← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Αντρέας Χρίστου, Αρ. Υπόθεσης: 12067/14, 24/6/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Αντρέας Χρίστου, Αρ. Υπόθεσης: 12067/14, 24/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Κ. Λοΐζου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 12067/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν. Αντρέας Χρίστου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24/6/2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 19.4.14 στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στο Μενεού του Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο τετράτροχο όχημα με αριθμό σκελετού JSAAL3A492101805 χωρίς να καταβάλλει την δέουσα επιμέλεια και προσοχή (1η κατηγορία). Ότι, επιπλέον, οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης (2η κατηγορία), χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο που να αφορά σε ευθύνη έναντι τρίτου (3η κατηγορία) και ενώ το εν λόγω όχημα ήταν μη εγγεγραμμένο τετράτροχο όχημα (4η κατηγορία). Ως θα διαφανεί κατωτέρω η γραμμή υπεράσπισης που ο κατηγορούμενος προώθησε στο Δικαστήριο ήταν ότι ο ίδιος την επίδικη μέρα δεν οδηγούσε το επίδικο όχημα και ως εκ τούτου πρέπει να αθωωθεί από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Β. Η μαρτυρία Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, βρίσκεται καταχωρισμένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας του. Αναφορά θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτύρησαν τρείς μάρτυρες. Ο Αστ. 2924, Λ. Κουλλουπάς (στο εξής ο ΜΚ1), ο Δρ. Γιώργος Αθανασίου (στο εξής ο ΜΚ2) και ο Αστ. 3620 Νικόλαος Ρωτής (στο εξής ο ΜΚ3). Κατόπιν που η υπόθεση πέρασε το εκ πρώτης όψεως στάδιο, για την Υπεράσπιση μαρτύρησε ο Κατηγορούμενος και ο Αστ. 972, Μάρκελλος Ιεοροδιακόνου (στο εξής ο ΜΥ). Στην γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 1, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την επίδικη μέρα και περί τις 23.15 μαζί με τον ΜΚ3 επισκέφθηκε την σκηνή δυστυχήματος στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στο Μενεού. Από επιτόπιες έρευνες, δεν εντόπισε οποιοδήποτε όχημα ή οποιοδήποτε τραυματισμένο πρόσωπο στην σκηνή. Περίοικος, ο οποίος επιθυμούσε να παραμείνει ανώνυμος, του ανέφερε ότι είδε νεαρό πρόσωπο, άγνωστο προς εκείνον, να οδηγεί τετράτροχη μοτοσικλέτα η οποία συγκρούστηκε πάνω σε λίνια πεζοδρομίου και ακολούθως σε περιτοίχισμα οικίας. Ότι, περαιτέρω, είδε να έρχονται στην σκηνή άλλα νεαρά πρόσωπα τα οποία παρέλαβαν τόσο τον επιβαίνοντα στην μοτοσικλέτα όσο και την μοτοσικλέτα και απομακρύνθηκαν από το μέρος. Σύμφωνα με τα όσα ο περίοικος του ανέφερε, ο ΜΚ1 συνέταξε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, Τεκμήριο 2 και αργότερα, τελικό σχεδιαγράφημα Τεκμήριο

  1. Στην σκηνή εντόπισε εμφανές μαύρισμα από ελαστικό στην λίνια του πεζοδρομίου και επίσης σκάψιμο και μαύρισμα σε περιτοίχισμα της οικίας με αριθμό
  2. Σημείωσε αυτά με το γράμμα Χ και Χ1 στο σχεδιαγράφηματα, Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Ανέφερε ότι, ο δρόμος στον οποίο έγινε το ατύχημα βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή με όριο ταχύτητας 50χλμ ανά ώρα. Είναι ευθύς, ασφαλτοστρωμένος και με οδική σήμανση. Η ορατότητα ήταν γύρω στα 150 μέτρα, με αίθριο καιρό και ικανοποιητικό οδικό φωτισμό. Ακολούθως επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και ενημερώθηκε από τον ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος νοσηλευόταν στο τμήμα πρώτων βοηθειών μετά από τροχαίο ατύχημα μοτοσικλέτας. Όταν την επίδικη μέρα και περί ώρα 23.50 μετέβηκε στο Γεν. Νοσοκομείο Λάρνακας μαζί με τον ΜΚ3 ο Κατηγορούμενος είχε ήδη αναχωρήσει εφόσον άκουσε ότι θα επισκεπτόταν τον χώρο η αστυνομία. Στις 21.3.14 ο ΜΚ1 αναζήτησε τον Κατηγορούμενο στην οικία του και δεν τον εντόπισε. Δεν απαντούσε ούτε στο τηλέφωνο του. Στις 25.4.14 και περί ώρα 10.15 ξαναμετέβηκε στην οικία του κατηγορούμενου στην Δρομολαξιά όπου είδε στο γκαράζ μια τετράτροχη μοτοσικλέτα, φορτωμένη πάνω σε ένα ρυμουλκούμενο τρόλεϊ. Η μητέρα του κατηγορούμενου Παναγιώτα Χρίστου, ανέφερε στον ΜΚ1 ότι η μοτοσικλέτα εκείνη ήταν αυτή με την οποία έκανε ο γιος της το ατύχημα. Σημείωσε τον αριθμό σκελετού της μοτοσικλέτας και επίσης ότι ήταν μάρκας Suzuki και χρώματος κόκκινου. Διαπίστωσε ότι ο μπροστινός δεξιός τροχός καθώς και το τιμόνι της ήταν σπασμένα. Στις 27.4.14 και μεταξύ των ωρών 20.45 και 21.15 στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, με επίστηση της προσοχής στο νόμο. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την κατάθεση του. Κατόπιν, και μεταξύ των ωρών
  3. 20 και 21.30 στο ίδιο μέρος, κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που φαίνονται στο κατηγορητήριο και ο ίδιος απάντησε «δεν έχω να πω τίποτε». Αρνήθηκε να υπογράψει και την απάντηση του αυτή. Στην κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, από εξετάσεις που διενήργησε στο μηχανογραφημένο σύστημα της αστυνομίας και του εφόρου μηχανοκινήτων οχημάτων, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε άδεια για το συγκεκριμένο όχημα, το όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο και δεν είχε ούτε ασφάλεια έναντι τρίτου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι ειδικευμένος στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Η αστυνομία ειδοποιήθηκε για το ατύχημα, γύρω στις 23:10 από τον περίοικο ο οποίος επιθυμούσε να παραμείνει ανώνυμος. Ο περίοικος αυτός και αυτόπτης μάρτυρας, στεκόταν πολύ κοντά στο σημείο σύγκρουσης της μοτοσικλέτας με το πεζοδρόμιο και το περιτοίχισμα οικίας. Ήταν Μεγάλο Σάββατο βράδυ και στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο από αυτό στο οποίο επισυνέβη η σύγκρουση κοιτάζοντας την λαμπρατζιά, προς την αντίθετη κατεύθυνση της σύγκρουσης. Στράφηκε προς την μοτοσικλέτα όταν είδε αυτήν να επιχειρεί δεξιά στροφή στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου με μεγάλη ταχύτητα. Είδε ακριβώς πως επισυνέβη το ατύχημα. Περιέγραψε την μοτοσικλέτα ως τετράτροχη και ανέφερε και το χρώμα της, κόκκινο, το οποίο ο ΜΚ1 αργότερα επιβεβαίωσε στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 είπε ότι εφόσον ο περιοίκος δεν ήθελε να δώσει κατάθεση και επιθυμούσε να παραμείνει ανώνυμος, δεν μπορούσε να τον υποχρεώσει να πράξει κάτι τέτοιο. Ο ΜΚ1 ρώτησε ποιοι πήραν από το μέρος την μοτοσικλέτα και τον οδηγό της, όμως τόσο ο αυτόπτης μάρτυρας τόσο και άλλοι περίοικοι δεν ήθελαν να πουν ή να αναμειχθούν εφόσον ο Κατηγορούμενος είναι συγχωριανός τους σε κλειστή κοινωνία. Αρνήθηκε ότι ο αυτόπτης μάρτυρας είναι παντελώς αναξιόπιστος και δεν είδε τίποτε από όλα όσα ανέφερε, λέγοντας ότι δεν είχε λόγο να αναφέρει κάτι το οποίο δεν ευσταθούσε. Όταν ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την κατάθεση του, ο ΜΚ1 ξανααποτάθηκε στο αυτόπτη μάρτυρα, ζητώντας του κατάθεση, ο ίδιος όμως και πάλι αρνήθηκε. Οι υπόλοιποι περίοικοι που βρέθηκαν στην σκηνή ανέφεραν επίσης στην αστυνομία για το ατύχημα αλλά ο αυτόπτης μάρτυρας ήταν ο μόνος ο οποίος το είδε να συμβαίνει. Δεν δέχθηκε ότι βασίστηκε αποκλειστικά στα λεγόμενα του αυτόπτη μάρτυρα για να καταλήξει στο να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο. Αντιθέτως είπε ότι βασίστηκε στο σύνολο της περισυλλεγείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων, της μαρτυρίας που περισυνέλεξε από το νοσοκομείο, του ότι η ίδια η μητέρα του Κατηγορούμενου παραδέχτηκε ότι αυτός ενεπλάκη σε ατύχημα, του ότι οι ζημιές στη μοτοσυκλέτα ταίριαζαν με τις ζημιές στη λίνια και στο περιτοίχισμα που βρήκε στη σκηνή του ατυχήματος και ότι τα όσα είπε ο αυτόπτης μάρτυρας επιβεβαιώθηκαν μέσα από τη διερεύνηση. Όλα τα στοιχεία είπε, οδηγούσαν στον Κατηγορούμενο. Ζήτησε να λάβει κατάθεση από την μητέρα του κατηγορούμενου αυτή όμως αρνήθηκε. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα η μητέρα του, εάν το ατύχημα στο οποίο αναφερόταν ότι ο γιος της έκανε, έγινε το Σάββατο το βράδυ και τους είπε «ναι». Όταν ερωτήθηκε πως και τόσο γρήγορα εξαφανίστηκαν τα τεκμήρια από τη σκηνή, πριν φτάσει η αστυνομία, απάντησε ότι όταν θέλει κάποιος να εξαφανίσει τεκμήρια εξαφανίζονται. Όταν του υπεβλήθη ότι ο Κατηγορούμενος έκανε δύο ατυχήματα το ίδιο βράδυ και γι΄ αυτό η κατάσταση της μοτοσικλέτας του ήταν τέτοια, ο μάρτυρας απάντησε ότι ένα δυστύχημα έκανε ο κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ και αυτό το επιβεβαίωσε και η μητέρα του. Όσον αφορά στην λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτή ήταν ανακριτική χωρίς όμως τις ερωτήσεις καταγραμμένες εφόσον αρχικά ο κατηγορούμενος φάνηκε συνεργάσιμος. Όταν του υπεβλήθη ότι, άλλα έλεγε ο Κατηγορούμενος και άλλα έγγραφε ο ίδιος, απάντησε ότι τα όσα έγραψε ανταποκρίνονται ακριβώς, χωρίς καμιά αλλαγή, στα όσα του ανέφερε ο Κατηγορούμενος. Αρχικά ήταν συνεργάσιμος και στο τέλος, κάτι έπαθε, σηκώθηκε από την θέση του και δεν ήθελε να υπογράψει. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ήταν ο γιατρός που εξέτασε την επίδικη μέρα τον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος του ανέφερε, κατά την εξέταση, τροχαίο ατύχημα και τον μηχανισμό των κακώσεών του. Κατέθεσε το Τεκμήριο 6, όπου καταγράφονται τα ευρήματα του κατά την εξέταση του Κατηγορούμενου. Διαπίστωσε ευαισθησία της αυχενικής μοίρας, έγινε ακτινολογικός έλεγχος με αρνητικό αποτέλεσμα και απελύθη με οδηγίες. Προκύπτει μέσα από την εγγραφή του Κατηγορούμενου στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, ότι αυτός προσήλθε την επίδικη μέρα και η ώρα 23.
  4. Ως παραδεκτό, μεταξύ των μερών, Τεκμήριο 8 κατατέθηκε έγγραφο στο οποίο φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε πτώση από μοτοσικλέτα, ενώ ο τελευταίος φορούσε το κράνος του. Σημειώνονται επίσης τα ευρήματα του ΜΚ2 στην αγγλική, και επίσης η σημείωση "Police involved and informed" δηλαδή ότι, η αστυνομία ενημερώθηκε και αναμείχθηκε. Ανέφερε πάντως ότι, κατά την στιγμή της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο δεν θυμόταν εάν η αστυνομία πήγε στο νοσοκομείο την επίδικη μέρα, τι ώρα και αν ο κατηγορούμενος έφυγε εσπευσμένα λόγω της ενημέρωσης του ότι θα επισκεπτόταν το μέρος η αστυνομία. Δεν θυμόταν ούτε το πρόσωπο του ατόμου που εξέτασε και στο οποίο αναφέρονται τα Τεκμήρια 6-8, ούτε μπορεί να τον περιγράψει. Δεν γνωρίζει αν είναι ο κατηγορούμενος. Πάντως ανέφερε ότι είναι ασφαλές να βασιστεί κάποιος στα όσα κατέγραψε στα Τεκμήρια 6 και 8, εφόσον αυτά καταρτίστηκαν σύγχρονα με την εξέταση του Κατηγορούμενου. Ήταν σίγουρα πρόσφατη η κάκωση που ο Κατηγορούμενος υπέστη, είπε, διότι εάν ήταν παλιά δεν θα γινόταν ακτινολογικός έλεγχος, εφόσον δεν θα ήταν χρήσιμος, ούτε και η ευαισθησία που κατέγραψε θα ήταν τόσο έντονη. Ο ΜΚ3 ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση ότι επισκέφθηκε μαζί με τον ΜΚ1 την σκηνή του ατυχήματος, πήγε μαζί με τον ΜΚ1 στο νοσοκομείο Λάρνακος, πήγε μαζί του στο σπίτι του Κατηγορούμενου όπου βρήκαν την επίδικη μοτοσυκλέτα, η οποία ήταν φορτωμένη πάνω σε ρυμουλκούμενο τρόλεϊ και ήταν κτυπημένη στο δεξιό τροχό. Ήταν επίσης παρών όταν ο ΜΚ1 λάμβανε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και όταν αυτός αρνήθηκε να υπογράψει τόσο την κατάθεση του όσο και την γραπτή κατηγορία εναντίον του. Κατά τα άλλα επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του ΜΚ
  5. Στην μαρτυρία του στο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τα όσα ο ΜΚ είπε σε σχέση τόσο με το ατύχημα όσο και με την διερεύνηση του. Δεν ήταν ο ίδιος επικεφαλής της διερεύνησης είπε και έτσι δεν μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες. Θυμάται, όμως, χαρακτηριστικά που η μητέρα του Κατηγορούμενου ανέφερε στους δύο αστυνομικούς ότι ο γιος της είχε ατύχημα την συγκεκριμένη μέρα με την συγκεκριμένη μοτοσικλέτα. Ανέφερε μάλιστα την πρόθεση του γιου της να πουλήσει την μοτοσικλέτα. Όταν του υπεβλήθη ότι, τα όσα ανέφερε είναι κατασκευασμένη μαρτυρία με σκοπό καταδίκης του Κατηγορούμενου ενώ είναι αθώος, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, ότι δεν γνώριζε εκ των προτέρων τον Κατηγορούμενο και δεν είχε λόγο να κάνει κάτι τέτοιο. Επιβεβαίωσε ότι κατά την λήψη της κατάθεσης από τον ΜΚ1 βρισκόταν συνεχώς παρών και στο ίδιο δωμάτιο. Προφανώς είπε, ο Κατηγορούμενος συμβουλεύτηκε δικηγόρο για να μην υπογράψει και έτσι τους ανέφερε. Είπε μάλιστα τη φράση «εγώ δεν υπογράφω τίποτε». Του υπεβλήθη ότι, μπήκε στην αίθουσα που λαμβανόταν η κατάθεση την στιγμή που ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν υπογράφει τίποτε και επομένως δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι έγινε προηγουμένως. Το αρνήθηκε επίμονα. Επιβεβαίωσε ότι ο ΜΚ1 έγραψε την κατάθεση του Κατηγορούμενου μετά που αυτός του ανέφερε τα γεγονότα προφορικά. Όταν του υπεβλήθη ότι ο Κουλλουπάς έγραφε ότι ήθελε και όχι αυτά που είπε ο Κατηγορούμενος, ανέφερε ότι, τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΚ1 είναι επαγγελματίες και μάλιστα ο τελευταίος είναι από τους ικανότερους ανακριτές, κάτι το οποίο δεν είναι μόνο προσωπική του θέση αλλά και γενική διαπίστωση. Ο Κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ανέφερε ότι την επίδικη μέρα και περί τις 23.00 οδηγούσε την τετράτροχη μοτοσικλέτα του μάρκας Suzuki χρώματος κόκκινου χωρίς αριθμούς εγγραφής στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στο Μενεού και είχε κατεύθυνση προς την λεωφόρο Αγίου Παντελεήμονα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου λίγο μετά την στροφή έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του με αποτέλεσμα να βγει πάνω στο πεζοδρόμιο και να κτυπήσει σε περιτοίχισμα σπιτιού. Από την σύγκρουση έπεσε από την μοτοσικλέτα και κτύπησε λίγο το αριστερό του πόδι. Πονούσε και έτσι κάποιοι φίλοι του τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, εξετάστηκε και απελύθη το ίδιο βράδυ. Μόνος του επέβαινε στην επίδικη μοτοσικλέτα φορώντας το κράνος του. Η μοτοσικλέτα είπε δεν έπαθε ζημιές διότι κτύπησε πάνω στον τοίχο με το λάστιχο της. Δεν είχε μεγάλη ταχύτητα την ώρα του δυστυχήματος και το ατύχημα το έπαθε λόγω απειρίας του στην οδήγηση τέτοιας μοτοσικλέτας. Μετά το ατύχημα αποφάσισε να την πωλήσει ώστε να μην κτυπήσει πιο σοβαρά. Κατά την στιγμή της κατάθεσης του η μοτοσικλέτα βρισκόταν σε γκαράζ για αλλαγή ελαστικών εφόσον αυτά ήταν λιωμένα είπε. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «δεν έχω να πω τίποτε». Ο Κατηγορούμενος στη γραπτή του δήλωση στο Δικαστήριο ανέφερε ότι, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσυκλέτας. Μετά από ατύχημα που είχε στα χωράφια με την επίδικη μοτοσυκλέτα, μερικές μέρες πριν την επίδικη ημερομηνία, την πώλησε. Αρνείται ότι την οδηγούσε την επίδικη μέρα και ότι προκάλεσε ατύχημα. Την επίδικη μέρα πονούσε από το ατύχημα στα χωράφια και οι φίλοι του τον μετέφεραν στις πρώτες βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λάρνακος. Εξετάστηκε και απελύθη. Δεν γνώριζε ότι τον αναζητούσε η αστυνομία. Το έμαθε από τη μητέρα του στις 25/4/2014, όταν οι ΜΚ1 και ΜΚ3 την επισκέφτηκαν στην οικία της. Οικιοθελώς επισκέφτηκε τον Αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Ενώ είπε τα πιο πάνω στον ΜΚ1, αυτός έγραψε ό,τι έγραψε στο Τεκμήριο
  6. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει. Τότε ο ΜΚ1, κάλεσε τον ΜΚ3, που δεν ήταν εκεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, να έρθει και να υπογράψει ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε την κατάθεση του και στην παρουσία του τελευταίου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος είναι το μόνο άτομο που οδηγεί την επίδικη μοτοσικλέτα. Κατά τον επίδικο χρόνο η μοτοσικλέτα βρισκόταν στο σπίτι του και στο γκαράζ και ο ίδιος βρισκόταν στο σπίτι εκείνη τη μέρα. Δεν θυμάται ακριβώς από πότε ήταν στο σπίτι, πήγε πάντως στην λαμπρατζιά και μετά από κάποιες ώρες είχε πόνους και τον πήραν στο νοσοκομείο. Μετά το νοσοκομείο πήγε ξανά στην εκκλησία χωρίς να αναφέρει ποια ώρα. Η μοτοσικλέτα είπε, λειτουργούσε κανονικά μετά το ατύχημα στα χωράφια και πριν την επίδικη μέρα και γενικά έχει κτυπήματα πάνω της διότι κάμνει «πετάματα». Μετά το ατύχημα του, είχε σκοπό να την πωλήσει. Του υπεβλήθη ότι ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα, ότι οδηγούσε αμελώς και ότι οδηγούσε το επίδικο όχημα χωρίς άδεια, χωρίς ασφάλεια και χωρίς να είναι εγγεγραμμένο. Αρνήθηκε αυτά πεισματικά. Όσον αφορά στον τρόπο λήψης της κατάθεσης του ο Κατηγορούμενος είπε ότι μόνος του ο ΜΚ1 έγραψε τα όσα έγραψε, χωρίς ο ίδιος να του πει οτιδήποτε και ειδικά χωρίς να του πει ότι ενεπλάκη στο επίδικο τροχαίο ατύχημα. Γι΄ αυτό το λόγο τελικά δεν την υπέγραψε. Αρνείτο να υπογράψει και ο ΜΚ2 πεισματικά επέμενε. Ο ΜΥ κατέθεσε το ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων του αστυνομικού σταθμού Κιτίου σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, ως Τεκμήριο
  7. Επί αυτού φαίνεται ως, καταχώριση ημερομηνίας 20.4.14 και ώρα 06.47 μια περίληψη των όσων ο ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο και σχολιάστηκαν πιο πάνω. Ως δεύτερη καταχώρηση για το συγκεκριμένο συμβάν φαίνεται μια καταχώρηση ημερομηνίας 21.4.12 και ώρα 03.16 από την λοχία 1839 Τασούλα Πάρπα ως εξής: «Αναφορικώς άνωθεν παραγράφου η Γ/Αστ. 3948 επικοινώνησε με τον Ανδρέα Χρίστου ο οποίος της ανέφερε ότι καθώς οδηγούσε το Μοτ/το με αρ. εγγραφής KRK761 απώλεσε τον έλεγχο του Μοτ/του με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Από το δυστύχημα σύμφωνα με τον ίδιο δεν τραυματίστηκε καθότι έφερε προστατευτικό κράνος. Ζητήθηκε από τον ίδιο όπως προσήλθε στο σταθμό Κιτίου αλλά ανάφερε ότι βρίσκεται στην Πάφο και επιστρέψει στις 23/4/
  8. Οι εξετάσεις συνεχίζονται». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής KRK761, ρωτώντας τον αν έδωσε το όχημα στον Κατηγορούμενο να το οδηγήσει το επίδικο βράδυ και του είπε ότι κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο, δεν το οδήγησε. Γ. Αξιοπιστία μαρτύρων Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν, να θυμούνται ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη διάθεση τους για υπεκφυγή, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Βρίσκω όλους τους ΜΚ ως αξιόπιστους μάρτυρες. Η εκδοχή όλων ταιριάζει με όλες τις εκφάνσεις της εκδοχής των υπολοίπων. Μου έκαναν όλοι ιδιαίτερα καλή εντύπωση και δεν έχω αμφιβολία ότι αν βασιστώ στα όσα ανέφεραν θα μπορέσω να εξάξω ασφαλή για την υπόθεση συμπεράσματα. Ο ΜΚ1 ήταν ιδιαίτερα σταθερός, άμεσος αλλά και επεξηγηματικός στις απαντήσεις του. Μου έκανε ιδιαίτερα καλή εντύπωση που απαρίθμησε τα όσα τον οδήγησαν στον Κατηγορούμενο και δεν περιορίστηκε σε απλές δηλώσεις, δίνοντας έτσι και στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εφόδια για να αποφασίσει. Πράγματι, δε βρίσκω να είχε λόγο, είτε να προσπαθήσει να κατασκευάσει μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου, είτε να έγραψε στην κατάθεση του Κατηγορούμενου πράγματα τα οποία αυτός δεν του ανέφερε. Έτσι κι αλλιώς η κατάθεση του Κατηγορούμενου, είναι αρκετά λεπτομερής και φρονώ ότι τέτοιες λεπτομέρειες δεν θα έδινε κάποιος που «κατασκεύαζε» μαρτυρία. Τα όσα ο ΜΚ 1 ανέφερε στο Δικαστήριο συνάδουν με την κοινή λογική και την λογική του πως τα πράγματα εξελίχθηκαν την επίδικη μέρα και έτσι τα δέχομαι στην ολότητα τους. Ενώ ο ΜΚ2 είναι ιατρός στο επάγγελμα, στο Δικαστήριο ήρθε ως μάρτυρας γεγονότων. Δέχομαι ότι ήταν απολύτως ειλικρινής, εφόσον σε πολλές περιπτώσεις ανέφερε ότι δεν θυμόταν, αλλά ότι είναι βέβαιος ότι τα όσα κατέγραψε στα τεκμήρια 6 και 8, σύγχρονα με τον επίδικο χρόνο, είναι τα όσα έγιναν την επίδικη μέρα. Η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά. Ας σημειωθεί, ότι είναι βασικό για σκοπούς αξιοπιστίας της εκδοχής της υπεράσπισης, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν ήξερε για τον ερχομό της αστυνομίας και αποχώρησε κανονικά από τις πρώτες βοήθειες, το γεγονός ότι έγινε παραδεκτό και από την Υπεράσπιση, μέσω του Παραδεχτού Τεκμηρίου 8 ότι, η αστυνομία «ενημερώθηκε και αναμείχθηκε» ( "police involved and informed") στην υπόθεση. Ήταν και ο ΜΚ3 άμεσος και ιδιαίτερα επεξηγηματικός στις απαντήσεις του. Βρίσκω να ήταν και αυτός ειλικρινής εφόσον σε πολλές περιπτώσεις ανέφερε ότι δεν θυμόταν λόγω του ότι δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, όπου όμως θυμόταν έδινε σαφείς λόγους γιατί θυμόταν και ιδιαίτερα για το περιστατικό στο σπίτι του Κατηγορούμενου, με την μητέρα του να δέχεται την εμπλοκή του γιου της στο ατύχημα με την επίδικη μοτοσικλέτα. Αυτό το θυμόταν χαρακτηριστικά, είπε. Βρίσκω τον Κατηγορούμενο ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Tα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο βρίσκω να είναι εκ των υστέρων σκέψεις προς τον σκοπό αποφυγής της καταδίκης του. Παρόλο που η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν τέτοια ώστε, μόνο από τη συμπεριφορά του (demeanor) να αποκομίσω εντύπωση ότι έλεγε ψέματα, αντιπαραβάλλοντας τα όσα είπε, με την λοιπή μαρτυρία στην υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη την κοινή λογική και τη λογική των πραγμάτων, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα όσα είπε για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Ενώ, υπεβλήθη στον ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε δύο ατυχήματα το επίδικο βράδυ και είναι από το έτερο ατύχημα, όχι το επίδικο, που κατέληξε στο νοσοκομείο, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην μαρτυρία του στο Δικαστήριο, τόσο στην κυρίως εξέτασή του όσο και στην αντεξέτασή του, ανέφερε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ότι δηλαδή, μερικές μέρες πριν την επίδικη ημερομηνία, ενεπλάκη μόνος του σε ατύχημα ενώ οδηγούσε την επίδικη μοτοσικλέτα εντός χωραφιού, θέση η οποία ακούστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο ενώ ο Κατηγορούμενος μαρτυρούσε. Ενώ στη γραπτή δήλωση του στο Δικαστήριο, είπε ότι δεν γνώριζε οτι τον αναζητούσε η αστυνομία, πριν η αστυνομία επισκεφθεί στις 25/04/14 τη μητέρα του, προκύπτει από το Τεκμήριο 10 (2η καταχώριση σε αυτό) ότι είχε ήδη, από τις 21/04/2014, μιλήσει τηλεφωνικώς με την Αστυνομικό 3948 αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και επομένως γνώριζε ότι η αστυνομία διερευνούσε το ατύχημα τουλάχιστον από τις 21/4/
  1. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 10, ότι οδηγούσε μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής KRK761, άλλο δηλαδή από το επίδικο, όταν απώλεσε τον έλεγχο του και έπεσε στο έδαφος, δίνει μια άλλη, τρίτη εκδοχή ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Παρά τη μειωμένη βαρύτητα της μαρτυρίας αυτής εφόσον είναι εξ΄ακοής μαρτυρία, κρίνοντας την υπό το φως του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δείχνει, κρίνω, την πρόθεσή του Κατηγορούμενου να συσκοτίσει, παρά να διαφωτίσει, τη διερεύνηση. Φάνηκε πάντως κατά την αντεξέταση, να βασιζόταν στο γεγονός ότι δεν υπήρχε κατάθεση οποιουδήποτε ατόμου στην αστυνομία ,περί της ανάμειξης του. Είπε, σε κάποιο στάδιο, «ποιοι με είδαν και είπαν ότι είμαι εγώ;». Η απάντηση αυτή, βρίσκω να συνάδει με την όλη του συμπεριφορά. Τόσο με την εγκατάλειψη του της σκηνής της σύγκρουσης, όσο και με την απομάκρυνση της μοτοσυκλέτας από τη σκηνή, όσο και με το ότι αποχώρησε από το νοσοκομείο όταν άκουσε ότι θα ερχόταν η αστυνομία. Προκύπτει ότι πρόθεσή του, εξαρχής, ήταν να υπάρξει όσο το δυνατό λιγότερη μαρτυρία που να τον συνδέει με την υπόθεση. Ούτε και υπάρχει λογική στον ισχυρισμό του ότι, ο ΜΚ1 μόνος του έγραψε τα όσα έγραψε στην κατάθεση του. Είναι τόσο λεπτομερής η αναφορά στην κατάθεση ως προς το τι συνέβη το επίδικο βράδυ, τις ζημιές που υπέστη η μοτοσικλέτα και τα κτυπήματα του Κατηγορούμενου, καθώς και το γεγονός ότι ο ίδιος φορούσε κράνος και κτύπησε όχι σοβαρά, αλλά διαμετακομίστηκε και στο νοσοκομείο, που δεν βρίσκω πιθανό όλα αυτά να τα σκαρφίστηκε ο ΜΚ
  2. Ο ΜΥ ήταν σύντομος και η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά και έτσι δέχομαι ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα είπε. Δ. Ευρήματα Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση περί αξιοπιστίας των μαρτύρων, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Περί τις 2300 της 19/4/2014, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την τετράτροχη μοτοσυκλέτα με αριθμό πλαισίου JSAAL3A492101805, η οποία είναι μάρκας Suzuki και χρώματος κόκκινου, στη οδό Καντάρας στο Μενεού. Επιχείρησε δεξιά στροφή στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου και όταν εισήλθε σε αυτή, έχασε τον έλεγχο, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, προσέκρουσε αρχικά στη λίνια του δεξιού πεζοδρομίου, σύμφωνα με την πορεία του και αργότερα στο περιτοίχισμα της οικίας με αριθμό 23, ως τα σημεία Χ και Χ1, αντίστοιχα στα σχεδιαγραφήματα, Τεκμήριο 2 και 3, αντίστοιχα. Στο σημείο Χ, εντοπίστηκε εμφανές μαύρισμα από ελαστικό στην λίνια του πεζοδρομίου και στο σημείο Χ1 σκάψιμο και μαύρισμα στο περιτοίχισμα της οικίας με αριθμό
  3. Η οδός Γρηγόρη Αυξεντίου βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, με όριο ταχύτητας 50χλμ ανά ώρα. Είναι δρόμος ευθύς, ασφαλτοστρωμένος και με οδική σήμανση. Η ορατότητα ήταν γύρω στα 150 μέτρα παρά το βράδυ, ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε στο μέρος ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Ο Κατηγορούμενος και η μοτοσυκλέτα του απομακρύνθηκαν από το μέρος από νεαρά άτομα. Ο Κατηγορούμενος επισκέφτηκε τις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στον πιο πάνω ιατρό ότι ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, ότι έπεσε από τη μοτοσυκλέτα του και ότι φορούσε κράνος. Εξετάστηκε από τον Δρ. Γιώργο Αθανασίου, ο οποίος διαπίστωσε ευαισθησία αυχενικής μοίρας. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος με αρνητικό αποτέλεσμα. Ο πιο πάνω ιατρός κατέγραψε, στην κάρτα του ασθενή, Παραδεκτό Τεκμήριο 8, ότι η αστυνομία ενημερώθηκε και αναμείχθηκε ("police informed and involved"). Απελύθη περί τις 0010 της 20/4/2014 με ιατρικές οδηγίες. Όταν άκουσε ότι θα ερχόταν η αστυνομία αποχώρησε από το μέρος. Ο ΜΚ1 με τον ΜΚ3 επισκέφτηκαν τις 25/04/14 την οικία του Κατηγορούμενου, βρήκαν εκεί την επίδικη μοτοσικλέτα, με χτυπήματα που αντιστοιχούσαν με τις ζημιές στο πεζοδρόμιο και στο περιτοίχισμα οικίας στη σκηνή του ατυχήματος. Η μητέρα του Κατηγορούμενου τους είπε ότι με την πιο πάνω μοτοσυκλέτα ο γιος της έκανε το επίδικο ατύχημα. Τα όσα ο ΜΚ1 κατέγραψε στα Τεκμήρια 4 και 5, ως η κατάθεση και η απάντηση του Κατηγορούμενου στις γραπτές κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν αντίστοιχα, είναι πιστή καταγραφή των όσων ο Κατηγορούμενος είπε στον ΜΚ
  4. Ο ΜΚ1 δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 4 και
  5. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ισχύουσα για αυτό άδεια, χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου και χωρίς να είναι εγγεγραμμένο. Ε. Νομική Πτυχή Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Μέσα από την κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 4, προκύπτει ομολογία στη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 1. Επομένως, η υπόθεση δεν χρειάζεται να αποφασιστεί στη βάση της περιστατικής μαρτυρίας που ο ΜΚ1 περισυνέλεξε ως προς την ταυτότητα του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, Σ. Νικήτα στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 166, η ομολογία είναι η βασιλίδα των μαρτυριών. Η σημασία της όμως δεν έχει καταστεί απόλυτη στο Κυπριακό σύστημα δικαίου. Αποτελεί θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις λοιπές περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Μία ομολογία δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην καταδίκη ενός κατηγορούμενου. Έστω και αν γίνει αποδεκτή και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Εν προκειμένω, το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας που περισυνελέγη από τον ΜΚ1 και φαίνεται ως τα ευρήματά μου πιο πάνω, δεικνύει και επιβεβαιώνει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεσή του Τεκμήρια 4 είναι αληθινά και ανταποκρίνονται στα τεκταινόμενα της επίδικης μέρας. Αναφορικά με την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτους (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική και το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό. Μέτρο ο μέσος προσεκτικός και συνετός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Το γεγονός, επομένως, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγώντας την επίδικη μοτοσυκλέτα στην νόμιμη λωρίδα κυκλοφορίας της, έχασε τον έλεγχο, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χτύπησε αρχικά στη λίνια του απέναντι πεζοδρομίου, ανέβηκε σε αυτό και τελικά προσέκρουσε στο περιτοίχισμα της οικίας με αριθμό 23, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από την Υπεράσπιση, συνιστά αμέλεια. Ενώ μάλιστα, η επίδικη οδός είναι δρόμος ευθύς, ασφαλτοστρωμένος και με οδική σήμανση. Η ορατότητα ήταν γύρω στα 150 μέτρα, παρά το ότι ήταν βράδυ, ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε στο μέρος ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Ο μέσος συνετός οδηγός, κρίνω, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα κατέληγε στο πεζοδρόμιο και κατόπιν στο περιτοίχισμα. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις κατηγορίες 2 και 3 και 4. ................... (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.