κατηγορούμενος ήταν ή όχι ο οδηγός την επίδικη μέρα, για το οποίο ο ΜΚ3 δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, πρωτογενή γνώση. Ήταν γενικά σταθερός και άμεσος στις απαντήσεις του. Είναι λογικό, η μνήμη του για το συμβάν, όπως και όλων των μαρτύρων στην υπόθεση, να μειώθηκε από το χρονικό διάστημα των 6 χρόνων που παρήλθε από τον επίδικο χρόνο. Επαναξιολόγησα και τα λεγόμενα του στη δίκη εντός δίκης, για σκοπούς της εν γένει αξιολόγησης της αξιοπιστίας του. Ως διεφάνη, τα όσα ανέφερε στη δίκη εντός δίκης, ήταν αληθινά εφόσον ο ίδιος ο κατηγορούμενος, κατά τη μαρτυρία του στην κυρίως δίκη, επιβεβαίωσε ότι τα όσα ανέφερε στην αστυνομία δεν τα ανέφερε λόγω του ότι δεν γνώριζε τι έλεγε λόγω μέθης, αλλά ότι εσκεμμένα τα είπε για να καλύψει τον Σριλανκέζο και παρόλη τη μέθη του (ή ίσως λόγω αυτής). Δέχομαι πάντως ότι αν βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 στο βαθμό που αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, εφόσον ούτε αυτός είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το επίδικο όχημα και η ανάμειξη του στην υπόθεση ήταν περιορισμένη, θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Κρίνω και τη Μάρτυρα Υπεράσπισης ως αξιόπιστη μάρτυρα. Και της ίδιας βεβαίως η συμβολή στην επίλυση των επίδικων θεμάτων είναι περιορισμένη έως μηδαμινή, εφόσον δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιος ήταν ο οδηγός την επίδικη μέρα αλλά ούτε και εάν ο Σριλανκέζος στον οποίο πώλησε το όχημα είναι ο ίδιος με τον Σριλανκέζο στον οποίο αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου ως προς το ότι παρέμεινε κοντά στο αυτοκίνητό του και απλώς η αστυνομία τον βρήκε πέραν της μισής ώρας αργότερα, έρχεται σε αντιδιαστολή με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι, ως του ανέφεραν τα άτομα που βρήκαν τον Κατηγορούμενο, αυτός κρυβόταν. Βεβαίως, η μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς αυτή τη πτυχή, εφόσον είναι εξ΄ακοής πρέπει να κριθεί υπό το φως των παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Δεδομένου ότι δεν ανέφερε το όνομα του ατόμου που του είπε ότι ο Κατηγορούμενος κρυβόταν, ούτε οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες είτε για το άτομο αυτό είτε για το ότι ο Κατηγορούμενος κρυβόταν, καθώς και το ότι πέρασαν πέραν των 6 χρόνων από τότε, η μαρτυρία του είναι μειωμένης, αν όχι μηδαμινής βαρύτητας. Με τον ίδιο τρόπο κρίνω και την μαρτυρία της ΜΚ2, περί του ότι της αναφέρθη πως ο Κατηγορούμενος κρυβόταν πριν ανευρεθεί. Ο κατηγορούμενος είχε κάθε λόγο να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Θα μπορούσε έτσι να αποφύγει ποινικής ευθύνης. Και πράγματι τα όσα ανέφερε, δεν συμβαδίζουν με τη λογική. Δεν είναι λογικό, κάποιος, ο οποίος μόλις συνάντησε ένα πρόσωπο από το οποίο πιθανόν να αγόραζε ένα αυτοκίνητο, να αποφασίσει, ενώ ήταν συνοδηγός σε όχημα το οποίο ενεπλάκη σε ατύχημα, να πάρει την ευθύνη για τη διάπραξη διαφόρων τροχαίων αδικημάτων πάνω του. Ούτε είναι λογικό την επομένη του ατυχήματος, και ενώ είχαν παρέλθει περίπου 15 ώρες από τότε που του λήφθηκε εκπνοή για αλκοτέστ και βρέθηκε να έχει 97 αντί 22 mg/dl στην εκπνοή του, να αναφέρει στην κατάθεσή του ότι ο ίδιος ήταν οδηγός του οχήματος. Φρονώ ότι ακόμα και αν κάποιος δώσει, κατά τη στιγμή ατυχήματος, μια υπόσχεση λόγω μέθης, είναι παράλογο ενώ έμεινε στο κελί για το ίδιο βράδυ και ενδεχομένως να είχε την ευχέρεια χρόνου και διαύγειας να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες τέτοιας παραδοχής, να συνεχίζει και την επόμενη μέρα όταν του λαμβάνεται κατάθεση να επιμένει ότι ο ίδιος είναι που οδηγούσε το όχημα. Ακόμα και το ότι, με απόλυτη συνοχή είπε ο Κατηγορούμενος στην αστυνομία αυτά που, κατά τη δίκη, χαρακτήρισε ως ψεύδη είναι ύποπτο. Με συνοχή έλεγε εξ΄αρχής ότι αυτός δεν έφταιγε για το ατύχημα και με συνοχή, στα Τεκμήρια 7 και 9, είπε οτι αυτός οδηγούσε. Όμως, ο κατηγορούμενος έδωσε μια αθώα εξήγηση για τα όσα ψευδώς παραδέχτηκε στην αστυνομία. Και ήταν «το μεθυσμένο του κεφάλι». Δεν μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα, μεθυσμένος όπως ήταν και όντας και ο ίδιος αλλοδαπός στη Δημοκρατία, να έλαβε, την παράλογη, έστω, απόφαση να καλύψει τον Σριλανκέζο, την οποία υπηρέτησε μέχρι τέλους. Εάν η συμπεριφορά του στο Δικαστήριο ήταν διαφορετική, θα απέρριπτα την λογικά απίθανη εκδοχή του. Η όλη παρουσία του όμως στο Δικαστήριο, ο τρόπος που μιλούσε και ο τρόπος που ενεργούσε στο εδώλιο του μάρτυρα και οι λόγοι που έδινε για τα όσα έπραξε την επίδικη μέρα, δεν μπορούν με ασφάλεια να με οδηγήσουν στο ότι λέει στο Δικαστήριο ψέματα και ότι την αλήθεια την είπε στην κατάθεση του. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι κάποιος μπορεί να πει ψέματα, όχι μόνο από το φόβο της αλήθειας, αλλά για διάφορους άλλους λόγους, π.χ. για να στηρίξει μια αληθινή υπεράσπιση, για να προστατεύσει κάποιον άλλο, για να αποκρύψει μια δική του επονείδιστη συμπεριφορά που δεν έχει σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος ή λόγω πανικού ή σύγχυσης (βλ. μεταξύ άλλων R. v. Rey [1993] 3 All ER 253, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563). Λόγω αμφιβολιών, επομένως, και με γνώμονα ότι ουδείς εκ των αξιόπιστων μαρτύρων τον είδε να οδηγεί το επίδικο όχημα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όμως, €155 έξοδα της διαδικασίας θα επιβαρυνθεί ο Κατηγορούμενος για τον εξής λόγο. Ο κανόνας ότι, τα έξοδα σε κάθε διαδικασία καθορίζονται από το αποτέλεσμα και ότι ο αποτυχών διάδικος τα επωμίζεται, επιδέχεται και εξαιρέσεων. Το Δικαστήριο δύναται να κοιτάξει και την γενεσιουργό αιτία δημιουργίας των δικαστικών και δικηγορικών εξόδων. Με την παραδοχή του Κατηγορούμενου στην αστυνομία, ότι ο ίδιος ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος την επίδικη μέρα, η αστυνομία ήταν απολύτως δικαιολογημένη να καταχωρίσει την παρούσα ποινική υπόθεση εναντίον του. Είναι λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος, παραδέχτηκε μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία και όχι πιο πριν ότι είπε ψέματα στην αστυνομία, που αθωώνεται σήμερα, λόγω αμφιβολιών. Κρίνω, ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να επωμιστεί τα έξοδα της διαδικασίας η Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Μ. Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο