← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μιχάλης Δημοσθένους, Αρ. Υπόθεσης: 2964/14, 28/9/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μιχάλης Δημοσθένους, Αρ. Υπόθεσης: 2964/14, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2964/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή v. Μιχάλης Δημοσθένους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28/9/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αστυνομία: κα Πίπη ( για να ακούσει απόφαση: κ. Μ. Τάσου) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χατζηπαναγιώτου ( μαζί με την κα Ευσταθίου, για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 27.4.2013 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Κίτι της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒΑD548 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Β. Οι εκατέρωθεν θέσεις συνοπτικά Ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή με αποτέλεσμα, ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, να παρεκκλίνει αριστερότερα αυτής και προς το αριστερό πεζοδρόμιο και να κτυπήσει το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μ.Κ.1 με συνοδηγό τον Μ.Κ.6, το οποίο βρισκόταν αριστερά από το διπλοκάμπινο του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα την ανατροπή του δίκυκλου και των επιβαινόντων σε αυτό. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν εντελώς διαφορετική. Ήταν οτι ο κατηγορούμενος οδηγώντας το διπλοκάμπινο επίδικο όχημα και έχοντας ως συνοδηγό τον Μ.Υ. και ως συνεπιβάτες τις συζύγους τους στο πίσω κάθισμα, προσπέρασε ομάδα μοτοσικλετών, επανήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του, μπροστά από τις μοτοσυκλέτες και έφτασε στον προορισμό του χωρίς να κτυπήσει οποιουδήποτε και χωρίς καν να αντιληφθεί οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα στα αριστερά του, πέραν από αυτές που προσπέρασε. Με έκπληξη άκουσε την αστυνομικό του Αστυνομικού Σταθμού Κιτίου που τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να πάει στον Σταθμό για να δώσει κατάθεση σχετικά με ατύχημα που προκάλεσε. Γ. Η μαρτυρία Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας του. Αναφορά θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτύρησαν συνολικά έξι μάρτυρες. Ο Γιάννης Λοϊζου (στο εξής «ο Μ.Κ.1»), ο Αστυνομικός 3058, Αθ. Χαρίτου (στο εξής «ο Αστυνομικός»), ο Παντελής Κυριάκου (στο εξής «ο αυτόπτης μάρτυρας»), ο Παναγιώτης Αναστασίου (στο εξής «ο Μ.Κ.4»), ο Βασίλης Γεωργίου (στο εξής «ο Μ.Κ.5») και ο Αλέξης Ιωάννου (στο εξής ο «Μ.Κ.6»). Για την Υπεράσπιση, κατόπιν που η υπόθεση πέρασε το εκ πρώτης όψεως στάδιο και ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, μαρτύρησε ενόρκως ο κατηγορούμενος και ο Μιχάλης Σαραντάρης (στο εξής «ο Μ.Υ.»). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στην κατάθεση του ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο του με αρ. εγγραφής ΗΒΧ327 με συνοδηγό τον Μ.Κ.6 και κατεύθυνση από Κίτι προς Μενεού μαζί με άλλα τρία μοτοποδήλατα. Το όχημα του κατηγορούμενου το θυμάται πίσω από την ομάδα των μοτοσικλετών περίπου 10 με 15 μέτρα και ξαφνικά, όπως είπε, τους προσπέρασε, ενώ όλοι βρίσκονταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ο ίδιος ήταν κοντά στο πεζοδρόμιο. Προσπέρασε δίπλα από τον Μ.Κ.4, που οδηγούσε μία από τις 3 άλλες μοτοσυκλέτες, «έπιασε τον τόσο ξυστά που παραλίγο να τον κτυπήσει». Τότε, λόγω του ότι ο Μ.Κ.1 πίστεψε ότι επίτηδες ο οδηγός του διπλοκάμπινου πέρασε τόσο ξυστά δίπλα από τον φίλο του, επιτάχυνε, πρόλαβε το διπλοκάμπινο, μπήκε στην αριστερή του πλευρά, σήκωσε το δεξί του χέρι πάνω κάνοντας του σήμα και του φώναξε «νταμπου κάμνεις ρε κουμπάρε;». Τότε, είδε τον οδηγό που γύρισε και τον είδε και έκανε απότομη στροφή του τιμονιού του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να του κτυπήσει. Είναι σίγουρος ότι τον είδε ο Κατηγορούμενος πριν του χτυπήσει. Δεν είναι σε θέση να πει σε ποιο σημείο της μοτοσικλέτας του τον κτύπησε, πάντως ο ίδιος από την σύγκρουση πετάχτηκε στο πεζοδρόμιο και μετά σε παρακείμενο χωράφι. Δεν έδωσε σημασία πού κατέληξε η μοτοσικλέτα και ο συνοδηγός του πετάχτηκε από το κτύπημα κάπου δίπλα του. Το διπλοκάμπινο κτύπησε στη μοτοσικλέτα του, δεν της άγγιξε απλά. Το δυστύχημα έγινε όταν είχε ακόμη φως, είπε και ο επίδικος δρόμος ήταν έτσι κι αλλιώς αρκετά καλά φωτισμένος. Ο καιρός ήταν καλός, ο δρόμος καθαρός και στεγνός και από το δυστύχημα τραυματίστηκε στον σπόνδυλο, παρέμεινε στο Ορθοπεδικό του Νοσοκομείου για περίπου μια εβδομάδα. Αντεξεταζόμενος, επιβεβαίωσε ότι προσπέρασε το διπλοκάμπινο από αριστερά, κάτι το οποίο παραδέχθηκε ότι δεν εδικαιούτο να πράξει. Δε θυμάται σε ποιο σημείο της μοτοσικλέτας του τον κτύπησε το διπλοκάμπινο. Δε θυμάται ποιες ήταν οι ζημιές της μοτοσικλέτας του, εφόσον, είπε, του ήταν πιο σημαντική η σωματική του ακεραιότητα, και αυτή της συνοδηγού του, παρά η μοτοσικλέτα του. Δε θυμάται ούτε πού κατέληξε. Ανέφερε, πάντως, ότι ούτε ο κατηγορούμενος εδικαιούτο να προσπεράσει σε εκείνο το σημείο του δρόμου, θέση η οποία δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από τα σχεδιαγραφήματα της σκηνής, διότι δε φαίνεται να περιλαμβάνουν το σημείο του δρόμου όπου ο Κατηγορούμενος προσπέρασε τις μοτοσυκλέτες. Ανέφερε ότι παρόλο το σούρουπο, υπήρχε αρκετό φως ώστε κάποιος να βλέπει χωρίς φώτα. Δε θυμάται πάντως εάν τα δικά του ήταν αναμμένα. Δέχθηκε ότι θύμωσε όταν ο κατηγορούμενος προσπέρασε τόσο ξυστά τον Μ.Κ.4 και γι΄ αυτό έτρεξε να τον φθάσει και προσπάθησε να ζητήσει τον λόγο. Όταν του υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος ούτε τον είδε, ούτε τον άκουσε, ούτε τον κτύπησε, επέμεινε στις θέσεις του. Ο Αστυνομικός, εξεταστής της υπόθεσης, ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου κατά τον επίδικο χρόνο. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, στην προσπάθεια του να προσπεράσει τη μοτοσικλέτα του Μ.Κ.1, συγκρούστηκε ελαφριά με το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος του στο δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.1 να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και να προσκρούσει στο πεζοδρόμιο αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και να τραυματιστεί. Διενήργησε προκαταρκτική εξέταση στον Λοΐζου με μηδενική ένδειξη. Κατόπιν εξετάσεων στο διπλοκάμπινο, διαπίστωσε ότι το επίδικο όχημα δεν έφερε οποιαδήποτε ζημιά. Επίσης, βρήκε ότι το μοτοποδήλατο υπέστη ελαφριές ζημιές στο αριστερό της μέρος, από την αντίθετη δηλαδή πλευρά της ισχυριζόμενης σύγκρουσης, το οποίο απέδωσε στο ότι οι ζημιές έγιναν από τη σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με το πεζοδρόμιο και όχι με το διπλοκάμπινο του Κατηγορούμενου. Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο είναι 50 χλμ και πρόκειται για δρόμο ευθύ, επίπεδο και ασφαλτοστρωμένο, διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση πλάτους περί τα 6,20 μέτρα. Η ορατότητα του κατηγορούμενου κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν πέραν των 100 μέτρων, είπε, και το δυστύχημα επεσυνέβη περί ώρα 20:15, ενώ ήταν βράδυ και ο καιρός ήταν αίθριος. Του υποδείχθηκε από τον Μ.Κ.1 το σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε στο σχέδιο, το πρόχειρο και αργότερα το τελικό, ως το γράμμα «Χ». Σημείωσε επίσης ως «Χ1» ίχνη μαυρίσματος που βρήκε επί της λίνιας του πεζοδρομίου, μήκους 20 εκατοστών, τα οποία απέδωσε στα ελαστικά του διπλοκάμπινου. Ο Μ.Κ.1 υπέγραψε ως ορθό το πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Κάλεσε την ίδια μέρα και στις 21:30 και τον κατηγορούμενο για να δώσει κατάθεση. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι δεν ενεπλάκη σε οποιοδήποτε ατύχημα και όταν του έγινε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης η ένδειξη ήταν μηδέν. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι στη σκηνή του ατυχήματος υπήρχε η μοτοσικλέτα, ήταν στημένη στην άκρη του πεζοδρομίου, είπε, αλλά όχι στην τελική της θέση μετά το ατύχημα. Διαπίστωσε ότι η μοτοσικλέτα μετακινήθηκε από νεαρά άτομα, φίλους των Μ.Κ., δεν ρώτησε όμως γιατί. Δέχθηκε ότι το ίχνος μαυρίσματος, που βρήκε ο ίδιος στη λίνια του πεζοδρομίου είναι πιθανό να προέρχεται από οποιοδήποτε αυτοκίνητο και όχι απαραίτητα από το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου. Του είπαν, πάντως, οι νεαροί ότι κατέληξαν στο χωράφι. Δεν είναι οι νεαροί που του υπέδειξαν το μαύρισμα αυτό, αλλά εξέφρασε την άποψη ότι συνήδε και με τη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν οποιεσδήποτε ζημιές επί του διπλοκάμπινου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν προκάλεσε το ατύχημα. Είπε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, το αυτοκίνητο άγγιξε ελαφριά τη μοτοσικλέτα του Μ.Κ.1 και εξέφρασε την άποψη ότι είναι πιθανόν οι ζημιές της να προέκυψαν από την πτώση της παρά από την σύγκρουση. Ο αυτόπτης μάρτυρας ανέφερε ότι ο δρόμος κατά τη στιγμή του ατυχήματος ήταν φωτισμένος ικανοποιητικά και είδε το ατύχημα ενώ αυτός ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, είχε καθαρό οπτικό πεδίο και χωρίς όχημα μεταξύ του και του διπλοκάμπινου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Είδε το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου να κινείται στην αριστερή λωρίδα και λοξός αριστερά διανύοντας απόσταση περίπου 15 μέτρα. Το διπλοκάμπινο κτύπησε με τη μοτοσικλέτα του ΜΚ1 στη δεξιά της πλευρά και στο πίσω μέρος αυτής. Η μοτοσικλέτα πέταξε τον ένα επιβάτη αυτής στο πεζοδρόμιο και τον άλλο στο χωράφι και η ίδια η μοτοσικλέτα έμεινε στο πεζοδρόμιο. Το διπλοκάμπινο, πριν ευθυγραμμιστεί με την πορεία του, τραντάχτηκε αφού κτύπησε πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο. Ο οδηγός του διπλοκάμπινου δεν σταμάτησε μετά τη σύγκρουση, έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, επανέφερε το αυτοκίνητο του στο δρόμο και συνέχισε κανονικά την πορεία του. Οι νεαροί που ακολουθούσαν με τις μοτοσυκλέτες τους, προσπάθησαν να σταματήσουν το διπλοκάμπινο, φώναζαν, κόρναραν και ο ένας από αυτούς το ακολούθησε. Προσπάθησε και ο ίδιος ο αυτόπτης μάρτυρας να ακολουθήσει το διπλοκάμπινο που απομακρυνόταν από το μέρος χωρίς να αυξήσει ή να ελαττώσει ταχύτητα αλλά πρόλαβε να δει μόνο ότι ήταν ISUZU και μετά κατέβηκε για βοήθεια. Αντεξεταζόμενος, ο αυτόπτης μάρτυρας ανέφερε ότι το διπλοκάμπινο κτύπησε με το μπροστινό αριστερό του πλάι στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας του Μ.Κ.1 και επαναβεβαίωσε ότι το διπλοκάμπινο κτύπησε στο πεζοδρόμιο και μετά επανήλθε στην πορεία του. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο και ότι η ταχύτητα του διπλοκάμπινου δεν ήταν μεγάλη, 35 με 40 χλμ την ώρα, πριν τη σύγκρουση. Όταν του υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος καμία σχέση έχει με το ατύχημα, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εφόσον δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΚΖU184 και συνεπιβάτη τον Μ.Κ.

  1. Όπως οδηγούσε αντελήφθηκε το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου τελείως πίσω του και ότι ήθελε να τον προσπεράσει και άρχισε να κινείται προς τα αριστερά. . Όταν γύρισε πίσω να τον δει, είπε ότι, «εσαλαβάταν τζιαι έκαμνε κάτι κινήσεις προς εμάς». Τότε το διπλοκάμπινο τον προσπέρασε τελείως ξυστά από την δεξιά του πλευρά και ξαναμπήκε κανονικά στην αριστερή λωρίδα. Η μία γυναίκα εκ των επιβατών του διπλοκάμπινου τον έβλεπε όταν το διπλοκάμπινο τον προσπερνούσε. Τότε ο Μ.Κ.1 επιτάχυνε ώστε να φθάσει το διπλοκάμπινο και να πάρει τον λόγο. Τότε ο κατηγορούμενος έκοψε απότομα το αυτοκίνητο προς τα πάνω του και τον κτύπησε με αποτέλεσμακαι οι δύο επιβαίνοντες να εκτιναχθούν από την μοτοσικλέτα και να βρεθούν αριστερά του δρόμου. Μετά που το διπλοκάμπινο τους κτύπησε, κτύπησε και εκείνο στο πεζοδρόμο, είπε μάλιστα ότι «εφκήκε ταυτόχρονα τζιαι το μισό αυτοκίνητο πας το πεζοδρόμιο και παρολίγο να τους τζιλήσει», πριν ευθυγραμμιστεί τελικά με την πορεία του και εγκαταλείψει το μέρος, χωρίς να αυξήσει ή να ελαττώσει ταχύτητα. Δεν είχε ακόμα νυχτώσει εντελώς, προσπάθησε να δει τα νούμερα του διπολοκάμπινου πριν αυτό απομακρυνθεί από το μέρος και τα κατάφερε. Ακολουθώντας το, τα σημείωσε και πήγε πίσω για να δει αν ήταν καλά οι φίλοι του. Ανέφερε πάντως ότι ενώ ακολουθούσε το διπλοκάμπινο για να πάρει τους αρ. εγγραφής του, αυτό πατούσε φρένα «για να κτυπήσω και εγώ πίσω του». Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν 150 με 200 μέτρα πίσω από τα δύο οχήματα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης τους. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι βρισκόταν 40 με 50 μέτρα περίπου πίσω από τα ενεχόμενα στο ατύχημα οχήματα. Εξέφρασε βεβαιότητα για το ότι ο κατηγορούμενος είδε τον Μ.Κ.1 να σηκώνει το χέρι του πριν του χτυπήσει και ότι ο κατηγορούμενος επίτηδες του χτύπησε, διότι η κίνηση του διπλοκάμπινου προς τον Μ.Κ.1, ήταν σχεδόν 90 μοιρών. Δεν είναι σε θέση πάντως να αναφέρει σε ποια σημεία τους τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.6 εκτινάχθηκαν από τη μοτοσικλέτα, αλλά δεν θυμάται πού κατέληξε η μοτοσικλέτα του. Επέμεινε ότι είναι ο κατηγορούμενος που κτύπησε στον Μ.Κ.1 και όχι το αντίθετο. Ακολούθησε τον κατηγορούμενο για 400 μέτρα, είπε, ίσως και περισσότερα, για να πάρει τους αρ. εγγραφής του και επέμενε ότι πατούσε τα στόπερ το διπλοκάμπινο ώστε να τον δυσκολέψει στην προσπάθεια του αυτή. Επιβεβαίωσε πάντως, ότι και οι λοιποί μάρτυρες στην υπόθεση, ότι, δηλαδή, το αυτοκίνητο δεν ανέπτυξε ταχύτητα για να διαφύγει από το μέρος. Όταν του υπεβλήθη ότι το μόνο που έκανε ο κατηγορούμενος ήταν να προσπεράσει ένα μπουλούκι 3 με 4 μοτοσικλετών αλλά πέραν αυτού σε τίποτα δεν γνωρίζει ή ευθύνεται, απάντησε αυθόρμητα ότι δεν λέει ψέματα και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Διερωτήθηκε επίσης, και εριστικά προς τον συνήγορο του κατηγορούμενου, γιατί να έφταιγε τον κατηγορούμενο εάν ο Μ.Κ.1 μόνος του έπεσε και κτύπησε. Δεν είναι φίλοι κολλητοί με τον Μ.Κ.
  2. Ήρθε στο Δικαστήριο για να πει τί έγινε και τί είδε. Ο Μ.Κ.5 ήταν ο συνοδηγός του Μ.Κ.
  3. Ανέφερε ότι το διπλοκάμπινο προσπέρασε ξυστά από την μοτοσικλέτα τους και παρολίγο να τους κτυπήσει. Ο Μ.Κ.1 ανέπτυξε ταχύτητα, έφτασε το διπλοκάμπινο και τότε ο οδηγός του διπλοκάμπινου έκοψε το τιμόνι προς τα αριστερά και κτύπησε στη μοτοσικλέτα του ΜΚ
  4. Και οι δύο επιβαίνοντες εκτινάχθηκαν από αυτήν. Ο Μ.Κ.6 κατέληξε σε φράχτη περίφραξης χωραφιού και ο Μ.Κ.1 εντός του χωραφιού. Είδε και αναγνώρισε τον οδηγό του διπλοκάμπινου, εφόσον είναι γείτονες στο χωριό Τερσεφάνου. Επιβεβαίωσε ότι είχε συνοδηγό έναν άντρα και συνεπιβάτες στο πίσω κάθισμα δύο γυναίκες. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν σούρουπο. Η μοτοσικλέτα στην οποία αυτός και ο Μ.Κ.4 επέβαιναν ήταν πιο κοντά από όλες τις ομάδας, στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των λωρίδων. Δε γνωρίζει μέχρι ποιου σημείου του διπλοκάμπινου έφτασε η μοτοσικλέτα του Μ.Κ.1 κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Είπε, πάντως, ότι το διπλοκάμπινο άλλαξε πορεία και κτύπησε τη μοτοσικλέτα του Μ.Κ.
  5. Ανέφερε ότι μετά το συμβάν η πρώτη του ενέργεια ήταν να κατέβει από τη μοτοσικλέτα και να προσπαθήσει να βοηθήσει τους τραυματίες. Δεν είδε πάντως τον Μ.Κ.1 να κάμνει οποιαδήποτε κίνηση με τα χέρια του προς τον κατηγορούμενο. Δεν θυμάται ούτε πού κατέληξε η μοτοσικλέτα του Μ.Κ.
  6. Ανέφερε πάντως ότι τότε με τον Μ.Κ.1 έκαναν περιστασιακή παρέα και δεν θα ερχόταν στο Δικαστήριο να πει κάτι άλλο από εκείνο το οποίο είδε. Όταν του υπεβλήθη ότι ήρθε για να βοηθήσει τον Μ.Κ.1, αυτός απάντησε με αυθορμητισμό «τί να βοηθήσω; απλώς έτυχε και ήμουν εκεί». Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε την εκδοχή του. Ο Μ.Κ.6 ήταν συνοδηγός στην μοτοσικλέτα του Μ.Κ.
  7. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι το διπλοκάμπινο πέρασε ξυστά δίπλα από τον Μ.Κ.4 και τον άγγιξε λίγο πάνω στα πόδια. Παρολίγο ο Μ.Κ.4 να χάσει τον έλεγχο της. Τότε ο Μ.Κ.1 ανέπτυξε ταχύτητα έφτασε στα αριστερά του διπλοκάμπινου είδε ότι οδηγός και συνοδηγός αυτού ήταν ο κατηγορούμενος και ο Μ.Υ. αντίστοιχα και στο πίσω μέρος δύο γυναίκες ως επιβάτες. Όταν ο κατηγορούμενος τους είδε, έστριψε επίτηδες το τιμόνι πάνω τους και τους κτύπησε. Είπε ότι «εγώ ένιωθα τις πισινές αριστερές πόρτες του διπλοκάμπινου να με αγγίζουν πας το πόδι, το ίδιο τζιαι του Γιάννη». Τότε, ο Μ.Κ.1 έχασε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου και ο Μ.Κ.6 εκτοξεύτηκε από τη μοτόρα σταματώντας πάνω σε σιδερένια περίφραξη και τον στύλο μιας παρακείμενης ταμπέλας. Ο Μ.Κ.1 συνέχισε τριφτός πάνω στη μοτοσικλέτα μέχρι που σταμάτησε σε παρακείμενο χωράφι. Το διπλοκάμπινο ευθυγραμμίστηκε με την πορεία του μετά που τους κτύπησε και συνέχισε τον δρόμο του. Μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου όπου εξετάστηκε και του δόθηκε εξιτήριο λόγω των μη σοβαρών του τραυμάτων. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν επεσυνέβη το ατυχήμα ήταν σούρουπο. Δε θυμάται ποια μοτοσικλέτα ήταν μπροστά και ποια ήταν πίσω, ούτε αν ήταν όλοι στην ίδια σειρά. Δε θυμάται πόση απόσταση προχώρησε το διπλοκάμπινο πριν το ακολουθήσουν. Ούτε θυμάται ακριβώς σε ποιο ύψος του διπλοκάμπινου έφτασε η μοτοσυκλέτα τους πριν τη σύγκρουση. Δε θυμάται ακριβώς τί διημείφθη μεταξύ του Μ.Κ.1 και του κατηγορούμενου. Ούτε θυμάται αν ήταν ανοιχτά τα παράθυρα του διπλοκάμπινου. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος τους άγγιξε απλώς, είπε ότι τους κτύπησε. Ο ίδιος εκτινάχθηκε και κτύπησε στον στύλο ταμπέλας, τραυματίστηκε σε πόδια, δόντια και αγκώνες. Δεν θυμάται τί ζημιές είχε η μοτοσικλέτα του. Είπε, σε σχέση με τους τραυματισμούς του, οτι είχε αίματα στο κεφάλι, έπαθε σοκ, είχε τραύματα στο γόνατο, του πήρε 1,5 μήνα να ξαναπερπατήσει κανονικά. Είχε κοστώματα και μικροτραυματισμούς σε όλο του το σώμα. Δεν θυμάται αν μετακινήθηκε η μοτόρα από την τελική της θέση. Πάντως, με τον Μ.Κ.1 είναι γνωστοί, χωρίς όμως να κάνουν κολλητή παρέα και ούτε τον ρώτησε τί έγινε με τη μοτοσικλέτα του μετά το ατύχημα εφόσον δεν ήταν το πρώτο του μέλημα. Όταν του υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος καμία σχέση έχει με το ατύχημα, ανέφερε θιγόμενος ότι ό,τι είχε να πει το είπε. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην Αστυνομία σε όλες, πλην τριών ερωτήσεων, απάντησε με τη φράση «ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Οι ερωτήσεις στις οποίες απάντησε θετικά ήταν οι εξής: Ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, ότι ουδείς άλλος το οδηγεί και ότι σχετικά με την υπόθεση που διερευνόταν δεν είχε κάτι άλλο σχετικό να πει για το οποίο δεν ερωτήθηκε. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, απάντησε «εγώ δεν είδα μοτόρα μπροστά μου μετά που τους επροσπέρασα τζιαι ούτε επροκάλεσα δυστύχημα». Στο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στην Αστυνομία εξ ου και δεν απάντησε σε οποιαδήποτε ουσιαστική, ως είπε, ερώτηση κατά την κατάθεσή του. Είπε ότι ήθελε να προσπεράσει το μπουλούκι των μοτοσικλετών επειδή πήγαιναν άλλοι πολύ αργά και άλλοι έκαναν σούζες στο δρόμο και οδηγούσαν επικίνδυνα. Τους κόρναρε και του έδωσαν την ευκαιρία να τους προσπεράσει. Οι μοτοσυκλέτες του έδωσαν ευκαιρία να τις προσπεράσει, πηγαίνοντας πιο αριστερά προς το πεζοδρόμιο, τους προσπέρασε και μετά δεν είδε οποιαδήποτε άλλη μοτοσικλέτα. Έφτασε στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου, προσκύνησε και τότε τον πήρε τηλέφωνο μια αστυνομικός λέγοντας του ότι πρέπει να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου γιατί προκάλεσε ατυχήμα και πρέπει να δώσει κατάθεση. Όταν του αναφέρθηκε ότι η Αστυνομία έχει ανεξάρτητο μάρτυρα, αυτός τους είπε «αυτό είναι πρόβλημα δικό σου και όχι δικό μου». Ερώτησε με τί τεκμήρια τον κατηγορούν και οι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι δεν βρήκαν τη μοτοσικλέτα στην τελική της θέση, αλλά ότι έχουν μαρτυρία από τον ανεξάρτητο μάρτυρα. Βασίστηκε πάνω στο ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά στο διπλοκάμπινο του για να υποστηρίξει τη θέση ότι ουδέποτε κτύπησε στη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Μ.Κ.1, ουδέποτε είδε τον Μ.Κ. να του νεύει και ουδέποτε του χτύπησε. Δε μίλησε με τους συνεπιβάτες του για τις μοτοσικλέτες που προσπέρασαν. Ούτε αναφέρθηκε οτιδήποτε μεταξύ του κατηγορούμενου και των συνεπιβατών του, για οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα μετά που προσπέρασαν όλη την ομάδα μοτοσυκλετών. Δεν δέχεται το σχέδιο που εκπόνησε ο αστυνομικός γιατί δεν έγινε ταυτόχρονα με το ατύχημα, αλλά μια βδομάδα μετά, όπως είπε, και πρώτη φορά το έβλεπε στο Δικαστήριο. Δε γνώριζε τίποτε για το ίχνος μαυρίσματος στο πεζοδρόμιο και ούτε δημιουργήθηκε από το διπλοκάμπινό του, αφού ο ίδιος δεν συγκρούστηκε με καμία μοτοσικλέτα, ούτε με το αριστερό πεζοδρόμιο. Όταν ερωτήθηκε γιατί σε μερικές ερωτήσεις της κατάθεσης του απάντησε ενώ στις περισσότερες από αυτές απάντησε «ό,τι έχω να το πω θα το πω στο Δικαστήριο», είπε ότι αυτές στις οποίες απάντησε δεν μπορούσε ο αστυνομικός να γράψει κάτι διαφορετικό. Δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στην Αστυνομία γιατί μπορεί να λέει άλλα και να γράφει άλλα. Του υπεβλήθη ότι ο λόγος που δεν απάντησε στις ουσιαστικές επί του ατυχήματος ερωτήσεις ήταν για να μην επωμισθεί ευθύνης και το αρνήθηκε. Ο Μ.Υ. επιβεβαίωσε ότι μετά που ο κατηγορούμενος προσπέρασε το μπουλούκι μοτοσικλετών, οι οποίες κινούνταν επικίνδυνα και έκαναν σούζες, τίποτε δεν είδε και τίποτε δεν ένιωσε. Δεν είδε μοτοσικλέτα να τους προσεγγίζει από αριστερά και ούτε αντελήφθηκε ο κατηγορούμενος να κτύπησε οποιονδήποτε. Ότι είναι αδύνατο να κτύπησε ο κατηγορούμενος σε κάποιον και να μην το αντιλήφθηκε ούτε ο Κατηγορούμενος, ούτε ο ίδιος. Όταν του αναφέρθηκε ότι υπάρχει και ανεξάρτητος μάρτυρας, ο οποίος αναφέρει τη σύγκρουση του διπλοκάμπινου με της μοτοσικλέτας λόγω της αλλαγής πορείας του διπλοκάμπινου και της κίνησης του αριστερά, είπε ότι «είναι δικαίωμα του καθενός να λέει ότι θέλει». Δ. Αξιοπιστία μαρτύρων Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα, την διάθεση υπεκφυγής, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν καθώς και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Βρίσκω τον Μ.Κ.1 ως αξιόπιστο μάρτυρα. Κρίνω ότι με αμεσότητα και αυθορμητισμό κατέθεσε στο Δικαστήριο τα όσα είδε και έζησε τη μέρα εκείνη. Με ειλικρίνεια, κρίνω, ανέφερε ότι νευρίασε όταν είδε τον κατηγορούμενο να προσπερνά τόσο κοντά στον Μ.Κ.4 και επειδή πίστεψε ότι το έκανε επίτηδες, προσπάθησε να τον προσπεράσει από αριστερά και να του ζητήσει τον λόγο. Κρίνω ότι η μαρτυρία του συνάδει στα ουσιώδη της σημεία με αυτή των λοιπών αξιόπιστων μαρτύρων κατηγορίας και τη δέχομαι. Εκτός σε ότι αφορά στο ότι ο κατηγορούμενος τον είδε και επίτηδες έστριψε το τιμόνι του αριστερά, με σκοπό να τον χτυπήσει, διότι αυτή του η θέση είναι δυνατόν να επηρεάστηκε από τη συναισθηματική κατάσταση θυμού, στην οποία ο ίδιος παραδέχτηκε ότι βρισκόταν. Δε μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του Αστυνομικού, ως βάση για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Αφενός γιατί δεν ήταν παρών κατά το χρόνο που συνέβηκε το ατύχημα και επομένως πλείστα όσα ανέφερε είναι συμπεράσματά του από τη μαρτυρία που περισυνέλεξε και αφετέρου γιατί ανέφερε ότι είναι πιθανόν το μαύρισμα επί του πεζοδρομίου, που σημείωσε ως «Γ», να ανήκε σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο, όχι μόνο στο επίδικο και δεν έλεγξε προηγουμένως το πεζοδρόμιο ώστε να είναι σε θέση να αποκλείσει αυτή την πιθανότητα. Επίσης, η μαρτυρία του ως προς το πώς συνέβηκε το ατύχημα δεν συνάδει με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία στην υπόθεση. Δηλαδή, ο ίδιος ανέφερε ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη ενώ ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να προσπεράσει τον Μ.Κ.1, ενώ η θέση όλων των ΜΚ είναι διαφορετική. Εν κατακλείδι, παρόλο που τον κρίνω ως ειλικρινή μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Κρίνω τον αυτόπτη μάρτυρα ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Ήταν άμεσος και σταθερός στις απαντήσεις του και, κρίνω, ειλικρινής. Δεν είχε λόγο να αναφέρει στο Δικαστήριο κάτι το οποίο δεν ευσταθούσε, ή να φταίξει τον κατηγορούμενο για κάτι για το οποίο δεν ευθυνόταν. Κρίνω ότι είναι ο μόνος πραγματικά ανεξάρτητος μάρτυρας στην υπόθεση, χωρίς οποιαδήποτε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα στην υπόθεση, κάτι που προσδίδει ιδιαίτερη αξιοπιστία στην εκδοχή του. Δεν έχω αμφιβολία ότι αν βασιστώ στα όσα είπε θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Δέχομαι και τον Μ.Κ.4 ως αξιόπιστο μάρτυρα. Απαντούσε με αυθορμητισμό και αμεσότητα και φαινόταν να θιγόταν όταν του υποβάλλονταν ότι τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα ανέφερε. Πάντως, στις περιπτώσεις που δεν γνώριζε τις απαντήσεις στα ερωτήματα της Υπεράσπισης, το ανέφερε ρητά, χωρίς να εικάζει ή να συμπεραίνει. Τον κρίνω ως αξιόπιστο, παρόλο που παρατηρήθηκε μια μικροαντίφαση στη μαρτυρία του και συνίστατο στο ότι ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι είδε την σύγκρουση μεταξύ κατηγορούμενου και Μ.Κ.1 από 40 με 50 μέτρα περίπου μακριά, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την είδε από 150 με 200 μέτρα μακριά. Δεν βρίσκω αυτή η μικροαντίφαση να μπορεί να επενεργήσει αρνητικά στην αξιοπιστία του. Ειδικά προερχόμενη από έναν έφηβο, ο οποίος βρισκόταν επί κινούμενης μοτοσυκλέτας και ο οποίος παραδεκτά ήταν νευριασμένος με το τί είδε και τί έγινε εκείνη την μέρα. Κρίνω και τον Μ.Κ.5 ως αξιόπιστο μάρτυρα. Απάντησε επίσης με αμεσότητα και αυθορμητισμό τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Δέχομαι ότι αν βασιστώ στη μαρτυρία θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Δέχομαι και τον Μ.Κ.6 ως αξιόπιστο μάρτυρα. Ήταν σε, αντικειμενικά, πολύ καλή θέση να αναφέρει πώς έγινε η σύγκρουση μεταξύ του διπλοκάμπινου και της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Μ.Κ.1 εφόσον αυτός ήταν συνοδηγός στην ίδια μοτοσικλέτα. Τον κρίνω ως ειλικρινή, και ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, παρόλο που ήταν φίλος με τον Μ.