Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ελένη Τελώνη, Αρ. Υπόθεσης: 7115/14, 6/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7115/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή -και- Ελένη Τελώνη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6-10-2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη Για την Κατηγορούμενη: κα Μικελλίδου ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 2/11/2013 στη Λεωφόρο Λεμεσού στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVK742 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούμενη δια της συνηγόρου της, υπέβαλε μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ως είχε δικαίωμα, εισήγηση ότι βάσει του άρθρου 74
(1)(β) του ΚΕΦ. 155, δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της, στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η μαρτυρία Στην παρούσα υπόθεση, μαρτύρησαν για την Κατηγορούσα Αρχή 4 μάρτυρες κατηγορίας. Οι Αστ. 3229, Β. Ιακώβου (ΜΚ1), Ελισσαίος Γιαννακού (ΜΚ2), Έλενα Κανναουρίδου (ΜΚ3) και Ραφαέλλα Ευγενιάδου (ΜΚ4). Και η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της. Αντικείμενο της παρούσας ποινικής υπόθεσης αποτελεί σύγκρουση μεταξύ του επίδικου αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε η Κατηγορούμενη και των πεζών ΜΚ3 και ΜΚ4, στην προσπάθεια των τελευταίων να διασταυρώσουν την επίδικη λεωφόρο, από την ανατολική στη δυτική της πλευρά. Η θέση της Κατηγορούμενης ως προέκυψε μέσα από την κατάθεσή της και μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων Κατηγορίας είναι ότι η Κατηγορούμενη δεν είδε και δεν είχε υποχρέωση να δει, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, τις πεζές που διασταύρωναν. Είδε το αυτοκίνητο που ακολουθούσε το βαν του ΜΚ2 να σταματά πίσω από το βαν και στη δεξιά λωρίδα της λεωφόρου και αφού προσπέρασε το βαν από αριστερά, είδε τις πεζές ξαφνικά μπροστά της να διασταυρώνουν, δευτερόλεπτα πριν τη σύγκρουση. Αντέδρασε αμέσως και χρησιμοποίησε τα φρένα της και ακινητοποίησε το όχημά της. Κτύπησε στη μία κοπέλα με το μπροστινό δεξί μέρος του αυτοκινήτου της και στην άλλη όχι, αφού, η δεύτερη, πρόλαβε και διασταύρωσε. Όταν τις αντιλήφθηκε ήταν σε θέση, λόγω της χαμηλής της ταχύτητας, να σταματήσει έγκαιρα και να αποφευχθούν χειρότερες συνέπειες. Βάσει της μαρτυρίας του ΜΚ1 η σύγκρουση μεταξύ του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης και των πεζών, οι οποίες ήταν κατά τον επίδικο χρόνο σε εφηβική ηλικία (ήταν ακόμη ανήλικες και κατά το χρόνο που κατέθεσαν ενώπιον Δικαστηρίου), έγινε στην αριστερότερη από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου Λεμεσού, με βόρεια κατεύθυνση, ήτοι προς τα φώτα με την οδό Χρυσουπόλεως. Η Κατηγορούμενη και ο ΜΚ2 υπέδειξαν στον ΜΚ1 τα σημεία σύγκρουσης του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης με τις ΜΚ4 και ΜΚ3 και αυτός τα σημείωσε ως Χ και Χ1 αντίστοιχα στα σχεδιαγραφήματα που ο ΜΚ1 εκπόνησε και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 και
- Το Χ φαίνεται στο δεξί μέρος του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης και το Χ1 στο αριστερό μέρος του. Το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΤ072 που προπορεύτο της Κατηγορούμενης και οδηγείτο από τον ΜΚ2 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω λεωφόρου και με ίδια κατεύθυνση, σταμάτησε στη μέση του δρόμου για να δώσει προτεραιότητα στις πεζές να διασταυρώσουν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο ίδιος έφθασε στη σκηνή και βρήκε τα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης σταμάτησε περί τα 3 μέτρα μετά τα σημεία σύγκρουσης, χωρίς το πίσω μέρος του να έχει προσπεράσει τα σημεία σύγκρουσης, Χ και Χ
- Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της κατηγορούμενης ήταν στο μπροστινό δεξιό μέρος του. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό και το δυστύχημα επισυνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας, με ικανοποιητικό οδικό φωτισμό. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα. Υπήρχε διάβαση πεζών σε απόσταση 81 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Στο Δικαστήριο, ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την ταχύτητα της Κατηγορούμενης. Είπε πάντως ότι προκύπτει από τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2, αλλά και από την τελική θέση της Κατηγορούμενης σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, ότι η ταχύτητά της ήταν μικρή. Επίσης, είπε ότι εκ των υστέρων έμαθε ότι υπήρχε και άλλο αυτοκίνητο πίσω από το βαν του ΜΚ2, το οποίο άφησε ίχνη τροχοπέδησης. Όμως επειδή όταν πήγε στη σκηνή και τα είδε, θεώρησε ότι δεν ήταν του βαν, δεν τα έλαβε υπόψη. Δεν ήταν, ούτε, σε θέση να αναφέρει πόση ήταν η ορατότητα της Κατηγορούμενης προς το σημείο σύγκρουσης, δεδομένης της θέσης του σταματημένου βαν. Είπε πάντως ότι πιστεύει ότι, εάν η ορατότητά της ήταν 9 με 10 μέτρα, ως του υπεβλήθη, δεν θα μπορούσε να δει τις πεζές, να τις αντιληφθεί και να σταματήσει σε τόση απόσταση. Ο ΜΚ2 είχε δει ένα μπουλούκι νεαρών να διασταυρώνουν από τα δεξιά του προς τα αριστερά του και σταμάτησε στη μέση του δρόμου για να τους αφήσει να ολοκληρώσουν τη διασταύρωσή τους. Άναψε και τα φώτα κινδύνου του. Αφού το μπουλούκι των νεαρών διασταύρωσε, αποπειράθηκαν να διασταυρώσουν και οι ΜΚ3 και ΜΚ4 περπατώντας κανονικά. Στα σχεδιαγραφήματα, Τεκμήρια 2 και 3, το αυτοκίνητο του ΜΚ2, το οποίο ήταν βαν, φαίνεται σταματημένο περί τα 8 μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης στην τελική του θέση, και στη δεξιά λωρίδα του δρόμου. Στο Δικαστήριο ανέφερε ότι, το βαν του είναι ύψους περίπου 1,80 μέτρων και πλάτους περίπου 2 μέτρων. Είναι κλειστό γύρω γύρω και πίσω έχει γυαλί είπε και στο ενδιάμεσο καμπίνας και χώρου αποθήκευσης υπάρχει τσίγκινο διαχωριστικό. Είδε τα αυτοκίνητα που τον προσπερνούσαν και κόρναραν αλλά έκανε αυτό που πίστευε ορθότερο. Σταμάτησε για να αφήσει πρώτα τους νεαρούς και μετά τις πεζές, να διασταυρώσουν. Αν δεν σταματούσε, είπε, θα τους χτυπούσε. Η Κατηγορούμενη σταμάτησε απότομα, είπε, μόλις αντιλήφθηκε τις πεζές. H MK3, στην κατάθεσή της είπε ότι, μετά που πέρασε το βαν του ΜΚ2 δεν ξανακοίταξε προς τα αριστερά της. Δεν είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης και δε γνωρίζει πως επισυνέβη το ατύχημα. Περπατούσε μπροστά από την ΜΚ4 και μόλις πάτησε το δεξί της πόδι στο πεζοδρόμιο, ένα αυτοκίνητο της άγγιξε ελαφρώς και την πέταξε πάνω στο πεζοδρόμιο. Η θέση της ήταν η ίδια και στο Δικαστήριο. Η ΜΚ4 δεν θυμάται καθόλου πως επισυνέβη το ατύχημα. Η θέση της ήταν η ίδια και στο Δικαστήριο. Νομική πτυχή Τα κριτήρια που διέπουν το κατά πόσον αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση συνοψίζονται με σαφήνεια στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 οι οποίες μάλιστα υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police [1981] 2 C.L.R. 9, σελ. 51-
- Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας στο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Καθοδηγούμαι, επίσης, από το λόγο της Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ133 η οποία υιοθέτησε και εξειδίκευσε την προγενέστερη Azinas ν. the Police
(1981)2 C.L.R. 9: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [....] To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. [.....] Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. [...]. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου.» Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Στη Σωκράτους (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση το Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C.
- Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό[1] και ποινικό δίκαιο[2] ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο οδηγός ήταν αμελής δεν συνδέεται με παράλειψη εκπληρώσεως οποιουδήποτε καθήκοντος προς τον παραπονούμενο. Ούτε ήταν δυνατό να τεκμηριωθεί τέτοιο συμπέρασμα ενόψει του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι ο οδηγός δεν είχε την ευχέρεια να προσέξει την ύπαρξη του παραπονούμενου στο δρόμο.» Κατάληξη Επάγοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στη μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους Κατηγορούσας Αρχής, αντικειμενικά ιδωμένης στο σύνολό της και χωρίς αξιολόγηση αυτής, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ως προς την ταχύτητα της Κατηγορούμενης. Όμως, από τα όσα έχουν λεχθεί από τους ΜΚ1 και 2, αυτή ήταν μικρή. Αν ήταν πιο μεγάλη, δεν θα μπορούσε να σταματήσει σε τόσο μικρή απόσταση μετά τα σημεία σύγκρουσης και οι σωματικές βλάβες των πεζών θα ήταν μεγαλύτερες. Επίσης, παρόλο που ο ΜΚ2 είπε ότι η Κατηγορούμενη σταμάτησε απότομα, δεν βρέθηκαν στη σκηνή ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της χαμηλής της ταχύτητας. Δεν υπάρχει θετική μαρτυρία περί της ορατότητας της Κατηγορούμενης προς την κατεύθυνση του σημείου σύγκρουσης με τις πεζές. Αντιθέτως, ο ΜΚ1 συμφώνησε με την Υπεράσπιση ότι εάν η ορατότητα της ήταν 9 με 10 μέτρα, δεν θα μπορούσε να είχε δει, να είχε αντιληφθεί τις πεζές και να σταματήσει εγκαίρως, πριν τη σύγκρουση μαζί τους. Λαμβάνω, επίσης υπόψη, ότι υπάρχει μαρτυρία ότι το βαν αυτοκίνητο του ΜΚ2 ήταν 1,80 μέτρα ψηλό, πιο ψηλό από το σαλούν αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης και υπήρχε διαχωριστικό μεταξύ καμπίνας και χώρου αποθήκευσης, οπόταν δεν υπήρχε περίπτωση κάποιος πίσω από αυτό, να δει μέσω του. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι, ως οι θέσεις των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4, οι πεζές ξεπρόβαλαν ξαφνικά πίσω από το σταματημένο βαν του ΜΚ
- Δεν έτρεχαν, αλλά βιάζονταν να διασταυρώσουν και δεν κοίταξαν προς την πλευρά από όπου ερχόταν η Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη αναφέρει ότι είδε τις πεζές μόνο όταν προσπέρασαν το βαν, που βρισκόταν στα αριστερά τους, και προχώρησαν βιαστικά προς τη δική της λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Με αυτά τα δεδομένα, και λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία, δε βρίσκω να υπάρχουν οποιεσδήποτε ενδείξεις στη μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη ενήργησε με τρόπο που υπέπεσε του μέτρου του μέσου συνετού οδηγού, υπό τις ίδιες περιστάσεις. Επομένως, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο. €105 έξοδα παράστασης μαρτύρων θα πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.)........... Μ.Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής
- [Βλ. μεταξύ άλλων, ΒΑΚΑΝΑΣ ν. ΘΩΜΑ & ΑΛΛΟΥ
(1982)1 Α.Α.Δ. 530. ΑΔΑΜΗΣ & ΑΛΛΟΣ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
(1982)1 Α.Α.Δ. 746, ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ & ΑΛΛΟΣ ν. ΑΔΑΜΟΥ
(1988)1 Α.Α.Δ.
- [Βλ. μεταξύ άλλων, ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1968)2 Α.Δ.Δ., 140. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1982)2 Α.Α.Δ. 134. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1983)2 Α.Δ.Δ. 136]. (Υποσημειώσεις στο πρωτότυπο κείμενο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο