← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Αναστάσης Χ΄΄ Πετρής, Aρ. Υπόθεσης: 3375/12, 5/12/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Αναστάσης Χ΄΄ Πετρής, Aρ. Υπόθεσης: 3375/12, 5/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μαρία Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 3375/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -v- Αναστάσης Χ΄΄ Πετρής Κατηγoρούμενος Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Θ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Στ. Στυλιανού. Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΟΙΝΗΣ Δύο υποθέσεις τέθηκαν ενώπιον μου, η 21291/11 και η 3375/12. Στην υπόθεση υπ΄ αρ. 3375/12, ο κατηγορούμενος κατηγορείται: 1) για οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 8, 15 και 49

(1)(α) του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001, ότι δηλαδή στις 28.10.2011 στην οδό Αγίου Επιφανίου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ETZ 221 χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδεια οδήγησης 2), για ανυπακοή σε Νόμιμες διαταγές κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι δηλαδή κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία δεν υπάκουσε σε νομική διαταγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, δηλαδή οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφή ETZ221ενώ του είχε στερηθεί το δικαίωμα να κατέχει/αποκτά άδεια οδηγού στην υπόθεση με αριθμό 8089/11 για περίοδο 20 ημερών από 25.9.12, 3) για χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(4)(α), 38 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων, δηλαδή κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου, 4) για χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείς κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(4)(α), 38 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων, δηλαδή κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το πιο πάνω όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας τελούσα εν ισχύ από τις 31.12.10 και 5) για χρήση μηχανοκινήτου οχήματος άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου κατά παράβαση των άρθρων 11 και 19 του περί μηχανοκινήτων οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, δηλαδή ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται πιο πάνω οδηγούσε το πιο πάνω αναφερόμενο όχημα άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου ή ετέρας νομίμου εξουσιοδοτήσεως. Στη υπόθεση υπ΄ αρ. Κατηγορούμενος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται: 1) για υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, ότι δηλαδή στις 13-9-2011 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRH 355 με ταχύτητα 100 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, 2) ότι κατά την ίδια ημέρα, ώρα και τόπο οδηγούσε το επίδικο όχημα, κατά παράβαση των Καν. 17
(1)(α) και 72 των περί μηχανοκίνητων οχημάτων και Τροχαίας Κίνησεως Καν. του 1984, Κ.Δ.Π 66/84, δηλαδή χωρίς άδεια κυκλοφορίας τελούσα εν ισχύ από 30/6/
  1. Έγινε παραδοχή και στις 2 υποθέσεις. Ως οδηγό ορίζω την υπόθεση 3375/2012 εφόσον είναι η πιο σοβαρή και λαμβάνεται σε αυτή υπόψη η 21291/
  2. Άκουσα γεγονότα και για τις δυο και θα περιοριστώ στην επιβολή ποινής στην υπόθεση -οδηγό λαμβάνοντας υπόψη και τα γεγονότα και σοβαρότητα της 21291/11, στη βάση του άρθρου 81 του Κεφ.
  3. Τα γεγονότα που ανέφερε η Κατηγορούσα Αρχή ήταν ως εξής: Ως το κατηγορητήριο σε κάθε υπόθεση, ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου, χωρίς προηγούμενες τροχαίες καταδίκες και έχει 2 βαθμούς ποινής. Μου αναφέρθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος είναι τώρα υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι τη δίκη του από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση 26219/
  4. Το Δικαστήριο διέταξε όπως ετοιμαστεί Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τεθεί υπόψη του προς διαπίστωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών του Κατηγορούμενου. Η Έκθεση αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 47 ετών, έγγαμος και άνεργος, γεννήθηκε στο Λονδίνο και έχει καταγωγή από την Σύγκραση η μητέρα και από την Κοντέα ο πατέρας του. Τώρα διαμένει με την οικογένεια του σε ενοικιαζόμενη οικία στην Ορόκλινη. Είναι απόφοιτος Λυκείου στο Λονδίνο και έχει ολοκληρώσει κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Ήρθε στη Κύπρο το 1986 για να εργαστεί σε νυχτερινό εστιατόριο όπου εργάστηκε για δύο χρόνια. Έπειτα το 1991 άνοιξε το δικό του εστιατόριο μέχρι το 1993 που έκλεισε για να επιστρέψει ο αναφερόμενος στην Αγγλία. Το 1993 όταν επέστρεψε στην Αγγλία καταδικάστηκε για 12 χρόνια φυλάκιση όπου έκτισε ποινή 6 χρόνων όπως ανέφερε. Το 1999 απολύθηκε και επέστρεψε στη Κύπρο το
  5. Από το 2001 εργάστηκε ως security. Το 2006 φυλακίστηκε στην Κύπρο για κλεπταποδοχή μέχρι το 2008 όπως ανέφερε, από τότε είναι άνεργος. Γνώρισε την σύζυγο του το 2001 και το 2002 τέλεσαν γάμο όπου και απέκτησαν τον 9 χρόνο σήμερα Στέφανο.Η σύζυγός του κατάγεται από τη Ρουμανία και είναι απόφοιτος Λυκείου της Ρουμανίας. Ήρθε στη Κύπρο το 1988 και εργαζόταν σε νυχτερινό κέντρο μέχρι το
  6. Από το 2001 μετά την γνωριμία της με τον αναφερόμενο δεν εργάστηκε ξανά. Όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος στον λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας που του έλαβε συνέντευξη, αυτός δεν έχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία, πέραν από ένα σπίτι το οποίο βρίσκεται στο κατεχόμενο χωριό Χρυσοσπιλιώτισσα. Διαμένει με την σύζυγο και το παιδί του σε ενοικιαζόμενη κατοικία με ενοίκιο ύψους €
  7. Τα μοναδικό εισόδημα της οικογένειας ανέρχεται σε €1.120 από επίδομα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας λόγω της ανεργίας του. Η σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προκύπτει τόσο από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές όσο και από τη νομολογία επί του θέματος. Σε σχέση με την Κατηγορία 2, αναφέρω τα ακόλουθα: Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 133). Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227)). Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά Κατηγορουμένου, και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διάταγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Σε σχέση με την Κατηγορία 3, που αφορά την οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, αναφέρω τα ακόλουθα: Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό, σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά παρουσιάζουν συνεχή και ανησυχητική άνοδο. Πάντως, ο Νόμος προνοεί αυστηρές ποινές. Σε περίπτωση 1ης καταδίκης, ποινή φυλάκισης μέχρι και ενός έτους, πρόστιμο μέχρι και €1708 και υποχρεωτική στέρηση άδειας οδηγού για 6 μήνες, εκτός εάν καταδειχθούν ειδικοί λόγοι. Σύμφωνα με τη νομολογία επί του συγκεκριμένου αδικήματος, η καταδίκη για αυτό το αδίκημα ακολουθείται σχεδόν αναπόφευκτα από τη στέρηση της άδειας οδηγού. Αποτελεί, επιπλέον, υποχρέωση του Κατηγορουμένου να φέρει εις προσοχήν του Δικαστηρίου οποιουσδήποτε ειδικούς λόγους για μη στέρησης της άδειας οδήγησης του. Η επιλογή του είδους, και του ύψους της ποινής εναπόκειται στο δικάσαν δικαστήριο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, Κουτσούδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 574 και Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365), μετά από τη στάθμιση και το συσχετισμό του συνόλου των αντικειμενικών περιστατικών της υπόθεσης αλλά και των υποκειμενικών συνθηκών του ατόμου του κατηγορουμένου. Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάθε δικάσαν Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση ποινής, οφείλει να εξισορροπεί δίκαια τη διαφύλαξη της ευνομούμενης πολιτείας από τη μια και την ορθή μεταχείριση του κατηγορουμένου, με την εξατομίκευση της ποινής, από την άλλη, έτσι που να μην πληρώνει με τη τιμωρία του για τη γενική εγκληματικότητα που δυνατό να λειτουργεί σε μια κοινωνία, αλλά για τη συγκεκριμένη δική του πράξη, έχοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν στην προσωπικότητα του. (βλ. ενδεικτικά Φαναράς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Βεβαίως σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432). Σημειώνω, συναφώς, ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της (Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, με αναφορά στην Τροκκούδης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306). Ως ελαφρυντικά για τον κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη ότι είναι χωρίς προηγούμενες τροχαίες καταδίκες, με 2 μόνο βαθμούς ποινής και παραδέχθηκε άμεσα. Επίσης ότι, ως αναφέρθηκε από το Δικηγόρο του, οδήγησε πολύ μικρή απόσταση την επίδικη μέρα. Κάπου εδώ βρίσκω να τελειώνουν τα ελαφρυντικά για τον Κατηγορούμενο. Τέθηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου το θέμα της καθυστέρησης στην επιβολή ποινής του πελάτη του. Η καθυστέρηση στην επιβολή ποινής, λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία καταχώρισης της υπόθεσης, δύναται να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας, αναλόγως με την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου για αυτή. Σε αυτή την περίπτωση, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου δέχτηκε ότι η υπαιτιότητα, για την καθυστέρηση από την ημέρα που απάντησε στις κατηγορίες, ανήκει εξ' ολοκλήρου στον ίδιο. Το μόνο που απομένει, επομένως, είναι να διαπιστωθεί εάν υπάρχει η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης, από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων. Η υπόθεση 21291/11 αφορά σε αδικήματα της 13/9/2011 και καταχωρίστηκε την 5/12/
  1. Με καθυστέρηση λιγότερη των 3 μηνών. Η υπόθεση 3375/12 αφορά σε αδικήματα της 28/10/11 13 και καταχωρίστηκε την 16/2/
  2. Με καθυστέρηση, δηλαδή, λιγότερη των 3 μηνών. Βρίσκω αυτή την καθυστέρηση στην καταχώριση όχι τέτοια που να καθιστά τη δίκη του Κατηγορούμενου μη δίκαιη, λαμβάνοντας υπόψη και την καθυστέρηση των δυόμιση περίπου χρόνων από την ημέρα πρώτης εμφάνισης του Κατηγορούμενου ενώπιον δικαστηρίου και της σήμερον, που ως προανέφερα ο Κατηγορούμενος τη δέχτηκε ως δικής του υπαιτιότητας. Θα λάβω, όμως, υπόψη για σκοπούς ποινής, για ό,τι αυτή βέβαια αξίζει, την κατά μέσο όρο, τρίμηνη καθυστέρηση στην καταχώριση κάθε υπόθεσης. Τέθηκε, επίσης, από τον συνήγορο του κατηγορούμενου το θέμα της μέθης του κατά τη στιγμή της διάπραξης των αδικημάτων στην υπόθεση οδηγό, ως στοιχείο που πρέπει να επενεργήσει μετριαστικά ως προς την ποινή του. Η μέθη είναι παράγοντας που μπορεί να προσμετρήσει ελαφρυντικά μόνο σε συγκεκριμένα αδικήματα και υπό ιδιάζουσες περιστάσεις.Ο κανόνας στην Κύπρο δεν είναι τόσο άκαμπτος όσο στην Αγγλία, όπου η μέθη ποτέ δεν μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα. Όπως λέχθηκε στη Γ.Ε. ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ 19: «Η εξέλιξη της νομολογίας στην Αγγλία όπου πρόσφατα αναθεωρήθηκε η αρχή πως εθελούσια μέθη μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο στην επιμέτρηση της ποινής για αδικήματα που διαπράττονται υπό την επήρρεια της και η καθιέρωση ότι πλέον αυτό δεν αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για μείωση της ποινής, δεν υιοθετείται κατά τρόπο απόλυτο στον τόπο μας. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η ελευθέρα κρίση του Δικαστηρίου στον ευαίσθητο τομέα της επιμέτρησης της ποινής, ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και διαφοροποιείται συνάμα ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες της χώρας μας που δεν αντιμετωπίζει ευτυχώς το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα από την κατανάλωση αλκοόλ όπως η Αγγλία και οι βόρειες χώρες.» Πάντως, στο σύγγραμα του Γ. Πική, Sentencing in Cyprus - Sentencing Revisisted—2nd edition, στη σελ. 77 αναφέρονται τα ακόλουθα: " In making an assessment of the implications of drink upon the conduct of the accused it should not be overlooked that intoxication is a self-imposed condition leading to loss of self- control and as such to be discouraged". Στην Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ 417, στις σελ. 434- 435 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επίδραση της μέθης στη διαμόρφωση της ποινής εξετάστηκε σε δύο σχετικά πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου, στις οποίες έγινε, όπως σημειώσαμε, αναφορά στην απόφαση του Κακουργιοδικείου - στις Police v. Ioannou, (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή, (ανωτέρω). Στην πρώτη, ελαχιστοποιείται, αν όχι εκμηδενίζεται, η επενέργεια της μέθης ως παράγοντα μετριαστικού της ποινής. Στη δεύτερη, διαπιστώνεται ότι δε δικαιολογείται η άκαμπτη προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Ioannou. Στον ευαίσθητο τομέα της ποινής, αναφέρεται, η μέθη μπορεί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο. Η θέση του Δικαστηρίου στην Τσιολή συνάδει με την αρχή που καθιερώνει το Άρθρο 12.3 του Συντάγματος - ότι ο καθορισμός της ποινής επαφίεται στο δικαστήριο, ανάλογα με την οριοθέτηση της βαρύτητας του εγκλήματος, που αποτελεί τη συνισταμένη της ποινής. Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας. νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος.» (υπογράμμιση δική μου) Στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν άκουσα τοποθέτηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι εάν δεν ήταν η μέθη δεν θα προέβαινε στη διάπραξη των αδικημάτων, αλλά και του ότι η λήψη απόφασης για τη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων δεν είναι απαραίτητη, αφού μόνο και μόνο η εξ' αντικειμένου διάπραξή τους, ολοκληρώνει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, χωρίς την αναγκαιότητα αναζήτησης ένοχης διάνοιας, δεν μπορώ να θεωρήσω τη μέθη του Κατηγορούμενου ως μετριαστικό παράγοντα. Αντιθέτως, επενεργεί επιβαρυντικά εφόσον η μέθη ήταν εθελούσια και παρόλο που ο Κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος οδήγησε και διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ως προς την κατηγορία 2, ο Κατηγορούμενος κατέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα στέρησης της άδειάς του από αρμόδιο Δικαστήριο. Λαμβάνω υπόψη ως επιβαρυντικούς παράγοντες τα εξής: Ότι η στέρηση που του επεβλήθη είναι σχετικά μικρής διάρκειας, ήτοι μόλις 20 ημερών, αλλά και πάλιν επέλεξε να οδηγήσει την 16η μέρα της στέρησής του. Ο λόγος μάλιστα που δόθηκε για τέτοια οδήγηση από τον δικηγόρο του, ήταν ότι ήθελε να συναντήσει κάποιον που του έκανε φάρσα σε ένα μπαρ. Δεν κατεδείχθη ουδεμία αναγκαιότητα ή ουσιαστικό επείγον περιστατικό, το οποίο να μπορούσε να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας σε τέτοια οδήγηση. Λαμβάνοντας υπόψη τους πιο πάνω επιβαρυντικούς παράγοντες, το γεγονός ότι είναι άνεργος και λαμβάνει επίδομα ανεργίας από το γραφείο Ευημερίας, και τώρα ευρίσκεται ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι τη δίκη του από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση 26219/14, βρίσκω ότι οι ποινές της στέρησης της άδειας οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος ή του προστίμου δεν είναι ούτε αρμόζουσες ούτε οι πρέπουσες υπό τις περιστάσεις. Ποινή προστίμου δυνατόν να παραμείνει ανεκτέλεστη, τόσο λόγω του παρόντος εγκλεισμού του στη φυλακή όσο και λόγω της οικονομικής του κατάστασης. Έκδοση απόφασης που, είναι εκ των προτέρων γνωστή η μεγάλη πιθανότητα μη εκτέλεσής της, δεν βρίσκω να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Και μη εκτέλεσή της θα ακύρωνε όλους τους σκοπούς της επιβολής ποινής, κατά την ποινολογία. Η, δε, ποινή στερητική της άδειας οδήγησης, λόγω του εγκλεισμού του στις φυλακές και της μη δυνατότητας πρόβλεψης εκ του Δικαστηρίου τούτου για πόσο χρονικό διάστημα θα κρατείται, δεν θα απέληγε σε ποινή η οποία να μπορούσε να τιμωρήσει, να αποτρέψει ή να αναμορφώσει. Βάσει των πιο πάνω, βρίσκω πρέπουσες και επιβάλλω τις εξής ποινές: Για έκαστη εκ των κατηγοριών 1 και 3, ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Για την Κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης 60 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Για τις κατηγορίες 4 και 5, ο Κατηγορούμενος θα υπογράψει εγγύηση, βάσει του άρθρου 32 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 για €500, με ένα αξιόχρεο εγγυητή της εγκρίσεως του Πρωτοκολλητή, να τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς της τροχαίας για 2 χρόνια. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό, κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής, φυλάκισης παρόλο που ο συνήγορος Υπεράσπισης ρητά ανέφερε ότι δεν θέτει τέτοιο θέμα. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου ως τροποποιήθηκε αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Όπως έχει σημειωθεί στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ως επιβαρυντικοί παράγοντες σε σχέση με την ποινή, επαναλαμβάνονται και εδώ ως λόγοι για τους οποίους οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης δεν μπορούν να ανασταλούν. Δεν μου διαφεύγει το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, όμως βρίσκω τα περιστατικά υπό τα οποία διαπράχθηκαν τα αδικήματα σοβαρά και χωρίς ουσιαστική δικαιολογία. Επίσης, δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία μεταμέλειας, τα οποία θα μπορούσα να προσμετρήσω ως ένδειξη για καλή διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. (Υπ.) ............... Μαρία Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.