Κ.1 και υπέστη και αυτός τραύματα από την σύγκρουση. Η μαρτυρία του συνάδει, στις ουσιώδεις πτυχές της, με αυτή των λοιπών αξιόπιστων μαρτύρων κατηγορίας. Δέχομαι ότι αν βασιστώ στη μαρτυρία του θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Σε σχέση με αντιφάσεις στη μαρτυρία, καθοδηγούμαι από την υπόθεση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, όπου λέχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται σε αριθμητική αποτίμηση της αξιολόγησης, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της. Περαιτέρω, στην Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο. Τέλος η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628).» Οι όποιες, επομένως, αντιφάσεις που παρατηρήθηκαν μεταξύ των ΜΚ δεν βρίσκω να είναι ουσιώδεις για την υπόθεση. Κρίνω ότι, αυτές είναι εν πολλοίς αναμενόμενες από μη προσυμφωνήσαντες μάρτυρες. Τις βρίσκω ως σημάδι αξιοπιστίας, παρά αναξιοπιστίας, υπό την έννοια του ότι ο κάθε ένας τους με ειλικρίνεια ανέφερε στο Δικαστήριο αυτά που πιστεύει ότι είδε και έζησε τη συγκεκριμένη μέρα και είναι λογικό οι εκδοχές τους να μην συνάδουν απόλυτα. Πρόκειτο για μία ομάδα εφήβων, επί κινούμενων μοτοσυκλετών, υπό το καθεστώς θυμού για τον τρόπο που τους προσπέρασε ο κατηγορούμενος, και οι οποίοι επηρεάστηκαν συναισθηματικά, από την κατάληξη που είχε το συμβάν. Βρίσκω επομένως. λογικό, οι ΜΚ1, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6, να μη θυμούνται επακριβώς τη σειρά με την οποία κινούνταν οι μοτοσικλέτες τους ή να μην είναι σε θέση να απαντήσουν επακριβώς ή με απόλυτη μεταξύ τους συνοχή το πόσο μακριά ήταν η μια από την άλλη μοτοσικλέτα ή πόσο μακριά τους ήταν το διπλοκάμπινο και το μοτοποδήλατο του Μ.Κ.1 όταν επεσυνέβη η σύγκρουση. Βρίσκω ότι, επί των πράγματι ουσιωδών σημείων της μαρτυρίας τους, υπάρχει απόλυτη σύγκλιση. Ότι δηλαδή ήταν συνολικά τέσσερις μοτοσικλέτες, ότι όλες προχωρούσαν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, οτι ο κατηγορούμενος προσπέρασε ξυστά τον Μ.Κ.4, ότι ο Μ.Κ.1 θέλοντας να πάρει τον λόγο τον έφτασε από αριστερά και οτι ο κατηγορούμενος κινήθηκε αριστερότερα κτυπώντας της μοτοσυκλέτας του ΜΚ1, ενώ από τη σύγκρουση οι επιβάτες στη μοτοσυκλέτα εκτινάχθηκαν από αυτή και κατέληξαν αριστερότερα του δρόμου σε παρακείμενο χωράφι. Συμφωνούν επίσης ότι στο αυτοκίνητο επέβαιναν ως οδηγός και συνοδηγός δύο άντρες και ως επιβαίνουσες στο πίσω κάθισμα δύο γυναίκες. Είναι σημαντικό, επίσης σε αυτό το σημείο να σημειωθεί, ότι ο κάθε ένας από αυτούς, είδε κάποιον από τους τέσσερις επιβάτες του διπλοκάμπινου, να τον κοιτά κατά την στιγμή που προσπερνούσε τον Μ.Κ.4 ή να τον έχει έστω αντιληφθεί πριν τη σύγκρουση. Δε μπορώ να δεχθώ, ούτε τον κατηγορούμενο, ούτε τον Μ.Υ. ως αξιόπιστους μάρτυρες. Κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος ήταν απότομος και μη επεξηγηματικός στις απαντήσεις του. Εκφραζόταν ωσάν τα όσα έλεγε να ήταν αυταπόδεικτα γεγονότα, παρά το ζητούμενο. Δε μπορώ να δεχθώ ότι, ένας αυτόπτης μάρτυρας και τέσσερις νεαροί, επιβαίνοντες σε μοτοσικλέτες είπαν ότι ο ίδιος προκάλεσε το ατύχημα με την αλλαγή πορείας του προς τα αριστερά, ενώ κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβηκε και απλώς συνέργησαν μεταξύ τους για να τον ενοχοποιήσουν. Ούτε μπορώ να δεχθώ ότι, είναι δυνατό ο Κατηγορούμενος να προχώρησε κανονικά στην πορεία του χωρίς να δει την μοτοσικλέτα του Μ.Κ.1 και χωρίς να νιώσει ότι της κτύπησε. Βεβαίως, το διπλοκάμπινο είναι πολύ μεγαλύτερο, πολύ βαρύτερο και πολύ πιο ογκώδες όχημα από μια μοτοσικλέτα. Όμως, μία σύγκρουση η οποία ήταν αρκετή, ώστε ο Μ.Κ.1 να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, να χτυπήσει στο πεζοδρόμιο και να εκτιναχθούν από αυτήν οι επιβαίνοντες της και το διπλοκάμπινο να προσκρούσει κι εκείνο στο πεζοδρόμιο πριν πάρει κανονικά την πορεία του, δε μπορώ να δεχθώ οτι δεν ήταν αισθητή στους επιβαίνοντες του διπλοκάμπινου. Το γεγονός, βεβαίως, ότι δεν υπάρχουν και δεν βρέθηκαν οποιεσδήποτε ζημιές στο διπλοκάμπινο δεν μπορεί από μόνο του να βεβαιώσει ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε σύγκρουση. Μπορεί μόνο να βεβαιώσει ότι η σύγκρουση δεν ήταν βίαιη. Κρίνω ότι ο Μ.Υ. ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να υποστηρίξει τον φίλο και κουμπάρο του. Ειδικά εφόσον ο ίδιος καθόταν ως συνοδηγός, βρίσκω απίθανο να μην είδε τον Μ.Κ.1 είτε όταν αυτός σήκωνε το χέρι του και ζητούσε τον λόγο, είτε κατά τη σύγκρουση, όσο ελαφριά και αν ήταν αυτή, ακόμα και στην περίπτωση που τα παράθυρα του διπλοκάμπινου ήταν κλειστά κατά τη σύγκρουση. Ε. Ευρήματα Ως εκ των πιο πάνω, είμαι σε θέση να προβώ στα πιο κάτω ευρήματα. Στις 27/4/2013 και περί τις 8 μ.μ. ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το διπλοκάμπινο με αρ. εγγραφής ΒΑD 548, μάρκας Isuzu, χρώματος γκρι στη Λεωφόρο Μακαρίου στο Κίτι με κατεύθυνση προς Μενεού. Είχε ως συνοδηγό τον ΜΥ και ως συνεπιβάτες στο πίσω κάθισμα τις συζύγους των δύο. Προπορεύονταν του διπλοκάμπινου 4 μοτοσυκλέτες. Σε μία από αυτές, με αριθμούς εγγραφής ΗΒΧ 327, επέβαιναν οι ΜΚ1 και ΜΚ6. Σε δεύτερη από αυτές, με αριθμούς εγγραφής KZU184, επέβαιναν οι ΜΚ4 και ΜΚ5. Ο Κατηγορούμενος κόρναρε στις μοτοσυκλέτες και τις προσπέρασε από δεξιά. Πέρασε ξυστά δίπλα από τον ΜΚ4. Τότε ο ΜΚ1 νευρίασε και ανέπτυξε ταχύτητα για να πάρει το λόγο για αυτή την ενέργεια του Κατηγορούμενου. Μπήκε στην αριστερή πλευρά του διπλοκάμπινου, το οποίο είχε ήδη μπει πίσω στην αριστερή λωρίδα και του έγνεψε με το χέρι του. Ο Κατηγορούμενος ενώ τον είδε, κινήθηκε αριστερότερα της πορείας του και χτύπησε στη μοτοσυκλέτα του ΜΚ1. Λόγω της σύγκρουσης, που δεν ήταν βίαιη, ο ΜΚ1 έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, η μοτοσυκλέτα χτύπησε στη λίνια του αριστερού πεζοδρομίου, οι ΜΚ1 και 6 εκτινάχθηκαν από αυτήν και κατέληξαν στο έδαφος, αριστερότερα του δρόμου. Η μοτοσυκλέτα ανέβηκε επί του πεζοδρομίου και ακολούθως ακινητοποιήθηκε. Το διπλοκάμπινο συγκρούστηκε, επίσης, με τη λίνια του αριστερού, ως η πορεία του, πεζοδρομίου. Κατόπιν ευθυγραμμίστηκε στην πορεία του και απομακρύνθηκε από το μέρος, χωρίς να αυξήσει ή να ελαττώσει ταχύτητα. Στη μοτοσυκλέτα υπήρχαν με αριθμούς εγγραφής ΗΒΧ 327 υπήρχαν ελαφριές ζημιές στο αριστερό της μέρος. Στο διπλοκάμπινο δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε ζημιές. Ήταν σούρουπο και ο δρόμος ήταν επαρκώς φωτισμένος. Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο είναι 50 χλμ και πρόκειται για δρόμο ευθύ, επίπεδο και ασφαλτοστρωμένο, διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση πλάτους περί τα 6,20 μέτρα. Ο καιρός ήταν καλός, ο δρόμος καθαρός και στεγνός. Από το δυστύχημα ο ΜΚ1 τραυματίστηκε στον σπόνδυλο και παρέμεινε στο Ορθοπεδικό του Νοσοκομείου για περίπου μια εβδομάδα. Ο ΜΚ6 υπέστη κοστώματα και μικροτραυματισμούς σε όλο του το σώμα. Στ. Νομική πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρεται οτι η οδήγηση απαιτεί την άσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση άσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική (βλ. Σωκράτους (ανωτέρω). Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η αμέλεια του κατηγορούμενου κατά την οδήγηση συνίσταται στο ότι, προσπέρασε τον ΜΚ4 από τόσο κοντινή απόσταση, ώστε να δημιουργήσει επικινδυνότητα σε αυτόν και άλλα πρόσωπα που νόμιμα χρησιμοποιούσαν το δρόμο εκείνη τη στιγμή. Κρίνω, ότι ο μέσος συνετός οδηγός δεν θα ενεργούσε με αυτό τον τρόπο. Επίσης, η αμέλεια του κατηγορούμενου, σε σχέση με την πρόκληση του ατυχήματος έγκειται στο ότι, κινήθηκε λοξά προς τα αριστερά, ενώ ήδη βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα, ως η πορεία του, και ενώ είδε ότι αριστερότερά του κινείτο ο Μ.Κ.1 και συγκρούστηκε με τη μοτοσυκλέτα που ο τελευταίος οδηγούσε. Φρονώ, ότι ο μέσος συνετός οδηγός δεν θα ενεργούσε με αυτό τον τρόπο. Ας σημειωθεί σε αυτό το στάδιο, ότι ακόμα και εάν η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Κατηγορούμενου και του ΜΥ ήταν διαφορετική, εάν δηλαδή δεχόμουν τη μαρτυρία τους ως προς το ότι δεν είδαν καθόλου τον ΜΚ1 και πάλιν θα έβρισκα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής, υπό της εξής έννοια: Παρόλο που ο ΜΚ1 προσπάθησε να προσπεράσει το διπλοκάμπινο από αριστερά, κάτι που παραδεχτά δεν ήταν νόμιμο, κρίνω ότι ο μέσος συνετός οδηγός που μόλις έχει προσπεράσει μπουλούκι μοτοσυκλετών που, κατά τον ισχυρισμό του, κινούνταν επικίνδυνα, θα κοίταζε πίσω του, έστω και μέσα από τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου του, για να βεβαιωθεί ότι τους προσπέρασε με ασφάλεια. Εάν ο Κατηγορούμενος έπραττε αυτό, θα ήταν σε θέση να δει τον ΜΚ1, εφόσον η σύγκρουση επισυνέβη λίγα μέτρα μετά που ο κατηγορούμενος προσπέρασε τους νεαρούς. Τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του Μ.Κ.1 στην δημιουργία του ατυχήματος, δεν είναι επίδικο θέμα στην παρούσα ποινική υπόθεση και δεν επενεργεί, με οποιοδήποτε τρόπο, στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Επομένως, κρίνω τον Κατηγορούμενος ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ............. (Υπ.) Μ.Κ. Λοΐζου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.