← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Hafiz Adbul Sattar, Αρ. Υπόθεσης: 1008/14, 20/4/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Hafiz Adbul Sattar, Αρ. Υπόθεσης: 1008/14, 20/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Κ. Λοΐζου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 1008/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν. Hafiz Adbul Sattar Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20/4/16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. M. Φιλίππου και κα. Στ. Στυλιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος, κατηγορήθηκε αρχικά, ότι στις 18/1/2014 στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΝ225 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Κατόπιν του θανάτου του θύματος, Zachariev Petre Tchev Nedel, από τη Βουλγαρία, αναστάληκε η πρώτη κατηγορία και συνακόλουθα διακόπηκε και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε από αυτήν. Προστέθηκε 2η κατηγορία, για την οποία διεξήχθη ακρόαση, με την οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18/1/2014 στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΝ225 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Zachariev Petre, τέως από τη Βουλγαρία. Νομική βάση της κατηγορίας είναι το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Δόθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς την 2η αυτή κατηγορία. Ότι δηλαδή: «Η επίδικη επικίνδυνη πράξη συνίσταται στο ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, οδηγώντας το σαλούν αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΝ225 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου με κατεύθυνση προς το Λιμάνι Λάρνακας, επιχείρησε δεξιά στροφή προς την οδό Αλιθέρση αποκόπτοντας την ελεύθερη πορεία του δικύκλου οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΖΜ915, με αποτέλεσμα την απώλεια του ελέγχου από το θύμα, ανατροπής του δικύκλου και τραυματισμό του θύματος, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος του σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή στις 19/04/2014». ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ως προέκυψε από το σύνολο της ακροαματικής διαδικασίας, είναι ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΧΝ225 με βόρεια κατεύθυνση στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Λάρνακα. Επιχείρησε δεξιά στροφή σύμφωνα με την πορεία του προς την οδό Γλαύκου Αλιθέρση, στην οποία οδό, λόγω του ότι είναι μονόδρομης κατεύθυνσης, επιτρέπεται η είσοδος σε οχήματα μόνο από και όχι προς την εν λόγω διασταύρωση. Εξ΄αντιθέτου και με νότια κατεύθυνση στην ίδια λεωφόρο, ερχόταν το θύμα οδηγώντας τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΖΝ
  2. Το θύμα οδηγούσε την εν λόγω μοτοσυκλέτα κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως μεταφορέας φαγητού. Ο Κατηγορούμενος με την απόπειρα του να στρίψει δεξιά ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του θύματος το οποίο είχε πρόθεση να προχωρήσει ευθεία. Η μοτοσυκλέτα του θύματος ανατράπηκε 18,9 μέτρα, σύμφωνα με το σχεδιαγράφημα Τεκμήριο 5, πριν το σημείο σύγκρουσης της με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Σύρθηκε μαζί με τη μοτοσυκλέτα του στο δρόμο μέχρι και τη σύγκρουση τους με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Στο σημείο σύγκρουσης το θύμα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ8, ανευρέθηκε σε ύπτια θέση στην άσφαλτο 5 με 10 εκατοστά μπροστά από το σταματημένο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Η μοτοσυκλέτα σύρθηκε στην άσφαλτο και ανευρέθηκε σχεδόν 9 μέτρα νότια του σημείου σύγκρουσης. Δεν υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Κατά τις τελικές αγορεύσεις, ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι αποδείχτηκε με αξιόπιστη μαρτυρία κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η θέση του Κατηγορούμενου είναι ότι δεν είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Γλαύκου Αλιθέρση, πρόθεσή του ήταν να συνεχίσει ευθεία την βόρεια πορεία του. Το αυτοκίνητό του βρέθηκε στην τελική του θέση με δεξιά κλίση προς την οδό Γλαύκου Αλιθέρση, διότι είδε τη μοτοσυκλέτα του θανόντα να ανατρέπεται απέναντί του και έστριψε δεξιά για να σταματήσει και να τον βοηθήσει. Το θύμα, είπε, σταμάτησε μπροστά από το αυτοκίνητό του και η μοτοσυκλέτα λίγα μέτρα παρακάτω. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης, κατά τις τελικές αγορεύσεις, ότι δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου, που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε στροφή δεξιά, αλλά και ότι αυτή ήταν επικίνδυνη και κατ΄επέκταση μια εκ των αιτιών του ατυχήματος. Ότι την στιγμή που ο θανών εντόπιζε κάποιον κίνδυνο ή έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας είτε λόγω μέθης ή εμποδίου από άλλα οχήματα τα οποία κινούνταν στο επίδικο δρόμο, ή για οποιονδήποτε λόγο, το όχημα του κατηγορούμενου δεν είχε κάνει έκδηλη την πρόθεση του να στρίψει ή να αποτέλεσε ένα από τους λόγους για τους οποίους ο θανών έχασε τον έλεγχο. Πάντως η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την υπόθεση της. Υπεδείχθησαν ως προεξάρχουσες ελλείψεις στη μαρτυρία, από την υπεράσπιση, η απουσία μαρτυρίας σε σχέση με την ταχύτητα του θανόντος πριν ανατραπεί και αν αυτός ήταν, ή θα μπορούσε να ήταν, ορατός από τον Κατηγορούμενο πριν την ανατροπή του. Ότι περαιτέρω η σημασία της εύρεσης αλκοόλης στο αίμα του τραυματία είναι ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να είναι καθόλου σίγουρο για την οδηγική του συμπεριφορά πριν την πτώση. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι, βάσει της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο, της αντεξέτασης που οι μάρτυρες υπέστησαν και των θέσεων των μερών στις τελικές αγορεύσεις, προέκυψε ως προεξάρχον, όχι βέβαια όμως μοναδικό, θέμα προς απόφανση από το Δικαστήριο, το κατά πόσον είναι η εκδήλωση της πρόθεσης του Κατηγορούμενου να στρίψει δεξιά που προκάλεσε την ανατροπή της μοτοσυκλέτας του θύματος ή αν η ανατροπή προηγήθηκε και προκάλεσε την αλλαγή πορείας του Κατηγορούμενου, από ευθεία σε δεξιά, ως η δεξιά κλίση του αυτοκινήτου του στην τελική του θέση. Απόφανση, επί του θέματος αυτού είναι προσδιοριστική ως προς τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την Κατηγορούσα Αρχή, μαρτύρησαν συνολικά 12 μάρτυρες. Ο Α/Αστφ. 2933 Β. Γεωργίου ως ΜΚ1, Νικόλας Γεωργίου ως ΜΚ2, Sarah Dawoodi ως ΜΚ3, η Αστ. 4065 Μυρούλα Παπανικολάου ως ΜΚ4, η Δρ. Μαργαρίτα Χρυσοστόμου ως ΜΚ5, η Ελένη Πολυκάρπου ως η ΜΚ6, ο Δρ. Μωυσής Λάμπρου Άκης ως ο ΜΚ7, ο Μηνάς Μηνά ως ΜΚ8, η Δρ. Μαρία Βασιλείου ως ΜΚ9, ο Ιατροδικαστής Δρ. Νικόλας Χαραλάμπους ως ΜΚ10, ο Δρ. Σάββας Απόλλων Χρόνης ως ΜΚ11 και η Νίκη Χριστοδούλου ως ΜΚ
  3. Για την Υπεράσπιση, κατόπιν που η υπόθεση πέρασε το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, μαρτύρησε μόνο ο ίδιος. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση ολόκληρης της ενώπιον του μαρτυρίας. Αναφορά, θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Τμήμα Διερεύνησης Οδικών Τροχαίων Δυστυχημάτων. Έχει πείρα 14 χρόνων στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων και εκπαιδεύτηκε στην αστυνομία, τόσο για την διερεύνηση όσο και για την αναπαράσταση τροχαίων συγκρούσεων. Την 18.1.14 και περί ώρα 18.30 μετέβηκε στην σκηνή οδικού τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια μέρα και περίπου 10 λεπτά προηγουμένως στην διασταύρωση της λεωφ. Αρχ. Μακαρίου με την λεωφ. Αρχ. Κυπριανού και οδό Γλαύκου Αλιθέρση στην Λάρνακα (στο εξής «η διασταύρωση»). Κατά την άφιξη του στην σκηνή βρήκε τον οδηγό του επίδικου οχήματος, τον Κατηγορούμενο δηλαδή, ο οποίος παραδέχθηκε ότι ήταν ο οδηγός του. Το επίδικο όχημα ήταν σταματημένο εντός της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου με μέτωπο προς την οδό Γλαύκου Αλιθέρση. Βρήκε στην σκηνή και την μοτοσικλέτα του θύματος, ο οδηγός της οποίας ήταν τότε τραυματίας και ο οποίος πριν την άφιξη του ΜΚ1 είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας με ασθενοφόρο. Ρώτησε στην σκηνή του ατυχήματος και του αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας. Ο Κατηγορούμενος είπε ότι από την στιγμή που συνέβηκε το ατύχημα δεν είχε μετακινήσει το όχημα του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον ΜΚ
  4. Η ΜΚ4 ανέλαβε κατόπιν υπόδειξης του ΜΚ1 να καταγράψει στην Αγγλική γλώσσα τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 έλαβε μετρήσεις στη σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο στης σκηνής του δυστυχήματος επί του οποίου τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης και τις πορείες των δύο ενεχόμενων οχημάτων ως του τα είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος. Επίσης, ένα ίχνος μαυρίσματος επί της ασφάλτου το οποίο βρήκε στην σκηνή, εκδορές επί της ασφάλτου οι οποίες φάνηκε στην πορεία να προκλήθηκαν από την πτώση της μοτοσικλέτας του θύματος, την θέση εις την οποία ήταν σταματημένο το επίδικο όχημα καθώς και την τελική θέση της μοτοσικλέτας του θύματος. Επεξήγησε στην Αγγλική γλώσσα το πρόχειρο σχεδιαγράφημα στον Κατηγορούμενο ο οποίος συμφωνώντας με αυτό το υπέγραψε στην παρουσία του. Υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοτέστ με μηδενική ένδειξη. Όταν ειδοποιήθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν σοβαρά τραυματίας ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να παραμείνει στην σκηνή και λήφθησαν αριθμός φωτογραφιών της σκηνής. Ως προς το επίδικο μέρος διαπίστωσε το ακόλουθα: Η επίδικη διασταύρωση ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία λειτουργούσαν κανονικά. Όταν στην λεωφ. Αρχ. Κυπριανού άναβε το κόκκινο φανάρι στην λεωφ. Αρχ. Μακαρίου άναβε αρχικά το πράσινο κυκλικό φως μαζί με το πράσινο δεξιό βέλος υποδηλώνοντας ότι επιτρέπετο τόσο η ευθεία πορεία, προς νότο, όσο και η δεξιά στροφή, προς τη λεωφ. Αρχ. Κυπριανού, με προτεραιότητα για τα οχήματα που κινούνταν ως η πορεία του θύματος. Αφού έσβηνε το πράσινο δεξιό βέλος παρέμενε μόνο το πράσινο κυκλικό φως στην λεωφ. Αρχ. Μακαρίου επιτρέποντας την ομαλή διέλευση οχημάτων και από τις δύο κατευθύνσεις αυτής. Η οδός Γλαύκου Αλιθέρση είναι δρόμος μονής κυκλοφορίας στην οποία επιτρέπεται να εισέρχονται σε αυτή μόνο οχήματα που κινούνται στις δύο πιο πάνω λεωφόρους, επομένως καθιστώντας επιτρεπτή την ισχυριζόμενη κατεύθυνση που προσπάθησε ο Κατηγορούμενος να λάβει. Το δυστύχημα συνέβηκε κατά την διάρκεια της νύκτας με ικανοποιητικό οδικό φωτισμό και αίθριο καιρό, ο άσφαλτος στο σημείο είναι καλής επιφάνειας ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν καθαρός και ξηρός το όριο ταχύτητας είναι 50χαω. Υπήρχε στο δρόμο μέτρια τροχαία κίνηση. Τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και το θύμα, είχαν ορατότητα πέραν των 100 μέτρων ο ένας προς τον άλλο. Ο ΜΚ1 φρόντισε ώστε ο Κατηγορούμενος να μεταφερθεί στην Τροχαία Λάρνακας, καθώς και τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Μετέβηκε τότε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου έλαβε από την επί καθήκοντι ιατρό ένα μπουκαλάκι το οποίο περιείχε δείγμα αίματος του τραυματία ως ήταν τότε με σκοπό να εξεταστεί κατά πόσο αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, σφράγισε το μπουκαλάκι αυτό και το έβαλε σε ειδικό ψυγείο. Είπε ότι στο αίμα του θύματος ανιχνεύθηκε αλκοόλη 41 mg αντί 50mg, που είναι το νόμιμο όριο. Την 19.1.14 και ενώ είχε εξασφαλιστεί ένταλμα σύλληψης και διάταγμα προφυλάκισης του Κατηγορούμενου για 4 μέρες, μεταξύ των ωρών 1300 και 1450 ο ΜΚ1 με την βοήθεια της διερμηνέως ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Όσον αφορά στις ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων, στο όχημα του Κ εντόπισε πρόσφατο σκούπισμα ύψους 39 εκατοστών μαζί με ελαφριές παράλληλες με το έδαφος εκδορές μέχρι ύψους 39 εκατοστών. Δεξιότερα του σκουπίσματος και σε απόσταση 45 εκ. από την πιο δεξιά πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα εντόπισε ένα κάθετο πρόσφατο κτύπημα ύψους 46 εκατοστών. Υπήρχαν επίσης σπασίματα στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα τα οποία δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν πρόσφατα ή όχι. Όσον αφορά στην μοτοσικλέτα του θύματος ανέφερε ότι αυτή ήταν εγγεγραμμένη σε ιδιωτική εταιρεία. Εντόπισε ζημιές στην δεξιά χειρολαβή και στο δεξί χειρόφρενο, στο μπροστινό φτερό, στα δεξιά πλαστικά, εντόπισε εκδορές στο εξώστ, εκδορές στα δύο καθρεφτάκια ενώ έσπασε και η πίσω σκάλα μαζί με το κιβώτιο μεταφοράς φαγητού που ήταν τοποθετημένο σε αυτή και το οποίο είχε διαστάσεις 50Χ50 εκατοστών. Αντιπαραβάλλοντας τις ζημιές των δύο οχημάτων διαπίστωσε ότι το πρόσφατο κτύπημα ύψους 46 εκατοστών που υπάρχει στον δεξιό μπροστινό προφυλακτήρα του οχήματος του Κατηγορούμενου, ταυτίζεται τόσο σε πλάτος όσο και σε μήκος με τα περιμετρικά σίδερα που σχηματίζουν το κιβώτιο φαγητού εγκατεστημένο στην μοτοσικλέτα του θύματος. Διαπίστωσε, επίσης, ότι το πρόσφατο σκούπισμα και οι ελαφριές εκδορές δυνατόν να σχηματίστηκαν από την τριβή του υφάσματος του εν λόγω κιβωτίου μεταφοράς φαγητού με τον προφυλακτήρα του Κατηγορούμενου. Την 21.1.14 με την συγκατάθεση του υπεύθυνου για το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης εγκατεστημένο σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας παρά την επίδικη διασταύρωση, έλαβε από τεχνικό της ιδιωτικής εταιρείας που εγκατέστησε και συντηρούσε το εν λόγω κύκλωμα, ένα ψηφιακό δίσκο με τα όσα κατέγραψε κάμερα την επίδικη ημερομηνία και μεταξύ των ωρών 18.17 και 18.
  5. Μερικές εικόνες που φαίνονται στο βίντεο αυτό τις πάγωσε και τις κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8 ώστε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια. Περαιτέρω ο ΜΚ1 είπε ότι, καθ΄υπόδειξη του δημόσιου κατήγορου που χειρίστηκε την υπόθεση συνέταξε και δεύτερη κατάθεση στην οποία ανέφερε τα εξής, μεταξύ άλλων. Εξέτασε τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι αυτός είδε τον θανόντα να πέφτει και να σύρεται στην άσφαλτο μαζί με την μοτοσικλέτα του, όταν ο Κατηγορούμενος έφτασε στην διάβαση πεζών της πορείας του. Αυτό είπε δεν μπορεί να είναι αλήθεια για τον εξής λόγο. Έλαβε ως δεδομένη την μικρότερη ταχύτητα από αυτή που ο Κατηγορούμενος είπε ότι κινείτο, δηλαδή 35χαω. Έλαβε επίσης ως δεδομένο ότι η τελική θέση του οχήματος του Κατηγορούμενου ήταν 11 μέτρα μακριά από την αρχή της διάβασης πεζών της πορείας του. Έλαβε ως τρίτο δεδομένο υπόψη του το χρόνο αντίδρασης ενός άριστου οδηγού που είναι, είπε, 1 δευτερόλεπτο και όχι 2 δευτερόλεπτα, ως ο χρόνος αντίδρασης του μέσου οδηγού. Με βάση αυτά, προέβη σε υπολογισμό και κατέληξε στο ότι ο Κατηγορούμενος θα διένυε 9,8 μέτρα μέχρι να αντιδράσει και δεν θα ήταν δυνατό να καταφέρει να σταματήσει στο σημείο σύγκρουσης. Αν έτσι ήταν τα πράγματα, λογικά θα σταματούσε πολύ πιο μετά από την τελική του θέση. Επομένως, κατέληξε στο ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου όσον αφορά στο πότε είδε για πρώτη φορά την μοτοσυκλέτα του θύματος με το θύμα οδηγό να ανατρέπεται και να πέφτει στην άσφαλτο δεν είναι αλήθεια. Αντιθέτως, κατά την άποψη του ΜΚ1, τα πιο πάνω υποδηλώνουν ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Γλ. Αλιθέρση και όταν άρχισε να εκτελεί την πρόθεση του αυτή το θύμα τον είδε προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας και έπεσε στην άσφαλτο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά. Είναι σημαντικό σ΄ αυτό το σημείο, να υπογραμμιστούν συγκεκριμένα στοιχεία που προκύπτουν από το σχεδιαγράφημα που ο ΜΚ1 εκπόνησε. Προκύπτει από αυτό ότι, η πορεία του Κατηγορούμενου ήταν στην δεξιά λωρίδα της πορείας του, η τελική του θέση ήταν εντός της προέκτασης της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας ως η πορεία του θύματος και ακόμα 20 εκατοστά εντός της αριστερής λωρίδας σύμφωνα με την πορεία του θύματος, έκλεινε δηλαδή το όχημα του Κατηγορούμενου εντελώς την δεξιά λωρίδα της πορείας του θύματος και κατά 20 εκατοστά την αριστερή λωρίδα της πορείας του θύματος. Η μοτοσικλέτα στην βάση των εκδορών που βρήκε στο οδόστρωμα φαίνεται να σύρθηκε για 12,7 μέτρα πριν την σύγκρουση της με το όχημα του Κατηγορούμενου και κατόπιν αυτής για περαιτέρω 9 περίπου μέτρα όπου και ακινητοποιήθηκε. Πριν το σημείο που σημείωσε ως σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας του θύματος, υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης, μέρος των οποίων, μήκους περίπου 3,50 μέτρων, σημείωσε με πιο μαύρο χρώμα. Ανέφερε ότι αυτά είναι πολύ πιθανόν να προέρχονταν από τροχοπέδηση της μοτοσυκλέτας του θύματος, αλλά δεν ήταν σε θέση να πει αυτό με ακρίβεια. Τα ίχνη αυτά ήταν σε ολόκληρο το πλάτος της διάβασης πεζών της πορείας του θύματος πλάτους 3 μέτρων. Πάντως τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν παράλληλα με τις εκδορές στην άσφαλτο, δεν τα απέδωσε στην μοτοσικλέτα του θύματος ακριβώς διότι είπε ότι όταν μία μοτοσικλέτα σύρεται στην άσφαλτο είναι αδύνατο να δημιουργεί και ίχνη τροχοπέδησης. Φαίνεται, επίσης, από την κλίση που έχει το όχημα του Κατηγορούμενου στην τελική του θέση, ότι εάν η πρόθεση του ήταν να εισέλθει εντός της οδού Γλ. Αλιθέρση δεν πήρε την στροφή σε ορθή γωνία, την πήρε δηλαδή «κλειστά», με κυκλική πορεία προς αυτήν, κάτι το οποίο δεν φαντάζει και τόσο μεμπτό, όσο εκ πρώτης όψεως εάν ένας λάβει υπόψη ότι η οδός Γλ. Αλιθέρση είναι μονόδρομης κατεύθυνσης σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Πάντως, συνέχισε ο ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος είπε ότι είδε τη μοτοσυκλέτα του θύματος, πριν την ανατροπή της, να κινείται αντίθετα από τη δική του πορεία. Εξήγησε στο Δικαστήριο τι φαίνεται στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, που κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε ως προς την εμπειρογνωμοσύνη και τις γνώσεις του στη διερεύνηση και αναπαράσταση ατυχημάτων. Αντεξεταζόμενος, σε σχέση με το αίμα που παρέλαβε από την επί καθήκοντι ιατρό του νοσοκομείου Λάρνακας την 18-01-14, είπε ότι το έλαβε την ίδια μέρα και το παρέδωσε για εξέταση από το κρατικό χημείο δύο μέρες μετά το δυστύχημα, έχοντας το στο μεταξύ φυλάξει σε ειδικό ψυγείο. Επέμεινε ότι η περιεκτικότητα σε αλκοόλη δείγματος αίματος δεν μπορεί να αλλοιωθεί με τον χρόνο, σε αντίθεση με την περιεκτικότητα αλκοόλης σε δείγμα εκπνοής για την οποία γνωρίζει ότι, εάν η αλκοόλη έχει φθίνουσα πορεία στον οργανισμό και όχι ανοδική, η αλκοόλη μειώνεται 7 - 8 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου ανά ώρα. Επέμεινε ότι η γιατρός, ΜΚ5, και στην βάση του Τεκμηρίου 13 έδωσε την συγκατάθεση της να ληφθεί το αίμα από το θύμα στις 19.
  7. Του υπεβλήθη ότι μετά την λήψη των αποτελεσμάτων από το κρατικό χημείο και μετά την διαπίστωση ότι το θύμα οδηγούσε με αλκοόλη 41 αντί 50mg στο αίμα του, θα έπρεπε να διερευνήσει περαιτέρω ώστε να αντιληφθεί ποια ήταν η σημασία και το αποτέλεσμα αυτής της αλκοόλης, στην οδηγική συμπεριφορά του θύματος. Απάντησε ότι, από την στιγμή που η αλκοόλη στο αίμα του θύματος ήταν σε επιτρεπτά όρια δεν χρειαζόταν να το ελέγξει. Όσον αφορά στο κράνος το οποίο βρέθηκε στην σκηνή, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν το βρήκε ο ίδιος στην τελική του θέση αλλά του το παρέδωσε άλλο πρόσωπο και του είπε ότι το πήρε από το δρόμο. Δε γνωρίζει το όνομα του προσώπου αυτού και το κράνος ήταν θρυμματισμένο. Δέχθηκε ότι στην σκηνή δεν βρήκε καθόλου ίχνη αίματος. Είπε ότι δεν του φάνηκε περίεργο, ούτε σημαντικό για σκοπούς διερεύνησης, ότι στη σκηνή δεν βρέθηκε αίμα αλλά ο τραυματισμός του θύματος ήταν τόσο σοβαρός. Σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του στην σκηνή και στην κατάθεση του στην Αστυνομία μερικές ώρες αργότερα, διίστανται. Δέχθηκε ότι ο μόνος που θα μπορούσε να διαφωτίσει περισσότερο σε σχέση με το αν το θύμα φορούσε κράνος είναι ο Κατηγορούμενος και ο ίδιος δεν θεώρησε σημαντικό να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις σε σχέση με το κράνος εφόσον ακόμα και αν γίνονταν δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς τον τρόπο που επήλθαν τα τραύματα του θύματος γιατί δεν θα μπορούσε να διακριβώσει εάν τα οποιαδήποτε κτυπήματα επί του κράνους ήταν πρόσφατα ή παλαιά. Ο ίδιος δεν γνωρίζει ποια ήταν η τελική θέση του θανόντος αλλά σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ8, που παρέλαβε το θύμα αυτός ήταν ακριβώς μπροστά από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Δεν υπήρξε πάντως ένδειξη επί της ασφάλτου ως προς το σημείο σύγκρουσης. Είναι στην βάση του ότι βρήκε εκεί το όχημα του Κατηγορούμενου, ο οποίος του είπε ότι δεν το μετακίνησε καθόλου από την στιγμή της σύγκρουσης, που τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης εκεί που το τοποθέτησε. Πάντως, ο λόγος που ο ίδιος δεν τοποθέτησε επί του σχεδιαγραφήματος την τελική θέση του θύματος είναι ότι ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε ένδειξη περί αυτής στην σκηνή. Είναι σίγουρος ότι οι εκδορές που τοποθέτησε στο σχεδιαγράφημα προέρχονταν από την τριβή της μοτοσικλέτας του θανόντα στην άσφαλτο, αφενός γιατί αυτές κατέληγαν στην τελική θέση της μοτοσικλέτας του θύματος και αφετέρου διότι οι ταυτίζονταν με μερικές από τις ζημιές της μοτοσυκλέτας, οι οποίες ήταν πρόσφατες. Πάντως, δεν μπορεί να γνωρίζει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του θύματος, ούτε και είναι σε θέση με αυτά που γνωρίζει να καταλήξει σε συμπέρασμα επί αυτής. Συμπέρανε επίσης ότι στην βάση του βίντεο Τεκμηρίου 7, ότι η μοτοσικλέτα δεν σταμάτησε ομαλά αλλά κτύπησε στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και ακολούθως ακινητοποιήθηκε. Του υπεβλήθηκε ότι η μοτοσικλέτα του θύματος οδηγείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπτού ορίου και ότι ήταν αυτή δυνατόν στην βάση της πορείας των εκδορών στην άσφαλτο να οδηγείτο πριν φθάσει στην διάβαση πεζών της πορείας της στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με βάση τα ενώπιον του δεδομένα. Του υπεβλήθηκε ότι, είχε τα αναγκαία εφόδια για να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις ώστε να διαπιστώσει την ταχύτητα του θύματος πριν την σύγκρουση και δεν το έπραξε. Απάντησε ότι δεν είναι δυνατόν από την απόσταση συρσίματος και το πάγωμα φωτογραφιών από το βίντεο να εξαχθεί συμπέρασμα σε σχέση με την ταχύτητα του θύματος πριν τη σύγκρουση, διότι και άλλοι παράγοντες υπεισέρχονται σ΄ αυτό τον υπολογισμό τους οποίους δεν γνωρίζει, όπως για παράδειγμα, το βάρος της μοτοσυκλέτας, με πόση δύναμη εφάρμοσε ο οδηγός της τα φρένα, αν εφάρμοσε περισσότερο το μπρός ή πίσω φρένο καθώς και τη χρονική στιγμή που εφάρμοσε τα φρένα. Του υπεβλήθη ότι, το συμπέρασμα του σε σχέση με το γιατί η εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι είδε την μοτοσικλέτα να ανατρέπεται μόλις έφθασε στην διάβαση πεζών της πορείας του είναι λανθασμένο, διότι αυτό βασίζεται εν πολλοίς σε ανυπόστατα συμπεράσματα, αλλά αυτός επέμεινε στην εκδοχή του. Όσον αφορά στην εξαγωγή συμπεράσματος ότι οι ζημιές στα δύο οχήματα προκλήθηκαν από την μεταξύ τους σύγκρουση ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έχει ταυτοποιήσει κάποιες από τις ζημιές αυτές. Το κιβώτιο μεταφοράς φαγητού επί της μοτοσικλέτας το ταύτισε με σκούπισμα στο μπροστινό δεξιό προφυλακτήρα του Κατηγορούμενου το οποίο δεικνύεται και στις φωτογραφίες. Επίσης στην δεξιά πλευρά του προφυλακτήρα του Κατηγορούμενου εντόπισε και γδαρσίματα τα οποία συνάδουν με τις διαστάσεις του κιβωτίου μεταφοράς φαγητού. Οι εκδορές περαιτέρω που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ταυτίζονταν με το ύφασμα του κιβωτίου αυτού. Επίσης αναφέρει ότι το κιβώτιο μεταφοράς φαγητού στράβωσε, μετακινήθηκε δηλαδή προς τα κάτω προς τον λασπωτήρα του πίσω τροχού της μοτοσικλέτας και ο μόνος τρόπος να μετακινηθεί έτσι το κιβώτιο, ήταν εάν δέχθηκε κτύπημα από πάνω προς τα κάτω και σε κάποιο σταθερό αντικείμενο. Η ζημιά αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει από την τριβή της μοτοσικλέτας στην άσφαλτο. Επίσης, βάσει της τελικής θέσης του κιβωτίου, η ζημιά δεν θα μπορούσε να προκλήθηκε από παλαιότερο της σύγκρουσης κτύπημα, διότι δεν θα μπορούσε να κινηθεί η μοτοσικλέτα. Επίσης τα τριψίματα στο δεξιό χειρόφρενο και στο δεξιό φανάρι έγιναν από το τρίψιμο της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο στη δεξιά πλευρά, κάτι που ταυτοποιείται με τις εκδορές που βρήκε στην άσφαλτο. Κάτι άλλο που επιβεβαιώνει την επαφή της μοτοσικλέτας του θύματος με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου είναι η αλλαγή της πορείας των ιχνών γδαρσίματος που εντοπίστηκαν στην άσφαλτο μετά το σημείο σύγκρουσης. Του υπεβλήθηκε ότι, δεν ενέκυψε με την δέουσα προσοχή επί του ισχυρισμού του Κατηγορούμενου ότι σταμάτησε διότι ήθελε να βοηθήσει το θύμα, αλλά αντίθετα έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στα εναντίον του και ενοχοποιητικά γι΄αυτόν στοιχεία. Είπε ότι εξέτασε με πολλή προσοχή τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς και είναι στην βάση όλων όσων ανέφερε στο Δικαστήριο που τους απέρριψε. Δεν βρίσκει λογικό είπε ένας που κινείται στην αριστερή πλευρά του δρόμου να διασταυρώσει μια ολόκληρη λωρίδα για να σταματήσει τελικά στην δεξιά πλευρά σύμφωνα με την πορεία του και εντός του αντίθετου ρεύματος ώστε να βοηθήσει. Δεν μπορεί να αποκλείσει κάποιος να ενεργήσει με αυτό τον τρόπο αλλά τέτοια ενέργεια δεν την βρίσκει λογική. Κατέληξε στο ότι το θύμα είναι στην προσπάθεια του να αποφύγει το όχημα του Κατηγορούμενου που εκδήλωσε ήδη την πρόθεση του να στρίψει δεξιά που ανετράπη σύρθηκε στην άσφαλτο και τελικά συγκρούστηκε με αυτό. Ο ΜΚ2 είπε ότι εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία που ασχολείται με την εγκατάσταση και συντήρηση κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης. Ένα τέτοιο σύστημα έχει υποκατάστημα τράπεζας στην επίδικη διασταύρωση, το οποίο ελέγχει τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς χώρους. Ακολούθως, οι κάμερες καταγράφουν σε ψηφιακό δίσκο. Το εν λόγω κύκλωμα παρακολούθησης εργάζεται κανονικά και η ημερομηνία και ώρα που καταγράφονται σε αυτό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Την 20-01-14 κλήθηκε για να απομονώσει την καταγραφή της κάμερας 2, στις 18-01-14 και μεταξύ των ωρών 18:17 -18:
  8. Το έπραξε, κατέγραψε αυτό σε ψηφιακό δίσκο τον οποίο παρέδωσε στον ΜΚ1 και ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  9. Ανέφερε ότι ο ίδιος δε γνώριζε τι έδειχναν οι εικόνες που απομόνωσε, απλώς του υπεδείχθη η κάμερα από την οποία θα τις απομόνωνε και το χρονικό διάστημα της καταγραφής. Η ΜΚ3 είναι από το Πακιστάν και πακιστανή υπήκοος. Είναι η διερμηνέας και μεταφράστρια που βοήθησε τον ΜΚ1 να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει την κατάθεσή του στη διάλεκτο Urdu, παρόλο που προέρχεται από μέρος του Πακιστάν όπου ομιλείται ευρέως η διάλεκτος Punjabi. Είπε ότι, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος γνωρίζε πολύ καλά την αγγλική γλώσσα αλλά ότι προτιμούσε να δώσει την κατάθεση του στην μητρική του γλώσσα. Ο Κατηγορούμενος μιλούσε στα Urdu και η ΜΚ3 κατέγραφε ότι έλεγε στο Τεκμήριο
  10. Παράλληλα, η ΜΚ3 μετέφερε στην Αγγλική τα λεγόμενά του και ο ΜΚ1 κατέγραφε τη μεταφορά αυτή, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, στο Τεκμήριο
  11. Τελικά, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και με τις δύο αυτές καταθέσεις του στην αστυνομία. Δέχθηκε, αντεξεταζόμενη, ότι υπήρχαν κάποια γραμματικά λάθη και λάθη στους χρόνους των ρημάτων στην αγγλική μετάφραση της κατάθεσης του Κατηγορούμενου, όμως αφ΄ενός δεν ήταν δική της δουλειά να διορθώσει τα όποια τέτοια λάθη του ΜΚ1 και αφ΄ετέρου το νόημα των λεγομένων του Κατηγορούμενου δεν αλλοιώθηκε επ΄ουδενί. Αντεξετάστηκε επί μακρόν και επισταμένα σε σχέση με την ακρίβεια στην μεταφορά των λεγομένων του Κατηγορούμενου από τη μητρική του γλώσσα στην Αγγλική. Δεν είναι απαραίτητη η αναφορά σε αυτή τη γραμμή αντεξέτασης, αφού ο Κατηγορούμενος, τελικά, αναγνώρισε και υιοθέτησε, στην κυρίως εξέτασή του, το Τεκμήριο 4 το οποίο είναι όχι κατάθεσή του στη μητρική του γλώσσα, αλλά η πιστή μετάφραση αυτής στην Αγγλική, εξανεμίζοντας έτσι οποιαδήποτε αμφιβολία για την ορθότητα της μετάφρασης. Η ΜΚ4 πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος με τον ΜΚ
  12. Ανέλαβε να καταγράψει τη δήλωση του Κατηγορούμενου και κατέγραψε πιστά τα όσα της είπε στο Τεκμήριο 14, στην αγγλική γλώσσα, ως της την είπε. Δε θυμόταν και πολλά διότι η ανάμειξη της στην υπόθεση περιορίστηκε στην πιο πάνω της ενέργεια. Η ΜΚ5 είναι η γιατρός των Α΄Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, η οποία εξέτασε πρώτη τον τραυματία, ως ήταν τότε. Κατόπιν κλινικής εξέτασης και υποβολής του τραυματία σε αξονικό τομογράφο αυχενικής μοίρας, θώρακος και σπονδυλικής στήλης, διαπίστωσε ανισοκορία αριστερής κόρης ματιού, σπάσιμο δεξιού ινιακού οστού, υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετωποβρεγατικά με παρεκτόπιση μέσης γραμμής, μικρό αιμοθώρακα αμφοτερόπλευρα. Κλήθηκε αναισθησιολόγος και χειρούργος. Ο χειρούργος παρέπεμψε τελικά σε νευροχειρούργο. Και ο ασθενής μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αντεξεζόμενη, η ίδια είπε ότι για πρώτη φορά εξέτασε τον τραυματία στις 20:50 της 18.01.14 ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 17 που η ίδια συμπλήρωσε. Αυτό, σημειώνω, έρχεται σε αντιδιαστολή με το ότι επί του Τεκμηρίου 13, αναφέρεται ότι έδωσε τη συγκατάθεση της για να ληφθεί δείγμα αίματος από την αστυνομία για εξέταση αλκοόλης στις
  13. Είπε, επίσης, ότι δεν είναι σε θέση να αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος οργανισμός μεταβολίζει το αλκοόλ. Γνωρίζει μόνο ότι όταν καταναλώνεται αλκοόλ τα επίπεδα αλκοόλης στο αίμα αρχίζουν να αυξάνονται. Το πότε αρχίζουν να πέφτουν και με ποιο ρυθμό δεν γνωρίζει. Η ΜΚ6 είπε ότι, το μεσημέρι της μέρας του δυστυχήματος πήγε με τον θανόντα για φαγητό το μεσημέρι και ήπιαν 2-3 ποτηράκια ζιβανία ο καθένας. Δεν μπορεί να ήπιε παραπάνω γιατί καθόταν ακριβώς απέναντί της στο τραπέζι. Όταν τον πήρε με το αυτοκίνητο της πίσω στη δουλειά του γύρω στις 3 με 3μισυ το απόγευμα, συμπεριφερόταν και μιλούσε κανονικά, σαν να μην τον πείραξε η μικρή ποσότητα αλκοόλ που κατανάλωσε. Της υπεβλήθη, κατά την αντεξέταση ότι αναφέρε όσα αναφέρε για να βοηθήσει τον θανόντα. Απάντησε ότι μαρτύρησε ότι είδε και έζησε. Δε γνωρίζει αν μετά που ο θανών πήγε πίσω στη δουλειά του κατανάλωσε αλκοόλ. Ο ΜΚ7, ο οποίος είναι Βοηθός Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ήρθε στο Δικαστήριο έχοντας στην κατοχή του το φάκελο του θανόντος. Είπε ότι ο θανών διεκωμίσθη στις 18/01/2014 από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας λόγω βαρύτατης κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Όταν έφτασε εκεί ήταν σε κώμα. Υποβλήθηκε επειγόντως σε χειρουργική επέμβαση και ακολούθως νοσηλεύθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας. Ακολούθησε νοσηλεία του, στο παραπληγικό τμήμα και αποκατάσταση στο κέντρο αποκατάστασης Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ. Στην πορεία και στο Μέλαθρο, ο ασθενής παρουσίασε ημιπληγία και αφασία. Δέχτηκε ότι κάποιος με ημιπληγία και αφασία, δυνατόν να επιβιώνει αλλά οι συνθήκες υπό τις οποίες επιβιώνει δεν μπορούν να ονομάζεται «ζωή». Πάντως, όταν παραπέμφθηκε στο Μέλαθρο ήταν βελτιωμένη η νευρολογική του κατάσταση, απ' ότι στις 18/1/2014 όταν πρωτοεισήχθη. Οι οδηγίες με τις οποίες εστάλη από το Γενικό Νοσοκομείο στο Μέλαθρο ήταν όπως προγραμματιστεί κρανιοπλαστική μετά τον Αύγουστο, επανεξετάζεται στα εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής κάθε ένα μήνα, γίνει επανεκτίμηση από ορθοπεδικό και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή σύμφωνα με τις οδηγίες. Υπήρξε επαφή του Μελάθρου με τη νευροχειρουργική κλινική του Νοσοκομείου, όταν ο θανών ήταν στο Μέλαθρο. Στις 18/06/2014 επανεισείχθη στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για την επανατοποθέτηση ωστικού κρημνού και τοποθέτηση βαλβίδας, διότι ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ασθενής ήταν η πιθανή μετεγχειρητική υδροκεφαλία, κάτι που θα αντιμετωπιζόταν με την τοποθέτηση βαλβίδας. Ο ασθενής ακολούθως εμφάνισε σημτική κατάσταση με βαριά λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος και παρέμεινε νοσηλευόμενος υπό αγωγή στην μονάδα εντατικής θεραπείας και στο νευροχειρουργικό τμήμα. Στις 19/10/2014 απεβίωσε στο νευροχειρουργικό τμήμα. Εστάλη για νεκροτομή. Είπε ότι οι βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με μακρά πορεία νοσηλείας στις εντατικές μονάδες και νοσηλευτικούς θαλάμους, έχουν συνήθως ως κύρια επιπλοκή τους τις λοιμώξεις, εκ των οποίων οι σημαντικότερες και συχνότερες είναι οι πνευμονίες. Ότι η λοίμωξη του θανόντος ήταν προχωρημένης μορφής μηνιγγίτιδα. Ασθενείς οι οποίοι είναι μακρά νοσηλευόμενοι, γίνονται σχεδόν μόνιμοι φορείς 2 συγκεκριμένων μικροβίων, τα οποία ανέφερε, και υπάρχει αναζωπύρωσή τους ακόμα και όταν ο ασθενής είναι απύρετος και χωρίς εμφανή σημάδια λοίμωξης. Σύμφωνα με τον ΜΚ8, κατά τον επίδικο χρόνο, νοσηλευτή στα ασθενοφόρα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακος, φθάνοντας στη σκηνή του ατυχήματος, βρήκε τον τραυματία σε ύπτια θέση, 5 με 10 εκατοστά μακριά από τον μπροστινό προφυλακτήρα ενός σαλούν οχήματος σκούρου χρώματος. Στη σκηνή δεν πρόσεξε να υπάρχει οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα, αλλά ο τραυματίας δεν φορούσε κράνος. Ο οδηγός του αυτοκινήτου αρνήθηκε να μετακινήσει το όχημά του, γιατί περίμενε την αστυνομία. Το τι πρώτες βοήθειες έδωσε στον τραυματία δεν αναφέρει στην κατάθεση του, αλλά τα υπόλοιπα που αναφέρει είναι ό,τι θυμάται από το βράδυ εκείνο. Η ΜΚ9, ειδική παθολογοανατόμος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ανέφερε ότι παρέλαβε μέρη των οργάνων του θύματος, τα οποία λήφθηκαν κατά τη νεκροψία, για σκοπούς ιστολογικής τους εξέτασης. Κατέληξε σε συμπέρασμα ότι ο θανών παρουσίασε εικόνα οξείας πνευμονίας. Ο ΜΚ10, είναι ο ιατροδικαστής ο οποίος διενήργησε νεκροψία στο πτώμα του θανόντα την 20-10-
  14. Στη βάση των ευρημάτων του και της ιστοπαθολογικής έκθεσης που συνέταξε η ΜΚ9 κατόπιν οδηγιών του, κατέληξε σε συμπέρασμα ότι ο θάνατος του θανόντα, οφείλεται σε:
  15. Οξεία πνευμονία κατά την διάρκεια της νοσηλείας του, μετά από τροχαίο ατύχημα.
  16. Βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ο ΜΚ11 είναι φυσίατρος, δηλαδή γιατρός αποκατάστασης, και εργάζεται στο Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ από τον Μάιο του
  17. Την 02/05/2014 μεταφέρθηκε στο Μέλαθρο με ασθενοφόρο από το νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου ο τραυματίας, ο οποίος βρισκόταν εκεί μετά από τροχαίο δυστύχημα που έγινε στην Λάρνακα. Ο τραυματίας κατά την εισαγωγή του στο Μέλαθρο διαπιστώθηκε ότι έφερε ημιπληγία δεξιά, δηλαδή, δεν υπήρχε κίνηση στην δεξιά πλευρά, μικτή αφασία εκπομπής και αντίληψη, σοβαρής μορφής κρανιοεγκεφαλική κάκωση (υποσκληρίδιο αιμάτωμα) πολυτραυματίας αμφοτερόπλευρα πνευμοθώρακα, υδροκεφαλίας και διάτασης κοιλιών, κάταγμα στέρνου πρώτης πλευράς δεξιά, ωμοπλάτης αριστερά και βραχίωνα αριστερά. Υπέστη στο Γενικό Νοσοκομείο χειρουργική αποσυμπιεστική κρανιεκτομή, ώστε να αποσυμπιεστεί το υποσκληρίδιο αιμάτωμα του εγκεφάλου του. Υπέβαλε τον ασθενή σε πρόγραμμα αποκατάστασης στο Μέλαθρο. Μεταφέρθηκε πίσω στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μεταξύ των ημερομηνιών 26-05-14 και 3-06-14 γιατί παρουσιάστηκε έκπτωση του επιπέδου συνείδησης του και καθόλου επικοινωνίας. Και πίσω το Μέλαθρο. Λόγω μεταγενέστερης επιδείνωσης της κατάστασης του, έγινε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και έδειξε υδροκεφαλία. Στις 18/6/2014 διακομίσθη στο Γεν. Νοσοκομείο Λευκωσίας στο νευροχειρουργικό τμήμα για περαιτέρω αντιμετώπιση της κατάστασης, με τοποθέτηση βαλβίδας και κοιλιοπεριτοναϊκή παροχέτευση. Έλαβε εξιτήριο από το Μέλαθρο την 26-06-
  18. Ενόσω βρισκόταν στο Μέλαθρο, από 2-05-14 μέχρι και 26-05-14 και από 3-06-14 μέχρι και 18-06-14, δεν θυμάται ο ασθενής να παρουσίασε πνευμονική λοίμωξη. Πάντως το κράτος αγοράζει υπηρεσίες από το Μέλαθρο, έτσι το ποιος θα εισαχθεί, πότε και με ποιες οδηγίες προς τους ιατρούς του Μελάθρου, είναι απόφαση αρμόδιας επιτροπής των κρατικνοσοκομείων. Η ΜΚ12 ήταν η εργοδότης του θανόντα κατά τον επίδικο χρόνο. Επιβεβαίωσε ότι το ατύχημα συνέβη εν ώρα εργασίας για τον θανόντα. Τον είχε στείλει για παράδοση φαγητού και έγινε στην επιστροφή του στο εστιατόριο. Δεν ξέρει πως έφτασε στην εργασία του εκείνο το απόγευμα, υπέθεσε με το ποδήλατο διότι αυτό ήταν σταθμευμένο έξω από το εστιατόριο της. Του μίλησε και ήταν μια χαρά, δε φαινόταν επηρεασμένος από αλκοόλ. Δεν επιτρέπει από κανένα υπάλληλο, πόσω μάλλον οδηγό, να καταναλώνει ποτά εν ώρα εργασίας. Ειδοποιήθηκε και έφτασε πρώτη στη σκηνή. Πήγε κοντά του, κατάλαβε ότι ανέπνεε αλλά είχε τα μάτια του κλειστά και δεν της απαντούσε. Δεν φορούσε το κράνος του, το οποίο ήταν μακριά του. Το αυτοκίνητο ήταν τελείως κοντά του. Μετά έφθασε η αστυνομία και το ασθενοφόρο. Δεν θυμάται να κλήθηκε στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Δεν αντιλήφθηκε στη σκηνή να υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Ερωτήθηκε επι μακρόν και επισταμένα, κατά την αντεξέταση, για τον μισθό του θανόντα. Η γραμμή αντεξέτασης αυτής ουδεμία σχέση με τα επίδικα θέματα, εν προκειμένω, έχει και δεν θεωρώ σκόπιμο να την παραθέσω. Πάντως η αξιοπιστία της δεν έγινε κατορθωτό να πληγεί μέσα από αυτή τη γραμμή αντεξέτασης. Ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του στην αστυνομία ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε στην οδό Μακαρίου με πορεία προς το λιμάνι. Είχε τα φώτα πορείας του αναμμένα και είχε ταχύτητα περί τα 35-40 ΧΑΩ. Οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσης του και στο πράσινο φως προχώρησε ευθεία προς το λιμάνι. Το φως στην πορεία του άλλαξε από κόκκινο σε πράσινο ενώ αυτός ήταν 21 μέτρα πριν τη διασταύρωση. Όταν έφτασε στη διάβαση πεζών της πορείας του, είδε μια μοτοσυκλέτα που οδηγείτο πολύ γρήγορα στην απέναντι της διασταύρωσης πλευρά και στην αριστερή λωρίδα της κατεύθυνσής της. Είχε τα φώτα της αναμμένα. Ενώ συνέχιζε να προχωρεί ευθεία ("I was driving straight that moment") και είδε τη μοτοσυκλέτα αυτή, η οποία είχε ήδη διασχίσει την διάβαση πεζών της πορείας της να ανατρέπεται. Η ανατροπή της μοτοσυκλέτας έγινε στο σημείο το οποίο ο ίδιος υπέδειξε στον ΜΚ1, στο σημείο όπου αρχίζουν τα γδαρσίματα στην άσφαλτο και φαίνεται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Τότε ο ίδιος φοβήθηκε και έστριψε δεξιά ώστε να βοηθήσει τον οδηγό της. Ενώ έστριβε δεξιά και το αυτοκίνητό του ακόμα κινείτο, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κύλησε ( "rolled") στον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του. Δεν είναι σίγουρος εάν τη στιγμή που ο οδηγός χτύπησε το μπροστινό προφυλακτήρα του, το αυτοκίνητο του είχε ήδη σταματήσει ή αν κινείτο ακόμα. Βγήκε από το αυτοκίνητό του και είδε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας να βρίσκεται μπροστά από το αυτοκίνητό του. Δεν είναι σίγουρος εάν ο οδηγός φορούσε κράνος, πάντως μετά τη σύγκρουση το κράνος βρέθηκε μακριά από αυτόν. Μέχρι την άφιξη της αστυνομίας δεν μετακίνησε το αυτοκίνητό του από την τελική του θέση. Υπέγραψε ως ορθό το σχεδιαγράφημα της σκηνής το οποίο καταρτίστηκε, μεταξύ άλλων, με υποδείξεις που ο ίδιος έκανε στον ΜΚ
  19. Η κατάθεσή του στη σκηνή του ατυχήματος έδωσε την κατάθεση, Τεκμήριο 14, στην ΜΚ4, η οποία είχε 4 διαφορές με την κατάθεσή που έδωσε αργότερα στην αστυνομία. Πρώτο, ότι είναι στο μέσo της διασταύρωσης (" in the middle of the traffic lights") που είδε για πρώτη φορά τη μοτοσυκλέτα του θανόντα. Ότι περαιτέρω, είδε τον οδηγό της να φορά κράνος πριν ανατραπεί. Τρίτον, είναι επειδή η μοτοσυκλέτα και ο οδηγός της σέρνονταν στο έδαφος που σταμάτησε το όχημά του. Ο οδηγός έπεσε μπροστά στο αυτοκίνητό του ("felt in front of my car"). Τέταρτον, δεν ένοιωσε οποιονδήποτε να χτυπά στο αυτοκίνητο του ("I didn't feel anyone hitting on my car").[1] Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε και το Τεκμήριο 14, ως την κατάθεση που έδωσε στη σκηνή του δυστυχήματος. Επιβεβαίωσε ότι η θέση του είναι ότι έστριψε δεξιά μετά τη πτώση της μοτοσυκλέτας του θύματος στο έδαφος. Αυτό έγινε γιατί συγχύστηκε και παραξενεύτηκε και ήθελε να προστατεύσει τον οδηγό της. Αρχικά είπε ότι η μοτοσυκλέτα και ο μοτοσικλετιστής σύρονταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ύστερα είπε ότι δεν ήταν σίγουρος εάν ο μοτοσικλετιστής ήταν πάνω στη μοτοσυκλέτα, την ώρα που αυτή συρόταν. Πριν την ανατροπή είδε τον οδηγό να έρχεται προς το μέρος του. Πριν τη διάβαση πεζών της πορείας του, τον είδε να χάνει τον έλεγχο, να γέρνει και να πέφτει. Ήταν πράσινο και στις 2 κατευθύνσεις όταν ανατράπηκε η μοτοσυκλέτα. Είπε ότι είδε τον θανόντα να ανατρέπεται όταν αυτός ήταν περί τα 8.5 μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας της πορείας του. Ύστερα είπε ότι δεν μπορεί να υπολογίζει αποστάσεις, γενικά. Δεν μπορούσε να τοποθετηθεί επί οποιασδήποτε ερώτησης επί του σχεδίου, διότι είπε ότι δεν το καταλαβαίνει. Κάτι το οποίο έρχεται σε αντιδιαστολή με το ότι στη σκηνή του ατυχήματος το υπέγραψε ως ορθό. Είπε, επίσης ότι δε θυμάται αν το θύμα φορούσε ή όχι κράνος, αλλά θυμάται ότι κουβαλούσε κράνος. Ύστερα είπε ότι όταν είδε για πρώτη φορά το θύμα, αυτός ήδη συρόταν με τη μοτοσυκλέτα του στο δρόμο. Του υπεβλήθη ότι αν πραγματικά φοβόταν και συγχυζόταν θα σταματούσε το αυτοκίνητό του επί τόπου και δεν θα έστριβε δεξιά. Επέμεινε στην εκδοχή του. Του υπεβλήθη ότι μοτοσυκλέτα και μοτοσικλετιστής σύρονταν μαζί στην άσφαλτο, μέχρι και του σημείου όπου έγινε η σύγκρουση του με το αυτοκίνητο του. Τότε ο μοτοσικλετιστής παρέμεινε μπροστά από το αυτοκίνητό του και η μοτοσυκλέτα άλλαξε πορεία και βρέθηκε παραπέρα. Είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο μοτοσικλετιστής ή η μοτοσικλέτα του είχαν επαφή με το αυτοκίνητό του. Εν κατακλείδι του υπεβλήθη ότι, λαμβάνοντας υπόψη το που αυτός βρισκόταν όταν αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα του θανόντος να ανατρέπεται και την τελική του θέση, δεν ήταν δυνατό σε τόση μόνο απόσταση, να προλάβει να αντιδράσει και να καταφέρει να στρίψει δεξιά. Η στροφή του δεξιά ήταν αυτή που προκάλεσε τη πτώση της μοτοσυκλέτας στο έδαφος και όχι το αντίθετο. Επέμεινε στην εκδοχή του. Το Δικαστήριο, ώστε να είναι σε θέση να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, θα πρέπει μέσα από την υπάρχουσα μαρτυρία, κατόπιν που αυτή θα τύχει αξιολόγησης, να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι είναι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να στρίψει δεξιά και να εισέλθει εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του θανόντος που προκάλεσε την ανατροπή του δικύκλου του θύματος, η οποία με τη σειρά της επέφερε τον τραυματισμό και εν τέλει, χωρίς να σπάζει η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας, το θάνατο του θύματος. Εάν δεν προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι είναι η εκδήλωση της πρόθεσης του Κατηγορούμενου να στρίψει δεξιά που προκάλεσε την ανατροπή της μοτοσυκλέτας του θύματος, και όχι το αντίθετο, τότε ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Έλαβα, επίσης υπόψη μου κατά την αξιολόγηση, ότι οποιοδήποτε σχέδιο σκηνής δυστυχήματος, εάν αυτό δεν τύχει απόρριψης εν όλω ή εν μέρει από το Δικαστήριο, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας τους. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Ατδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388). Ο ΜΚ1 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με πράγματι συγκεκριμένο, δικό του, πολύ επεξηγηματικό και κατά διαστήματα μακροσκελή τρόπο, όμως χωρίς ίχνος διάθεσης υπεκφυγής. Αντιθέτως, με διάθεση επεξήγησης στο Δικαστήριο των ενεργειών του και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτές. Μου έδωσε την εντύπωση κάποιου που ήρθε στο Δικαστήριο όχι για να εξασφαλίσει καταδίκη του Κατηγορούμενου πάση θυσία αλλά για να μεταφέρει τα όσα εκείνος θεώρησε ως ορθά υπό το φως της μαρτυρίας που περισυνέλεξε ως εξεταστής της υπόθεσης. Ακόμα και εκεί που, φαινομενικά, δεν τον βόλευε έδωσε ειλικρινείς απαντήσεις. Όπως, για παράδειγμα όταν είπε ότι δεν έκανε περαιτέρω εξετάσεις στο κράνος που ανευρέθηκε στη σκηνή διότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αν οι οποιες ζημιές σε αυτό ήταν παλαιές ή πρόσφατες. Ή όταν είπε ότι δε διερεύνησε περισσότερο σε σχέση με την αλκοόλη στο αίμα του θύματος, διότι ήταν κάτω από το επιτρεπτό όριο. Επίσης, φαίνεται ο ΜΚ1 να έχει αντιληφθεί ορθά τον ρόλο του ως μάρτυς ενώπιον Δικαστηρίου: ανέφερε συγκεκριμένα ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να αποδείξει ή να απορρίψει οποιοδήποτε ισχυρισμό ή εκδοχή, αλλά για να αναφέρει τις ενέργειες που αυτός έκανε και τα συμπεράσματα στα οποία προέβη. Δεν βρίσκω να είχε λόγο να αναφέρει κάτι πέραν της αλήθειας και βρίσκω τα συμπεράσματα στα οποία προέβη να μην αποκλίνουν είτε της λογικής βάσει των όσων κατέγραψε ως πραγματική μαρτυρία στη σκηνή του δυστυχήματος. Δεν μου διαφεύγει, πάντως, ότι η ώρα 1900 που φαίνεται στο Τεκμήριο 13, ως η ώρα που η ΜΚ5 έδωσε τη συγκατάθεσή της για να ληφθεί από τον τραυματία δείγμα αίματος για εξέταση αλκοόλης, επί του οποίου ας σημειωθεί η ΜΚ5 δεν ερωτήθηκε, ούτε καν για να αναγνωρίσει την υπογραφή της, δεν συνάδει με το ότι η ίδια είπε ότι είδε για πρώτη φορά τον ασθενή στις 20:
  1. Επομένως, δεν μπορώ να δεχθώ ότι δείγμα αίματος για εξέταση αλκοόλης λήφθηκε από τον τραυματία στις 1900, ως ο ΜΚ1 είπε. Μικρή σημασία έχει αυτό, σε σχέση με τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου, λαμβάνοντας υπόψη το ότι ο ΜΚ1 μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας την ίδια μέρα του ατυχήματος και το δείγμα ελήφθη, οπωσδήποτε πριν την παραπομπή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας την ίδια μέρα. Ούτως ώστε, βεβαίως, η απουσία ώρας λήψεως του δείγματος αίματος να είχε την οποιαδήποτε σημασία σε σχέση με το αν το επίπεδο αλκοόλης στο αίμα του θύματος ήταν περισσότερο του νομίμου κατά την ώρα του δυστυχήματος, θα έπρεπε να υπήρχε ενώπιον Δικαστηρίου και επιστημονική ιατρική μαρτυρία ως προς τον τρόπο μεταβολισμού του αλκοόλ από τον ανθρώπινο οργανισμό, κάτι το οποίο δεν υπάρχει, εν προκειμένω. Ο ΜΚ2 ήταν αξιόπιστος μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν συγκεκριμένη και τα όσα είπε, δεν αμφισβητήθηκαν, και κατ΄επέκταση δεν κλονίστηκαν από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση. Δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα είπε η ΜΚ3 είναι ορθή και ειλικρινής μεταφορά των όσων έζησε στον αστυνομικό σταθμό όταν λάμβανε την καταθεση του Κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα και μετέφραζε στα αγγλικά. Δέχομαι επίσης την ορθότητα και την ακρίβεια της μετάφοράς των περιεχομένων του Τεκμήριο 3, στο Τεκμήριο
  2. Δεν έχω αμφιβολία ότι πρέπει να δεχτώ ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΚ
  3. Δέχομαι επίσης τα όσα κατέγραψε στο Τεκμήριο 14 να είναι τα όσα ο Κατηγορούμενος της είπε στη σκηνή του δυστυχήματος. Κρίνω την ΜΚ6 ως αξιόπιστη μάρτυρα. Απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Δε βρίσκω να είχε λόγο να πει ψέματα για την ποσότητα αλκοόλης που κατανάλωσαν με τον θανόντα εκείνο το μεσημέρι. Απάντησε μάλιστα ότι και η ίδια έχει παιδάκια και θα ήταν ανεύθυνο εκ μέρους της να πίνει και να οδηγεί. Δέχομαι τα όσα είπε, για την περιορισμένη σημασία που έχουν, στα επίδικα θέματα. Ο ΜΚ8 ήταν σύντομος και η ουσιαστική πτυχή της μαρτυρίας του, περί του πως βρήκε τον τραυματία και σε πόση απόσταση από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε. Δέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Κρίνω την ΜΚ12 ως αξιόπιστη μάρτυρα. Ήταν αυθόρμητη και άμεση στις απαντήσεις της. Δεν διέκρινα διάθεση υπεκφυγής εκ μέρους της ή ανειλικρίνειας. Μέσα από τις ερωτήσεις της αντεξέτασης επιχειρήθηκε να προκύψει θέμα ανειλικρίνειας της σε σχέση με πόσα δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως το μισθό του θύματος, κάτι το οποίο δεν έγινε κατορθωτό. Οι μάρτυρες γιατροί, ΜΚ5,7,9,10 και 11, των οποίων η εμπειρογνωμοσύνη επί του πεδίου τους και τα ευρήματα τους δεν αμφισβητήθηκαν έλαβα υπόψη μου ότι καθήκον τους είναι να παρέχουν στο Δικαστήριο εκείνα τα εφόδια ώστε να μπορεί να προβεί στα δικά του συμπεράσματα (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ 534, Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841, Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Αστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013). Ήταν όλοι επεξηγηματικοί και επεξήγησαν με λεπτομέρεια τις επιστημονικές τους θέσεις, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Υπέκφευγε συνεχώς ερωτήσεων που του υποβάλλονταν και ανακύκλωνε την εκδοχή του. Ήταν χαρακτηριστικός ο τρόπος που απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις: ωσάν να μην τις αντιλαμβανόταν. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Όταν ήθελε να απαντήσει, απαντούσε. Παρόλο που προώθησε μια αντικειμενικά, δύσκολα πιστευτή εκδοχή, χωρίς να είναι βεβαίως απίθανη, ότι δηλαδή έστριψε προς το μέρος του θανόντα για να σταματήσει και να τον βοηθήσει, δεν έντυσε την εκδοχή του με περαιτέρω λεπτομέρειες, οι οποίες θα την έκαναν πιο πειστική. Για παράδειγμα, πώς και έστριψε δεξιά, προς αυτόν, αντί αριστερά, αντίθετα από αυτόν; Θα μπορούσε την ενέργεια του αυτή να την αποδώσει στην ένταση της στιγμής ή κάπως να την δικαιολογήσει. Δεν το έπραξε όμως. Ανέφερε απλώς ότι συγχύστηκε και φοβήθηκε, όταν είδε τη μοτοσυκλέτα να ανατρέπεται. Επίσης, γιατί δεν ανέφερε οποιαδήποτε ενέργεια στην οποία προέβη μετά το ατύχημα ώστε πράγματι να βοηθήσει τον τραυματία; Πήρε τηλέφωνο το ασθενοφόρο; Ενήργησε με οποιοδήποτε άλλο βοηθητικό προς τον τραυματία τρόπο; Δεν είπε. Αλλά ακόμα και έτσι να ήταν, δεν φάνηκε μετανιωμένος για τη λανθασμένη, ως φάνηκε τελικά, απόφαση του να στρίψει δεξιά, η οποία τελικά κόστισε τη ζωή σε έναν άνθρωπο. Φρονώ, ότι κάποιος ο οποίος, από λανθασμένη εκτίμηση της κατάστασης και μόνο, προκαλεί θάνατο, θα παρουσιαζόταν πιο μετανιωμένος στο Δικαστήριο και θα έδινε όλες τις λεπτομέρειες που απαιτούνταν για να πείσει για την εκδοχή του. Επίσης, υπάρχουν ανακολουθίες στις θέσεις του ενώπιον Δικαστηρίου, τόσο μεταξύ τους, όσο και σε σχέση με τις καταθέσεις του, Τεκμήρια 4 και 14. Μερικές από αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω, κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Άλλες ήταν ότι, είπε κατά την αντεξέτασή του ότι είδε τον θανόντα να ανατρέπεται όταν αυτός ήταν περί τα 8.5 μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας της πορείας του. Αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή με το Τεκμήριο 4, όπου είπε ότι αυτό έγινε όταν έφτασε στη διάβαση πεζών της πορείας του, στο ίδιο ύψος δηλαδή με τα φώτα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, και σε αντιδιαστολή με το Τεκμήριο 14, όπου είπε ότι τον είδε για πρώτη φορά στο μέσo της διασταύρωσης. Εφόσον είπε ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί επί οποιασδήποτε ερώτησης στην αντεξέταση επί του σχεδίου, διότι είπε ότι δεν το καταλαβαίνει, πως και στη σκηνή του ατυχήματος το υπέγραψε ως ορθό; Δεν δόθηκε καμία εξήγηση. Είπε επίσης ότι δε θυμάται αν το θύμα φορούσε ή όχι κράνος, αλλά θυμάται ότι κουβαλούσε κράνος. Θέσεις, οι οποίες είναι αφ΄ενός αντιφατικές μεταξύ τους και αφ΄ετέρου κάποιος ο οποίος δε θυμάται να άλλος φορούσε ή όχι κράνος, μπορεί να προβεί σε συμπέρασμα ότι το κουβαλούσε μόνο από τα περιστατικά που έζησε, κατόπιν του δυστυχήματος. Δεν πείστηκα ότι τα όσα μαρτύρησε στο Δικαστήριο και είπε στις καταθέσεις του στην αστυνομία είναι τα όσα είδε και έζησε την επίδικη μέρα. Στο σημείο αυτό, να αναφέρω και το εξής. Ήταν απολύτως θεμιτό, αλλά και λογικό, στην απουσία αυτόπτη μάρτυρα, ο ΜΚ1 να χρησιμοποιήσει τα όσα είπε, στην ευμενέστερη για αυτόν εκδοχή, ώστε να κάνει τους υπολογισμούς του για την αλήθεια των δηλώσεων του Κατηγορούμενου. Και ούτε κάτι τέτοιο είναι νομικά μεμπτό. Κατάθεση Κατηγορούμενου, η οποία περιέχει απαλλακτικές δηλώσεις, παρόλο που πρέπει να περάσει τη βάσανο της αξιολόγησης, λαμβάνοντας υπόψη και την λοιπή μαρτυρία στην υπόθεση, εντούτοις μπορεί να γίνει αποδεκτή, άνευ ετέρου, ως μαρτυρία περί της άμεσης αντίδρασης του Κατηγορούμενου όταν ερωτήθηκε για πρώτη φορά για το πιθανό αδίκημα που διέπραξε ( βλ., μετάξύ άλλων, R. ν. Stovey
(1968)52 Cr App R 334 και R. v. Pearce
(1979)69 Cr App R 365). Είναι επίσης θεμιτό, όταν αιτιολογείται συγκεκριμένα, να δίδεται περισσότερη βαρύτητα κατά την αξιολόγηση στα αυτοενοχοποιητικά παρά στα αυτοεξυπηρετικά μέρη μιας κατάθεσης Κατηγορούμενου (Βλ. Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Κωνσταντινίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Εν προκειμένω, το μόνο εκ πρώτης όψεως αυτοεξυπηρετικό μέρος της κατάθεσης του Κατηγορούμενου, ήταν ότι έστριψε δεξιά αφότου είδε τη μοτοσυκλέτα να ανατρέπεται. Και είναι την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού, που ήθελε ο ΜΚ1 να ελέγξει, με το να λάβει ως δεδομένα τα λοιπά αναφερθέντα εκ του Κατηγορούμενου και να προβεί σε υπολογισμούς. Ως προς την εγκυρότητα και την ορθότητα των υπολογισμών, θα γίνει πιο κάτω αναφορά. Λαμβάνοντας, επομένως, υπόψη την πιο πάνω νομική πτυχή και έχοντας κρίνει ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να υπεκφύγει ευθύνης με τα όσα είπε στις καταθέσεις του και στο Δικαστήριο, δέχομαι ως αληθινή τη δήλωσή του Κατηγορούμενου και στις δύο καταθέσεις του, Τεκμήρια 4 και 14, ότι είδε το θύμα να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα πριν αυτή ανατραπεί. Σε αυτό επέμεινε και κατά την αντεξέτασή του. Δεν μου διαφεύγει ότι στο Τεκμήριο 4, λέει ότι την είδε να οδηγείται στην αριστερή λωρίδα της πορείας του, ενώ στο Τεκμήριο 14 λέει ότι την είδε δεξιά του, χωρίς να αναφέρει αν αυτό σημαίνει, απλώς στη δεξιά του Κατηγορούμενου πλευρά ή στη δεξιά λωρίδα της πορείας της. Επομένως, περιορίζομαι στο να δεχτώ ως αληθινή, τη δήλωση του ότι είδε το θύμα να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα πριν αυτή ανατραπεί. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Την 18.1.14 και περί ώρα 18.20 στην διασταύρωση της λεωφ. Αρχ. Μακαρίου με την λεωφ. Αρχ. Κυπριανού και οδό Γλαύκου Αλιθέρση στην Λάρνακα επισυνέβη τροχαίο ατύχημα μεταξύ του οχήματος ΕΧΝ225, που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής ΚΖΝ917, ο οδηγός της οποίας τραυματίστηκε και τελικά κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται πιο κάτω, απεβίωσε στις 19/10/
  1. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Το ατύχημα έγινε ενώ και για τους δύο οδηγούς, που έρχονταν από αντίθετες κατευθύνσεις, ο Κατηγορούμενος με βόρεια και ο τραυματίας με νότια κατεύθυνση στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ήταν πράσινο. Ο Κατηγορούμενος είδε το θύμα να οδηγεί την μοτοσυκλέτα στην εξ΄αντιθέτου του πορεία, πριν αυτή ανατραπεί. Σε κάποια στιγμή, ο θανών έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και ανατράπηκε 12,7 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Ακολούθως η μοτοσυκλέτα μαζί με τον οδηγό της, τρίφτηκαν στην άσφαλτο, με το δεξί μέρος της μοτοσυκλέτας προς τα κάτω και χτύπησαν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, όταν αυτό ευρισκόταν 11 μέτρα, μετά τα φώτα τροχαίας της πορείας του Κατηγορούμενου. Ακολούθως η μοτοσυκλέτα συνέχισε την πορεία για 9 περίπου μέτρα νότια και ακινητοποιήθηκε στην άκρη του δρόμου. Μέχρι το όχημα του Κατηγορούμενου να φτάσει στην τελική του θέση, διέσχισε 3,40 μέτρα εντός της πορείας του θύματος, ήτοι ολόκληρη τη δεξιά λωρίδα της πορείας του θύματος και 20 εκατοστά από την αριστερή. Στο αίμα του θύματος αργότερα την ίδια μέρα, ανιχνεύθηκε αλκοόλη 41 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος αντί 50, που είναι το νόμιμο όριο. Ο Κατηγορούμενος δεν μετακίνησε το όχημα του από την τελική του θέση, μέχρι την άφιξη των ΜΚ1 και ΜΚ4 στη σκηνή. Ο τραυματίας βρέθηκε από τον ΜΚ8 αναίσθητος σε ύπτια θέση, 5 με 10 εκατοστά μακριά από τον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ4 κατέγραψε στην Αγγλική γλώσσα τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου στη σκηνή. Ο ΜΚ1 έλαβε μετρήσεις στη σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί του οποίου τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης και τις πορείες των δύο ενεχόμενων οχημάτων ως του τα είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος. Επεξήγησε στην Αγγλική γλώσσα το πρόχειρο σχεδιαγράφημα στον Κατηγορούμενο ο οποίος συμφωνώντας με αυτό το υπέγραψε στην παρουσία του. Υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοτέστ με μηδενική ένδειξη. Λήφθησαν αριθμός φωτογραφιών της σκηνής. Η επίδικη διασταύρωση ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία λειτουργούσαν κανονικά. Η οδός Γλαύκου Αλιθέρση είναι δρόμος μονής κυκλοφορίας στην οποία επιτρέπεται να εισέρχονται σε αυτή μόνο οχήματα που κινούνται εντός της επίδικης διασταύρωσης. Το δυστύχημα συνέβηκε κατά την διάρκεια της νύκτας με ικανοποιητικό οδικό φωτισμό και αίθριο καιρό, ο άσφαλτος στη διασταύρωση είναι καλής επιφάνειας, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν καθαρός και ξηρός, το όριο ταχύτητας είναι 50χαω. Υπήρχε στο δρόμο μέτρια τροχαία κίνηση. Τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και το θύμα, είχαν ορατότητα πέραν των 100 μέτρων ο ένας προς τον άλλο. Λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο κατάθεση στη μητρική του γλώσσα με ταυτόχρονη μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα και με τη βοήθεια της ΜΚ3 την 19/01/
  2. Και οι δύο καταθέσεις του Κατηγορούμενου, τόσο η αμέσως πιο πάνω όσο και αυτή στη σκηνή του ατυχήματος, είναι πιστή καταγραφή των όσων ο Κατηγορούμενος είπε στους αστυνομικούς που τις έλαβαν. Από το ατύχημα, προκλήθηκαν οι εξής ζημιές: Στην δεξιά πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα του όχηματος του Κατηγορούμενο υπήρχε πρόσφατο σκούπισμα ύψους 39 εκατοστών μαζί με ελαφριές παράλληλες με το έδαφος εκδορές μέχρι ύψους 39 εκατοστών. Δεξιότερα του σκουπίσματος και σε απόσταση 45 εκατοστών από την πιο δεξιά πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα υπήρχε ένα κάθετο πρόσφατο κτύπημα ύψους 46 εκατοστών. Στη μοτοσυκλέτα υπήρχαν ζημιές στην δεξιά χειρολαβή και στο δεξί χειρόφρενο, στο μπροστινό φτερό, στα δεξιά πλαστικά, εκδορές στο εξώστ, εκδορές στα δύο καθρεφτάκια ενώ έσπασε και η πίσω σκάλα μαζί με το κιβώτιο μεταφοράς φαγητού που ήταν τοποθετημένο σε αυτή και το οποίο είχε διαστάσεις 50Χ50 εκατοστών. Οι ζημιές των δύο οχημάτων ταυτίζονται. Εκτός από τις ζημιές της μοτοσυκλέτας που προκλήθηκαν από το τρίψιμό της στην άσφαλτο, ήτοι ζημιές στην δεξιά χειρολαβή και στο δεξί χειρόφρενο, στα δεξιά πλαστικά και εκδορές στο εξώστ. Ο τραυματίας αμέσως μετά το ατύχημα διαμετοκίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου διαπιστώθηκε βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας διαμετακομίσθη την ίδια μέρα, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε κώμα. Υπέστη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας επείγουσα χειρουργική αποσυμπιεστική κρανιεκτομή, ώστε να αποσυμπιεστεί το υποσκληρίδιο αιμάτωμα του εγκεφάλου του. Κατόπιν, νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Παρουσίασε νευρολογική βελτίωση των συμπτωμάτων του πριν την διακομιδή του στο Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ. Στις 2/5/2014 το θύμα μεταφέρθηκε στο Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ, σε σοβαρή κατάσταση και ακολουθήθηκε πρόγραμμα αποκατάστασης. Ο τραυματίας κατά την εισαγωγή του στο Μέλαθρο διαπιστώθηκε ότι έφερε ημιπληγία δεξιά, δηλαδή, δεν υπήρχε κίνηση στην δεξιά πλευρά, μικτή αφασία εκπομπής και αντίληψη, σοβαρή μορφή κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης (υποσκληρίδιο αιμάτωμα) πολυτραυματίας δηλαδή αμφότεροπλευρά πνευμοθώρακα, υδροκεφαλίας και διάτασης κοιλιών, κάταγμα στέρνου πρώτης πλευράς δεξιά, ωμοπλάτης αριστερά και βραχίωνα αριστερά. Μεταφέρθηκε πίσω στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μεταξύ των ημερομηνιών 26-05-14 και 3-06-14 γιατί παρουσιάστηκε έκπτωση του επιπέδου συνείδησης του και καθόλου επικοινωνίας. Και πίσω το Μέλαθρο. Κατόπιν και ενώ βρισκόταν στο Μέλαθρο, η κατάσταση του επιδεινώθηκε και παρουσίασε ημιπληγία και αφασία. Στις 18/06/2014 επανεισήχθη στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για την επανατοποθέτηση ωστικού κρημνού και τοποθέτηση βαλβίδος, διότι διαπιστώθηκε υδροκεφαλία, κάτι που θα αντιμετωπιζόταν με την τοποθέτηση βαλβίδας και κοιλιοπεριτοναϊκής παροχέτευσης. Ο ασθενής, ακολούθως, εμφάνισε σημτική κατάσταση με βαριά λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος και παρέμεινε νοσηλευόμενος υπό αγωγή στην μονάδα εντατικής θεραπείας και αργότερα στο νευροχειρουργικό τμήμα. Στις 19/10/2014 απεβίωσε στο νευροχειρουργικό τμήμα. Εστάλη για νεκροτομή. Οι βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με μακρά πορεία νοσηλείας στις εντατικές μονάδες και νοσηλευτικούς θαλάμους, έχουν συνήθως ως κύρια επιπλοκή τους τις λοιμώξεις, εκ των οποίων οι σημαντικότερες και συχνότερες είναι οι πνευμονίες. Ο ιατροδικαστής ΜΚ10 κατέληξε, λαμβάνοντας υπόψη και ιστοπαθολογικές αναλύσεις που έγιναν από την ΜΚ9, κατόπιν οδηγιών του ΜΚ10, ότι αίτια θανάτου ήταν:
  3. Οξεία πνευμονία κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, μετά από τροχαίο ατύχημα.
  4. Βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Το άρθρο 210 του Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε, διαβάζει: «210. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 210, έχουν ως εξής: (α) ο Κατηγορούμενος να ήταν αμελής, αν και όχι με υπαίτιο τρόπο, (β) η αμέλεια του αυτή να οδήγησε σε αλόγιστη ή απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά του (γ) η οποία με τη σειρά της, επέφερε το θάνατο άλλου προσώπου. Η σημασία της φράσης «χωρίς πρόθεση» στο εν λόγω άρθρο, είναι οτι, ρητά, δεν απαιτείται η ένοχη διάνοια (mens rea) ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος. (βλ. Hill ν Baxter
(1958)42 Cr. Αρρ. Rep. 51 και Simpson ν. Peat
(1952)2 QB 24). Αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα, απερίσκεπτα ή αλόγιστα. Αρκεί η οδήγηση, κατ'αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων από το Δικαστήριο, να ήταν πράγματι επικίνδυνη, απερίσκεπτη ή αλόγιστη. Εν προκειμένω, η πράξη που οδήγησε στο θάνατο περιορίστηκε από τις λεπτομέρειες αδικήματος στην επικίνδυνη και όχι στην απερίσκεπτη ή αλόγιστη πράξη. Αυτά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος (βλ. μεταξύ άλλων, Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409), αλλά πρέπει βεβαίως σε όλες τις περιπτώσεις να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικίνδυνης συμπεριφοράς και του θανάτου. Σε σχέση με τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία (α) έως (γ): (α) Σε περιπτώσεις οδικής αμέλειας, η έννοια της αμέλειας, μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα, από την υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση το Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό[2] και ποινικό δίκαιο[3] ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι και η Constantinou ν.Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188 και Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2007 ημερ. 10.12.2008, όπου το καθήκον αυτό της δέουσας παρατηρητικότητας λέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα βαρύ («especially heavy») όταν ένας οδηγός επιχειρεί στροφή δεξιά, αποκόπτοντας έτσι την πορεία άλλου οδηγού. (β) Όσον αφορά στην επικίνδυνη πράξη κατά την οδήγηση, αυτή πρέπει να εμπεριέχει σφάλμα. Στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, με αναφορά στην R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εν πρώτοις, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την αντίληψη πως στην R. ν: Gosney, η επικίνδυνη οδήγηση εξομοιώθηκε προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ούτε και νομίζουμε πως η διαφορά μεταξύ των δυο αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ'αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην R. ν. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητο της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιε γι' αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ήταν λανθασμένος ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας. Το αδίκημα δεν ήταν απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 224. "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient The fault need not be the sole cause of the dangerous situation, it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία' πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία.".» Επομένως, η αμέλεια πρέπει να οδηγεί σε μια επικίνδυνη κατάσταση, η οποία να προκύπτει με τη σειρά της από κάποιο σφάλμα του οδηγού. (γ) Αναφορικά με την επιφορά του θανάτου από την επικίνδυνη πράξη που ήταν απόρροια αμέλειας, απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικίνδυνης πράξης και του θανάτου. Ο θάνατος να ήταν, δηλαδή, απόρροια της επικίνδυνης πράξης, αν και δεν απαιτείται η επίδικη επικίνδυνη πράξη να ήταν το μόνο αίτιο του θανάτου. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκος Αντωνίου, Π.Ε. 241/2012, ημερ. 16-12-2014, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά, ως προς αυτή τη πτυχή της υπόθεσης. «Στη Rossides v. Republic
(1983)2 C.L.R 391, 400 υιοθετήθηκε τ' ακόλουθο απόσπασμα από τον Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τεύχος 11, παραγρ. 1156, σελ. 615-616: «1156. Causation. For the purposes of offences of homicide, a person causes the death of another where by any act or omission he accelerates the death of that other. Te act or omission need not be the sole or the substantial cause but it must be one of the causes, and one that is more than minimal. It is therefore possible to have two or more independent operative causes of death, and any person whose conduct constitutes a cause may be convicted of an offence in respect of the death. It is not necessary that the death should have been caused in the way intended or foreseen by the defendant. It is enough that the death was a foreseeable or natural consequence of the defendant΄s conduct, so if the defendant threatened the victim who accidentally killed himself in trying to make his escape, the defendant is liable for murder or manslaughter according to his men rea. If a wound is inflicted and death results, the person who inflicted the wound will be held to have caused the death although the victim may have neglected to use proper remedies, or have refused to undergo a necessary operation. Similarly, where a wound or hurt has necessitated medical treatment and such treatment is improper or negligent so that death ensues, the wound will be regarded as causing the death if it continues to be an operative cause at the time of death, but if the original wound is merely the setting in which another cause operates, or has become merely part of the history of the case, an ensuing death cannot be said to result from the wound and the person who inflicted it cannot be said to have caused the death." (Βλ. επίσης R. v. Smith
(1959)2 All E.R. 193, R. v. Blane
(1975)3 All E.R. 446, R. v. Malcherek and R. v. Steel
(1981)2 All E.R. 422). Είναι αρκετό συνεπώς η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η νομική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξης και του αποτελέσματος. Η νομική αυτή αρχή έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου προβλέπεται: «
  1. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι επέφερε θάνατο άλλου, άνκαι η πράξη του δεν είναι η άμεση ή η μόνη αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος σε οποιοδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α)........................... (ε) αν η τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν θα επέφερε το θάνατο, εκτός αν συνακολουθείτο από πράξη ή παράλειψη αυτού που φονεύτηκε ή άλλων προσώπων.» Βάσει των πιο πάνω ευρημάτων και νομικών αρχών, αναφέρω τα ακόλουθα: Η μόνη πιθανή λογική εξήγηση, που υιοθετεί αντί να αντικρούει τα όσα διαπιστώθηκαν στη σκηνή, είναι ο Κατηγορούμενος να εκδήλωσε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά πριν δει το θύμα να ανατρέπεται, και όχι αφότου τον είδε να ανατρέπεται. Δηλαδή, ακόμα και λαμβάνοντας ως δεδομένες, για σκοπούς επιχειρήματος, τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο θέσεις τις οποίες ο ίδιος προέβαλε και πάλιν δεν μπορεί να εξηγηθεί η σκηνή του ατυχήματος με τον τρόπο που ο Κατηγορούμενος εισηγείται. Αν, δηλαδή, ο Κατηγορούμενος είδε το θύμα να ανατρέπεται ενώ ο πρώτος ήταν στην αρχή της διάβασης πεζών της πορείας του, 11 μέτρα δηλαδή πριν το σημείο σύγκρουσης και με δεδομένο ότι θα διένυε 9.8 μέτρα μέχρι να αντιδράσει, αφού κινείτο με ταχύτητα 35 ΧΑΩ και λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο αντίδρασης ενώ άριστου οδηγού, δεν είναι λογικό να βρέθηκε στην τελική του θέση, 1.2 μέτρα, μόνο, πέρα από την απόσταση αντίδρασης του, χωρίς ίχνη τροχοπέδησης από το αυτοκίνητό του στο δρόμο (κάτι που θα υποδείκνυε ξαφνική χρήση του συστήματος πέδησης και ενδεχομένως να εξηγούσε το σταμάτημα σε τόσο λίγη απόσταση), με την κλίση στην οποία βρέθηκε και έχοντας διανύσει απόσταση 3,4 μέτρων (3,2 μέτρων στη δεξιά και 0,20 μέτρων στην αριστερή λωρίδα της πορείας του Κατηγορούμενου) εντός της αντίθετης πορείας. Θα ήταν, δε, αδύνατο να βρεθεί στην τελική του θέση, εάν όλα τα δεδομένα που αναφέρθησαν πιο πάνω παρέμεναν τα ίδια, αλλά άλλαζε ο χρόνος αντίδρασης του σε 2 δευτερόλεπτα, το χρόνο, δηλαδή, αντίδρασης ενός μέσου οδηγού, κάτι που θα σήμαινε ότι θα έπαιρνε στον Κατηγορούμενο 17.6 μέτρα να αντιδράσει, ενώ το σημείο που τον αντιλήφθηκε να πέφτει ήταν μόλις 11 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Το μόνο λογικό συμπέρασμα υπό τις περιστάσεις είναι ότι, η εκδήλωση της πρόθεσής του να στρίψει δεξιά προηγήθηκε της πτώσης της μοτοσυκλέτας και προκάλεσε αυτήν. Δεν μου διαφεύγει, ότι στη βάση των ζημιών του οχήματος του Κατηγορούμενου, οι οποίες ήταν πολύ ελαφριές και υποδηλώνουν όχι βίαιη σύγκρουση, δεν είναι καθόλου απίθανο ο Κατηγορούμενος να ήταν ήδη σταματημένος όταν ο θανών και η μοτοσυκλέτα του συγκρούστηκαν με το όχημά του. Δεν είναι αυτό όμως το ζητούμενο, εν προκειμένω. Το ζητούμενο είναι, εάν ο Κατηγορούμενος ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του θύματος. Και αυτό προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω. Η αμέλεια του Κατηγορούμενου οδήγησε σε επικινδυνότητα στο δρόμο. Η επικίνδυνη πράξη του Κατηγορούμενου συνίσταται στο ότι, παρόλο το βράδυ, αυτός είδε το θύμα, πριν ανατραπεί, να οδηγεί την μοτοσυκλέτα του στην εξ΄αντιθέτου του πορεία και αντί να του δώσει προτεραιότητα, ως όφειλε, επιχείρησε δεξιά στροφή αποκόπτοντάς την ελεύθερη ευθεία πορεία του. Επίσης, αντί να επιχειρήσει να στρίψει δεξιά σε ορθή γωνία, επιχείρησε να το πράξει σε κυκλική πορεία, κλείνοντας έτσι 3,40 μέτρα από την πορεία του θανόντα. Αυτά οδήγησαν στην ανατροπή της μοτοσυκλέτας, στη σύγκρουση της με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και τον τραυματισμό του θανόντα. Περαιτέρω, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων περί της ιατρικής πορείας που ακολούθησε ο τραυματίας μέχρι και το θάνατό του στις 19/10/2014, δεν βρίσκω να ελλείπει οποιοσδήποτε κρίκος της αιτιώδους αλυσίδας, που έχει ως πρώτο κρίκο την επικίνδυνη πράξη του Κατηγορουμένου κατά την οδήγηση και ως τελευταίο κρίκο το θάνατο του θύματος. Κρίνω, επομένως, τον Κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ................. (Υπ.) Μ.Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η μεταφορά των λεγομένων του Κατηγορούμενου στις καταθέσεις του στην Ελληνική, είναι δια ελεύθερης μετάφρασης από το Δικαστήριο.
  2. [Βλ. μεταξύ άλλων, ΒΑΚΑΝΑΣ ν. ΘΩΜΑ & ΑΛΛΟΥ
(1982)1 Α.Α.Δ. 530. ΑΔΑΜΗΣ & ΑΛΛΟΣ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
(1982)1 Α.Α.Δ. 746, ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ & ΑΛΛΟΣ ν. ΑΔΑΜΟΥ
(1988)1 Α.Α.Δ.
  1. [Βλ. μεταξύ άλλων, ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1968)2 Α.Δ.Δ., 140. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1982)2 Α.Α.Δ. 134. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1983)2 Α.Δ.Δ. 136]. (Υποσημειώσεις στο πρωτότυπο κείμενο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.