ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Χρίστου Ανθία, Αρ. Υπόθεσης: 7376/15, 25/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7376/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσας Αρχής v. Χρίστου Ανθία Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25.10.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Παναγιώτου ΠΟΙΝΗ Α. Αντικείμενο Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, μετά από μερική ακρόαση της υπόθεσης, σε 13 συνολικά εναπομείνασες κατηγορίες στο κατηγορητήριο που αντιμετώπισε. Μπορούν να ομαδοποιηθούν ως ακολούθως. Στις 21.5.2009 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά την Κοφίνου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΒ019, ενώ του είχε αποστερηθεί το δικαίωμα να κατέχει ή αποκτά άδεια οδηγού από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 20.5.2009 στην ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 1189/09 και για περίοδο δεκαπέντε ημερών. Ότι, περαιτέρω, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο ευθύνης έναντι τρίτου, με ταχύτητα 146χ.α.ώ. αντί 100 και χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης (Κατηγορίες 1 - 4). Κατηγορείται περαιτέρω ότι στις 14.9.2009 και η ώρα 22:50 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού παρά το Ζύγι, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚRH736 χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης, ενώ του είχε αποστερηθεί το δικαίωμα να κατέχει ή αποκτά άδεια οδηγού στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ΄ αρ. 3956/09 για περίοδο τριάντα ημερών από τις 26.8.2009, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή άλλη νόμιμη εξουσιοδότηση, χωρίς άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ από τις 31.12.2008, χωρίς ασφαλιστήριο έναντι τρίτου και με ταχύτητα 148 χ.α.ώ αντί 100 (Κατηγορίες 5 μέχρι 10). Κατηγορείται περαιτέρω οτι στις 11.8.2013 και ώρα 04:10 στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας παρά την οδό Ορόκλινη, οδηγούσε μη εγγεγραμμένο μηχανοκίνητο όχημα με αρ. πλαισίου WBAFA52080LM53487 χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ σχετικά με τη χρήση του ασφαλιστήριο έναντι τρίτου (Κατηγορίες 11 και 12). Κατηγορείται επίσης ότι στις 15.6.2010 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. πλαισίου WDB1400322A412789 και με ταχύτητα 214χ.α.ώ, αντί 100 (Κατηγορία 13). Η κατηγορία 14 ανεστάλη και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε από αυτήν στις 22.4.
- Β. Οι εκατέρωθεν θέσεις Ως γεγονότα σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι 4, άκουσα ότι ο κατηγορούμενος ανακόπηκε και διαπιστώθηκαν τα αδικήματά του. Η κατηγορία 4 υπάρχει στο κατηγορητήριο συνεπεία της στέρησης της άδειας οδηγού. Παραδέχθηκε ενοχή στην Αστυνομία. Σε σχέση με τις κατηγορίες 5 μέχρι 10 αρχικά διαπιστώθηκε η ταχύτητα του και αργότερα, όταν ανακόπηκε, διαπιστώθηκαν και τα υπόλοιπα αδικήματα. Παραδέχθηκε ενοχή στην Αστυνομία. Σε σχέση με τις κατηγορίες 11 και 12, τα αδικήματα διαπιστώθηκαν κατόπιν ελέγχου τροχαίας. Δεν παραδέχθηκε εξ' αρχής στην Αστυνομία. Σε σχέση με τις κατηγορίες 13 και 14, όταν διαπιστώθηκαν τα αδικήματα απάντησε «εν άρρωστη η μάνα μου με καρκίνο, έπεσε σε κώμα, βουρώ να πάω στο Νοσοκομείο». Σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, ο κ. Αντωνίου ανέφερε ως εξής: σε σχέση με τις Κατηγορίες 1 μέχρι 4, καταχωρίστηκαν στο παρελθόν και άλλες 3 ποινικές υποθέσεις, οι υπ' αριθμόν 17571/09, 2124/11 και 20502/
- Σε σχέση με κατηγορίες 5 με 10 καταχωρίστηκαν, προηγουμένως του παρόντος κατηγορητηρίου, άλλα τέσσερα κατηγορητήρια, οι ποινικές υποθέσεις με αρ. 2366/10, 1035/11, 20502/12 και 11397/
- Σε σχέση με τις κατηγορίες 11 και 12 καταχωρίστηκαν προηγουμένως οι υποθέσεις 12318/13 και 3999/
- Για τις κατηγορίες 13 και 14 καταχωρίστηκαν πριν το παρόν κατηγορητήριο οι υποθέσεις 12039/10, 21730/12 και 3151/
- Όλες οι υποθέσεις διακόπηκαν είτε λόγω μη επίδοσης τους, είτε λόγω της μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης που εκδιδόταν εκάστοτε για τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος, συνέχισε ο κ. Αντωνίου, είναι χωρίς προηγουμένως τροχαίες καταδίκες σε ισχύ. Έχει, όμως, στο ποινικό του μητρώο παλαιές, αλλά μη αποκατασταθείσες ποινικές καταδίκες. Η καταδίκη στην υπόθεση υπ΄αρ. 875/96 που αφορούσε σε δημόσια βλάβη και στην οποία λήφθηκαν υπόψη ακόμη έξι υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών. Η καταδίκη στην υπόθεση υπ΄αρ. 4896/96 που αφορούσε σε διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός και διάρρηξη κατοικίας. Στην υπόθεση αυτή λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις με αρ. 2498/96, 15515/96 και 647/
- Η υπόθεση υπ΄ αρ. 2428/96 με καταδίκες για απόδραση από νόμιμη κράτηση και κακόβουλη ζημιά. Στην υπόθεση υπ΄αρ. 647/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για διάρρηξη κατοικίας και απόπειρα διάρρηξης. Στην υπόθεση υπ΄αρ. 15515/96 για κλοπή από κατοικία. Και στην υπόθεση υπ΄αρ. 6107/00, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για κλοπή, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπία και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου ο συνήγορος του ανέφερε ότι κατά το 2009 και 2010 ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών, μεταξύ άλλων, και κοκαΐνης, η οποία χρήση επηρέαζε αρνητικά τη συμπεριφορά του, τον έκανε παραβατικό και απέδωσε σε αυτήν τα αδικήματα των πιο πάνω χρόνων, ήτοι τα αδικήματα για τις κατηγορίες 1 μέχρι 10 και
- Αποπειράθηκε δύο φορές να απεξαρτηθεί χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Κατά το 2013, επίδικο χρόνο των κατηγοριών 11 και 12, δεν είχε ακόμα απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, είχε σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα, εφόσον το 2012 έχασε τον πατέρα του με καρκίνο και αργότερα διεγνώσθη η μητέρα του με την ίδια ασθένεια. Αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, αναφέρθηκε ότι είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, μπαινόβγαινε στη φυλακή, η χρήση ναρκωτικών ουσιών, παρά τις προσπάθειες για απεξάρτηση, γεννούσε κι άλλα προβλήματα. Είναι παντρεμένος με δύο παιδιά είκοσι και δώδεκα χρονών αντίστοιχα. Σήμερα αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων του και τις πιθανές συνέπειες αυτών. Η καθυστέρηση στην καταχώριση του παρόντος κατηγορητηρίου, είναι παράγοντας που, κατά την Υπεράσπιση, πρέπει να προσμετρήσει ιδιαιτέρως μετριαστικά υπέρ του Κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε, ότι από το 2009 μέχρι και σήμερα έλειψε, μόνο, τρεις φορές από τη Δημοκρατία. Μία στο εξωτερικό για απεξάρτηση σε κέντρο αποτοξίνωσης για έξι μήνες, μία άλλη για ένα μήνα λόγω δικού του καρδιακού προβλήματος και μια τελευταία για ένα μήνα για θεραπεία της μητέρας του στο εξωτερικό. Αυτή η απουσία από τη Δημοκρατία, αναφέρθηκε, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την τόση καθυστέρηση στην προώθηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Ιδιαίτερα, εάν ληφθεί υπόψην ότι σε πολλές περιπτώσεις των περιόδων που η αστυνομία τον αναζητούσε είτε για να του επιδώσει κατηγορητήριο είτε για να εκτελέσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του, εμφανιζόταν