← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Αντώνης Παναγιώτου, Aρ. Υπόθεσης: 4160/14, 30/5/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Αντώνης Παναγιώτου, Aρ. Υπόθεσης: 4160/14, 30/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 4160/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -v- Αντώνης Παναγιώτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30-05-2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Μιχαήλ με κα Σ. Μιχαήλ και κ. Α. Αναστασίου (ο τελευταίος για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 29/12/13 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Κοφίνου παρά τις Αγγλισίδες οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒAQ 681 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, ως τροποποιήθηκε. Αντικείμενο της παρούσας ποινικής υπόθεσης είναι σύγκρουση του επίδικου αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και προπορευόμενού του αυτοκινήτου, με αριθμούς εγγραφής KLF374, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ1 με συνοδηγό τη ΜΚ2. Είναι παραδεκτό μεταξύ των μερών ότι κατά τον επίδικο χρόνο και στο μέρος που επισυνέβη η σύγκρουση, επικρατούσαν συνθήκες έντονης χαλαζόπτωσης, κάτι που καθιστούσε το δρόμο ολισθηρό. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο ΜΚ1 έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και ακινητοποιήθηκε στο δρόμο. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος έπετο του ΜΚ1, υπό τις ίδιες καιρικές συνθήκες, είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ1, προσπάθησε ανεπιτυχώς να το αποφύγει και επήλθε η σύγκρουση, λόγω της οποίας το αυτοκίνητο του ΜΚ1 σπρώχθηκε μερικώς εκτός δρόμου και ο Κατηγορούμενος κατάφερε να σταματήσει πιο μπροστά από το σημείο της σύγκρουσης. Οι λεπτομέρειες του πως επήλθε η σύγκρουση, και εάν τελικά ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής, είναι το επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση. Β. ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΟ ΘΕΜΑ ΠΡΟΣ ΕΞΕΤΑΣΗ Πρέπει, εξ΄αρχής, να υπογραμμιστεί ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προέκυψαν ως παραδεκτά, μεταξύ των μερών, τα εξής γεγονότα, τα οποία επισυνέβησαν μετά τη σύγκρουση και κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από τον ΜΚ3: Η πρακτική της αστυνομίας είναι να μην κατηγορεί οδηγό σε ατύχημα, στο οποίο προκλήθηκαν μόνο υλικές ζημιές σε ιδιωτικά οχήματα και δεν υπάρχουν σοβαροί τραυματισμοί ή ζημιές στο δημόσιο. Αυτή η πρακτική αναφέρθηκε και στον ίδιο τον Κατηγορούμενο από τον ΜΚ3, λέγοντάς του, επίσης, ότι το θέμα θα διευθετείτο μεταξύ ασφαλειών και ότι ο ίδιος δεν θα κατηγορείτο για αμελή οδήγηση. Αργότερα, και όταν ο Κατηγορούμενος πήγε στο σταθμό Κοφίνου για να δώσει κατάθεση, ο πατέρας του Κατηγορούμενου, πρώην αστυνομικός, ισχυρίστηκε, στην παρουσία του αστυνομικού διευθυντή Κοφίνου, ότι η διερεύνηση που έγινε από τον ΜΚ3 ήταν «για τα σκουπίδια». Ο ΜΚ3 κάλεσε τον πατέρα του Κατηγορούμενου να μην επεμβαίνει στο ανακριτικό του έργο και ο αστυνομικός διευθυντής Κοφίνου είπε στον πατέρα του Κατηγορούμενου να βγει έξω από το σταθμό (στο εξής «το επεισόδιο»). Ακριβώς, διότι αμφισβητήθηκε η ορθότητα της διερεύνησης της υπόθεσης από τον πατέρα του Κατηγορούμενου, ο αστυνομικός διευθυντής Κοφίνου έδωσε οδηγίες όπως καταχωριστεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει εάν ήταν ή δεν ήταν σωστή η διερεύνηση. Ενδεικτικές της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής, ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι οι εξής υποβολές στον Κατηγορούμενο, κατά την αντεξέτασή του και οι σχετικές απαντήσεις του Κατηγορούμενου: « Ε. Κύριε Παναγιώτου, καταρχήν σου υποβάλλω, εάν δεν αντιδρούσατε με τον τρόπο που αντιδράσατε εσύ και ο πατέρας σου, στον Σταθμό, η υπόθεση θα έκλεινε και δεν θα πήγαινε κανένας Δικαστήριο. Α. Ναι. Ε. Δεύτερο, από τη στιγμή που υπήρξε η αντίδραση που υπήρξε, ο Αστυνομικός Σταθμός Κοφίνου αποφάσισε να διώξει ποινικά αυτόν, που κατά την κρίση του, [.........] οδηγούσε αμελώς κατά τον επίδικο χρόνο , σύμφωνα με τη μαρτυρία. [...] Α. Εγώ πιστεύω ότι είμαι δαμέ για τον Αστυνομικό Σταθμό της Κοφίνου. Είναι μεταξύ του λάθους του πατέρα μου, που μίλησε με έντονο τρόπο στον κύριο Αριστοδήμου και είναι πάνω στην πίκκα τριών αστυνομικών, που είμαι δαμε ως κατηγορούμενος, ας πούμε δηλαδή μια κόντρα που ξέσπασε μεταξύ του πατέρα μου, του κυρίου Αριστοδήμου και του κυρίου σταθμάρχη, βρέθηκα εγώ να είμαι κατηγορούμενος, που τη στιγμή που πριν, μου είπε ο κύριος Αριστοδήμου, ότι δεν υπάρχει υπόθεση, για τον λόγο ότι δεν είχε τραυματισμούς και θα τα έβρουν μεταξύ τους οι ασφάλειες. [..]» (σελ. 4-5 στενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 25/04/2016) Τα πιο πάνω, παρείχαν έρεισμα στην Υπεράσπιση να ισχυριστεί, κατά τις τελικές αγορεύσεις, ότι η παρούσα ποινική δίωξη αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η Κατηγορούσα Αρχή αντέτεινε ότι, η αστυνομία, εφόσον αμφισβητήθηκε η διερεύνησή της, είχε κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει την υπόθεση εναντίον εκείνου που θεωρούσε ως αμελή, υπό τις περιστάσεις. Θα εξετάσω, κατά προτεραιότητα, το κατά πόσο υπό το φως αυτών των προκυψάντων ως παραδεκτών γεγονότων, η παρούσα ποινική υπόθεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, θέμα το οποίο, ακόμα και αν δεν τίθετο από την Υπεράσπιση, θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, κατ΄ενάσκηση της ευρείας και σύμφυτης διακριτικής του ευχέρειας να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία. Στην υπόθεση Constantinides v. Ekdotiki Εteria Vima Ltd κ.ά
