Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Στέλιος Χατζηπετρή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 238/16, 11/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 238/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή v.
- Στέλιος Χατζηπετρή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11/5/2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Φανής Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Α. Τα γεγονότα Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι στις 11/10/2015 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας παρά τη Κόσιη της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KKQ046 με μαθητική άδεια, πράγμα που απαγορεύεται από τον Κανονισμό (1η κατηγορία), με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 192 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ ( 2η κατηγορία) και χωρίς άδεια κυκλοφορίας τελούσα εν ισχύ από 30/6/2014 ( 3η κατηγορία). Στη βάση του ίδιου κατηγορητηρίου κατηγορήθηκε, ως δεύτερος Κατηγορούμενος, ο πατέρας του Κατηγορούμενου, Αντρέας Χατζηπετρής ότι επέτρεψε στον υιο του να οδηγήσει το πιο πάνω όχημα και κατά τον επίδικο χρόνο, με μαθητική άδεια, πράγμα που απαγορεύεται από τον Κανονισμό (4η κατηγορία) και χωρίς άδεια κυκλοφορίας τελούσα εν ισχύ από 30/6/2014 ( 5η κατηγορία). Παραδέχτηκε στις κατηγορίες αυτές και του επεβλήθη ποινή σε προγενέστερο χρόνο, αφού τα προαναφερθέντα αδικήματα λήφθηκαν υπόψη σε άλλη ποινική υπόθεση που ο ίδιος αντιμετώπιζε, με παρόμοια αδικήματα. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ως τα ανέφερε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση. Ως, δηλαδή το κατηγορητήριο, τα αδικήματα διαπιστώθηκαν την επίδικη ημερομηνία και στις 21:50 και ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα. Απάντησε «Δεν έχω να πω τίποτε». Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και χωρίς βαθμούς ποινής. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μαζί με τον πατέρα του, 2ο Κατηγορούμενο και τρίτο πρόσωπο, και με τον πατέρα του οδηγό, πήραν το αυτοκίνητο από την οικία τους στα Περβόλια και έφθασαν στη Λευκωσία. Ο Κατηγορούμενος όμως, που βρισκόταν σε πάρτυ στη Λευκωσία, πήρε το αυτοκίνητο με σκοπό να επιστρέψει μόνος του στο σπίτι τους στα Περβόλια διότι δεν αισθανόταν καλά. Η ταχύτητα που ανέπτυξε ήταν ένα στιγμιαίο λάθος. Προσπάθησε 2 φορές ανεπιτυχώς να λάβει άδεια οδήγησης αυτοκινήτου. Έχει πείρα πάντως, διότι οδηγεί αυτοκίνητο με τη μαθητική του άδεια συνοδεία άλλου προσώπου. Όσον αφορά στην 3η κατηγορία, ο πατέρας του είναι υπεύθυνος για την ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας και δεν την ανανέωσε. Προέρχεται από οικογένεια με αξίες και ήθος. Κάλεσε το Δικαστήριο, σε περίπτωση που επιβάλει ποινή φυλάκισης, αυτή να ανασταλεί. Το Δικαστήριο, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων του Κατηγορούμενου, διέταξε όπως ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας Λάρνακας σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες. Εντός αυτής αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι άγαμος, 25 ετών σήμερα, μέλος μιας συγκροτημένης οικογένειας και οι γονείς είναι σε θέση να ασκήσουν το γονικό τους ρόλο. Διαμένει στο συνοικισμό Περβολιών στην οικογενειακή οικία, έχει έναν αρραβωνιασμένο αδερφό, 28 χρονών, και εργάζεται ως μεταλλουργός-συγκολλητής στην οικογενειακή εταιρεία. Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής Αγίου Λαζάρου. Εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία και με την απόλυσή του άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία του πατέρα του ως μεταλλουργός-συγκολλητής και από 1/4/2016 στην οικογενειακή εταιρεία με το ίδιο αντικείμενο. Έχει παρακαθήσει σε εξετάσεις για απόκτηση άδειας αυτοκινήτου 2 φορές στο παρελθόν, χωρίς όμως επιτυχία και προτίθεται να παρακαθήσει σε αυτές και 3 φορά σύντομα. Μεταμελείται για την πράξη του, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του αδικήματος του και δεν πρόκειται να το επαναλάβει.
- Η Νομική Πτυχή Η νομική βάση της 2ης κατηγορίας είναι το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, ως τροποποιήθηκε από τον περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμο Ν. 166/1987. Για υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι και 1 έτους και/ή πρόστιμο μέχρι και €1708 ευρώ ή και τις 2 αυτές ποινές. Σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο Κανονισμός 66Ι των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, 66/1984, ως τροποποιήθηκαν, προνοεί ότι απαγορεύεται η οδήγηση οχήματος σε αυτοκινητόδρομο ή δρόμο ταχείας κυκλοφορίας από πρόσωπο το οποίο κατέχει μαθητική άδεια οδήγησης για το όχημα το οποίο οδηγεί, εκτός μόνο για σκοπούς εκπαίδευσης και νοουμένου ότι συνοδεύεται από αδειούχο εκπαιδευτή οδηγών, ή για σκοπούς εξέτασης για απόκτηση κανονικής άδειας οδήγησης. Σε σχέση με την 3η κατηγορία, ο Κανονισμός 17
(1)(α) των πιο πάνω Κανονισμών απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη χρησιμοποίηση ή οδήγηση οποιουδήποτε μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός αυτών κινούμενων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε και ευρίσκεται σε ισχύ άδεια κυκλοφορίας, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 25
(3)ο οποίος δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Σε περίπτωση παράβασης της πιο πάνω απαγορεύσεων, ο Κανονισμός 72 των ίδιων Κανονισμών, προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι και 1 έτους και/ή πρόστιμο μέχρι και €1708 ευρώ ή και τις 2 αυτές ποινές. Επομένως, είναι προφανές ότι τα αδικήματα του Κατηγορητηρίου είναι σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Η οδήγηση καθ΄υπέρβαση του ορίου ταχύτητας αποτελεί σοβαρή μορφή παράβασης του κώδικα τροχαίας, λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί για την ασφάλεια του οδηγού αλλά και τρίτων που νόμιμα χρησιμοποιούν το δρόμο αφ' ενός. Αφ΄ετέρου, διότι κάθε επόμενη στιγμή δίνεται η ευκαιρία στον παραβάτη να περιορίσει την ταχύτητά του εντός του νομίμου ορίου και δεν το πράττει. Η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας καθίσταται, εν προκειμένω, σοβαρότερη από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με μαθητική άδεια σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, χωρίς αυτό να επιτρέπεται. Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάθε δικάσαν Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση ποινής, οφείλει να εξισορροπεί δίκαια τη διαφύλαξη της ευνομούμενης πολιτείας από τη μια και την ορθή μεταχείριση του κατηγορουμένου, με την εξατομίκευση της ποινής, από την άλλη, έτσι που να μην πληρώνει με τη τιμωρία του για τη γενική εγκληματικότητα που δυνατό να λειτουργεί σε μια κοινωνία, αλλά για τη συγκεκριμένη δική του πράξη, έχοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν στην προσωπικότητα του. (βλ. ενδεικτικά Φαναράς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432). Σημειώνω, συναφώς, ότι το στοιχείο της αποτροπής, ειδικής και γενικής, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της (Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, με αναφορά στην Τροκκούδης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306). Στην Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 75, επεβλήθη ποινή στέρησης της άδειας οδηγού 2 ετών για κατηγορία οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου σε νεαρό παραβάτη. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των νόμων και κανονισμών της τροχαίας είναι επιτακτική και απαραίτητη. Η επιβολή δε αποτρεπτικών ποινών και ιδιαίτερα σε νεαρά πρόσωπα που πριν ακόμα καταστούν προσοντούχα για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως δείχνουν έλλειψη σεβασμού προς τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, είναι επιβεβλημένη. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 45, επαναλήφθηκε η αρχή που τέθηκε στην Νικήτα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 75, στη σελίδα 84: «Η οδήγηση αυτοκινήτων από ανήλικα άτομα, όπως ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο ο εφεσείων, τα οποία δεν κατέχουν καν άδεια οδήγησης, εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για τους άλλους που χρησιμοποιούν νομίμως τους δρόμους. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη φύση του αδικήματος, πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Αυτά τα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Επιεικής μεταχείριση νεαρών ατόμων τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων». Είναι, επομένως, σαφές από τη νομολογία ότι όταν οι παραβάτες είναι νεαρά πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν ακόμη καταστεί κάτοχοι άδειας οδηγού, οι ποινές πρέπει να είναι ιδιαίτερα αποτρεπτικές. Στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, υποδεικνύει ότι, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο και όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση του και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Στην υπόθεση Εμαννουήλ Κυριακάκης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 134, η ποινή φυλάκισης, χωρίς αναστολή, των 15 ημερών για ταχύτητα 202 αντί 100 ΧΑΩ επικυρώθηκε από το Εφετείο, με την υπόμνηση ότι η ποινή ήταν δικαιολογημένα αυστηρή, υπό τις εκεί περιστάσεις. Η κάθε υπόθεση είναι βέβαια περιορισμένη στα γεγονότα της και το δεσμευτικό του οποιουδήποτε προηγούμενου δεν κάνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής του κάθε παραβάτη στα δικά του προσωπικά περιστατικά και στις δικές του συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, να ατονεί. Πέραν του τιμωρητικού, για τους σκοπούς που πρέπει να εξυπηρετεί οποιαδήποτε ποινή και δη ποινή φυλάκισης, βλέπετε την Παρατήρηση στην υπόθεση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R. 28: «Observation: When all other alternatives are considered unsuitable to meet the particular case in hand, the Court may well have to resort to imprisonment. But in such a case, the sentence has to be justified upon one of the purposes to be served by such a sentence. Rehabilitation, mainly in the interest of the offender ; deterrence, mainly in the public interest and protection; retribution in the proper enforcement of the law; all these matters have to be considered and weighed together with the consequences and probable effect of imprisonment on the particular offender.» Περαιτέρω, βρίσκω η ποινή στέρησης της άδειας οδηγού να είναι ισχυρό όπλο στα χέρια του ποινικού Δικαστή και να εξυπηρετεί όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους σκοπούς. Ενέχει τόσο το στοιχείο της τιμωρίας, όσο και τα στοιχεία της αναμόρφωσης και της αποτροπής, αφού εξανεμίζει την πιθανότητα διάπραξης άλλων τροχαίων αδικημάτων κατά τη διάρκεια ισχύος της και μέσω της δυσκολίας στη διακίνηση που αυτή δημιουργεί, ο παραβάτης δύναται σε καθημερινή βάση να νοιώθει τις επιπτώσεις και συνέπειες των παράνομων πράξεών του. Λαμβάνω υπόψη μου, μετριαστικά υπέρ του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο και το ότι δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια του, ενδείξεις ότι το παρόν περιστατικό είναι μεμονωμένο περιστατικό παράβασης του κώδικα της τροχαίας εκ μέρους του. Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, ένδειξη μεταμέλειας. Επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο θα λάβω υπόψη την ταχύτητα με την οποία κινείτο. Σχεδόν υπερδιπλάσια του νομίμου ορίου. Αυτή δεν είναι απλώς μία αυξημένη ταχύτητα. Είναι ιλιγγιώδης. Είναι ταχύτητα στην οποία, το παραμικρό λάθος ή αβλεψία μπορεί να αποβεί μοιραία. Τέτοια οδήγηση εκτός από επιπόλαιη και εγωιστική είναι και αντικοινωνική διότι αγνοεί το καλώς νοούμενο συμφέρον των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Στην ταχύτητα αυτή η επικινδυνότητα οποιουδήποτε οδηγού προς τον εαυτό του και άλλους οδηγούς που νόμιμα χρησιμοποιούν το δρόμο αυξάνεται κατακόρυφα. Η επικινδυνότητα αυτή αυξάνεται κατακόρυφα όταν ο οδηγός δεν κατέχει άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί και όταν έχει παρακαθήσει και αποτύχει 2 φορές στην σχετική εξέταση. Η συμπεριφορά αυτή είναι ετσιθελική και δείχνει πλήρη παραγνώριση προς τους νόμους της Δημοκρατίας. Ούτε ο λόγος τον οποίο ο Κατηγορούμενος έδωσε, ως προς το γιατί έτρεχε τόσο στο δρόμο, ότι δηλαδή έτρεχε να πάει πίσω στο σπίτι του γιατί δεν ένοιωθε καλά, χωρίς να παρουσιαστεί οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό για του λόγου το αληθές, δεν είναι ικανός ούτε να εξηγήσει ούτε να δικαιολογήσει τέτοια συμπεριφορά. Επιπλέον, φαίνεται να προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια, καλού βιοτικού επιπέδου, στην οποία οι γονείς είναι σε θέση να ασκήσουν το γονικό τους ρόλο. Ο ίδιος προκύπτει να είναι άτομο υπεύθυνο και να εργάζεται. Δεν είναι δηλαδή η περίπτωση, όπου οι ιδιαίτερες περιστάσεις της προσωπικότητας του ίδιου του Κατηγορούμενου ή της οικογένειας του είναι άσχημες, δύσκολες ή τοξικές, ώστε αυτές να δύνανται να παρέχουν μία κάποια εξήγηση ως προς την παράνομη συμπεριφορά του αδικοπραγούντα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων και τα όσα ανέφερα ως επιβαρυντικούς παράγοντες είναι ικανά να δικαιολογήσουν αυστηρή ποινή. Στην βάση όλων των πιο πάνω, δεν έχω αμφιβολία ότι η μόνη πρέπουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης και της στέρησης της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου για τις κατηγορίες 1 και 2. Δεν μου διαφεύγει ότι η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ. μεταξύ άλλων Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι χρήζουν και επιβάλλω τις εξής ποινές: Για την Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 1 μηνός, πλέον στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας για περίοδο 2 μηνών από σήμερα. Για την Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 3 μηνών, πλέον 6 Βαθμοί Ποινής πλέον στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας για περίοδο 14 μηνών από σήμερα. Για την Κατηγορία 3: ποινή προστίμου €
- Οι ποινές στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας θα συντρέχουν μεταξύ τους. Το πρόστιμο είναι πληρωτέο σήμερα.
- Δυνατότητα Αναστολής Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό, κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου, ως τροποποιήθηκε με το νόμο 186(Ι)/2003, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Όπως έχει σημειωθεί στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, η οποία ακόμη και μετά την τροποποίηση του σχετικού Νόμου, είναι καλή νομολογία, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Δεν μου διαφεύγει, βεβαίως, ότι μετά την πιο πάνω τροποποίηση, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να καθοδηγηθεί και από ευρύτερους παράγοντες, ώστε η επιβληθείσα ποινή να αρμόζει στον συγκεκριμένο παραβάτη, υπό τα δικά του συγκεκριμένα περιστατικά (βλ. μεταξύ άλλων, Αργυρίδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 64-69/2013, ημερ. 21/6/2013). Είναι επίσης, βασικό αξίωμα της επί του θέματος νομολογίας, ότι Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή από κάποιον με προηγούμενες καταδίκες στο ιστορικό του. Πρέπει να ομολογήσω ότι προβληματίστηκα ιδιαίτερα ως προς την αναστολή. Έλαβα υπόψη μου τα όσα ανέφερα πιο πάνω ως επιβαρυντικά εναντίον της αναστολής και τα όσα ανέφερα πιο πάνω ως ελαφρυντικά υπέρ της αναστολής. Τελικά, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, η έμπρακτη μεταμέλεια που επέδειξε με την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, το γεγονός ότι η διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος δεν αναφέρθηκε να ήταν καθ΄οιονδήποτε τρόπο μεμπτή και το ότι προκύπτει από τα ενώπιον μου δεδομένα ότι η διάπραξη των αδικημάτων οφειλόταν σε νεανική επιπολαιότητα, με οδήγησαν σε συμπέρασμα ότι οι ποινές φυλάκισης μπορούν να ανασταλούν ώστε να δοθεί μια ύστατη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να αναμορφώσει την οδική του συμπεριφορά. Βρίσκω ότι για το προφίλ του Κατηγορούμενου ως περιγράφηκε ανωτέρω, ακόμα και η ποινή φυλάκισης με αναστολή, δύναται να επενεργήσει τιμωρητικά, αποτρεπτικά και αναμορφωτικά. Οι ποινές φυλάκισης αναστέλλονται για 3 χρόνια. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής των ποινών φυλάκισης) ....................................... . Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο