← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παύλος Κίτσης, Αρ. Υπόθεσης: 15491/14, 29/3/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παύλος Κίτσης, Αρ. Υπόθεσης: 15491/14, 29/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Κ. Λοΐζου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 15491/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν. Παύλος Κίτσης Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29-3-16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αντωνίου Για την Κατηγορούμενη: κα Πέτρου, για Θ. Β. Παυλήμπεη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 4/7/14 στο νέο δρόμο Λάρνακας- Πύλας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KQH 863 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 127 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί 100 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ήταν, σε σύνοψη, η εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι δεν έτρεχε με την ταχύτητα για την οποία κατηγορείται, αλλά με ταχύτητα περί τα 95 ή 98 χιλιόμετρα ανά ώρα («ΧΑΩ»). Ότι για την ακρίβεια και την εγκυρότητα των μετρήσεων του επίδικου ταχυμέτρου, δεν είναι αρκετό ο χειριστής να προβαίνει σε έλεγχο ότι αυτό λειτουργεί κανονικά. Ότι, ούτως ώστε οι μετρήσεις του ταχυμέτρου να είναι ακριβείς, χρειάζεται διαπίστευση του ταχυμέτρου, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, κάτι το οποίο δεν υπήρξε εν προκειμένω. Ότι αυτό που επιτυγχάνεται με την τακτική διακρίβωση ενός ηλεκτρονικού οργάνου είναι ότι αυτό δεν ξεφεύγει από τον συντελεστή αβεβαιότητάς του (όπως τον ονόμασε ο Κατηγορούμενος) ή το περιθώριο λάθους του (όπως το ονόμασε ο μάρτυρας κατηγορίας 2). Ότι το επίδικο ταχύμετρο δεν κατέχει πιστοποιητικό διακρίβωσης (calibration certificate) από τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας (στο εξής «ΚΟΠΠ»). Αρχικά, δια της αντεξέτασης των ΜΚ διαφάνηκε ότι η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι, το επίδικο ταχύμετρο δεν κατέχει πιστοποιητικό διακρίβωσης, διότι ούτε το τμήμα Δ της αστυνομίας ούτε η κατασκευάστρια εταιρεία, έχουν διαπιστευμένα από τον ΚΟΠΠ εργαστήρια διακρίβωσης. Κατά την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, αυτός παραδέχτηκε την ύπαρξη πιστοποιητικών διακρίβωσης, ημερομηνιών 9.2.15 και 26.09.08, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο, αλλά όπως ο Κατηγορούμενος είπε θα έπρεπε η διακρίβωση να γίνεται περιοδικά και χρονιαία. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς να είναι απαραίτητο, το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας. Αναφορά θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία 2 μάρτυρες. Ο Αστ. 1154 Ν. Ιγνατίου (στο εξής «ο ΜΚ1») και ο Αστ. 505 Μ. Κυπριανού (στο εξής «ο ΜΚ2»). Για την Υπεράσπιση, κατόπιν που η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής πέρασε το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, μαρτύρησε ενόρκως μόνο ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1, κατέθεσε το Τεκμήριο 1 και είπε ότι ανέκοψε τον Κατηγορούμενο που οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚQH863 στις 4/07/2014 και περί ώρα 10:39 στο νέο δρόμο προς Λάρνακα, στην περιοχή Πύλας, επειδή παραβίασε το ανώτατο όριο ταχύτητας. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια και ο καιρός ήταν καλός. Χρησιμοποιώντας το ταχύμετρο με αριθμό αναφοράς UX020770 (στο εξής «το επίδικο ταχύμετρο») και από απόσταση 633 μέτρων, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος, ενώ προσπερνούσε ανέπτυξε ταχύτητα 127 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Τον σταμάτησε και αφού τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε: «Έσιει καλιμπρέισιον η συσκευή σας;» Ο ΜΚ1 εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι το επίδικο ταχύμετρο είναι ελεγμένο από ειδικό τεχνικό του Τμήματος Δ του Αρχηγείου Αστυνομίας. Τότε, ο Κατηγορούμενος, απαίτησε παρουσίαση σχετικού πιστοποιητικού και ο ΜΚ1 του εξήγησε ότι το πιστοποιητικό αυτό μπορεί να το δει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 εξέδωσε στον Κατηγορούμενο εξώδικο, το οποίο αυτός δεν πλήρωσε. Ο ίδιος ανέφερε ότι προέβη σε 3 ελέγχους και ποιους ως προς την ορθή λειτουργία του επίδικου ταχυμέτρου και διαπίστωσε, προγενέστερα της χρήσης του, ότι αυτό λειτουργούσε ορθά. Είπε ότι οποιοδήποτε ταχύμετρο έχει βλάβη, αποστέλλεται στο αρχηγείο αστυνομίας προς επιδιόρθωση και δεν χρησιμοποιείται περαιτέρω. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έχει αμφιβολία ότι το αρχηγείο αστυνομίας είναι εγκεκριμένο εργαστήριο από φορέα διαπίστευσης, παρόλο που ουδέποτε του το είπε οποιοσδήποτε επίσημα. Πρώτη φορά, άκουσε για τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας όταν του έγινε σχετική υποβολή από την Υπεράσπιση. Για το επίδικο ταχύμετρο δεν έχει δει το πιστοποιητικό διακρίβωσης. Παραδέχτηκε ότι, δεν έδειξε στον Κατηγορούμενο το επίδικο ταχύμετρο, όταν αυτός του το ζήτησε. Είπε ότι δεν έχει υποχρέωση να το πράξει αυτό. Όταν του υπεβλήθη ότι η ταχύτητα των 127 ΧΑΩ που έδειξε το επίδικο ταχύμετρο, δεν ήταν η ταχύτητα του Κατηγορούμενου, αυτός το αρνήθηκε. Ο ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στη γραπτή του δήλωση, ότι εργάζεται στο Τμήμα Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας, στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών, ο οποίος ασχολείται με τεχνική υποστήριξη εξοπλισμού που διαθέτει η αστυνομία. Μέρος των καθηκόντων του είναι η συντήρηση και επιδιόρθωση ηλεκτρονικών συσκευών της Αστυνομίας, μεταξύ άλλων και ταχυμέτρων. Έτυχε εκπαίδευσης για τη ρύθμιση των σκοπευτικών, για γενικό έλεγχο, για συντήρηση και επιδιόρθωση ταχυμέτρων της αστυνομίας, συμπεριλαμβανομένου και του τύπου και μοντέλου του επίδικου ταχυμέτρου. Ανέφερε ότι τα ταχύμετρα τύπου Laser, όπως και το επίδικο, λειτουργούν ως εξής: Το ταχύμετρο εκπέμπει μια ακτίνα laser, η οποία αντανακλάται επί ενός κινούμενου στόχου. Το ταχύμετρο λαμβάνει την ακτίνα αυτή και δείχνει την απόσταση του στόχου από το ταχύμετρο, καθώς και την ταχύτητα του στόχου αυτού. Το επίδικο ταχύμετρο, εμπίπτει στην κατηγορία LTI 20-20 Ultralyte LR, το οποίο έχει εμβέλεια μέχρι 1200 μέτρα και κλειδώνει την ταχύτητα του στόχου σε 0,315 του δευτερολέπτου. Ο κάθε χρήστης ταχυμέτρου, οφείλει να διενεργήσει 3 ελέγχους επί του ταχυμέτρου, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για να διαπιστωθεί η ορθή λειτουργία του. Ανέφερε τους 3 αυτούς ελέγχους, οι οποίοι συνήδαν με τους ελέγχους που, ο ΜΚ1 είπε οτι διεξήγαγε επί του επίδικου ταχυμέτρου. Εάν το ταχύμετρο περάσει επιτυχώς τους ελέγχους αυτούς, είπε, οι μετρήσεις του είναι ορθές. Εάν υπάρξει βλάβη σε ταχύμετρο, αυτό δεν θα εμφανίσει ταχύτητα, ούτε απόσταση, αλλά μόνο το γράμμα Ε (ακρωνύμιο της λέξης Error), δηλαδή λάθος και συγκεκριμένο αριθμό, ο οποίος αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη βλάβη. Σε καμία περίπτωση, δεν θα εμφανιστεί λανθασμένη ταχύτητα. Ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, ότι μόνο ο χειριστής του ταχυμέτρου είναι σε θέση να αναφέρει στο τμήμα του ΜΚ2, αν υπήρξε βλάβη σε ταχύμετρο. Ο ίδιος δεν έχει πρωτογενή γνώση. Κατέθεσε αντίγραφο του φακέλου που τηρείται στο τμήμα του σε σχέση με το επίδικο ταχύμετρο. Φαίνονται εντός αυτού έγγραφα τα οποία ο ίδιος επεξήγησε, τα οποία δεικνύουν ότι το επίδικο ταχύμετρο αγοράστηκε το 2008 και έκτοτε στάληκε στο τμήμα του ΜΚ2 για επιδιόρθωση, κατόπιν παρουσίασης βλάβης, στις: 9/2/2011, στις 7/5/2012, 14/10/2013 καθώς και στις 5/11/

  1. Τις 3 πρώτες φορές επιδιορθώθηκε από το τμήμα του και στάληκε πίσω στην Τροχαία Λάρνακας. Την τελευταία φορά χρειάστηκε να σταλεί στην αντιπροσωπεία εταιρεία, LaserTech Ireland, για επιδιόρθωση. Επιδιορθώθηκε και εκδόθηκε Certificate of Conformity (Τεκμήριο 3.2) που φέρει ημερομηνία 9/2/2015, το οποίο αναφέρει: «This instrument has been calibrated/calibration verified and complies with the manufacturers specification at the measured points. Calibration/verification was controlled by the use of documented procedures using equipment traceable to National standards.» Αναφέρεται επίσης επί του εν λόγω πιστοποιητικού, ότι κατά τις εξετάσεις μέτρησης ταχύτητας, επιβεβαιώθηκε το περιθώριο λάθους της συσκευής σε ± 2 0,θ89ΧΑΩ. Υπάρχει επίσης εντός του φακέλου του επίδικου ταχυμέτρου και το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3.9, πιστοποιητικό διακρίβωσης (Certificate of Calibration) ημερομηνίας 26/09/2008, το οποίο πιστοποιεί ότι το επίδικο ταχύμετρο πληροί ή υπερβαίνει τις προδιαγραφές του κατασκευαστή σε σχέση με τις μετρήσεις ταχύτητας και απόστασης. Το περιθώριο λάθους του επίδικου ταχυμέτρου, σε σχέση με τη μέτρηση της ταχύτητας είναι ± 2 ΧΑΩ και σε σχέση με την απόσταση, ± 15 εκατοστά. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, επιστολή από τον διευθυντή τεχνικής υποστήριξης της κατασκευάστριας εταιρείας, η οποία μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το επίδικο ταχύμετρο δεν απαιτεί τακτική περιοδική συντήρηση ή προσαρμογές. Οι καθημερινοί έλεγχοι λειτουργίας από τους χειριστές και οι ενσωματωμένοι αυτοέλεγχοι που το ταχύμετρο διενεργεί, είναι αρκετοί ώστε να διαπιστωθεί οποιοδήποτε σφάλμα συμβεί. Αναφέρεται επίσης ότι η εργοστασιακή διακρίβωση του ταχυμέτρου είναι έγκυρη καθόλη τη διάρκεια ζωής του, δεδομένου ότι συντηρείται κανονικά από εξουσιοδοτημένο κέντρο επισκευών.[1] Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε σε πολλά σημεία της αντεξέτασής του σε αυτή την επιστολή. Αντεξετάστηκε και παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τον ΚΟΠΠ, ο οποίος, του υπεβλήθη ότι δυνάμει του Νόμου, παραχωρεί υπηρεσίες διαπίστευσης δυνάμει των εθνικών προτύπων. Ούτε γνωρίζει οτιδήποτε για εθνικά πρότυπα. Του υπεβλήθη ότι το εθνικό πρότυπο για την Κύπρο είναι το CYS EN ISO/IEC 17025:2005 και είπε ότι το αγνοεί. Είπε, πάντως, ότι η αστυνομία για να αγοράσει τεχνικό εξοπλισμό απαιτεί όπως πληρούνται οι προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Του υπεβλήθη ότι το επίδικο ταχύμετρο δεν κατέχει πιστοποιητικό διακρίβωσης, διότι η κατασκευάστρια εταιρεία δεν αποτελεί διαπιστευμένο εργαστήριο διακρίβωσης. Θέση η οποία άλλαξε άρδην κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου, ο οποίος δέχτηκε ότι τα Τεκμήρια 3.2 και 3.8, με ημερομηνίες 9.2.15 και 26.09.08 αντίστοιχα, αποτελούν πιστοποιητικά διακρίβωσης. Τη θέση που του υπεβλήθηκε πάντως, ο ΜΚ2 την αρνήθηκε. Ανέφερε ότι η ταχύτητα που μετρά το επίδικο ταχύμετρο είναι ακριβής, με ένα περιθώριο λάθους που η κατασκευάστρια εταιρεία δίνει, ± 2 ΧΑΩ. Δεν δέχθηκε ότι αυτό δεικνύει αβεβαιότητα στη μέτρηση ταχύτητας. Είπε ότι κάθε ταχύμετρο φέρει το σειριακό του αριθμό, αλλά δεν γνωρίζει αν φέρει ή αν οφείλει να φέρει αυτοκόλλητο ότι συνάδει με το εθνικό πρότυπο, όπως αναφέρεται στον περί Μέτρων και Σταθμών Νόμο, όπως του υπεβλήθηκε. Δέχθηκε πάντως, ότι δεν γίνονται έλεγχοι, εκτός και αν υπάρχει βλάβη. Με αναφορά στο Τεκμήριο 4, είπε ότι δεν απαιτούνται περιοδικοί έλεγχοι στο ταχύμετρο, ώστε να επιβεβαιώνεται η ακρίβεια του. Αρνήθηκε ότι η κατασκευάστρια εταιρεία δεν είναι διαπιστευμένη από τον ΚΟΠΠ να παρέχει υπηρεσίες διακρίβωσης και είπε ότι το επίδικο ταχύμετρο πληροί τα ευρωπαϊκά πρότυπα, κάτι που αναγράφεται και επί του Τεκμηρίου 3.
  2. Είπε ότι απ΄ότι γνωρίζει, ο χειριστής δεν είναι υποχρεωμένος να δείξει στον καταγγελλόμενο τη συσκευή του ταχυμέτρου. Ο Κατηγορούμενος είπε, στη γραπτή του δήλωση, ότι είναι αδειούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός και αδειούχος ηλεκτρονικός μηχανικός, μέλος του ΕΤΕΚ και σύμβουλος διαφόρων εταιρειών. Δεν υπερέβη το όριο ταχύτητας και η ταχύτητά του ήταν περίπου 95-98 ΧΑΩ, όταν τον σταμάτησε ο ΜΚ
  3. Ζήτησε από τον ΜΚ1 να δει το πιστοποιητικό διακρίβωσης (calibration certificate) και αυτός του είπε ότι δεν το είχε μαζί του και αν ήθελε να το δει θα έπρεπε να απευθυνθεί στον αστυνομικό σταθμό. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε να του δείξει το ταχύμετρο, ώστε να διαπιστώσει τον σειριακό του αριθμό, με απώτερο σκοπό να το ταυτοποιήσει αργότερα με το πιστοποιητικό διακρίβωσης. Είπε ότι στερήθηκε του δικαιώματος να ταυτίσει το επίδικο ταχύμετρο με το πιστοποιητικό διακρίβωσης και ως εκ τούτου να γνωρίζει την ποιότητα της μέτρησης βάσει της οποίας κατηγορείται. Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι όλα τα ηλεκτρονικά όργανα επιδέχονται παρεμβολών από το γύρω περιβάλλον, είτε από το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο της γης, είτε από κεραίες κινητής τηλεφωνίας είτε από το δίκτυο της ΑΗΚ. Γι΄αυτό πρέπει όλα τα ηλεκτρονικά όργανα περιοδικά να ελέγχονται και να υπάρχει απόδειξη αυτού του ελέγχου. Το πιστοποιητικό διακρίβωσης προσδιορίζει την εγκυρότητα της μέτρησης οποιουδήποτε ηλεκτρονικού οργάνου. Η οποιαδήποτε μέτρηση είναι η εκτίμηση της πραγματικής τιμής και η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην ποιότητα του συντελεστή αβεβαιότητας, τον οποίο όλα τα όργανα έχουν και τον καθορίζει ο κατασκευαστής κάθε οργάνου. Οι έλεγχοι λειτουργίας δεν είναι έλεγχοι διακρίβωσης. Διακριβωμένο όργανο φέρει ετικέτα ή απόδειξη αδιάβροχη, επί της οποίας αναγράφεται η επόμενη ημερομηνία ελέγχου του οργάνου και ο σειριακός αριθμός του πιστοποιητικού διακρίβωσης. Η ετικέτα αυτή εν προκειμένω δεν υπήρχε. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι τα Τεκμήρια 3.2 και 3.8, με ημερομηνίες 9.2.15 και 26.09.08 αντίστοιχα, αποτελούν πιστοποιητικά διακρίβωσης από την κατασκευάστρια εταιρεία. Δεν ήταν η θέση του, ως η θέση που υποβλήθηκε στους ΜΚ, ότι αυτά δεν ισχύουν λόγω του ότι δεν ήταν εγκεκριμένα από τον ΚΟΠΠ. Τα δέχθηκε ως έγκυρα πιστοποιητικά διακρίβωσης, αλλά είπε ότι οι έλεγχοι διακρίβωσης πρέπει να γίνονται χρονιαία ή εξαμηνιαία και όχι μόνο όποτε υπάρχει βλάβη σε ταχύμετρο και αποστέλλεται για επιδιόρθωση στον κατασκευαστή. Του υπεβλήθη ότι το επίδικο ταχύμετρο δεν απαιτείται να υποβάλλεται στους ελέγχους διακρίβωσης που ανέφερε και απάντησε ότι όλα τα ηλεκτρονικά όργανα επιδέχονται παρεμβολών και αυτό που επιτυγχάνει η διακρίβωση είναι ότι ο συντελεστής αβεβαιότητάς τους παραμένει πάντα ο ίδιος. Του υπεβλήθη ότι αν υπήρξε απόκλιση, δεν ήταν πέραν των ± 2 ΧΑΩ, ως είναι το περιθώριο λάθους του επίδικου ταχυμέτρου. Απάντησε ότι αν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ανάγκη για διακρίβωση. Δεν δέχθηκε ότι οι έλεγχοι λειτουργίας που έγιναν από τον ΜΚ1 πριν τη χρήση του ταχυμέτρου, είναι αρκετοί ώστε να διασφαλιστεί η ακρίβειά του. Ανέφερε ότι βάσει της «νομικής μετρολογίας», όρο τον οποίο δεν επεξήγησε, όταν μια μέτρηση κρίνει δύο μέρη και ειδικά για ποινικό αδίκημα, το όργανο που χρησιμοποιεί πρέπει να είναι διακριβωμένο από διαπιστευμένο εργαστήριο, βάσει της νομοθεσίας και των προτύπων. Του υπεβλήθη ότι, ποτέ δεν είπε στον ΜΚ1 ότι η ταχύτητά του ήταν 95-98 ΧΑΩ, αλλά μόνο ζήτησε να δει τον σειριακό αριθμό και το πιστοποιητικό διακρίβωσης του ταχυμέτρου. Επέμεινε στην εκδοχή του ότι, ανέφερε στον ΜΚ1 ότι δεν έτρεχε και γι' αυτό ήθελε να δει το πιστοποιητικό διακρίβωσης. Ο ΜΚ1 απλώς δε σημείωσε ολόκληρη την απάντηση του Κατηγορούμενου, είπε ο ίδιος. Διερωτήθηκε γιατί πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο για να βεβαιωθεί ότι ένα όργανο έχει πιστοποιητικό διακρίβωσης και δεν του το έδειξε ο ΜΚ
  4. Όταν ερωτήθηκε πως γίνεται το ταχύμετρο να έδειξε 30 ολόκληρα χιλιόμετρα περισσότερα από την ισχυριζόμενη ταχύτητά του, απάντησε, γενικά, ότι όταν ένα όργανο δέχεται παρεμβολές, δεν υπάρχει όριο στο λάθος που μπορεί να κάνει. Είπε, κατά την επανεξέτασή του πάντως ότι η αστυνομία δεν έχει εργαστήριο διαπίστευσης εγκεκριμένο από τον ΚΟΠΠ για τα ταχύμετρα, όπως έχει για τα όργανα μέτρησης της αλκοόλης. ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κρίνω και τον ΜΚ1 και τον ΜΚ2 ως αξιόπιστους μάρτυρες, οι οποίοι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δεν διέκρινα καμία τάση υπεκφυγής από μέρους οποιουδήποτε από αυτούς. Απαντούσαν άμεσα και ειλικρινά, ακόμα και εκεί που φαινομενικά δεν τους συνέφερε, όπως για παράδειγμα όταν και οι δύο παραδέχθηκαν ότι δεν έχουν υπόψη τους τον ΚΟΠΠ ή την ισχυριζόμενη αναγκαιότητα, εκ του Νόμου, το επίδικο ταχύμετρο να είναι διακριβωμένο από διαπιστευμένο εκ του ΚΟΠΠ εργαστήριο. Ουδείς είχε λόγο, βρίσκω, να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και οι εκδοχές τους χαρακτηρίζονταν από συνέπεια και λογική συνέχεια. Κρίνω, αντίθετα, ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τις τεχνικές του γνώσεις ώστε να αποφύγει ποινικής ευθύνης. Δεν μου διαφεύγει ότι η μόνη διαφορά ως προς τα γεγονότα της επίδικης μέρας που είχε η μαρτυρία του με αυτήν του ΜΚ1, είναι ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την ανακοπή του, είπε στον ΜΚ1 ότι δεν έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα, αλλά με 95-98 ΧΑΩ. Αυτή είναι, όμως, ουσιώδης διαφορά. Αφ΄ενός, η θέση αυτή ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΚ1 και έτσι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να την απαντήσει. Του υπεβλήθη, ως τελευταία ερώτηση αντεξέτασης, μόνο η γενική θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας και την αρνήθηκε. Αφ΄ετέρου, αφού ο ΜΚ1 σημείωσε επιμελώς τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου κατά την ανακοπή του, στο Τεκμήριο 1, δεν είχε λόγο να μη σημειώσει και τη θέση του Κατηγορούμενου ότι αυτός δεν έτρεχε, αν πράγματι έτσι του είπε. Επίσης, άτομο το οποίο μόλις ανακοπεί, αντί να αναφέρει ότι δεν έτρεχε, αναφέρει «έσιει καλιμπρέισιον η συσκευή σας» φαίνεται να θέλει να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών του. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου ως προς τα πραγματικά γεγονότα της επίδικης μέρας και, αντιθέτως, δέχομαι τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1. Τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε σε σχέση με τεχνικά θέματα, δεν τα εξειδίκευσε με τέτοιο τρόπο, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να βασιστεί επ΄αυτών για να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Για παράδειγμα, ανέφερε τον όρο «νομική μετρολογία», όρο τον οποίο δεν επεξήγησε και ότι βάσει αυτού, το ταχύμετρο όφειλε να είναι διακριβωμένο από διαπιστευμένο εργαστήριο βάσει της νομοθεσίας και των προτύπων. Η θέση αυτή δεν εξειδικεύθηκε, είτε τεχνικά από τον ίδιο, είτε νομικά από την Υπεράσπιση κατά τις τελικές αγορεύσεις, παρόλο που το Δικαστήριο ζήτησε συγκεκριμένα τέτοια εξειδίκευση. Αντίθετα, έγινε παραδοχή, ότι ο Νόμος, Ν. 156(Ι)/2002, δεν καλύπτει ξεκάθαρα, ταχύμετρα αλλά αυτός είναι ο τρόπος που η Υπεράσπιση τον ερμηνεύει. Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε πως γίνεται το ταχύμετρο να έδειξε 30 ολόκληρα χιλιόμετρα περισσότερα από την ισχυριζόμενη ταχύτητά του, απάντησε ότι όταν ένα όργανο δέχεται παρεμβολές, δεν υπάρχει όριο στο λάθος που μπορεί να κάνει, θέση την οποία και πάλι άφησε τεχνικά αστήριχτη. Δέχομαι τα όσα ανέφεραν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 και απορρίπτω τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)του Ν. 86/72, ως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, από τον περί Αύξησης των χρηματικών ποινών Νόμο Ν.166/87, όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό με ταχύτητα μεγαλύτερη ή μικρότερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι και ενός έτους, προστίμου μέχρι και €1708 ή και τις δύο αυτές ποινές. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι το επίδικο ταχύμετρο υπόκειται στον περί Τυποποίησης, Διαπίστευσης και Τεχνικής Πληροφόρησης Νόμο, Ν. 156(Ι)/2002και ως εκ τούτου οφείλει να διακριβώνεται από διαπιστευμένο εργαστήριο της εγκρίσεως του ΚΟΠΠ και να συμμορφώνεται με τα κυπριακά πρότυπα. Δεν έχω εντοπίσει στο προαναφερθέντα Νόμο, ρητή ή σαφή αναφορά σε ταχύμετρα, επί ποινή, μάλιστα, ακύρωσης ή αμφισβήτησης της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων που αυτά παράγουν. Δεν απαντήθηκε, δηλαδή, θετικά, το καίριο ερώτημα αν ο Νόμος καθιστά απαραίτητη τη διαπίστευση του επίδικου ταχύμετρου από τον ΚΟΠΠ, ώστε οι μετρήσεις που αυτό παράγει να είναι έγκυρες και ακριβείς. Ούτε η Υπεράσπιση υπέδειξε οτιδήποτε στο Νόμο που θα απαντούσε στο συγκεκριμένο ερώτημα προς όφελός της, παρόλο που το ερώτημα τέθηκε συγκεκριμένα από το Δικαστήριο. Δυνατόν, πάντως, συσκευή μέτρησης ταχύτητας να υπόκειται στον εν λόγω Νόμο, βάσει των διατάξεων του. Το γεγονός όμως, ότι το επίδικο ταχύμετρο δεν είναι διαπιστευμένο όπως ο Νόμος ορίζει, δεν μπορεί να αποτελέσει Υπεράσπιση εν προκειμένω. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η έτερη θέση της Υπεράσπισης, ότι έχει εφαρμογή στα εν προκειμένω επίδικα θέματα, ο περί Μέτρων και Σταθμών Νόμος Ν.19/1974, ως τροποιήθηκε. Φρονώ, πάντως, πως ισχύει εν προκειμένω το μαχητό τεκμήριο της συνέχειας. To τεκμήριο της συνέχειας επενεργεί, έτσι ώστε η απόδειξη ύπαρξης μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη στιγμή παρέχει στο Δικαστήριο ευχέρεια να συμπεράνει ότι η ύπαρξη της εν λόγω κατάστασης συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο (Βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 240-241). Στην Georghiou v. Georghiou
(1975)1 CLR 134, αποφασίστηκε από το Εφετείο ότι εφόσον αποδείχθηκε με μαρτυρία ότι τα πίσω φώτα του φορτηγού του Εφεσείοντα, το οποίο ήταν σταματημένο στο δρόμο και επί του οποίου προσέκρουσε εν καιρώ νυκτός ο Εφεσίβλητος, τα είχε ανάψει η αστυνομία μερικά λεπτά πριν το ατύχημα, αυτά ήταν αναμμένα και όταν επισυνέβη το ατύχημα και επομένως επενήργησε το τεκμήριο της συνέχειας, χωρίς ειδική απόδειξη τούτου. Έτσι και εν προκειμένω. Εδώ έχει αποδειχθεί με μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, αντιθέτως ο Κατηγορούμενος έκανε παραδεκτό ότι το Τεκμήριο 3.
  1. είναι πιστοποιητικό διακρίβωσης, και επομένως το τεκμήριο δεν ανατράπηκε, ότι κατά το 2008 η κατασκευάστρια εταιρεία εξέδωσε πιστοποιητικό διακρίβωσης. Στην απουσία, αφ΄ενός οποιασδήποτε αξιόπιστης μαρτυρίας που να δεικνύει ότι το επίδικο ταχύμετρο πράγματι έσφαλε λόγω απουσίας διακρίβωσης και αφ΄ετέρου, οποιασδήποτε νομοθετικής, ή αλλης, πρόνοιας περί αναγκαιότητας διακρίβωσης κατά τακτά χρονικά διαστήματα, επενεργεί το τεκμήριο της συνέχειας. Ουδέν περαιτέρω απαιτείται, ώστε να αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο το ταχύμετρο ήταν ακριβές. Επενεργεί επίσης, εν προκειμένω, το τεκμήριο της κανονικότητας. Ότι, δηλαδή, όλα έχουν γίνει νόμιμα μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Η χρησιμότητα του κανόνα συνίσταται στη μη αναγκαιότητα παρουσίασης μαρτυρίας για απόδειξη γεγονότων, τα οποία δεν χρειάζονται ειδική απόδειξη, αν δεν αμφισβητηθούν. Το τεκμήριο αυτό, επεκτείνεται και σε περιπτώσεις λειτουργίας μηχανικών μέσων, σύμφωνα με το σύγγραμμα, το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδη και Σάντη, σελ.
  2. Εάν, δηλαδή, δοθεί μαρτυρία ότι σε κάποια πρόσφατη χρονική στιγμή πριν τον ουσιώδη χρόνο, μηχανικό μέσο λειτουργούσε κανονικά, τεκμαίρεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσε επίσης κανονικά (βλ. R v. Spurge
(1961)2 All ER 688). Δεν διαβλέπω οποιοδήποτε λόγο γιατί ο ίδιος κανόνας να μην δύναται να ισχύει και στην περίπτωση ηλεκτρονικών μέσων. Στην Penny v. Nicholas
(1950)2 All ER 89 το τεκμήριο της κανονικότητας εφαρμόστηκε και στη λειτουργία ταχυμέτρου εφαρμοσμένου σε αστυνομικό όχημα το οποίο ακολουθούσε το όχημα του κατηγορούμενου. Τα όσα, τεχνικής φύσεως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το τεκμαρτό γεγονός ότι το επίδικο ταχύμετρο, λειτουργούσε κανονικά κατά τον επίδικο χρόνο, αφού αφ΄ενός ο ΜΚ1 έκανε τους ενδεδειγμένους, βάσει του κατασκευαστή, ελέγχους πριν τη χρήση του και αφ΄ετέρου δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το αντίθετο, από την Υπεράσπιση. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πλούσια επί του θέματος της διαπίστωσης ταχύτητας δια ταχυμέτρων και της βάσει αυτής, καταχώρισης ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχάλης Παρασκευά ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 23/10/2012, ανέφερε, τα ακόλουθα: «Οι άλλες αιτιάσεις του εφεσείοντα αφορούν την ακρίβεια του ταχυμέτρου που χρησιμοποιήθηκε ως πιστού στοιχείου μαρτυρίας που να καταδεικνύει τη δυνατότητα μέτρησης της ταχύτητας με την ασφάλεια που απαιτείται σε ποινική υπόθεση. Και συγκεκριμένα ο εφεσείων απευθύνεται στην παράλειψη προσκόμισης πιστοποιητικού έγκρισης λειτουργίας, πιστοποιητικού διάρκειας της λειτουργίας του, ελέγχου όταν παρελήφθη από την αστυνομία και ελέγχου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Βεβαίως, όλα αυτά δεν αφορούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος αλλά αφορούν μάλλον την επάρκεια της μαρτυρίας ως ακριβούς μαρτυρίας και παρατηρήσαμε το γεγονός τούτο σε σχέση με το λόγο έφεσης ο οποίος απευθύνεται στο παράπονο ότι δεν απεδείχθησαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ίδια η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. [...] Αν ο εφεσείων επιθυμούσε να καταστήσει επίδικο θέμα την ακρίβεια της συσκευής του ταχυμέτρου και την ορθότητα της λειτουργίας της, όφειλε να το είχε πράξει κατά τη διάρκεια της ακρόασης και όχι να το θέσει εκ των υστέρων ως θέμα έφεσης. Το Δικαστήριο ενήργησε ορθά επί της μαρτυρίας την οποία είχε και η οποία ήταν επαρκής για σκοπούς της υπόθεσης.» (Υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Εν προκειμένω πάντως, αμφισβητήθηκε εξαρχής εκ μέρους της Υπεράσπισης, δια της αντεξέτασης των Μαρτύρων Κατηγορίας, ότι το ταχύμετρο δεν ήταν διακριβωμένο και ότι επομένως δεν ήταν έγκυρες οι μετρήσεις του. Στην Νικόλας Κουμενίδης ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 331 λέχθηκε ότι, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, σε περιπτώσεις όπου η αξιοπιστία των μετρήσεων ταχυμέτρου αμφισβητείται, αποφασιστικής σημασίας είναι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων κάθε πλευράς και η κατάληξη περί ύπαρξης εκείνης της αξιόπιστης μαρτυρίας που απολήγει στην πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας απόδειξη του συστατικού στοιχείου του αδικήματος της οδήγησης καθ΄υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Και στην υπόθεση Πέτρος Μ. Πετράκης ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 455, επιβεβαιώθηκε ότι στην απουσία οποιουδήποτε πιο εξειδικευμένου επιχειρήματος εκ μέρους της Υπεράσπισης, πέραν της αμφισβήτησης της ορθής λειτουργίας του ταχυμέτρου, η αξιόπιστη μαρτυρία αστυνομικού-χειριστή του ταχυμέτρου, περί της διενέργειας ελέγχων που επιβεβαίωναν την ορθή λειτουργία του επίδικου ταχυμέτρου, είναι αρκετή για την απόδειξη κατηγορίας οδήγησης καθ΄υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Στην Μεταξάς ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 560, επιδοκιμάστηκε και επαναλήφθηκε η πιο πάνω αρχή στην Πετράκης (ανωτέρω). Περαιτέρω, στην Μεταξάς (ανωτέρω) τέθηκε το ίδιο επιχείρημα όπως και εν προκειμένω. Ότι δηλαδή, το γεγονός ότι το ταχύμετρο δεν είχε πιστοποιητικό διακρίβωσης από διαπιστευμένο εργαστήριο και δεν εγκρίθηκε από τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας βάσει του περί Τυποποίησης Νόμου 156(Ι)/2002, θα μπορούσε να παρέχει υπεράσπιση σε κατηγορία για οδήγηση καθ΄υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Το Εφετείο σημείωσε τα ακόλουθα, στη σελ. 565: «Μελέτη των τηρηθέντων κατά την πρωτόδικη διαδικασία πρακτικών, αποκαλύπτει ότι μαρτυρία υπέρ των θέσεων του εφεσείοντα είχε δώσει και ο ΜΥ1 Κυρ. Τσιμίλλης, Διδάκτορας Χημείας, και εργαζόμενος για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και ειδικότερα στον Οργανισμό Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητας, ο οποίος μετεξελίχθηκε το 2002 στον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Νόμο αρ. 156(Ι)/2002. Αναλύοντας τις βασικές πρόνοιες αυτής της νομοθεσίας, ο μάρτυρας, αν και αναφέρθηκε στη χρησιμότητα επιστράτευσης των προνοιών της για ανύψωση του επιπέδου αξιοπιστίας χρησιμοποιουμένων συσκευών από την άλλη, όπως ο ίδιος κατέθεσε, η Αστυνομία δεν έχει καμιά υποχρέωση με βάση αυτό το Νόμο ή με άλλο Νόμο να ζητά διαπίστευση από τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας για τα όργανα μέτρησης της ταχύτητας που χρησιμοποιεί, παρόλο ότι αυτός θα ήταν ένας αντικειμενικός τρόπος τεκμηρίωσης της αξιοπιστίας των ταχυμέτρων της. Όπως έθεσε το θέμα ο μάρτυρας, αν και είναι προτιμότερο να εξασφαλίζονται τέτοιες διαπιστεύσεις από τον Οργανισμό, κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο. [....] Ως κατακλείδα, θα λέγαμε ότι οι θέσεις που έχει προβάλει ο εφεσείων, τόσο ενώπιον μας όσο και πρωτόδικα, μπορεί να προβάλλονται ως εισηγήσεις προς το σκοπό της περαιτέρω διασφάλισης της αξιοπιστίας χρησιμοποιουμένων μεθόδων και συσκευών ελέγχου τροχαίων παραβάσεων από την Αστυνομία, πλην όμως δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν υπεράσπιση σε παραβάσεις οι οποίες έχουν διαγνωσθεί με τρόπο τεχνικά και νομικά αποδεκτό με βάση την κειμένη νομοθεσία και νομολογία.» (Υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Έτσι και εδώ. Εάν το επίδικο ταχύμετρο ήταν διακριβωμένο από διαπιστευμένο εργαστήριο της εγκρίσεως του ΚΟΠΠ, βάσει του Νόμου Ν. 156(Ι)/2002, θα ήταν ενδεχομένως πιο εύκολο για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει το αδίκημα του κατηγορητηρίου. Το γεγονός όμως ότι δεν ήταν, δεν αποτελεί υπεράσπιση για τον Κατηγορούμενο, εφόσον η παράβαση έχει διαγνωσθεί με τρόπο τεχνικά και νομικά αποδεκτό υπό τις περιστάσεις και βάσει των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω. Βάσει όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ................. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στο πρωτότυπο κείμενο στην αγγλική: «As the manufacturer of the LTI 20/20 Marksman, LTI 20/20 Ultralyte, LTI 20/20 TrusSpeed, LTI 20/20 TruCAM and LTI 20/20 TruSpeed S Laser Technology, Inc. does not require regular periodic maintenance or adjustments of its Laser Speed Detection System. The combination of operator-performed daily checks and built-in, instrument self-tests provide positive indication of a system fault, should it occur. The factory calibration for each instrument is valid for the life of the product provided it is properly maintained by a Laser Technology, Inc. authorizes service center». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.