(1983)1 ΑΑΔ 348, ο εφεσείων μεταξύ της έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, που ήταν εναντίον του και της καταχώρισης έφεσης από αυτόν, δημοσίευσε στον τύπο σειρά δημοσιευμάτων, τα οποία, αποφασίστηκε από το Εφετείο, ότι σκοπό είχαν να υπονομεύσουν το κύρος των δικαστηρίων, να θέσουν εν αμφιβόλω την αμεροληψία των Δικαστών και να πείσουν, μέσω του τύπου, ότι λανθασμένα απερρίφθη η αγωγή του για λίβελλο εναντίον των εναγομένων και εφεσιβλήτων. Αποφασίστηκε, δε, ότι τα Δικαστήρια έχουν σύμφυτη εξουσία να σταματούν δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες είναι καταχρηστικές. Αποφασίστηκε ότι συμπεριφορά η οποία υπονομεύει το κύρος και τον συνταγματικό ρόλο των Δικαστηρίων, μπορεί να ανακοπεί. Τέτοια συμπεριφορά μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, και η νόμιμη άσκηση δικαιωμάτων ενός από τα μέρη, οποτεδήποτε αυτή προκύπτει, να έχει αλλότριο κίνητρο. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εμποδίζει κατάχρηση της ενώπιον του διαδικασίας είναι ο μόνος τρόπος παρεμπόδισης διαδίκου να επεμβαίνει στην πορεία της δικαιοσύνης. Βεβαίως, πρέπει πάντα η δικαιοδοσία αυτή να ασκείται με φειδώ και κατόπιν εξισορρόπησης του εξίσου βασικού και καθολικού δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Λέχθηκαν τα εξής σημαντικά, ως προς την άσκηση δικαιώματος με καταχρηστικό τρόπο: «Not only conduct diminishing the authority and constitutional role of the Courts may be stopped in the exercise of the inherent powers of the Court, but the exercise of rights given by law as well, whenever fraught with an ulterior motive. In Church of Scientology v. D.H.S.S. [1979] 3 All E.R. 97 (CA), the right to discovery was held to be subject to control in the exercise of the powers of the Court, to suppress the abusive exercise of rights. Another example is the case of Goldsmith v. Sperrings Ltd. [1977] 2 All E.R. 566 (CA), where it was proclaimed that the exercise of a right may be restrained if pursued not for its vindication but in order to secure a collateral advantage. Also the exercise of a right may be restrained if calculated to cause injustice to the other party. Thus, in Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd. and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL), the right to serve notice of discontinuance, unfettered under the rules, was restrained in the interests of justice. As Oliver, J. pointed out in Midland Bank Trust Co. Ltd. v. Green [1979] 1 All E.R. 726, the jurisdiction to restrain abuse of process is the only power available to the Court to stop a party from, and I paraphrase, subverting the course of justice. Associated with the power to restrain abuse, is the undoubted power of the Court to control proceedings before it.» Έτσι, η άσκηση του δικαιώματος της έφεσης εκ του Εφεσείοντα, αποφασίστηκε ότι συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και η έφεση ανεστάλη. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονότητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.» Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 ΑΑΔ 217, αναφέρθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια σύμφυτη εξουσία με τα Αγγλικά Δικαστήρια για περιστολή των ενώπιον τους καταχρηστικών διαδικασιών: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, αναγνωρίστηκε ότι η ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατ΄ ενάσκηση σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχισή της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατηγόρου να προσφύγει στο Δικαστήριο. «Η άσκηση της εξουσίας αυτής, δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος» (σελ. 170 απόφασης). Στην υπόθεση R. ν. Adaway
(2004)EWCA Crim 2831, το Αγγλικό Εφετείο επέτρεψε έφεση από απόφαση ποινικού Δικαστηρίου, διότι πείστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, υπό τις περιστάσεις, και θα έπρεπε, να ανέστελλε την διαδικασία λόγω του ότι αυτή ήταν καταχρηστική. Υπήρχε μαρτυρία, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η εισαγγελική πρακτική σε σχέση με την καταχώριση ποινικών διώξεων δεν τηρήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά η δίωξη προχώρησε σε παραγνώριση των κριτηρίων δίωξης και λόγω της επιμονής του παραπονούμενου. Επιτρέποντας την έφεση, το Αγγλικό Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα, στην παράγραφο 27 της απόφασής του: "We cannot emphasize too strongly that before criminal proceedings are instituted by a local authority {......} they must consider with care the terms of their own prosecuting policy. If they fail to do so, or if they reach a conclusion which is wholly unsupported, as the conclusion to prosecute in this case was, by material establishing the criteria for prosecution, it is unlikely that the courts will be sympathetic, in the face of the other demands upon their time at Crown Court and appellate level, to attempts to justify such prosecutions". Στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice, 1993, παρ. 4-44, αναφέρεται ότι: " Abuse, such as to justify the exercise of the discretion, can take many different forms. However, the stay of proceedings is an exceptional step and can only be justified where the proceedings are oppressive or otherwise a misuse or improper manipulation of the process of the court or where the accused can establish on a balance of probabilities that circumstances exist which cause him serious prejudice to the extent that no fair trial could be held." [....] In Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34, P.C, an abuse of process was defined as " something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding". Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι η χρήση της ποινικής δικαστικής διαδικασίας από την αστυνομία, ως μέσο αφ' ενός, για την εκ των υστέρων επικράτηση του ΜΚ1 και του διευθυντή του Αστυνομικού Σταθμού Κοφίνου, επί του πατέρα του Κατηγορούμενου και αφ' ετέρου για την εκ των υστέρων επιβεβαίωση από Δικαστήριο της ορθότητας της διερεύνησης, παρασύροντας έτσι τον Κατηγορούμενο σε μια δικαστική διαδικασία που, παραδεκτώς δεν θα υπήρχε αν το επίδικο επεισόδιο δεν συνέβαινε, αποτελεί αναμφίβολα κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας. Το ότι η αστυνομία είχε δικαίωμα να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο, ως το άτομο που θεώρησε αμελές υπό τις περιστάσεις, είναι δεδομένο και αναντίλεκτο. Ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος αυτού, όμως, δεν μπορεί να παραμείνει ανέλεγκτος, υπό τις δοσμένες συνθήκες. Το ανεπίτρεπτο, εν προκειμένω, και εκείνο που προσδίδει στην παρούσα διαδικασία τον καταχρηστικό της χαραχτήρα, είναι ότι η δίωξη του Κατηγορούμενου αποφασίστηκε, παραδεκτά, μετά το επεισόδιο, ενώ αρχικά του αναφέρθηκε ότι δεν θα διωκόταν. Επίσης, ότι η δίωξη του Κατηγορούμενου, αποφασίστηκε σε αντίθεση με την πρακτική της Αστυνομίας, σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν μόνο υλικές ζημιές σε ιδιωτική περιουσία και όχι τραυματισμοί, να μην ακολουθεί δίωξη. Ο λόγος που δόθηκε, για την άσκηση της ποινικής δίωξης σε αντίθεση με την επικρατούσα αστυνομική πρακτική, ήταν για να διαπιστωθεί από Δικαστήριο η ορθότητα της διερεύνησης. Περαιτέρω, η θέση της αστυνομίας ότι, εάν το επεισόδιο δεν συνέβαινε, ο Κατηγορούμενος δεν θα διωκόταν, επιμαρτυρεί το αλλότριο του κινήτρου για τη δίωξη, ότι δηλαδή έγινε για λόγο, άλλον από το ότι, τα γεγονότα της υπόθεσης συνηγορούσαν περί της αμέλειας του Κατηγορούμενου. Με την αμέσως πιο πάνω θέση της αστυνομίας, επιβεβαιώνεται και η καταπίεση που προκύπτει στον Κατηγορούμενο, που για λόγο, μεταγενέστερο και άσχετο με τα πραγματικά δεδομένα της σύγκρουσης, υπόκειται στην παρούσα ποινική δίωξη. Σκοπός της ποινικής δικαιοσύνης, είναι η τιμωρία των ενόχων για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την προστασία του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας προς περιφρούρηση της νομιμότητας. Προκύπτει ότι, το κίνητρο της αστυνομίας στην καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης, δεν ήταν η καλώς νοούμενη εφαρμογή του ποινικού δικαίου, με σκοπό την τιμωρία του παρανομούντος και την αποκατάσταση της νομιμότητας, αλλά η εκ των υστέρων απόδειξη της ορθότητας της διερεύνησης εκ της αστυνομίας στον Κατηγορούμενο και στον πατέρα του. Δεν παραγνωρίζεται, η φειδώ με την οποία το Δικαστήριο πρέπει να αναστέλλει διαδικασία, λόγω κατάχρησης της. Και δη, ποινική διαδικασία. Ούτε παραγνωρίζεται, αντίθετα ζυγίζεται με, το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο που οποιοσδήποτε διάδικος πρέπει να έχει. Και δη, δημόσιος κατήγορος, κατ΄εντολή του Γενικού Εισαγγελέα. Εν προκειμένω όμως, κρίνω ότι τα γεγονότα είναι τέτοια που εάν η παρούσα ποινική υπόθεση αφήνετο να προχωρήσει, η δικαστική διαδικασία θα χρησιμοποιείτο για σκοπό, άλλο από εκείνον για τον οποίο θεσπίστηκε. Ας μου επιτραπεί και ένα τελευταίο σχόλιο. Η χρήση δημόσιας δαπάνης και δημοσίου χρόνου, που απαιτείται από τους δημοσίους κατηγόρους και το Δικαστήριο, προς διεκπεραίωση οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης, είναι παράγοντας που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται στη λήψη απόφασης για καταχώριση οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η παρούσα ποινική υπόθεση αναστέλλεται και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Γ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ Εάν, κατ΄έφεση, αποφασισθεί ότι έσφαλα στην πιο πάνω κρίση, προχωρώ να διαγνώσω την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Στην επισκόπηση της μαρτυρίας πιο κάτω, δεν υπάρχουν αναφορές στα όσα ο ΜΚ3 και ο Κατηγορούμενος ανέφεραν περί του επεισοδίου, ούτε στις τοποθετήσεις των μερών στις τελικές αγορεύσεις επί του επεισοδίου, διότι αυτά, προέκυψαν ως παραδεκτά με το πέρας της διαδικασίας, και αναφέρονται πιο πάνω στη σελίδα 3 πιο πάνω. Γ.
  1. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρισμένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας. Αναφορά θα γίνει όπου και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Προς απόδειξη της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες, ο Νίκος Μάτωλης (στο εξής «ο ΜΚ1»), η Νίκη Μάτωλη (στο εξής «η ΜΚ2») και ο Αστ. 2925 Μάριος Αριστοδήμου (στο εξής «ο ΜΚ3»). Κατόπιν που η υπόθεση πέρασε το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, για την υπεράσπιση μαρτύρησε ενόρκως μόνο ο κατηγορούμενος. Ακολούθησαν τελικές αγορεύσεις. Ο ΜΚ1 είπε ότι κατά την επίδικη μέρα και κατά τις 7.20 το πρωί ξεκίνησαν με την σύζυγο του ΜΚ2 από την οικία τους στην Πύλα για την Λεμεσό. Ο ίδιος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚLF374 και η σύζυγος του ήταν συνοδηγός. Στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας προς Κοφίνου υπήρχαν ελαφριές βροχές, η ταχύτητα του ήταν περί τα 85χαω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, λίγο πριν την έξοδο των Αγγλισίδων άρχισαν καταρρακτώδης βροχές με χαλάζι. Αμέσως ελάττωσε ταχύτητα, αλλά λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, κινήθηκε αριστερά κτύπησε σε ανάχωμα που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του αυτοκινητόδρομου και ακολούθως ακινητοποιήθηκε οριζόντια στον αυτοκινητόδρομο, έχοντας το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του να κατευθύνεται προς την Κοφίνου και με μέρος του αυτοκινήτου του, να βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου. Μετά από λίγο, ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα, το αυτοκίνητο του κινήθηκε προς τα εμπρός και είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου να σταματά μπροστά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Τότε κατάλαβε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου κτύπησε στο πίσω δεξιό φτερό του αυτοκινήτου του, άναψε τα φώτα κινδύνου και ειδοποίησε την αστυνομία. Η σύζυγος του, καθώς και ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο της Λάρνακας. Το αυτοκίνητο του έπαθε σοβαρές ζημιές οι οποίες εάν διορθωθούν δεν θα έχει κανένα παράπονο. Υπέγραψε και συμφώνησε με το σχεδιαγράφημα της σκηνής που ο ΜΚ3 εκπόνησε. Κατά την κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του καταστράφηκε ολοσχερώς, ότι το κτύπημα από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου επήλθε μεταξύ 4 και 5 λεπτών πάντως όχι πάνω από 10 λεπτών από την στιγμή που ακινητοποιήθηκε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινητόδρομου έχοντας προηγουμένως χάσει τον έλεγχο λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου, λόγω της χαλαζόπτωσης. Σημείωσε ότι όταν έχασε τον έλεγχο, το αυτοκίνητο του ακυβέρνητο κτύπησε στο ανάχωμα αριστερά του αυτοκινητόδρομου και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα ως προανέφερε. Δεν μπορεί να πει πόση ορατότητα είχε, είπε ότι το χαλάζι ήταν διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού. Αντεξεταζόμενος είπε ότι, μείωσε την ταχύτητα του πριν το σημείο σύγκρουσης ακριβώς διότι υπήρχαν λίμνες νερών στην μέση του δρόμου και έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του 100 με 200 μέτρα πριν το σημείο όπου ακινητοποιήθηκε. Όταν του υπεβλήθη ότι όταν έχασε τον έλεγχο κτύπησε πρώτα δεξιά στο τσιμεντένιο διαχωριστικό μεταξύ των λωρίδων και γι΄ αυτό το αυτοκίνητο του υπέστη τόσο σοβαρές ζημιές, επέμεινε ότι κτύπησε αριστερά στο ανάχωμα και ότι αν κτυπούσε στο διαχωριστικό δεξιά, οι ζημιές θα ήταν πολύ περισσότερες. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι δεν ήταν παράλληλα με την φορά κίνησης στον αυτοκινητόδρομο, αλλά κάθετα, κλείνοντας όλη την αριστερή λωρίδα. Είπε ότι αν ήταν κάθετα στον αυτοκινητόδρομο, δεν θα χτυπιόταν στη δεξιά του πλευρά, από τον Κατηγορούμενο. Πρώτα ένιωσε το κτύπημα και μετά είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου να σταματά μπροστά του. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ασφάλεια, πόσο εντός της αριστερής λωρίδας βρισκόταν το όχημα του, διότι όπως είπε το αυτοκίνητο του, μετά που κτυπήθηκε, μετακινήθηκε από την θέση του, για να φτάσει στην τελική του θέση, ως φαίνεται στα σχεδιαγράφηματα, Τεκμήρια 4 και
  2. Αρνήθηκε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει πως το αυτοκίνητο του ήταν τοποθετημένο στο δρόμο πριν τη σύγκρουση με τον Κατηγορούμενο, αφού ήταν μέσα σε αυτό. Αρνήθηκε υποβολή ότι η μαρτυρία του είναι με σκοπό να επιρρίψει ευθύνη για το ατύχημα στον Κατηγορούμενο. Η ΜΚ2 είπε στην κατάθεση της στην Αστυνομία ότι ενώ αυτή βρισκόταν ως συνοδηγός που οδηγούσε ο σύζυγος της και κατευθύνονταν προς την Λεμεσό μέσω του αυτοκινητόδρομου λίγο πριν την έξοδο των Αγγλισίδων άρχισαν καταρρακτώδεις βροχές με δυνατό χαλάζι και ο σύζυγος της λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του κινήθηκε αριστερά κτύπησε στο ανάχωμα και στην συνέχεια ακινητοποιήθηκε με κατεύθυνση την Κοφίνου. Αφού πέρασε λίγος χρόνος, ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα και το αυτοκίνητο τους κινήθηκε προς τα εμπρός και ακινητοποιήθηκε στο παγκέτο του δρόμου με πρόσωπο προς την Κοφίνου. Κατάλαβε τότε ότι αυτοκίνητο κτύπησε στο πίσω μέρος του δικού τους αυτοκινήτου. Ένιωσε πόνο στο κεφάλι μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο και αφού εξετάστηκε, πήρε εξιτήριο. Στο Δικαστήριο ανέφερε ότι το κτύπημα του Κατηγορούμενου ήταν 5 - 6 λεπτά μετά που ο σύζυγος της έχασε τον έλεγχο και ακινητοποιήθηκαν στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση προς Κοφίνου. Ήταν πάντως δυνατό το κτύπημα, ταρακουνήθηκε όλο το αυτοκίνητο. Είπε ότι γύρισε πίσω της και είδε το αυτοκίνητο που τους κτύπησε, πριν τους χτυπήσει. Μετά το είδε να σταματά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας μπροστά τους. Όταν πρωτοείδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, ήταν ακόμα σε κίνηση. Είπε ότι, υπήρχε ορατότητα παρόλο το χαλάζι, χωρίς όμως να είναι σε θέση να την προσδιορίσει. Είπε ότι, το αυτοκίνητο τους ακινητοποιήθηκε εντός της αριστερής λωρίδας και οριζόντια, δηλαδή σύμφωνα με την φορά κίνησης του αυτοκινητόδρομου. Δεν ήταν στην άλλη λωρίδα πάντως. Αντεξεταζόμενη είπε ότι, όταν ο σύζυγος της έχασε τον έλεγχο, το αυτοκίνητο τους πρώτα κτύπησε στο ανάχωμα και κατόπιν ακινητοποιήθηκε. Είπε ότι ο σύζυγος της έχασε τον έλεγχο λόγω του χαλαζιού και πάντως δεν φταίει ο ίδιος και ότι όταν άρχισε η χαλαζόπτωση πρόσεχε περισσότερο και ελάττωσε ταχύτητα. Όταν της υπεβλήθη ότι το αυτοκίνητο κτύπησε πρώτα δεξιά στο τσιμεντένιο διαχωριστικό μετά πέρασε αριστερά κτύπησε στο αυλάκι και κατόπιν ακινητοποιήθηκε στην μέση του δρόμου, η απάντηση της ήταν συγκεχυμένη. Είπε ότι μπορεί να μην ήταν τελείως μέσα στην μέση του δρόμου το αυτοκίνητο της, αλλά σχεδόν. Όταν της υπεβλήθη, ότι το αυτοκίνητο ήταν κάθετα προς την κυκλοφορία του αυτοκινητόδρομου και έβλεπε προς το κιγκλίδωμα είπε ότι μπορεί να μην ήταν τελείως ίσια και ότι πράγματι έβλεπε προς το κιγκλίδωμα. Όταν της υπεβλήθη ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε το αυτοκίνητο τους στην μπροστινή του δεξιά πλευρά, αυτή απάντησε ότι δεν τους κτύπησε μπροστά αλλά τους κτύπησε πίσω. Ας σημειωθεί σε αυτό το σημείο, ότι αυτή την απάντηση την έδωσε μετά που το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο σύζυγος της, ο οποίος είχε προγενέστερα μαρτυρήσει και καθόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου παρακολουθώντας την διαδικασία, της έκανε νεύμα. Υπό μορφή διευκρίνισης, τέθηκε κατά την επανεξέταση, η ίδια ερώτηση όπως και κατά την αντεξέταση: εάν δηλαδή πριν ακινητοποιηθεί το όχημα τους στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου κτύπησε πρώτα δεξιά στο τσιμεντένιο διαχωριστικό και μετά αριστερά στο ανάχωμα. Απάντησε πως ναι κτύπησαν πρώτα στο διαχωριστικό, μετά το αυτοκίνητο επέστρεψε στο δρόμο και ακινητοποιήθηκε χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για σύγκρουση με το αριστερό ανάχωμα. Όταν διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο ποια ήταν η ερώτηση που ερωτείτο, αυτή έδωσε άλλη απάντηση λέγοντας ότι νομίζει ότι κτύπησαν αριστερά από τη πλευρά τους. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο αποσπασμένος στον περιφερειακό αστυνομικό σταθμό Κοφίνου. Ειδοποιήθηκε για το ατύχημα μεταξύ του οχήματος του ΜΚ1 και του οχήματος του Κατηγορούμενου και αφίχθηκε στην σκηνή του ατυχήματος όπου βρήκε τα οχήματα στην τελική τους θέση, μετά τη σύγκρουση. Όταν απευθύνθηκε προς τον Κατηγορούμενο, ως προς τον τρόπο που επισυνέβη το ατύχημα αυτός είπε ότι «είδα το τουμπαρισμένο αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο τζιαι εν τα κατάφερα να το αποφύγω τζιαι έδωκα πάνω του». Έλαβε μέτρα στην σκηνή του ατυχήματος με την βοήθεια συναδέλφου του, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, χωρίς να τοποθετήσει επί αυτού σημείου σύγκρουσης, αφού και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί δεν ήταν σε θέση εκείνη την στιγμή να προσδιορίσουν το ακριβές σημείο της. Κατά την λήψη μέτρων, ουδείς εκ των ενεχομένων ήταν παρών. Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε πάντως το σχεδιαγράφημα κατά τον χρόνο που του λαμβανόταν κατάθεση, συμφωνώντας έτσι με αυτό. Όταν τον κατηγόρησε γραπτώς και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Οι ζημιές που διαπίστωσε στα ενεχόμενα οχήματα ήταν ως εξής. Στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου υπήρχε ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα αριστερά και στο αυτοκίνητο του ΜΚ1 υπήρχε ζημιά στο μπροστινό προφυλακτήρα και μπροστινό καπό στα αριστερά καθώς και ζημιές στο δεξιό φανάρι και πλευρικά στα φτερά, στο πίσω δεξιά φανάρι και φτερό και στον πίσω προφυλακτήρα. Ο MK3, στην κυρίως εξέτασή του στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι όταν έφθασε στη σκηνή υπήρχε έντονη βροχόπτωση, με δυνατό άνεμο και χαλάζι. Χρησιμοποίησε σπρέι για να χαράξει την τελική θέση των 2 οχημάτων και μετά μετακίνησε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία. Υπέγραψαν και οι δύο οδηγοί το πρόχειρο σχεδιαγράφημα του της σκηνής του ατυχήματος, Τεκμήριο 4, αφού τους το εξήγησε. Μετέφερε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, σε συμμετρικό τελικό σχεδιαγράφημα. Είπε ότι η ζημιά του ΜΚ1, από το χτύπημα του Κατηγορούμενου, ήταν στον πίσω δεξιό προφυλακτήρα, παρόλο που οι ζημιές του αυτοκινήτου του, από το αμέσως προηγούμενο ατύχημα, ήταν πολλές και σοβαρές. Αργότερα πρόσθεσε ότι η ζημιά του ΜΚ1 ήταν «πιθανόν» στον πίσω δεξιό προφυλακτήρα, υποδηλώνοντας ότι δεν ήταν βέβαιος. Όταν ερωτήθηκε, πώς και θεώρησε τον Κατηγορούμενο υπαίτιο για το ατύχημα και τον κατηγόρησε, είπε ότι ο Κατηγορούμενος τόσο στον ίδιο όσο και στη συνάδελφο του στη σκηνή, παραδέχτηκε ότι παρόλο που είδε το όχημα του ΜΚ1 στο δρόμο, δεν κατάφερε να το αποφύγει και του χτύπησε. Όταν ερωτήθηκε πως αντιλήφθηκε να έγινε το ατύχημα, είπε ότι ο ΜΚ1 έχασε τον έλεγχο, προσέκρουσε στο ανάχωμα αριστερά του αυτοκινητόδρομου, κατέληξε στη λωρίδα επιτάχυνσης προς Κοφίνου και έτσι του χτύπησε ο Κατηγορούμενος. Αυτή η άποψη, προφανώς δημιουργήθηκε από τα όσα οι ΜΚ1 και 2 του είπαν, των οποίων η αξιοπιστία κρίθηκε πιο πάνω. Είπε ότι το ανάχωμα είναι ύψους περίπου 4 με 5 μέτρων και ότι χρησιμεύει για να διοχετεύονται τα νερά της βροχής από τον αυτοκινητόδρομο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν πήγε στη σκηνή ο Κατηγορούμενος ήταν σοκαρισμένος. Τον ρώτησε τι έγινε και ο Κατηγορούμενος του έδωσε την απάντηση που κατέγραψε στην κατάθεσή του. Δεν του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο τη στιγμή εκείνη, διότι απλώς τον ρώτησε τι έγινε και ο Κατηγορούμενος του απάντησε. Ο Κατηγορούμενος δεν του ανέφερε οτιδήποτε στη σκηνή, περί του ότι το αυτοκίνητο του ΜΚ1 χτύπησε πρώτα στο τσιμεντένιο διαχωριστικό του αυτοκινητόδρομου και μετά ακινητοποιήθηκε, εξ' ού και η διερεύνηση του δεν στράφηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Πάντως, θεώρησε ότι καθ΄υπόδειξη του πατέρα του, δημιούργησε, εκ των υστέρων, τον ισχυρισμό αυτό, διότι ο ισχυρισμός αυτός του αναφέρθηκε μόνο κατά την κατάθεσή του και όχι πιο πριν. Αποκλείεται τα όσα κατέγραψε στην κατάθεσή του να μην ήταν οι ακριβείς λέξεις του Κατηγορούμενου, διότι θυμάται 100% τι ακριβώς του είπε ο Κατηγορούμενος στη σκηνή, διότι το έγραψε σε πρόχειρο χαρτί το οποίο μετά έσκισε. Δέχθηκε ότι η άποψη του για το πώς επισυνέβη το ατύχημα, διαμορφώθηκε από τα όσα άκουσε από τους εμπλεκόμενους. Ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην αστυνομία είπε ότι οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας προς Κοφίνου και όταν έφτασε παρά την έξοδο των Αγγλισίδων επικρατούσε χαλαζόπτωση. Μείωσε την ταχύτητά του σε 65-70 χιλιόμετρα την ώρα και είδε από απόσταση περίπου 30 μέτρων το μπροστινό του όχημα να χάνει τον έλεγχο, να χτυπά δεξιά στο τσιμεντένιο διαχωριστικό του αυτοκινητόδρομου και να ακινητοποιείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Τότε, ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα, προσπάθησε να το αποφύγει, δεν τα κατάφερε λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου, κινήθηκε δεξιά και χτύπησε με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματός του, το μπροστινό δεξιό φτερό του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου. Στη γραπτή του δήλωση στο Δικαστήριο, επανέλαβε τα όσα είπε στην κατάθεσή του. Υπογράμμισε την ολισθηρότητα του οδοστρώματος και ότι το ατύχημα με το προπορευόμενο όχημα του ΜΚ1 έγινε τόσο ξαφνικά που δεν μπόρεσε να αποφύγει εντελώς τη σύγκρουση. Πάντως το όχημα του ΜΚ1 ήταν ακινητοποιημένο κάθετα εντός του δρόμου, φράσσοντάς του την πορεία του. Η σύγκρουση με το μπροστινό δεξιό φτερό του αυτοκινήτου του ΜΚ1 δεν ήταν ιδιαίτερα σφοδρή και έσπρωξε το αυτοκίνητο αυτό στην τελική του θέση. Θεωρεί ότι, ακριβώς λόγω του ότι οδηγούσε προσεκτικά μπόρεσε να αποφύγει χειρότερη σύγκρουση, υπό τις περιστάσεις. Αυτά που είπε στον ΜΚ3 στη σκηνή, ήταν ότι «επήα σιονωτός και έδωκα πάνω του», όχι αυτά που ο ΜΚ3 κατέγραψε στην κατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος, επέμεινε στην εκδοχή του. Είπε, επίσης, ότι επικρατούσαν άσχημες καιρικές συνθήκες γενικά, αλλά στη σκηνή του ατυχήματος ιδιαίτερα άσχημες. Δέχθηκε ότι, το αυτοκίνητο του ΜΚ1 ήταν διαγώνια στον αυτοκινητόδρομο, αλλά κατελάμβανε και τις δύο λωρίδες του αυτοκινητόδρομου, ενώ προηγουμένως είπε ότι ήταν κάθετα. Είπε αρχικά ότι, το αυτοκίνητο του ΜΚ1 έκανε «γυρυλλάθκια» στο δρόμο, ενώ μετά παραδέχτηκε ότι ούτε μία στροφή 180 μοιρών έκανε, πριν χτυπήσει στο τσιμεντένιο διαχωριστικό και ακινητοποιηθεί στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Γ.
  3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Δεν μπορώ να θεωρήσω την ΜΚ2 ως αξιόπιστη μάρτυρα. Οι απαντήσεις της δεν ήταν άμεσες και ήταν συγκεχυμένες. Δεν μαρτυρούσε με αυτοπεποίθηση, άλλες φορές δεν απαντούσε στις ερωτήσεις που τις υποβάλλοντο και άλλες φορές απαντούσε με τρόπο, που έμοιαζε προσχεδιασμένος. Στο εδώλιο του μάρτυρα, φαινόταν μπερδεμένη και συγχυσμένη. Άλλα είπε στην κατάθεση στην αστυνομία και άλλα στο Δικαστήριο. Αναίρεσε τον εαυτό της αρκετές φορές, τόσο κατά την κυρίως εξέταση της, όσο και ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση της. Δεν φαινόταν καθόλου σίγουρη για όσα μαρτυρούσε. Η πιθανότητα επηρεασμού της απάντησής της, από το νεύμα του συζύγου της, ως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να εκμηδενιστεί. Δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση στο Δικαστήριο, εάν το αυτοκίνητο τους, μόλις έχασε τον έλεγχο ο σύζυγος της κτύπησε πρώτα δεξιά στο τσιμεντένιο διαχωριστικό και μετά αριστερά στο ανάχωμα, ούτε ήταν σε θέση να πει σε ποια θέση το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε και προς ποια κατεύθυνση έδειχνε το μπροστινό μέρος του. Δεν μπορώ επομένως να βασιστώ στην μαρτυρία της για να εξάξω οποιοδήποτε συμπέρασμα. Ούτε και στην μαρτυρία του ΜΚ1 μπορώ να βασιστώ διότι βρίσκω αυτός να ήταν να είχε υπερβολικό ζήλο στο να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για το ατύχημα, ενώ μάλιστα ο ίδιος δεν κατηγορήθηκε και ενώ προηγουμένως έχασε τον έλεγχο, υπό τις ίδιες συνθήκες περιορισμένης ορατότητας και αυξημένης ολισθηρότητας οδοστρώματος. Έλεγε συνεχώς ότι δεν έχασε τον έλεγχο, αλλά χάθηκε ο έλεγχος λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου, προσπαθώντας έτσι, κατά την άποψη μου να δείξει ότι δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το τι επακολούθησε. Επίσης, η θέση του ότι δεν έχει παράπονο εάν οι ζημιές στο αυτοκίνητό του επιδιορθωθούν, δείχνει ότι δεν λαμβάνει υπόψη, ότι μερικές από τις ζημιές του προκλήθηκαν όχι από τη σύγκρουση με τον Κατηγορούμενο, αλλά από το ότι ο ίδιος έχασε τον έλεγχο. Δεν τοποθετήθηκε με σαφήνεια ως προς το πόσο καλή ήταν η ορατότητα του στην χαλαζόπτωση. Προσπάθησε να δώσει βαρύτητα στα όσα είπε, αναφέροντας ότι η αστυνομία ήρθε και είδε, τόσο το που του κτύπησε ο Κατηγορούμενος, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με ασφάλεια από τα όσα ο ΜΚ3 είπε, όσο και το ότι, το αυτοκίνητο του ήταν τοποθετημένα λοξά στον δρόμο όταν του κτύπησε ο Κατηγορούμενος, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού η αστυνομία έφθασε στο μέρος, όταν και τα δύο αυτοκίνητα ήταν ήδη ακινητοποιημένα στην τελική τους θέση. Η μαρτυρία του επιμολύνεται, βρίσκω, και από τα διάφορα σημεία συμφωνίας του με την ΜΚ2, στα οποία οι απαντήσεις της τελευταίας φαίνονταν προσχεδιασμένες. Όπως για παράδειγμα ότι, το κτύπημα από τον Κατηγορούμενο το δέχτηκαν 4 - 5 λεπτά μετά που ακινητοποιήθηκαν. Περαιτέρω, οτι προσπάθησαν και οι δύο να πείσουν, με αναφορά στις ζημιές του οχήματος τους, ότι αυτό δεν ήταν σταματημένο κάθετα προς την φορά κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, ενώ βάσει των ζημιών-και μόνο-δεν μπορεί να εξαχθεί τέτοιο ασφαλές συμπέρασμα. Δεν δέχομαι ούτε την μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη και δεν μπορώ να βασιστώ, ούτε σε αυτή για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Ούτε στη μαρτυρία του ΜΚ3, ως προς το πώς επισυνέβη το ατύχημα, μπορώ να βασιστώ. Έφθασε στη σκηνή κατόπιν που αυτό συνέβη και δέχτηκε ότι η άποψη του των γεγονότων που οδήγησαν στο ατύχημα, διαμορφώθηκε από τα όσα άκουσε από τους εμπλεκόμενους. Η άποψη του αυτή, όμως δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ευρήματα του στη σκηνή. Στηρίζεται μόνο, στο ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι είδε το όχημα του ΜΚ1 στο δρόμο, αλλά δεν κατάφερε να το αποφύγει, κάτι που προφανώς ο ΜΚ3 ερμήνευσε ως αμέλεια εκ μέρους του. Αυτό, παραδέχτηκε, ήταν και το μόνο στοιχείο που τον οδήγησε στο να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο, κάτι το οποίο δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, υπό τις δοσμένες συνθήκες της χαλαζόπτωσης, της περιορισμένης ορατότητας και της ολισθηρότητας του δρόμου. Είπε, δε, ότι η ζημιά στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του ΜΚ1, ήταν «πιθανόν» να προκλήθηκε από τη σύγκρουση με τον Κατηγορούμενο, υποδηλώνοντας ότι δεν ήταν βέβαιος. Έκανε μάλιστα αναφορά στο ότι το όχημα του ΜΚ1, μετά το χτύπημά του στο ανάχωμα αριστερά, ακινητοποιήθηκε στη λωρίδα επιτάχυνσης προς Κοφίνου, υποδηλώνοντας τη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, χωρίς αυτό να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς τα σχεδιαγραφήματα που ο ΜΚ3 εκπόνησε, στην Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 CLR 278, αναφέρθηκε ότι η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας που παρέχει ένα σχεδιαγράφημα σκηνής ατυχήματος είναι αδιαμφισβήτητη. Δυνατόν να παρέχει απολύτως αντικειμενική μαρτυρία σε σχέση με την πορεία των ενεχόμενων οχημάτων, το σημείο σύγκρουσης και τις επιπτώσεις της σύγκρουσης. Δεν μπορεί από μόνο του, όμως, να πει πως επισυνέβη το ατύχημα. Μπορεί να παρέχει εξαιρετικό υλικό για έλεγχο της αξιοπιστίας και της ακρίβειας των αντικρουόμενων απόψεων των μερών. Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζει τα συμπεράσματά του από το σχεδιαγράφημα, σε εκείνα που υπαγορεύονται από την κοινή λογική και τη λογική των πραγμάτων. Το ότι σχεδιαγράφημα σκηνής ατυχήματος, αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος, επιβεβαιώθηκε και στις μεταγενέστερες Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388. Εν προκειμένω τα σχεδιαγραφήματα, πρόχειρο και τελικό, Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα, που εκπόνησε ο ΜΚ3, δεν μπορούν να παρέχουν καμία πληροφόρηση ως προς το πώς επισυνέβη το ατύχημα. Ούτε οι ζημιές στα δύο αυτοκίνητα μπορούν, εφόσον ο ΜΚ1 έπαθε ζημιές και από το ατύχημά του πριν τη σύγκρουση με τον Κατηγορούμενου, χωρίς ο ΜΚ3, να είναι σε θέση να αποδώσει, με ασφάλεια, συγκεκριμένες ζημιές στο πρώτο ατύχημα και συγκεκριμένες στη δεύτερη σύγκρουση. Το γεγονός ότι και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί τα υπέγραψαν ως ορθά, δεν έχει σημασία ως προς το πώς επισυνέβη η ίδια η σύγκρουση, διότι αυτό που υπέγραφαν ήταν πως ο ΜΚ3 βρήκε τη σκηνή, όταν έφτασε στο μέρος. Σημειώνω περαιτέρω, οτι ο ΜΚ3 είχε λόγο να υποστηρίξει την υπόθεση του στο Δικαστήριο με περισσότερη θέρμη, λόγω του επεισοδίου στο σταθμό Κοφίνου, με τον πατέρα του Κατηγορούμενου. Είχα και αυτό υπόψη μου, κατά την αξιολόγηση. Δεν με έπεισε, πάντως, όταν είπε ότι, τα όσα διημείφθησαν στην σκηνή τα έγραψε σε χαρτί, το οποίο αργότερα έσκισε, και γι' αυτό θυμόταν τις ακριβείς λέξεις του Κατηγορούμενου, ως τις κατέγραψε στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 3, ενάμισυ σχεδόν μήνα μετά το ατύχημα. Δεν μπορώ, επομένως, να βασιστώ στα λεγόμενά του, ως προς το πώς επισυνέβη το ατύχημα, για να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Δέχομαι βεβαίως τα όσα είπε σε σχέση με το επεισόδιο στον σταθμό, εφόσον ήταν παραδεκτά μεταξύ των μερών. Δέχομαι, επίσης, τη θέση του ότι πολιτική της αστυνομίας είναι, σε περιπτώσεις ατυχημάτων με μόνο υλικές ζημιές, να μην κατηγορείται στο Δικαστήριο οποιοσδήποτε οδηγός, εφόσον συμπληρώνει τα όσα είπε σε σχέση με το επεισόδιο και συνάδει με το σκεπτικό του ίδιου του μάρτυρα, ως προς το πώς θα προχωρούσαν τα πράγματα αν δεν εξελισσόταν το επεισόδιο όπως εξελίχτηκε. Δεν μπορώ να δεχθώ ούτε τον Κατηγορούμενο ως αξιόπιστο μάρτυρα. Σε μερικά σημεία της μαρτυρίας του, ειδικά κατά την αντεξέταση ήταν αντιφατικός. Επέδειξε, επίσης υπερβολικό ζήλο, όπως και ο ΜΚ1, να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για το ατύχημα. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι μέσα σε 30 μέτρα μόνο απόσταση, που είπε ότι τον χώριζαν από το αυτοκίνητο του ΜΚ1 και την ταχύτητα 65-70 χιλιόμετρα την ώρα ταχύτητα, που είπε ότι είχε, υπήρχε ευχέρεια χρόνου και απόστασης, ώστε να δει το όχημα του ΜΚ1 να χάνει τον έλεγχο, να χτυπά δεξιά στο διαχωριστικό μεταξύ των λωρίδων του αυτοκινητόδρομου, να ακινητοποιείται στην αριστερή πλευρά του δρόμου, να προσπαθήσει να το αποφύγει, να τα καταφέρει εν μέρει και τελικά να του χτυπήσει ελαφρώς στο μπροστινό δεξιό μέρος. Κάτι τέτοιο δε συνάδει με τη κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία και δεν απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να το αποδείξει. Δ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Το γεγονός ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κρίθηκαν αναξιόπιστοι και ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, περί του πως επισυνέβη η σύγκρουση, από την μαρτυρία του ΜΚ3, σφραγίζει και την τύχη της παρούσας υπόθεσης. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαραίνει εξ' ολοκλήρου και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορούσα αρχή. (βλ. Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Ας σημειωθεί πάντως για ό,τι αξίζει, ότι ακόμη και στη βάση των γεγονότων που προέκυψαν με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ως παραδεκτά μεταξύ των μερών, δηλαδή ότι, υπό συνθήκες χαλαζόπτωσης και ολισθηρότητας ο Κατηγορούμενος είδε το προπορευόμενο του όχημα να του φράσσει το δρόμο, όπως και να έφτασε εκεί, αλλά δεν κατάφερε να το αποφύγει, παρόλο που προσπάθησε, δεν μπορεί, άνευ ετέρου, να οδηγήσει σε συμπέρασμα αμέλειας εκ μέρους του, στη βάση της επί του θέματος, νομολογίας. Εάν, επομένως, δεν απάλασσα τον Κατηγορούμενο, λόγω της αναστολής της ποινικής δίωξης ως καταχρηστικής, θα τον αθώωνα επί της ουσίας στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ............. (Υπ.) Μ.Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.