σε αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση για άλλες υποθέσεις. Πάντως στον διαρρεύσαντα χρόνο άλλαξαν και οι προσωπικές του περιστάσεις. Επιδεινώθηκε η οικονομική του κατάσταση και η κατάσταση της υγείας του. Σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, αναφέρθηκε ότι μετά την αποφυλάκιση του, δημιούργησε δύο εταιρείες, κατάφερε να ορθοποδήσει αλλά το 2013 καταστράφηκε οικονομικά λόγω του κουρέματος και έκλεισαν οι εταιρείες του. Έγινε εισήγηση ότι δεν πρέπει να επιβληθεί ποινή φυλάκισης εν προκειμένω, λόγω αφενός του διαρρεύσαντα χρόνου μεταξύ του επίδικου χρόνου για κάθε κατηγορία και της σήμερον, αφετέρου την αλλαγή των προσωπικών του συνθηκών από τότε και κατά τρίτον ώστε να μην ακυρωθεί η θετική του πορεία στην προσπάθεια απεξάρτησης του από τα ναρκωτικά. Παρουσιάστηκαν εγγράφως αποτελέσματα ανάλυσης ούρων του Κατηγορούμενου, από ιδιωτικό χημείο, για συγκεκριμένες απαγορευμένες ουσίες, ήτοι ουσίες που εμπίπτουν στις εξής ομάδες: cocaine group, amphetamines group, metamphetamines group, cannabinoids group (Marijuana, Hashis), morphine group (Morphine, Codeine) και MDMA/MDA/MDE. Το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό για όλα τα πιο πάνω. Στη βάση των κατατεθέντων αποτελεσμάτων, το δείγμα ούρων του Κατηγορούμενου παραλήφθηκε από το χημείο στις 14.6.2016 και φέρει ημερομηνία εκτύπωσης 27.6.
- Ας σημειωθεί, ότι ο συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν απουσία χρήσης ουσιών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα πριν την ανάλυση. Για παράδειγμα αρνητικό αποτέλεσμα για τα οπιοειδή, σημαίνει ότι μέχρι και δύο μέρες πριν την λήψη δείγματος ούρων δεν έγινε λήψη αυτών. Αντιστοίχως για τα κανναβιοειδή μέχρι και ένα μήνα πριν την λήψη δείγματος ούρων. Παρουσιάστηκε επίσης βεβαίωση από ιδιώτη νευρολόγο ότι ο κατηγορούμενος στις 25.1.2016 παρουσίασε αγγειακό εγκεφαλικό ισχαιμικό επεισόδιο με διαταραχή όρασης και αστάθεια βαδίσεως. Παρουσιάστηκε επίσης ιατρικό σημείωμα από ιδιώτη καρδιολόγο ημερομηνίας 28.6.2016, ως εξής: «Ο ανωτέρω αναφερόμενος ασθενής παρουσιάζει [..] αρτηριακή υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και στεφανιαία νόσο. Είναι βαρύς καπνιστής, ενώ από ηλικίας 26 ετών ξεκίνησε να είναι χρήστης κοκαΐνης. Σε ηλικία 28 ετών (Δεκέμβρης 2003) υπέστη το πρώτο οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου προσθίου τοιχώματος. Τον Μάρτιο 2004 υπεβλήθηκε σε αγγειοπλαστική με τοποθέτηση ενδοστεφανιαίου μεταλλικού νάρθηκα (Stent) στον αριστερό πρόσθιο κατιόντα κλάδο. Τον Δεκέμβρη του 2008 υπέστη δεύτερο οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, πρόσθιο εκτεταμένο, το οποίο αντιμετωπίστηκε με θρομβόληση. Τον Ιανουάριο 2016 παρουσίασε παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο. Σαν κύριος επιβαρυντικός παράγοντας για την πρώιμη εμφάνιση στεφανιαίας νόσου του ασθενούς, ενοχοποιείται η λήψη κοκαΐνης. [.................................] Ο ασθενής στο παρόν στάδιο βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή. Του δόθηκαν οι κατάλληλες για την περίπτωση του υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες και του έγιναν συστάσεις για διακοπή του καπνίσματος και των άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών.» Αναφέρθηκε επίσης από τον δικηγόρο του ότι σε ηλικία 28 χρονών έπαθε το πρώτο του έμφραγμα και το 2008 το δεύτερο έμφραγμα, το οποίο αντιμετωπίστηκε με θρομβόλυση. Ετοιμάστηκε, στη βάση οδηγιών του Δικαστηρίου, και έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Σε αυτήν αναφέρεται ότι, ο κατηγορούμενος διαμένει με τη μητέρα του στο χωριό Μενεού σε οικία που ικανοποιεί τις ανάγκες τους με πλήρη οικιακό εξοπλισμό και πλήρη επίπλωση. Παντρεύτηκε 2 φορές. Με την πρώτη του σύζυγο χώρισε και με τη δεύτερη σύζυγό του είναι σε διάσταση. Εχει ένα παιδί από τον κάθε γάμο του, 21 και 12 χρονών αντίστοιχα. Δεν έχει εισοδήματα, ως ο ίδιος ανέφερε και είναι άνεργος. Συντηρείται από δανεικά που παίρνει από φίλους. Έχει χρέη σε πιστωτικά ιδρύματα ύψους €73.000 για τα οποία η μηνιαία δόση δεν καταβάλλεται κανονικά. Δεν έχει ακίνητη περιουσία και η εργοληπτική εταιρεία της οποίας ήταν διευθυντής πτώχευσε. Δεν έχει αποταμιεύσεις. Αναφέρεται ότι οι γονείς του πήραν διαζύγιο όταν ο ίδιος ήταν οκτώ ετών, λόγω βίαιης συμπεριφοράς του πατέρα του προς τη μητέρα του, επιβεβαιώντας έτσι τα δύσκολα παιδικά χρόνια του, στα οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος του κατά την αγόρευση του για τον μετριασμό της ποινής του. Δεν κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά λόγω απροσαρμοστίας. Μετά το διαζύγιο του αντιμετώπισε προβλήματα ψυχικής υγείας και άρχισε την χρήση απαγορευμένων ουσιών. Ο ίδιος αναφέρει ότι μετά από χρήση απαγορευμένων ουσιών για 12 χρόνια έχει πια σταματήσει τη χρήση, μετά από δύο καρδιακά εμφράγματα και ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Γ. Νομική πτυχή και κατάληξη Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάθε δικάσαν Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση ποινής, οφείλει να εξισορροπεί δίκαια τη διαφύλαξη της ευνομούμενης πολιτείας από τη μια και την ορθή μεταχείριση του κατηγορουμένου, με την εξατομίκευση της ποινής, από την άλλη, έτσι που να μην πληρώνει με τη τιμωρία του για τη γενική εγκληματικότητα που δυνατό να λειτουργεί σε μια κοινωνία, αλλά για τη συγκεκριμένη δική του πράξη, έχοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν στην προσωπικότητα του. (βλ. ενδεικτικά Φαναράς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Βεβαίως σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432). Σημειώνω, συναφώς, ότι το στοιχείο της αποτροπής, ειδικής και γενικής, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της (Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, με αναφορά στην Τροκκούδης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306). Στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, υποδεικνύει ότι, κάθε μηχανοκίνητο όχημα αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο και όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση του και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Σε σχέση με τις Κατηγορίες 2, 9 και 11, που αφορούν σε οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, στην απόφαση Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57 αναφέρθηκε οτι, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό, σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά παρουσιάζουν συνεχή και ανησυχητική άνοδο. Πάντως, ο σχετικός Νόμος προνοεί αυστηρές ποινές. Σε περίπτωση 1ης καταδίκης, ποινή φυλάκισης μέχρι και ενός έτους, πρόστιμο μέχρι και €1708 και υποχρεωτική στέρηση άδειας οδηγού για 6 μήνες, εκτός εάν καταδειχθούν ειδικοί λόγοι. Σε περίπτωση 2ης καταδίκης, οι ποινές αυτές αυξάνονται σε ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο ετών, πρόστιμο μέχρι και €3516 και υποχρεωτική στέρηση άδειας οδηγού για 12 μήνες, εκτός εάν καταδειχθούν ειδικοί λόγοι. Σύμφωνα με τη νομολογία επί του συγκεκριμένου αδικήματος, η καταδίκη για αυτό το αδίκημα ακολουθείται σχεδόν αναπόφευκτα από τη στέρηση της άδειας οδηγού. Αποτελεί, επιπλέον, υποχρέωση του Κατηγορουμένου να φέρει εις προσοχήν του Δικαστηρίου οποιουσδήποτε ειδικούς λόγους για μη στέρησης της άδειας οδήγησης του. Τέτοιοι λόγοι δεν έχουν αναφερθεί εν προκειμένω. Σε σχέση με τις Κατηγορίες 1 και 6, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 133). Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227). Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής και πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι η ευνομία, ενισχύεται, μεταξύ άλλων και από την υπακοή των πολιτών σε διατάγματα Δικαστηρίου. Πρέπει να δημιουργηθεί συνείδηση στους παραβάτες ότι τέτοια συμπεριφορά δεν θα αντιμετωπίζεται με χαλαρότητα, αλλά με αυστηρότητα στην επιλογή του ύψους και της μορφής της ποινής, διότι τα Δικαστήρια, οφείλουν, περισσότερο από τις άλλες εξουσίες, να συνεισφέρουν στην εδραίωση κράτους δικαίου. Η νομική βάση της Κατηγορίας 1 είναι, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 53 και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94(Ι)/2001, τα οποία αναφέρουν, στην έκταση που εδώ ενδιαφέρουν: «53. Πρόσωπο το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί επιβληθείσα από δικαστήριο, δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 54, στέρηση της ικανότητας να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. 54.—
(1)Δικαστήριο το οποίο εκδίδει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που έχει διαπραχθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει τούτου, μπορεί πρόσθετα να αποστερήσει το πρόσωπο που έχει καταδικαστεί της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου, για χρονικό διάστημα που το δικαστήριο ήθελε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αποφασίσει.» Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που είναι η νομική βάση της Κατηγορίας 6, προνοεί ως ακολούθως: «137. Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή» Σε σχέση με τις Κατηγορίες 3, 10 και 13, αναφέρεται ότι η νομική τους βάση είναι, μεταξύ άλλων, το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, ως τροποποιήθηκε από τον περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμο Ν. 166/1987. Για υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι και 1 έτους και/ή πρόστιμο μέχρι και €1708 ευρώ ή και τις 2 αυτές ποινές. Στην υπόθεση Εμμαννουήλ Κυριακάκης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 134, η ποινή φυλάκισης, χωρίς αναστολή, των 15 ημερών για ταχύτητα 202 αντί 100 ΧΑΩ επικυρώθηκε από το Εφετείο, με την υπόμνηση ότι η ποινή ήταν δικαιολογημένα αυστηρή, υπό τις εκεί περιστάσεις. Η κάθε υπόθεση είναι βέβαια περιορισμένη στα γεγονότα της και το δεσμευτικό του οποιουδήποτε προηγούμενου δεν κάνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής του κάθε παραβάτη στα δικά του προσωπικά περιστατικά και στις δικές του συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, να ατονεί. Φρονώ οτι η ποινή στέρησης της άδειας οδηγού να είναι ισχυρό όπλο στα χέρια του ποινικού Δικαστή και να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ποινολογίας. Ενέχει τόσο το στοιχείο της τιμωρίας, όσο και τα στοιχεία της αναμόρφωσης και της αποτροπής, αφού εξανεμίζει την πιθανότητα διάπραξης άλλων τροχαίων αδικημάτων κατά τη διάρκεια ισχύος της και μέσω της δυσκολίας στη διακίνηση που αυτή δημιουργεί, ο παραβάτης δύναται σε καθημερινή βάση να νοιώθει τις επιπτώσεις και συνέπειες των παράνομων πράξεών του. Λειτουργεί, επίσης, ανταποδοτικά στο κοινωνικό σύνολο, για το κακό που ο Κατηγορούμενος προκάλεσε σε αυτό με τις παράνομες ενέργειές του. Πάντως, δεν αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, από την Υπεράσπιση, οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι που θα επέτρεπαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εναντίον της επιβολής ή υπέρ του μετριασμού του ύψους ή της μορφής της στέρησης της άδειας οδηγού του Κατηγορούμενου, η οποία είναι, υπό τις περιστάσεις, αναπόφευκτη. Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταχώριση του παρόντος κατηγορητηρίου και συνακόλουθα την καθυστέρηση στην επιβολή ποινής, κρίνω σκόπιμη την παράθεση του πιο κάτω εκτενούς αποσπάσματος από την Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ 617: " Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Farfaros v. Republic
(1963)2 C.L.R. 36, Machi Ltd v. Social Insurance Officer
(1968)2 C.L.R. 305, Terlas v. Police
(1970)2 C.L.R. 30, Temenos v. Republic
(1984)2 C.L.R. 425, 429-30, Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14, 31, Katsounis v. Police
(1988)2 C.L.R. 180). Στη M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 (απόφαση Πική, Π.) υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο - με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ. - θεώρησε ότι «ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο». Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το απολύτως αναγκαίο που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να είχε λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος. Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει της απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.» Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη." Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, σημειώνω ως εξής: Ελαφρυντικά για τον Κατηγορούμενο θα λάβω υπόψη μου το γεγονός ότι παραδέχτηκε στο Δικαστήριο, όχι άμεσα, αλλά, τουλάχιστον πριν την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης. Η ενέργεια του αυτή δεικνύει μία κάποια μεταμέλεια, η οποία εκφράστηκε και λεκτικά από το συνήγορό του κατά τον μετριασμό της ποινής. Ελαφρυντικά, θα λάβω επίσης υπόψη μου για τον Κατηγορούμενο το γεγονός ότι για τις κατηγορίες 1-10 παραδέχθηκε άμεσα ενοχή στην αστυνομία. Λαμβάνω μετριαστικά υπόψη μου την δεινή κατάσταση της υγείας του. Αν και σύμφωνα με κατατεθέν ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 28/06/2016, η λήψη ναρκωτικών είναι αυτή που ενοχοποιείται για την καρδιοπάθεια και το πρόσφατο εγκεφαλικό του και επομένως ο ίδιος φαίνεται να έχει επιφέρει τα προβλήματα αυτά στον εαυτό του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την προσπάθεια του για απεξάρτηση, η οποία στη βάση των κατατεθέντων Τεκμηρίων φαίνεται ότι τουλάχιστον κατά τον Ιούνιο του 2016 και κατόπιν του εγκεφαλικού που υπέστη, ήταν επιτυχής. Σημειώνεται, δε ότι ακόμα και η απλή προσπάθεια απεξάρτησης, χωρίς θετικό αποτέλεσμα, μπορεί να προσμετρηθεί ως μετριαστικός παράγοντας (βλ. Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148) ). Ιδιαιτέρως μετριαστικά θα προσμετρήσω την καθυστέρηση από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή. Και την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του στο μεταξύ. Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα της τελευταίας. Όμως, το γεγονός και μόνο ότι σήμερα επιβάλλεται ποινή για αδικήματα που συντελέστηκαν πέραν των 7 χρόνια προηγουμένως (για τις κατηγορίες 1-10) και πέραν των 6 χρόνων προηγουμένως (για την κατηγορία 13) δεν μπορεί παρά να ενεργήσει μετριαστικά για τον Κατηγορούμενο. Εννοείται ότι, για τις νεότερες κατηγορίες (ήτοι τις υπ΄αριθμούς 11 και 12 στο κατηγορητήριο) η ελαφρυντικά αξία αυτού του παράγοντα μειώνεται δραματικά, χωρίς να εξουδετερώνεται. Επιβαρυντικά, λαμβάνω υπόψη μου για τον Κατηγορούμενο τη σοβαρότητα των αδικημάτων του, κάθε ενός ξεχωριστά αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Το αδίκημα της Κατηγορίας 2, επαναλαμβάνεται στην κατηγορία 9, μετά από πάροδο 3μισυ μηνών. Και επαναλαμβάνεται και στην κατηγορία 11 στις 11/8/
- Περαιτέρω, ενώ ανακόπηκε να οδηγεί με στερημένη άδεια στις 21/5/2009, διέπραξε το ίδιο αδίκημα, με άλλο όχημα, την 14/9/
- Για κάθε χρονικά επόμενη καταδίκη, για το ίδιο αδίκημα, θα υπάρξει, κατά λογική ακολουθία, και αυστηρότερη ποινή. Επιβαρυντικά, θα λάβω επίσης υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο με βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο, ως προαναφέρθηκε. Άτομο λευκού ποινικού μητρώου έχει οπωσδήποτε καλύτερες πιθανότητες σε επιείκεια. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών στη νομολογία μας είναι ότι, όχι ότι ο Κατηγορούμενος τιμωρείται εκ δευτέρου, αλλά ότι το Δικαστήριο δε μπορεί να επιδείξει την επιείκεια που θα επεδείκνυε εάν αυτές δεν υπήρχαν. Το γεγονός ότι όλες οι ποινικές καταδίκες του Κατηγορούμενου αφορούν σε χρόνο τουλάχιστον 15ετίας από σήμερα, θα λειτουργήσει ώστε να μετριαστεί η επιβαρυντική ισχύς αυτού του παράγοντα. Περαιτέρω, σημειώνω ότι καμία ειδική ή συγκεκριμένη εξήγηση δεν δόθηκε για την οδήγηση εκ του Κατηγορούμενου ενόσω εκκρεμούσαν οι στερήσεις άδειας που του επιβλήθηκαν από Δικαστήριο στις 20/5/2009 και στις 26/8/
- Αναφέρθηκε μόνο η γενική θέση ότι, ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών την περίοδο 2009-2010, η οποία επηρέαζε εν γένει τη συμπεριφορά του με ροπή προς την παραβατικότητα. Σε σχέση με την κατηγορία 13 που αφορά σε οδήγηση με 214 ΧΑΩ αντί 100, αναφέρω ότι αυτή δεν είναι απλώς μία αυξημένη ταχύτητα. Είναι ιλιγγιώδης. Είναι υπερδιπλάσια του νομίμου ορίου. Είναι ταχύτητα στην οποία, το παραμικρό λάθος ή αβλεψία μπορεί να αποβεί μοιραία. Τέτοια οδήγηση εκτός από επιπόλαιη και εγωιστική είναι και αντικοινωνική διότι αγνοεί το καλώς νοούμενο συμφέρον των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Στην ταχύτητα αυτή η επικινδυνότητα οποιουδήποτε οδηγού προς τον εαυτό του και άλλους οδηγούν που νόμιμα χρησιμοποιούν το δρόμο αυξάνεται κατακόρυφα. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την ταχύτητα αυτή, πέραν από αυτή που ο Κατηγορούμενος έδωσε ως απάντηση στην αστυνομία. Ούτε και αν αυτή η απάντηση ευσταθεί, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί τέτοια παράνομη συμπεριφορά. Δεν μου διαφεύγει ότι η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ. μεταξύ άλλων Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Πέραν του τιμωρητικού, για τους σκοπούς που πρέπει να εξυπηρετεί οποιαδήποτε ποινή και δη ποινή φυλάκισης, βλέπετε την Παρατήρηση στην υπόθεση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R. 28 «Observation: When all other alternatives are considered unsuitable to meet the particular case in hand, the Court may well have to resort to imprisonment. But in such a case, the sentence has to be justified upon one of the purposes to be served by such a sentence. Rehabilitation, mainly in the interest of the offender ; deterrence, mainly in the public interest and protection; retribution in the proper enforcement of the law ; all these matters have to be considered and weighed together with the consequences and probable effect of imprisonment on the particular offender.» Κρίνω, ζυγίζοντας τους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες που προανέφερα, και λαμβάνοντας ιδιαιτέρα υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων στις κατηγορίες 6 και13, ότι υπό τις περιστάσεις, οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός της φυλάκισης σε εκείνες τις κατηγορίες, θα ήταν επιεικέστερη του ορθού και ανίκανη να αντιμετωπίσει με την πρέπουσα σοβαρότητα τα αδικήματα του Κατηγορούμενου. Επιβάλλω, επομένως, τις εξής ποινές: Στην Κατηγορία 1: €500 πρόστιμο. Στην Κατηγορία 2: €100 πρόστιμο. Στην Κατηγορία 3: €300 πρόστιμο. Στην Κατηγορία 4: δεν επιβάλλω καμία ποινή παρόλη την παραδοχή, εφόσον αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ότι η ύπαρξη της κατηγορίας αυτής επί του Κατηγορητηρίου είναι ως εκ της στέρησης της άδειας οδηγού του Κατηγορούμενου, στην οποία επέβαλα ήδη ποινή στην κατηγορία
- Στην Κατηγορία 5: δεν επιβάλλω καμία ποινή παρόλη την παραδοχή, εφόσον δεν αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, η μη κατοχή άδειας οδήγησης να προϋπήρχε της στέρησης της από Δικαστήριο. Επομένως, θεωρώ ότι η ύπαρξη της κατηγορίας αυτής είναι ως εκ της στέρησης της άδειας οδηγού του Κατηγορούμενου, στην οποία θα επιβάλω ποινή στην κατηγορία
- Στην Κατηγορία 6: φυλάκιση 2 μηνών. Στην Κατηγορία 7: €50 πρόστιμο. Στην Κατηγορία 8: €50 πρόστιμο. Στην Κατηγορία 9: €200 πρόστιμο. Στην Κατηγορία 10: €200 πρόστιμο και 3ΒΠ Στην Κατηγορία 11: €300 πρόστιμο πλέον στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης για οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα, για 12 μήνες από σήμερα. Στην Κατηγορία 12: €200 Στην Κατηγορία 13: φυλάκιση 2 μηνών και 5ΒΠ Δ. Δυνατότητα Αναστολής Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό, κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου, ως τροποποιήθηκε, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Όπως έχει σημειωθεί στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, η οποία ακόμη και μετά την τροποποίηση του σχετικού Νόμου είναι καλή νομολογία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161) μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι μετά την πιο πάνω τροποποίηση, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να καθοδηγηθεί και από ευρύτερους παράγοντες, ώστε η επιβληθείσα ποινή να αρμόζει στον συγκεκριμένο παραβάτη, υπό τα δικά του συγκεκριμένα περιστατικά (βλ. μεταξύ άλλων, Αργυρίδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 64-69/2013, ημερ. 21/6/2013). Λαμβάνω υπόψη μου τα όσα ανέφερα πιο πάνω ως επιβαρυντικά εναντίον της αναστολής και τα όσα ανέφερα πιο πάνω ως ελαφρυντικά υπέρ της αναστολής. Κρίνω τη σοβαρότητα των κατηγοριών 6 και 13, στις οποίες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ως ιδιαίτερα αυξημένη. Λαμβάνω όμως υπόψη μου το μακρύ χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών μέχρι και σήμερα και την επιδείνωση της υγείας του από τότε. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την προσπάθεια του για απεξάρτηση, ως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 1, ημερομηνίας 27/06/2016. Κρίνω ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, οι ποινές φυλάκισης να ανασταλούν ώστε να δοθεί στον Κατηγορούμενο μια ευκαιρία να ορθοποδήσει. Ελπίζω να τη χρησιμοποιήσει. Οι ποινές φυλάκισης αναστέλλονται για 3 χρόνια από σήμερα. €85 έξοδα της κατηγορούσας Αρχής θα πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο σήμερα. Το σύνολο του προστίμου είναι πληρωτέο σε 3 δόσεις. Η πρώτη δόση είναι πληρωτέα στο τέλος Νοεμβρίου και κάθε επόμενη, κάθε τελευταία εργάσιμη μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. (Εξηγείται στον Κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής των ποινών φυλάκισής του). (Υπ.) .......... Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο