ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Victor Victov, Aρ. Υπόθεσης: 630/16, 1/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 630/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -v- Victor Victov Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 1 Σεπτεμβρίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αναστασίου Κατηγορούμενος παρών Ενδιάμεση Απόφαση Αντικείμενο Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δια κατηγορητηρίου που περιέχει τέσσερεις συνολικά κατηγορίες. Ότι, εν πρώτοις, στις 15/2/2010 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Κοφίνου, στη Μεννόγεια της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής AAL130, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 97 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Ότι περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο δεν βρισκόταν σε ισχύ ασφαλιστήριο σε σχέση με τη χρήση του πιο πάνω αυτοκινήτου που να αφορά σε ευθύνη έναντι τρίτου (2η κατηγορία), χωρίς άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ από τις 30/6/2009 (3η κατηγορία) και χωρίς ο Κατηγορούμενος να εγγραφεί ως ο νέος ιδιοκτήτης του πιο πάνω οχήματος ενώ είχαν παρέλθει 30 ημέρες από της αλλαγής ιδιοκτησίας του (4η κατηγορία). Ως διαφάνηκε από την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης μέχρι και την έναρξη της δίκης εντός δίκης, η Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου είναι ότι ο ίδιος δεν οδηγούσε το επίδικο όχημα την επίδικη ημερομηνία και έτσι δεν διέπραξε οποιοδήποτε από τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Κατά τη μαρτυρία του ΜΚ3, Αστυνομικού 2925, Μ. Αριστοδήμου ο οποίος έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (στο εξής «ο Αστ. 2925» ή «ΜΚ»), με την βοήθεια διερμηνέα στα Βουλγάρικα, τέθηκε ζήτημα από την Υπεράσπιση ότι οι καταθέσεις του Κατηγορούμενου (στα Ελληνικά και Βουλγάρικα αντίστοιχα) δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία. Και αυτό γιατί, ο Κατηγορούμενος ήταν σε τέτοια κατάσταση μέθης κατά τη στιγμή που έδινε την κατάθεσή του, που δεν ήξερε τι έλεγε και επομένως τα όσα είπε στον ΜΚ δεν τα ανάφερε με την ελεύθερη βούληση του. Η ίδια ένσταση τέθηκε από την Υπεράσπιση και σε σχέση με την αποδεκτότητα της μαρτυρίας που περιέχεται στις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον Κατηγορούμενο από τον Αστ. 2925 στα Ελληνικά και Βουλγάρικα αντίστοιχα. Σημειώνεται πάντως πως η κατάθεση του Κατηγορούμενου περιέχει ομολογία του, υπό την έννοια ότι περιέχει παραδοχή ότι ο ίδιος οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο. Αναφέρεται εντός αυτής, επίσης, ότι, ο Κατηγορούμενος ήπιε τρία με τέσσερα ποτήρια ζιβανία πριν οδηγήσει την επίδικη μέρα. Δίνει, βεβαίως, ο Κατηγορούμενος τη δική του εκδοχή ως προς το ατύχημα, για το οποίο δεν κατηγορήθηκε βάσει του ενώπιον μου κατηγορητηρίου και το οποίο αναφέρει ότι οφείλεται, όχι στον ίδιο, αλλά στον έτερο ενεχόμενο οδηγό. Και η απάντηση στις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον Κατηγορούμενο εμπεριέχει ομολογία. Απάντησε: «Παραδέχομαι όλες τις κατηγορίες εκτός την πρώτη» [την κατηγορία για αμελή οδήγηση δηλαδή] «γιατί δεν έφταια εγώ για το δυστύχημα. Για τις άλλες κατηγορίες ζητώ συγνώμη.» Η απάντηση αυτή, υποδηλώνει και προϋποθέτει οδήγηση του επίδικου οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο. Το αίτημα για διεξαγωγή δίκης εντός δίκης εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Η κατάθεση του Κατηγορούμενου, στα Ελληνικά και Βουλγάρικα και οι γραπτές κατηγορίες και η απάντηση του σε αυτές στα Ελληνικά και Βουλγάρικα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7, 8, 9 και 10 αντίστοιχα. Οι παραμέτροι της δίκης εντός δίκης τέθηκαν σαφώς από το Δικαστήριο και στη βάση της ένστασης της Υπεράσπισης. Αντικείμενο, δηλαδή, της δίκης εντός δίκης ήταν να διαπιστωθεί εάν ο Κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρρεια αλκοόλης και εάν τούτο επηρέασε την ικανότητά του να δώσει την κατάθεσή του ημερομηνίας 16/02/2010 καθώς και την απάντησή του στις γραπτές κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν ίδιας ημερομηνίας, σε βαθμό που οι πιο πάνω δεν θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία από το Δικαστήριο. Νομική πτυχή Ρόλος των Δικαστηρίων είναι η περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διασφάλιση κράτους δικαίου. Σε δίκη εντός δίκης αποφασίζεται κατά πόσον ομολογία ή ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου, η οποία περιέχεται είτε σε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, είτε ως απάντηση σε γραπτή κατηγορία που του απαγέλλει αστυνομικός ή ακόμα και σε προφορική δήλωση του σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, δόθηκε με την ελεύθερη βούλησή του, θεληματικά, χωρίς προκληση φόβου στον Κατηγορούμενο για δυσμενείς επιπτώσεις ή πρόκληση ελπίδας για αποκόμιση πλεονεκτήματος ή οφέλους ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο καταπίεση, όχι κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων (Judges' rules), έχοντας πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του στη περίπτωση που ήταν ύποπτος, συλληφθείς ή υπόδικος και όχι κατά παράβαση Νόμου ή συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Regina v Sfongaras
(1957)22 C.L.R. 113, Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Ioannides v. Republic
(1968)2 C.L.R. 169, Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 510). Η εξαντλητική, βεβαίως, απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης αντενδείκνυται εφόσον κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εάν θα διεξαχθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση δίκη εντός δίκης, με γνώμονες, αφενός ότι εφόσον η ομολογία θεωρήθηκε ως η βασιλίδα των μαρτυριών και με μόνο αυτή το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει, υπάρχει αντιστοίχως η υποχρέωση στο Δικαστήριο να διασφαλίσει ότι αυτή δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου και εκουσίως. Αφ΄ετέρου, να μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου (βλ. Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 571). Ακόμα και αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει δίκης εντός δίκης εάν οι συνθήκες το απαιτούν (βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελ. 900). Το αντικείμενο της δίκης εντός δίκης πρέπει να τίθεται εξαρχής και σαφώς από το Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ των μερών και να περιφρουρείται ο δημόσιος δικαστικός χρόνος. Το επίπεδο απόδειξης σε δίκη εντός δίκης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το βάρος απόδειξης εξ΄ολοκλήρου στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Όταν, δηλαδή, η θεληματικότητα ομολογίας ή ενοχοποιητικής δήλωσης καθίσταται απλώς αμφίβολη, τότε το Δικαστήριο οφείλει να μην την αποδεκτεί ως μαρτυρία, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για την πορεία της κυρίως δίκης. Η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει τη δίκη εντός δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι εντελώς απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου στη δίκη εντός δίκης θέματος, χωρίς διατύπωση που να τείνει να προκρίνει είτε την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη είτε οποιοδήποτε από τα εκεί αμφισβητούμενα θέματα (Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 ΑΑΔ 177). Σε εξαίρεση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την απόφαση στη δίκη εντός δίκης στο τέλος της κυρίως δίκης, δίνοντας βεβαίως σχετική αιτιολόγηση. Μάλιστα, οφείλει να το πράξει εάν τα τότε δεδομένα απαιτούν κάτι τέτοιο. Πάντως, δίκη εντός δίκης δεν πρέπει να διεξάγεται όπου η νοητική κατάσταση του Κατηγορούμενου όταν έδινε την κατάθεσή, είναι το ζητούμενο. Αυτό είναι κάτι που μόνο στο τέλος της κυρίως δίκης μπορεί να αξιολογηθεί, εφόσον απαιτεί σφαιρική θεώρηση ολόκληρης της μαρτυρίας της υπόθεσης και επομένως επενεργεί όχι ως προς την αποδεκτότητα της κατάθεσης ως μαρτυρίας, αλλά ως προς την βαρύτητα που, τελικά και με πλήρη γνώση ολόκληρης της υπόθεσης, το Δικαστήριο θα της αποδώσει (βλ. Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 556 και Πεππέκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 86 και R. v. Miller
(1986)3 All ER 119) Στην υπόθεση Π.Π. ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2000)2 ΑΑΔ 457, έγινε δίκη εντός δίκης ώστε να αποφασιστεί από το Κακουργιοδικείο εάν ο Κατηγορούμενος ήταν επηρεασμένος από την κατανάλωση οινοπνεύματος, όταν έδινε την γραπτή κατάθεσή του στην αστυνομία, με αποτέλεσμα η κατάθεσή του να μην ήταν θεληματική. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε ως εξής: "Βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος όταν έδιδε την κατάθεση του. Καταλήξαμε σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας δεχθεί τα πιο κάτω: Ο κατηγορούμενος από τις 11.00 π.μ. που έφθασε στην μπυραρία μέχρι και τις 1.00 και 1.30 μ.μ. περίπου που εγκατέλειψε την μπυραρία είχε καταναλώσει 3 μεγάλες μπουκάλες μπύρα. Αντιλαμβανόμεθα βεβαίως ότι η ποσότητα αλκοόλ που κάποιος καταναλώνει δεν προδικάζει απαραίτητα και την επήρεια την οποία έχει στη συμπεριφορά του και κατά πόσο δηλαδή του προκαλεί μέθη ή όχι. Όμως τα όσα ακολούθησαν από τη στιγμή που ελέχθη στον κατηγορούμενο ότι έπρεπε να ακολουθήσει τους αστυνομικούς στον σταθμό και τα όσα διαδραματίσθηκαν στο σταθμό δείχνουν άνθρωπο ο οποίος δεν είχε επηρεαστεί. Εν πρώτοις υπήρξε μεταξύ του κατηγορουμένου και των αστυνομικών εις την μπυραρία μια συζήτηση η οποία ήταν καθόλα λογική και φυσιολογική. Ο κατηγορούμενος ακολούθησε τους αστυνομικούς χωρίς διαμαρτυρία, αφού πλήρωσε τον λογαριασμό του. Το βάδισμα του δεν έδειχνε άνθρωπο ο οποίος είχε επηρεαστεί. Όταν δε έφθασαν στον αστυνομικό σταθμό ήταν σε θέση από μόνος του να ανεβεί τα 17 σκαλιά του σταθμού μέχρι τον πρώτο όροφο και εκεί η συμπεριφορά του ήταν φυσιολογική. Δεν αντιδρούσε παράξενα, ήταν σε θέση να θυμάται τόσο τον αριθμό της ταυτότητας του και άλλα προσωπικά του στοιχεία. Ο κατηγορούμενος στο τέλος της κατάθεσης του είχε την καθαρότητα πνεύματος αλλά και την ικανότητα να γράψει ιδιοχείρως την πιστοποίηση πάνω στην κατάθεση. Θεωρούμε από την άλλη σημαντικό γεγονός ότι στη διάρκεια της κατάθεσης και προτού αυτή συμπληρωθεί είχε φθάσει στο χώρο όπου δίδετο η κατάθεση και είχε συνομιλήσει μαζί με τον δικηγόρο του. Είχε επομένως όλη την ευχέρεια αν κάτι δεν διεξαγόταν ομαλά και φυσιολογικά να διαμαρτυρηθεί να λάβει συμβουλή και να διακόψει την κατάθεση ή ακόμη στο τέλος να μην την υπογράψει πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε." Η προσέγγιση αυτή επικροτήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο επισήμανε ως εξής: «Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επισημαίνουμε και ότι η προφορική δήλωση του κατηγορουμένου πριν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης του "να τα πω ούλα να τελειώνει ο χαβάς", που έγινε μετά τη σύλληψή του και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο και για την οποία δεν υπήρξε ένσταση, υποστηρίζει τη θέση ότι η κατάθεση του ήταν θεληματική.» Η μαρτυρία Στη δίκη εντός δίκης για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσε μαρτυρία μόνο ο Αστ. 2925 και για την Υπεράσπιση μόνο ο Κατηγορούμενος. Αντί άλλης εισαγωγής, και οπωσδήποτε όχι ως ευρήματά μου σε αυτό το στάδιο, αναφέρω τα εξής, τα οποία προκύπτουν από τη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή έχει θέσει ενώπιον μου, μέχρι στιγμής και πριν την έναρξη της δίκης εντός δίκης και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, μέχρι αυτό το στάδιο: Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 15/2/2010 για το αυτόφωρο αδίκημα της μέθης κατά τη διερεύνηση τροχαίου ατυχήματος που επισυνέβη περί τις 17:
- Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε παραδέχτηκε ενοχή για το ατύχημα. Η τελική εξέταση αλκοόλης που διενεργήθηκε στις 15/2/2010 και 18:56 σε αυτόν, κατέδειξε αλκοόλη 97 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Ο Αστ. 2925 ανέφερε ότι έλαβε τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7 και 8, στις 16/2/2010 και μεταξύ των ωρών 10:40-11:
- Τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 9 και 10, τα συνέταξε την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 12:00 και 12:
- Αναφορικά με τη λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ είπε ότι, με τη βοήθεια της διερμηνέως, αυτός ρωτούσε ερωτήσεις, ο Κατηγορούμενος απαντούσε και ο ΜΚ κατέγραψε τις απαντήσεις του ως ενιαίο κείμενο. Σε σχέση με τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 9 και 10 είπε ότι του διάβασε όλες τις κατηγορίες ως σύνολο και έδωσε συλλήβδην απάντηση, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο της απάντησης του, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Του διαβάστηκαν μέσω της διερμηνέως τα όσα ανέφερε στα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7-10, συμφώνησε και τα υπέγραψε. Είπε ότι ο Κατηγορούμενος απαντούσε αμέσως τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς ανάγκη επανάληψής τους και είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων τα οποία ανέφερε. Περπάτησε με σταθερό βάδισμα για 20 μέτρα από το κελί του μέχρι το δωμάτιο κατάθεσης. Δεν φαινόταν να έχει συμπτώματα μέθης, ούτε ο Κατηγορούμενος του ανέφερε να ήταν μεθυσμένος. Τον ρώτησε πάντως αν ήταν εντάξει και πήρε καταφατική απάντηση. Η ακρίβεια των λεγομένων του, συνέχισε, δεν παρέπεμπε σε μεθυσμένο άτομο και η εντύπωση που ο ίδιος αποκόμισε δεν ήταν ατόμου που ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Δέχθηκε, αντεξεταζόμενος ότι από το 2010 έχει περάσει πολύς καιρός και πολλές λεπτομέρειες που ερωτήθηκε δεν τις θυμόταν. Δεν είδε τον Κατηγορούμενο ούτε από το προηγούμενο βράδυ ούτε πριν την κατάθεσή του, διότι ο ίδιος υπηρετούσε τότε στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου και πήγε στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου για να του πάρει κατάθεση. Δεν πρόσφερε ο ίδιος γεύμα ή νερό στον Κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του. Ούτε του έκανε έλεγχο αλκοόλης πριν του λάβει κατάθεση. Τα στοιχεία του Κατηγορούμενου που ο ΜΚ κατέγραψε στα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7-10, τα έλαβε όχι από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο αλλά από τον εξεταστή της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος είπε ότι όταν η αστυνομία τον συνέλαβε τον έβαλαν σε ένα κελί με πολλούς κρατούμενους. Νομίζει, είπε, ότι δεν του έδωσαν κάτι να φάει ή να πιει από την ώρα της σύλληψης του μέχρι και την λήψη των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 7-
- Ούτε κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Ήπιε πάντως πριν τη σύλληψή του. Δε θυμάται καν να του έγινε έλεγχος αλκοόλης δια εκπνοής στις 15/2/
- Δεν θυμάται να τον ρώτησε οτιδήποτε κάποιος αστυνομικός. Ούτε τον ΜΚ τον θυμάται. Θυμάται να έδωσε κατάθεση αλλά δε θυμάται τι είπε. Δεν θυμάται να την υπέγραψε. Δε θυμάται ποιος έδωσε στην αστυνομία τα προσωπικά του στοιχεία που αναγράφονται στην κατάθεσή του. Δε θυμάται αν έγινε διάλειμμα μεταξύ των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 7 και 8 και των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 9 και
- Δεν θυμάται απολύτως τίποτε. Τόσο επειδή ήταν μεθυσμένος τότε, είπε, όσο και επειδή πέρασε πολύς καιρός από τότε. Μετά την κατάθεση έφυγε περπατώντας, νοιώθοντας μεθυσμένος και κουρασμένος. Αντεξεταζόμενος, και ερωτούμενος εάν τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7 και 8 είναι η κατάθεσή του, είπε «αφού έχω υπογράψει, αυτά θα είναι.» το ίδιο και για την απάντηση του στις γραπτές κατηγορίες. Δέχθηκε ότι κάποιοι αστυνομικοί πρέπει να ήταν παρόντες για να γραφεί η κατάθεσή του και η απάντησή του. Δεν είπε του αστυνομικού που του λάμβανε την κατάθεση, ότι ήταν μεθυσμένος επειδή δεν σκεφτόταν τίποτε τότε. Δε θυμάται γιατί υπέγραψε. Ήθελε πάντως να τελειώσουν όλα. Κατάληξη Δέχομαι την εκδοχή του ΜΚ, αντί την εκδοχή του Κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος φαίνεται να συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της μέθης στις 15/2/2010 και περί τις 19:00 όταν η τελική ένδειξη αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 97 αντί 22 (ως προκύπτει από το Τεκμήριο 4 στην κυρίως δίκης). Τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7-10 λήφθησαν, ως φαίνεται επ΄αυτών, την επομένη, δηλαδή στις 16/2/2010 και μεταξύ των ωρών 10:40 με 12:30 με διάλειμμα 21 λεπτώς ενδιάμεσα. Βεβαίως, αυτή η πάροδος ικανού χρονικού διαστήματος από την διαπίστωση αλκοόλ στον οργανισμό του Κατηγορούμενου μέχρι τη στιγμή που έδωσε κατάθεση, στην απουσία μαρτυρίας πώς ο ανθρώπινος οργανισμός μεταβολίζει το αλκοόλ, δε μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Δέχομαι όμως την εντύπωση που ο ΜΚ αποκόμισε, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μεθυσμένος όταν στις 16/2/2010 του ανέφερε τα όσα αυτός κατέγραψε στα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7-
- Δέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, απαντούσε αμέσως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς ανάγκη επανάληψής τους και είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων τα οποία ανέφερε. Δέχομαι ότι περπάτησε με σταθερό βάδισμα για 20 περίπου μέτρα από το κελί του μέχρι το δωμάτιο κατάθεσης, χωρίς να φαινόταν να έχει συμπτώματα μέθης και χωρίς ο ίδιος να αναφέρει κάτι τέτοιο. Στο τέλος ο Κατηγορούμενος υπέγραψε τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7-10 αφού του διαβάστηκαν, μέσω της διερμηνέως και τα κατάλαβε. Ο ΜΚ ρώτησε μάλιστα τον Κατηγορούμενο αν ήταν εντάξει και πήρε καταφατική απάντηση. Βρίσκω τη συλλήβδην απάντηση του Κατηγορούμενου, ότι δεν θυμάται τίποτε, να αντικατοπτρίζει την εντύπωση που ήθελε να δώσει στο Δικαστήριο, χωρίς όμως να πείσει. Ενώ μάλιστα ανέφερε ότι δεν ήταν μόνο η μέθη του που τον έκανε να μη θυμάται αλλά και το γεγονός ότι παρήλθαν χρόνια από τον επίδικο χρόνο, δημιουργώντας έτσι ερωτηματικά ως προς το γιατί δεν θυμόταν, ως ανέφερε. Επιβεβαίωση της πιο πάνω κατάληξής μου παρέχει και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 7-
- Υπάρχει συνοχή μεταξύ της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, όπου παραδέχεται τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αλλά δεν παραδέχεται ευθύνη για το ατύχημα, για το οποίο εν τέλει δεν κατηγορήθηκε, και της γραπτής απάντησης του στην αστυνομία στην οποία αναφέρει επακριβώς τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επίσης, άτομο που είναι μεθυσμένο ενδεχομένως να μη θυμάται τίποτε, να μη θυμάται συγκεκριμένες λεπτομέρειες ή να συγχέει γεγονότα, αλλά βρίσκω απίθανο, λόγω μέθης και μόνο, να παραδέχεται σε οδήγηση συγκεκριμένου οχήματος ενώ δεν το οδηγούσε. Να δίδει μάλιστα και λεπτομέρειες και να παραδέχεται στη διάπραξη μερικών αδικημάτων, αλλά όχι άλλων. Το γεγονός ότι δεν δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή θετική μαρτυρία ως προς το εάν φαγητό ή ποτό προσφέρθηκε στον Κατηγορούμενο από την ώρα της σύλληψής του μέχρι και την καταγραφή των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 7-10, δεν μπορεί από μόνο του να αναιρέσει την εντύπωση που αποκόμισε ο ΜΚ, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης μεταξύ των ωρών 10:40 και 12:30, την οποία και δέχθηκα για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων στη δίκη εντός δίκης ότι, υπήρξε ανεπίτρεπτη προσυνεννόηση της Κατηγορούσας Αρχής και του ΜΚ. Έρεισμα σε αυτή τη θέση παρείχε η θέση του ΜΚ ότι, πριν μαρτυρήσει κοίταξε ολόκληρο τον αστυνομικό φάκελο της υπόθεσης, όχι μόνο την δική του κατάθεση. Δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση αυτή, τουλάχιστον, σε αυτό το στάδιο. Τα όσα ο ΜΚ ανέφερε ως προς τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου κατά τη λήψη κατάθεσης από αυτόν, δεν υπήρξε μαρτυρία ότι περιλαμβάνονται στο φάκελο της υπόθεσης. Αντιθέτως, ήταν ξεκάθαρο ότι ο ΜΚ κατέθεσε την εντύπωση που αποκόμισε από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και ανέτρεχε στη μνήμη του για τα τεκταινόμενα της μέρας εκείνης, εξ'ου και σε πολλές περιπτώσεις απάντησε ότι δεν θυμάται. Με γνώμονα ότι υπάρχει μαρτυρία ότι οι μόνοι παρόντες κατά την καταγραφή των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 7-10, ήταν ο ΜΚ και η διερμηνέας, τίποτε που πιθανόν να περιλαμβανόταν στο φάκελο της υπόθεσης, δεν θα αφορούσε και δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τα λεγόμενα του ΜΚ στη δίκη εντός δίκης. Το κατά πόσον υπήρξε πράγματι ανεπίτρεπτη συνεννόηση του ΜΚ και της Κατηγορούσας Αρχής, εφόσον κοίταξε ολόκληρο τον αστυνομικό φάκελο πριν καταθέσει, είναι θέμα που θα εξετάσω, εάν τεθεί εκ νέου, στα πλαίσια της κυρίως δίκης και σε σχέση με την αξιολόγηση των λεγομένων του ΜΚ. Υπήρξε και έτερη θέση της Υπεράσπισης, η οποία τέθηκε στην τελική της αγόρευση στη δίκη εντός δίκης, ότι δεν τηρήθηκαν οι σωστές διαδικασίες, ως προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου που προβλέπει για τα Δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση, Νόμο 163(Ι)/
- Κρίνω τη θέση αυτή ως απαράδεκτη, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν τέθηκε στην ένσταση για την αποδεκτότητα των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση 7-
- Συνακόλουθα, οι παράμετροι της δίκης εντός δίκης τέθηκαν σαφώς από το Δικαστήριο και επί αυτών προχώρησε η διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή θα τίθετο σε δυσμένεια εάν εξέταζα τον ισχυρισμό αυτό, εφόσον δεν γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα έπρεπε να αποδείξει και αυτή τη πτυχή της υπόθεσης της και συνακόλουθα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία. Κρίνω, επομένως, ότι ο Κατηγορούμενος στις 16/2/2010 και μεταξύ των ωρών 10:40 και 12:30 δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης σε βαθμό που επηρεάστηκε η ικανότητα του να αναφέρει τα όσα του αποδίδονται στα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7-
- Τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 7 μέχρι 10 γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία και καθίστανται Τεκμήρια 7 μέχρι 10 στην κυρίως δίκη. ................... (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο