Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστόφορος Ττόφαρος, Αρ. Υπόθεσης: 10375/15, 14/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10375/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν. Χριστόφορος Ττόφαρος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14/4/2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Στ. Πίπη Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, στις 12/9/2015 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου στην Λάρνακα οδηγούσε το όχημα το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΤ943 και ενώ εκλήθη από αστυνομικό να παράσχει δείγμα εκπνοής για εξέταση αναλογίας αλκοόλης αρνήθηκε να παράσχει τέτοιο δείγμα (η 1η κατηγορία). Κατηγορείται, επίσης, δια δεύτερης κατηγορίας, ότι ενώ ακινητοποίησε το όχημά του όταν κλήθηκε από αστυνομικό με στολή να το πράξει, εγκατέλειψε τη σκηνή πριν του επιτρέψει ο αστυνομικός να εξακολουθήσει την πορεία του. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Προς το σκοπό καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, αναφέρω, συνοπτικά, τις θέσεις των μερών, ως προέκυψαν μέσα από την ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος έστριψε δεξιά στα φώτα, της συμβολής των Λεωφόρων Χρίστου Αυξεντίου και Αμμοχώστου, δηλαδή, από τη Λεωφ. Χρίστου Αυξεντίου προς την Λεωφ. Αμμοχώστου, για να φθάσει στο σημείο όπου στέκονταν οι αστυνομικοί. Ο ΜΚ1 στεκόταν 50 μέτρα περίπου μετά τα φανάρια, ενώ οι ΜΚ2 και ΜΚ3, 3 - 4 μέτρα πιο κάτω. Ο ΜΚ1 έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει και όταν αυτός τον αντιλήφτηκε σταμάτησε ξαφνικά και χωρίς να βγει έξω από το αυτοκίνητο του είπε στον ΜΚ1 «Παναγιά μου εννα σας τσιλλίσω». Όταν ο ίδιος μάρτυρας του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για εξέταση αλκοόλης αυτός του είπε «δεν σου φυσώ» και απομακρύνθηκε από το μέρος. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου ήταν αλλιώς. Έφθασε είπε στο σημείο όπου στέκονταν οι ΜΚ, μετά τα φώτα, διατηρώντας ευθεία πορεία εντός της Λεωφ. Αμμοχώστου, με κατεύθυνση από την Δεκέλεια προς Λάρνακα. Διασταύρωσε τα φώτα τροχαίας στη συμβολή των λεωφόρων αυτών χωρίς να στρίψει. Υπήρχαν τρείς αστυνομικοί μετά τα φώτα: οι δύο πρώτοι, ΜΚ1 και ΜΚ2, στέκονταν επί των φώτων τροχαίας και ο τρίτος, ΜΚ3, στεκόταν 30 μέτρα πιο κάτω, προς τη Λάρνακα. Είναι μόνο ο ΜΚ3 που έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει και εισερχόμενος ξαφνικά πεζός εντός του δρόμου, φθάνοντας και μέχρι την μέση του. Είναι, μόνο, λόγω του απότομου φρεναρίσματος του κατηγορούμενου, που αυτός κατάφερε να σταματήσει και να μην κτυπήσει τον ΜΚ
- Κατέβηκε από το αυτοκίνητο θυμωμένος και για να του κάνει παρατήρηση ως προς τον τρόπο που πετάχτηκε μέσα στον δρόμο. Είναι μόνο με αυτόν που είχε οποιαδήποτε συνομιλία και του είπε «Παναγία μου εννα σε τσιλλίσω». Ο ίδιος του απάντησε «να πηγαίνεις πιο σιγά, για να μην με τσιλλίσεις». Ο Κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε θυμωμένος αναπτύσσοντας ταχύτητα. Δεν είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τους ΜΚ 1 και ΜΚ
- Ουδείς του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για εξέταση αλκοόλης. Ολόκληρη η μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους των μερών, σε κάθε σημαντική της πτυχή, παρατίθεται κατωτέρω. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την κατηγορούσα Αρχή μαρτύρησαν συνολικά τρείς μάρτυρες. Ο Α/Αστ. Ορθόδοξος Πέτρου (στο εξής «ο ΜΚ1»), ο Αστ. 3229 Βασίλης Ιακώβου Πέτρου (στο εξής «ο ΜΚ2») και ο Αστ. 3870 Μιχάλης Παπαμιχαήλ (στο εξής «ο ΜΚ3»). Κατόπιν που η υπόθεση πέρασε το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μαρτυρήσει ενόρκως. Δεν μαρτύρησε για την πλευρά του οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας. Στην κατάθεση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 12/9/15 και ώρα 02.45 βρισκόταν για έλεγχο στην Λεωφόρο Αμμοχώστου στην Ορόκλινη μαζί με τους ΜΚ2 και ΜΚ3, φορούσαν όλοι φωσφορούχα γιλέκα της αστυνομίας και χρησιμοποιούσαν κόκκινες αναλάμποντες φανούς για την ανακοπή των οχημάτων. Αντιλήφτηκε σε κάποιο στάδιο αυτοκίνητο που ερχόταν από την Λεωφόρο Χρίστου Αυξεντίου να στρίβει δεξιά του ως η πορεία του και να εισέρχεται στην λεωφ. Αμμοχώστου με κατεύθυνση προς Λάρνακα. Ο ίδιος ο οποίος είχε απόσταση περί τα 50 μέτρα από την εν λόγω συμβολή έκανε σήμα στον οδηγό του αυτοκινήτου αυτού με την χρήση του κόκκινου αναλάμποντα φανού, για να σταματήσει. Ενώ το όχημα τον πλησίαζε, είδε ότι αυτό είχε αρ. εγγραφής ΗΤΤ943 και ήταν μάρκας μερσεντές. Με τον τρόπο που τον πλησίαζε το όχημα αυτό, κατάλαβε ότι ο οδηγός του δεν είχε πρόθεση να σταματήσει και έτσι επιχείρησε, για την ασφάλειά του, να κατευθυνθεί έξω από τον δρόμο όπου αρχικά βρισκόταν και έκανε το σήμα. Όταν το όχημα αυτό τον πλησίασε στα 5 μέτρα ο οδηγός του κοντοστάθηκε και του είπε «Παναγιά μου εννα σας τσιλλίσω». Είπε, τότε, στον οδηγό να σταματήσει στην άκρη του δρόμου για διενέργεια ελέγχου αλκοόλης. Παράλληλα τον αναγνώρισε από άλλη τροχαία υπόθεση που εξέτασε. Ο κατηγορούμενος του είπε «δεν σου φυσώ», ανέπτυξε ταχύτητα και εγκατέλειψε το μέρος, χωρίς ο ΜΚ1 να του επιτρέψει. Όταν πήγαν πίσω στο σταθμό, ο ΜΚ1 διαπίστωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Πήγε μαζί με τον ΜΚ2 μετά από 3 μέρες στο χώρο όπου ο κατηγορούμενος διατηρεί επιχείρηση τεχνικού ελέγχου οχημάτων και ο κατηγορούμενος τους είπε « Δεν σας είδα και παρολίγο να σας τσιλλίσω». Ερωτηθείς γιατί αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης και έφυγε, είπε «ενευρίασα και γι αυτό έφυγα». Δεν παραδέχθηκε στις σχετικές κατηγορίες που του προσήφθησαν. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε την θέση του κατηγορούμενου ότι αυτός στεκόταν επί των φαναριών τροχαίας και όχι 50 μέτρα πιο μπροστά από αυτά, ως η πορεία του Κατηγορούμενου. Αρνήθηκε επίσης, την θέση του κατηγορούμενου ότι ο ΜΚ1 είχαν σταματήσει προπορευόμενο του όχημα για εξέταση και αυτός προσπάθησε να το προσπεράσει. Είπε ότι, αυτός στεκόταν 3-4 μέτρα μπροστά από τους συναδέλφους του αλλά όταν έγινε η συνομιλία μεταξύ του και του κατηγορούμενου, λόγω της κοντινής απόστασης του επίδικου αυτοκινήτου, οι συνάδελφοι του άκουσαν και είδαν τι έγινε. Σε υποβολή του κατηγορούμενου ότι καθόλου δεν του μίλησε ο ΜΚ1 εκείνο το βράδυ και ούτε του ζήτησε να υποβληθεί σε εξέταση αλκοόλης, αυτός επέμεινε στην εκδοχή του λέγοντας ότι αυτός είναι που έκαμε το σήμα, αυτός είναι που σταμάτησε τον κατηγορούμενο και σε αυτόν είναι που είπε ο κατηγορούμενος ότι δεν φυσά. Ήξερε περαιτέρω ότι δεν υπήρχε λόγος να τον καταδιώξει γιατί ήξερε που να τον βρει. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε ολοκληρωτικά και αρνήθηκε ότι αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Όταν του υποβλήθηκε ότι όλα όσα είπε δεν συνέβησαν σε αυτόν, αλλά στον ΜΚ3, ο ΜΚ1 επέμενε στην εκδοχή του λέγοντας ότι δεν έχει λόγο να πει ψέματα, ούτε έχει λόγο να πει αυτός πράγματα τα οποία έκαμαν άλλοι. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 στην κατάθεση τους, επιβεβαίωσαν σε όλες τις πτυχές τους τα όσα ο ΜΚ1 είπε στο Δικαστήριο. Επιβεβαίωσαν που στέκονταν για διενέργεια έλεγχου τροχαίας. Επιβεβαίωσαν ότι φορούσαν όλοι φωσφορούχο γιλέκο και κρατούσαν κόκκινο αναλάμποντα φανό. Επιβεβαίωσαν ότι ο ΜΚ1 έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει και όταν αυτός τους πλησίασε εντελώς τότε κοντοστάθηκε στο μέσω του δρόμου και είπε «παναγιά μου εννα σας τσιλλήσω». Επιβεβαίωσαν ότι ο ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο να σταματήσει αριστερά στην άκρια του δρόμου για σκοπούς διενέργειας ελέγχου αλκοόλης και ο κατηγορούμενος του είπε «δεν σου φυσώ» και ανέπτυξε ταχύτητα και εγκατέλειψε το μέρος χωρίς να του το επιτρέψει ο ΜΚ
- Επιβεβαίωσαν ότι, ο ΜΚ1 τους είπε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από προηγούμενο τροχαίο ατύχημα που εξέτασε. Εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο και η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Ο ΜΚ2, αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε και πάλι τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο. Είπε ότι δεν είναι ο ΜΚ3 που έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει, ως ήταν η θέση του τελευταίου, αλλά ο ΜΚ
- Είπε κάτι το οποίο δέχθηκε και κατηγορούμενος: ότι αυτός ουδέποτε συνομίλησε μαζί του. Του υπεβλήθη ότι ο Κατηγορούμενος είχε ευθεία πορεία διασταυρώνοντας τα φώτα, με κατεύθυνση από την Δεκέλεια προς την Λάρνακα, αλλά ο μάρτυρας απάντησε «εγώ άλλα είδα». Όταν ερωτήθηκε αν άκουσε απότομο φρενάρισμα και τρίξιμο λάστιχων ο ίδιος είπε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος σταμάτησε απότομα, αλλά δεν άκουσε τρίξιμο λαστίχων. Είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σταματημένος στα φώτα και όταν άναψε το κόκκινο φως, έστριψε δεξιά προς τη Λεωφ. Αμμοχώστου. Επέμεινε ότι δεν σταμάτησαν άλλο αυτοκίνητο στο δρόμο και ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε συνομίλησε μαζί του ή με τον ΜΚ
- Όταν του υποβληθεί ότι ο ίδιος στεκόταν με τον ΜΚ1 ενώ ο ΜΚ3 περίπου 30 μέτρα πιο μπροστά, αυτός επέμεινε στην εκδοχή του. Ο ΜΚ3 ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του οτι τον οδηγό του οχήματος τον είδε για πολύ λίγα δευτερόλεπτα, αφού μόνο με τον ΜΚ1 είχε συνομιλία. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε με τους άλλους δύο συναδέλφους του σε όλα όσα είπαν. Δεν μίλησε καθόλου με τον κατηγορούμενο, δεν τον πλησίασε και δεν είχε καθόλου επικοινωνία μαζί του. Ούτε του είπε «να πηγαίνεις πιο σιγά για να μην με πατήσεις» ως του υπέβαλε ο κατηγορούμενος. Επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από το μέρος λέγοντας στον ΜΚ1 «εν σου φυσώ». Δεν επακολούθησε καταδίωξη διότι δεν υπήρχε λόγος να γίνει εφόσον ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ήξερε που να τον βρει. Ο Κατηγορούμενος στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι εργάζεται ως ανεξάρτητος εκτιμητής για δυστυχήματα, για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών και δικηγορικών γραφείων. Τα τελευταία 15 χρόνια, πλήρωσε πέραν των 30 προστίμων για ταχύτητα, ζώνη και κινητό, διότι σε όλες τις περιπτώσεις έφταιγε. Σ΄ αυτή την περίπτωση δεν παραδέχεται όμως. Ανέφερε ότι είναι κατά καλή τύχη του ιδίου και του ΜΚ3, που δεν κτύπησε τον τελευταίο με τον τρόπο που αυτός εισήλθε εντός του δρόμου για να του κάνει σήμα να σταματήσει. Είχε ήδη προσπεράσει τους ΜΚ 1 και 2, χωρίς αυτοί να του κάνουν σήμα και είναι ο ΜΚ3 που πετάχτηκε στη μέση του δρόμου για να τον σταματήσει, ενώ βρισκόταν 30 μέτρα μπροστά από τους συναδέλφους του. Φρενάρισε και σταμάτησε απότομα, έμεινε στη μέση του δρόμου, κατέβηκε και έβαλε τις φωνές στον ΜΚ
- Ο ίδιος του απάντησε «να πηγαίνεις πιο σιγά για να μην μας πατήσεις». Ο ΜΚ3 φοβήθηκε από τον ήχο του φρεναρίσματος. Ο κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του και άρχισε να αυξάνει την ταχύτητα του κατευθυνόμενος προς το σπίτι του. Ουδείς τον πήρε τηλέφωνο και ουδείς τον καταδίωξε. Δύο μέρες μετά εμφανίστηκαν οι ΜΚ 1 και 2 στο γραφείο του με το κατηγορητήριο το οποίο είναι αναληθές και ψευδές. Είπε ότι αν ο ΜΚ3 φορούσε το κίτρινο γιλέκο του θα τον έβλεπε. Δεν τον είχε δει καθόλου όπως πετάχτηκε μέσα στο δρόμο. Ουδέποτε του ζητήθηκε από οποιονδήποτε να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοτέστ. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι είδε τους ΜΚ1 και ΜΚ2 να στέκονται 3-4 μέτρα πιο μπροστά από τα φανάρια. Αυτός είχε σταματήσει στο κόκκινο φανάρι, ερχόμενος από Δεκέλεια και όταν άναψε το πράσινο, διατήρησε την ευθεία πορεία του και ανέπτυξε ταχύτητα προς την Λάρνακα. Ήταν τότε που πετάχτηκε στο δρόμο ο ΜΚ3 και φρέναρισε απότομα για μην τον κτυπήσει. Μόνο τον ΜΚ3 είδε να του κάνει σήμα να σταματήσει. Τότε αυτός θυμωμένος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, είχαν τη συνομιλία που προανέφερε και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο του και έφυγε αναπτύσσοντας ταχύτητα. Καμιά απολύτως συνομιλία είχε με τους άλλους δύο αστυνομικούς. Δέχθηκε ότι οι ΜΚ 1 και 2 φορούσαν τα φωσφορούχα γιλέκα τους κανονικά αλλά δεν δέχθηκε ότι ο ΜΚ1 κρατούσε αναλάμποντα φανό ούτε ότι ο ΜΚ3 φορούσε φωσφόρο γιλέκο. Καμιά συνομιλία είχε με τον ΜΚ
- Ο τρόπος με τον οποίο ο ΜΚ3 πετάχτηκε μέσα στο δρόμο για να του κάνει σήμα να σταματήσει ήταν επικίνδυνος και είναι από τύχη που δεν τραυματίστηκε. ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια τους, τη διάθεση τους για υπεκφυγή την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Όσον αφορά στους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, ο τρόπος με τον οποίο αυτοί μαρτυρούσαν στο Δικαστήριο, με άμεσες απαντήσεις και χωρίς διάθεση για υπεκφυγή, καθώς και η συνέπεια και η λογική των λεγομένων τους, τόσο του καθενός ξεχωριστά όσο και όλων μαζί ως σύνολο, ήταν τέτοια που δεν μου αφήνει περιθώριο να θεωρήσω είτε ότι δεν έλεγαν την αλήθεια, είτε ότι είχαν λόγο, εν προκειμένω, να μην την πουν. Δεν είχε, για παράδειγμα, ο ΜΚ1 λόγο να πει ψέματα ως προς τη συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο εάν η συνομιλία αυτή ήταν με τον ΜΚ
- Και το αντίστροφο. Γιατί ο ΜΚ3 να πει ψέματα ότι δεν είχε καμιά συνομιλία με τον κατηγορούμενο, εάν πράγματι είχε, ενώ υποστήριξε κι εκείνος οτι η συνομιλία του κατηγορούμενου ήταν με τον ΜΚ1; Και ο ΜΚ2, ο οποίος ήταν παραδεχτό μεταξύ των μερών ότι δεν συνομίλησε καθόλου με τον κατηγορούμενο, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος ήταν με τον ΜΚ1 που είχε συνομιλία. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και με βάση τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, ότι είδε το σήμα του ΜΚ3 την τελευταία στιγμή και κατόπιν της συνομιλίας τους έφυγε από το μέρος, και πάλιν θα μπορούσε να βρεθεί ένοχος για την Κατηγορία
- Τίποτε, επομένως, δεν είχαν οι ΜΚ να κερδίσουν από την προβολή αυτής της εκδοχής, εάν δεν ήταν αλήθεια. Δεν δέχομαι, αυτό που ο κατηγορούμενος υπαινίχτηκε με τις θέσεις του, χωρίς όμως να το πει ξεκάθαρα, ότι οι τρείς αστυνομικοί με προσυμφωνία μεταξύ τους, προώθησαν μεταξύ τους στο Δικαστήριο και στις καταθέσεις τους την ίδια εκδοχή, απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν την καταδίκη του κατηγορούμενου για τα, όχι και τόσο σοβαρά, αδικήματα του κατηγορητήριου. Αντιθέτως, κρίνω ότι στα λεγόμενα του κατηγορούμενου δεν μπορώ να βασιστώ. Φαίνεται ότι η ένταση της στιγμής, που ομολογουμένως του δημιουργήθηκε όταν ξαφνικά είδε μπροστά του αστυνομικό να του κάνει σήμα, δεν του επέτρεψε να θυμάται επακριβώς τα γεγονότα όπως συνέβησαν. Δεν παραβλέπω ότι αρχικά δεν είδε τον ΜΚ1 να του κάνει σήμα, αλλά τον είδε στην πορεία και έτσι σταμάτησε. Εάν δεν υπήρχαν οι άλλες διαφορές στις εκδοχές των ΜΚ και του Κατηγορούμενου θα ήμουν διατεθειμένη να δεχθώ, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει εκδοχή άλλη από την αληθινή. Ότι, δηλαδή, υπό το καθεστώς της συναισθηματικής φόρτισης της στιγμής, αφού ο Κατηγορούμενος νευρίασε με τον τρόπο που τον σταμάτησαν οι αστυνομικοί, ο Κατηγορούμενος μπέρδεψε το πρόσωπο του ΜΚ1 με αυτό του ΜΚ3 και νόμισε, λόγω και του ότι ήταν βράδυ, ότι συνομιλούσε με τον ΜΚ3 αντί τον ΜΚ
- Ότι περαιτέρω δεν άκουσε και πάλιν λόγω της έντασης του στης στιγμής, που του είπε ο ΜΚ1 να υποβληθεί σε αλκοτεστ. Υπάρχουν όμως και άλλες διαφορές στις εκδοχές των δύο πλευρών. Υπάρχει διαφορά ως προς την απόσταση που οι αστυνομικοί είχαν μεταξύ τους, υπάρχει διαφορά ως το προς το από πού ερχόταν και ποια πορεία διατηρούσε ο Κατηγορούμενος. Υπάρχει η διαφορά ότι και οι τρείς φορούσαν φωσφορούχο γιλέκο ενώ ο κατηγορούμενος είπε ότι ο ΜΚ3 δεν φορούσε φωσφορούχο γιλέκο. Υπάρχει και η εσφαλμένη εντύπωση του Κατηγορούμενου, που την χρησιμοποίησε και ως υπεράσπιση, ότι εάν πράγματι οι αστυνομικοί του ζητούσαν να υποστεί έλεγχο αλκοόλης και δεν το έπραττε, αυτοί σίγουρα θα τον καταδίωκαν: κάτι που καταρρίφθηκε μέσα από τα λεγόμενα και των τριών ΜΚ στην βάση του ότι ήταν πρόσωπο γνωστό στον ΜΚ1 και επομένως εύκολο να αναβρεθεί και να κατηγορηθεί εκ των υστέρων. Λαμβάνω υπόψη μου και το ότι ο κατηγορούμενος, όταν ανευρέθηκε από τους ΜΚ1 και 2 στο γραφείο του την 15/9/2015 και ερωτηθείς γιατί αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης και έφυγε, είπε «ενευρίασα και γι αυτό έφυγα». Και δεν σχολίασε καθόλου την απάντηση του αυτή στο Δικαστήριο, παρόλο που έρχεται σε αντιδιαστολή με την ενώπιον Δικαστηρίου θέση του, ούτε ρώτησε τους ΜΚ σχετικά. Προτιμώ, για όλους τους λόγους που ανέφερα, την μαρτυρία των ΜΚ παρά αυτή του Κατηγορούμενου και προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στις 12/9/15 και ώρα 02.45, οι ΜΚ1, 2 και 3 βρίσκονταν για έλεγχο τροχαίας στην Λεωφόρο Αμμοχώστου, μετά τα φώτα της συμβολής των λεωφόρων Χρίστου Αυξεντίου και Αμμοχώστου, με κατεύθυνση προς Λάρνακα. Ο ΜΚ1 στεκόταν περίπου 50 μέτρα μετά τα φώτα, ενώ οι ΜΚ2 και ΜΚ3, 3-4 μέτρα πιο μπροστά από αυτόν σε σχέση με την πορεία του κατηγορούμενου. Φορούσαν όλοι φωσφορούχα γιλέκα της αστυνομίας και χρησιμοποιούσαν κόκκινες αναλάμποντες φανούς για την ανακοπή των οχημάτων. Ο ΜΚ1, αντιλήφτηκε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου με αρ. εγγραφής ΗΤΤ943 να στρίβει δεξιά ως η πορεία του, από την Λεωφόρο Χρίστου Αυξεντίου και να εισέρχεται στην Λεωφόρο Αμμοχώστου με κατεύθυνση προς Λάρνακα. Έκανε σήμα στον οδηγό του αυτοκινήτου αυτού με την χρήση του κόκκινου αναλάμποντα φανού για να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος δεν είδε τον ΜΚ1 να του κάνει σήμα από μακριά. Μόλις όμως τον αντιλήφθηκε, κοντοστάθηκε και χωρίς να σταματήσει εντελώς και χωρίς να κατεβεί και πλησιάζοντας τον ΜΚ1 στα 5 μέτρα και του είπε «Παναγιά μου εννα σας τσιλλίσω». Τότε ο ΜΚ1, είπε στον κατηγορούμενο να σταματήσει στην άκρη του δρόμου για διενέργεια ελέγχου αλκοόλης. Παράλληλα τον αναγνώρισε από άλλη τροχαία υπόθεση που εξέτασε. Ο κατηγορούμενος του είπε «δεν σου φυσώ», ανέπτυξε ταχύτητα και εγκατέλειψε το μέρος, χωρίς ο ΜΚ1 να του επιτρέψει. Ο ΜΚ1 πήγε μαζί με τον ΜΚ2 μετά από 3 μέρες στο χώρο όπου ο κατηγορούμενος διατηρεί επιχείρηση τεχνικού ελέγχου οχημάτων και ο κατηγορούμενος τους είπε «Δεν σας είδα και παρολίγο να σας τσιλλίσω». Ερωτηθείς γιατί αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης και έφυγε, είπε «ενευρίασα και γι αυτό έφυγα». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα σχετικά, με την 1η κατηγορία, άρθρα του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, έχουν ως εξής: «6.—
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι— (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει· ή (β)[............] (γ)[............]
(2)Ανεξαρτήτως της υπάρξεως της εις το εδάφιον
(1)αναφερομένης ευλόγου υποψίας, αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρ' οιουδήποτε προσώπου το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(3)[.......]
(4)∆ύναται να ζητηθή παρά προσώπου όπως παράσχη, δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2)ή
(3)δείγμα εκπνοής, είτε εις τον τόπον ένθα τούτο εζητήθη ή εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον αστυνομικόν σταθμόν.
(5)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον δυνάμει του εδαφίου
(4)καθοριζόμενον αστυνομικόν σταθμόν ή αρνείται ή αποφεύγει καθ' οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.
(6)[.........] 8.—
(1)∆ιά τους σκοπούς του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 και του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία διά την οποίαν πρόσωπον δύναται να αρνηθή να παράσχη δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία η οποία έχει σχέσιν με ιατρικούς λόγους, πιστοποιουμένη δι' ενυπογράφου βεβαιώσεως ιατρικού λειτουργού. Η τοιαύτη βεβαίωσις επιδεικνύεται προς τον αστυνομικόν κατά τον χρόνον κατά τον οποίον ζητειται η υπό του προσώπου τούτου παροχή δείγματος εκπνοής ή, το βραδύτερον, εντός τριών ημερών από του χρόνου τούτου εις τον πλησιέστερον προς την κατοικίαν του αστυνομικόν σταθμόν.
(2)Εάν το πρόσωπον το οποίον ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δεν δυνηθή να προσκομίση την δυνάμει του αυτού εδαφίου προνοουμένην ιατρικήν βεβαίωσιν εντός του ούτω καθοριζομένου χρονικού διαστήματος, θα τεκμαίρεται ότι τούτο ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη το ζητηθέν δείγμα εκπνοής άνευ ευλόγου αιτίας.» Το άρθρο 8
(2), πιο πάνω επομένως, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι, δεν υπάρχει εύλογη αιτία για άρνηση ή αποφυγή όταν δεν παρουσιαστεί ιατρικό πιστοποιητικό και θέτει το μαρτυρικό βάρος (evidential burden) επί του κατηγορούμενου να αποδείξει οτι ισχύει εύλογη αιτία, άλλη από την εκ του Νόμου οριζόμενη. Παρόλη την, εκ του Νόμου, συγκεκριμενοποίηση της ιατρικής αιτίας, όταν δοθεί ως αναφέρεται στο Νόμο, ως εύλογης αιτίας, κατά την ορθή ερμηνεία του λεκτικού του Νόμου και της προθέσεως του νομοθέτη, η ιατρική αιτία δεν είναι η μόνη «εύλογη αιτία» που μπορεί να παρέχει υπεράσπιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην έφεση Γ.Ε. ν. Παύλου Αραμπίδη, Π.Ε. 110/2011 και ημερομηνίας 1-11-2013, είχε την ευκαιρία να ερμηνεύσει τη λέξη «αποφυγή» στα πλαίσια του άρθρου 7
(4)του σχετικού Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, η νομική βάση της κατηγορίας 2 είναι το άρθρο 6
(5)που αφορά σε άρνηση ή αποφυγή δείγματος εκπνοής για προκαταρκτική, και όχι τελική εξέταση ως αναφέρει το άρθρο 7
(4), αλλά δεν υφίσταται λόγος, γραμματικός, εννοιολογικός, τελεολογικός ή άλλος, γιατί η ίδια λέξη να έχει διαφορετικό νόημα στο άρθρο 6
(5). «Στη συνέχεια όμως, λανθασμένα κατά την άποψή μας, έδωσε [ το πρωτόδικο Δικαστήριο] στο ρήμα «αποφεύγω» την έννοια του «απομακρύνομαι από κάτι», με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι ο εφεσίβλητος, αφού δεν απομακρύνθηκε, δεν αποδείχτηκε στο συστατικό στοιχείο της «αποφυγής» του άρθρου 7
(4). Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα.» Εν προκειμένω, με την φράση «εν σου φυσώ» που είπε ο Κατηγορούμενος στον ΜΚ1, όταν αυτός του ζήτησε δείγμα εκπνοής για εξέταση αλκοόλης και η συνακόλουθη ενέργεια του να απομακρυνθεί, αυξάνοντας ταχύτητα, από το μέρος, αποτελεί ξεκάθαρη άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής για εξέταση αλκοόλης, βάσει του άρθρου 6
(5)πιο πάνω. Ο Κατηγορούμενος δεν παρέθεσε εύλογη αιτία για αυτή του την άρνηση. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, διότι η εκδοχή του ήταν ότι ο ΜΚ1, αλλά ούτε και ο ΜΚ2 ή ΜΚ3, ουδέποτε του ζήτησαν να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης. Για τη 2η κατηγορία, η νομική βάση είναι τα άρθρα 58
(2)(στ) και 72 των περί Τροχαίας Κινήσεως και Μηχανοκινήτων Οχημάτων Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, ως τροποποιήθηκαν: «58.
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημά του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν: Νοείται ότι, ο δημοτικός τροχονόμος ή ο σχολικός τροχονόμος εκτελεί καθήκοντα που καθορίζονται από τον περί Δήμων Νόμο·» Σύμφωνα, δε, με τον Κανονισμό 72, των πιο πάνω Κανονισμών, παράβαση οποιουδήποτε κανονισμού επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και ενός χρόνου και/ή πρόστιμο μέχρι και €1708 ευρώ. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει υπό την ευθύνη ή τον έλεγχο του (β) μηχανοκίνητο όχημα (γ) καλείται (δ) από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο (ε) και συνεχίζει την πορεία του (στ) χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημά του ή όταν οι συνθήκες της τροχαίας κίνησης στο δρόμο δεν είναι τέτοιες ώστε να μπορέσει να ακινητοποιήσει το όχημά του, δεν ελαττώνει ταχύτητα, είναι ένοχος αδικήματος. Προκύπτει στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ότι εν προκειμένω πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επομένως και στη βάση όλων των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............... (Υπ.) Μαρία Κ. Λοΐζου Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο