Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σταύρου Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10270/12, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10270/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Σταύρου Χαραλάμπους, από την Πάφο
- Αχιλλέα Αχιλλέως, από την Πάφο Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.1.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για τον 1ο Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Μιχαήλ) Για το 2ο Κατηγορούμενο: κα Μιχαήλ Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (στο εξής «οι κατηγορούμενοι») αντιμετωπίζουν μια κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) καθώς και δυο κατηγορίες κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η και 3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4.2.2012 και 6.2.2012, στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν τα κακουργήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 και
- Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4.2.2012 και 6.2.2012, στην οδό Ανδρέα Γερούδη, στην Πάφο, έκλεψαν από τον ανοιχτό χώρο μηχανουργείου, ιδιοκτησίας του Νεόφυτου Αργακιώτη από την Πάφο, διάφορα εξαρτήματα μηχανοκίνητων οχημάτων, συνολικής αξίας €1.400,00, περιουσία του Αργακιώτη. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, έκλεψαν από τον ανοιχτό χώρο μηχανουργείου, ιδιοκτησίας - και πάλιν - του Νεόφυτου Αργακιώτη από την Πάφο, διάφορα εξαρτήματα μηχανοκίνητων οχημάτων, συνολικής αξίας €2.000,00, περιουσία του Κυριάκου Κωμοδρόμου, από τη Φύτη. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη, τους παραπονούμενους, Νεόφυτο Αργακιώτη και Κυριάκο Κωμοδρόμο και τέλος, τον αστυφύλακα 494 Μάριο Φιλίππου (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία και στις τρεις κατηγορίες και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να καλέσουν οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή τους. Συνοπτικά, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι η εξής: Ο παραπονούμενος Νεόφυτος Αργακιώτης (Μ.Κ.2) είναι μηχανικός αυτοκινήτων και ιδιοκτήτης γκαράζ/μηχανουργείου που βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Γερούδη στην Πάφο. Στο μηχανουργείο διατηρεί αποθήκη, στην οποία έχει διάφορα μηχανήματα και εξαρτήματα. Η αποθήκη (όπως και ο χώρος στον οποίο βρίσκεται) είναι ανοιχτή. Στις 4.2.2012 το απόγευμα που ήταν στο μέρος, όλα τα εξαρτήματα ήταν μέσα στην αποθήκη. Την επομένη που πέρασε ξανά από το μέρος, δε σταμάτησε για να ελέγξει. Όταν όμως την επομένη, 6.2.2012, στις 08:30 πήγε στο μηχανουργείο είδε ανακατωμένη την αποθήκη και διαπίστωσε ότι έλειπε από αυτή η επίδικη περιουσία η οποία αποτελείτο από διάφορα εξαρτήματα. Συνεπεία αυτού μετέβη αμέσως στο χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων με την ονομασία «MEK DADI LTD στην Τριμιθούσα, όπου είδε και αναγνώρισε τα επίδικα εξαρτήματα, μέρος των οποίων ανήκουν στον ίδιο και τα υπόλοιπα στον Κυριάκο Κωμοδρόμο (Μ.Κ.3) Ακολούθως τηλεφώνησε στην Αστυνομία και κατάγγειλε το συμβάν. Όταν έφθασε στο μέρος ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1), του υπέδειξε τα εξαρτήματα που αναγνώρισε ως αυτά που είχαν κλαπεί από το γκαράζ του, ενώ, ο ιδιοκτήτης του χώρου ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων, ανάφερε στον εξεταστή, ότι τα εν λόγω εξαρτήματα, του τα πήραν νωρίτερα την ίδια μέρα δυο πρόσωπα - με συγκεκριμένο αυτοκίνητο - και τα αγόρασε για παλιοσίδερα, για το ποσό των €62,00, εκδίδοντας σχετική απόδειξη. Ο 1ος κατηγορούμενος, τη στιγμή αυτή βρισκόταν κι αυτός στο μέρος και ο ιδιοκτήτης του χώρου, τον υπέδειξε στον εξεταστή της υπόθεσης, ως το ένα από τα δυο πρόσωπα που του είχαν πάρει την επίδικη περιουσία. Στο μέρος κλήθηκε και ο δεύτερος παραπονούμενος (Μ.Κ.3), ο οποίος, στην παρουσία του εξεταστή της υπόθεσης είδε και αναγνώρισε τα δικά του εξαρτήματα που είχαν κλαπεί από το γκαράζ του Αργακιώτη. Αυτά αποτελούσαν μέρος τη μηχανής εκσκαφέα Caterpillar την οποία μετέφερε στο συγκεκριμένο γκαράζ για επιδιόρθωση. Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία - και στις τρεις κατηγορίες - και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση, η οποία περικλείει και την εκδοχή τους, για ό,τι τους καταλογίζεται από την κατηγορούσα αρχή. Το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων ακολουθεί αυτούσιο. Αρχίζοντας από τον 1ο κατηγορούμενο ανάφερε τα εξής: «Κύριε Πρόεδρε, πράγματι παραδέχομαι ότι πήρα κάποια πράγματα τότε, τα οποία ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο και τα θεώρησα ως άχρηστα αντικείμενα, τα οποία μπορούσε να πάρει και ένα σκυβαλοφόρο.» Ο 2ος κατηγορούμενος, ακόμη πιο λακωνικός περιορίστηκε να πει τα εξής: «Κύριε Πρόεδρε, εγώ με αυτές τις κατηγορίες που με κατηγορούν δεν έχω καμιά ανάμειξη.» Φυσικά, ενώπιον μου βρίσκονται και οι καταθέσεις των κατηγορούμενων (τεκμήριο 2 - του 1ου κατηγορούμενου - και τεκμήριο 3 - η ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου -), στο περιεχόμενο των οποίων - αν κριθεί αναγκαίο -, θα αναφερθώ αργότερα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τέσσερις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο και ειδικά για τους δυο παραπονούμενους και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός τους στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση των κατηγορούμενων και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός, ότι, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να ασκήσουν το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ.). Αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου και της ανακριτικής κατάθεσης του 2ου κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. μεταξύ άλλων, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος, αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
- Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη (Μ.Κ.1), εν μέρει περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Κατά τα λοιπά προκύπτει απ' όσα έχει αναφέρει απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, είτε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είτε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου. Με εξαίρεση εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του, στο οποίο θα αναφερθώ ειδικά και που για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια δεν αποδέχομαι κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη, ενώ, μέρος της συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων καθώς και με τη μαρτυρία των παραπονούμενων, στο βαθμό που και αυτή είναι αποδεκτή, ως αξιόπιστη. Ακολουθεί το μέρος της μαρτυρίας του εξεταστή που δεν αποδέχομαι μαζί με το αναγκαίο σκεπτικό. Ειδικότερα: Κληθείς από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής να περιγράψει το μέρος όπου διατηρεί το μηχανουργείο του ο εκ των παραπονούμενων, Νεόφυτος Αργακιώτης (Μ.Κ.2) ισχυρίστηκε ότι αυτό βρίσκεται κοντά στο αρχαίο θέατρο. Όπως είπε, μέσα σ' αυτό, ο παραπονούμενος έχει τα αυτοκίνητα που είναι για επιδιόρθωση, έξω στο πεζοδρόμιο φυλάει διάφορα εξαρτήματα, τα οποία, είτε βγάζει από τα αυτοκίνητα είτε τα έχει ως ανταλλακτικά. Απέναντι από το μηχανουργείο, πρόσθεσε, σε άλλο ανοιχτό χωράφι βάζει άλλα φορτηγά ή αυτοκίνητα τα οποία και πάλιν είναι προς επιδιόρθωση. Όπως είπε καταλήγοντας, στον ίδιο χώρο φυλάει άλλα εξαρτήματα, βαρέλες με λάδια και διάφορα υλικά της δουλειάς του. Ερωτηθείς στη συνέχεια, εάν όταν επισκέφτηκε το χώρο ο ίδιος, όλα τα αντικείμενα που περίγραψε, φαίνονταν εγκαταλειμμένα, «Δεν αποκόμισα τέτοια αντίληψη, απλώς ο άνθρωπος δεν έχει αποθηκευτικούς χώρους και τα φυλάει έξω στο πεζοδρόμιο, είτε στον ανοιχτό χωράφι.» απάντησε. Παρατηρώ τα εξής: Στο βαθμό που ο μάρτυρας φέρει το Μ.Κ.2 να φυλάει έξω στο πεζοδρόμιο διάφορα εξαρτήματα, τα οποία, όπως είπε, είτε βγάζει από τα αυτοκίνητα είτε τα έχει ως ανταλλακτικά, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, επειδή, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του συγκρούεται ευθέως με τη μαρτυρία του εν λόγω παραπονούμενου, ο οποίος, αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, όχι μόνο αρνήθηκε ότι τα επίδικα εξαρτήματα ήσαν τοποθετημένα στο πεζοδρόμιο, αλλά, ισχυρίστηκε κιόλας, ότι δε βάζει οποιαδήποτε αντικείμενα στο πεζοδρόμιο. Όπως είπε χαρακτηριστικά «Εκεί τοποθετούμε τον κάλαθο των σκυβάλων.» Ο ισχυρισμός του πως όταν επισκέφθηκε το μηχανουργείο του Μ.Κ.2 και είδε όλα τα αντικείμενα που περιέγραψε δεν αποκόμισε την αντίληψη ότι αυτά φαίνονταν εγκαταλειμμένα, για το λόγο που έχει αναφέρει («.απλώς ο άνθρωπος δεν έχει αποθηκευτικούς χώρους και τα φυλάει είτε έξω στο πεζοδρόμιο, είτε στο ανοιχτό χωράφι.»), επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, επειδή, καταρχήν, εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι τα επίδικα εξαρτήματα στον ουσιώδη χρόνο ήσαν τοποθετημένα στο πεζοδρόμιο, που δεν ισχύει, αφού αυτά ήσαν τοποθετημένα στον ανοιχτό χώρο και έπειτα, επειδή, εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι πώς φαίνονταν στον ουσιώδη χρόνο, γενικά και αόριστα, τα διάφορα αντικείμενα/εξαρτήματα που είχε ο παραπονούμενος στους χώρους που ανάφερε ο εξεταστής, αλλά, τα επίδικα εξαρτήματα, εκεί όπου πραγματικά βρίσκονταν κατά τον ίδιο χρόνο και συγκεκριμένα, εάν φαίνονταν εγκαταλειμμένα. Και, με δεδομένο ότι ο εξεταστής, ουδέποτε τα έχει δει πώς ήταν τοποθετημένα από το Μ.Κ.2 στον ανοιχτό χώρο, απέναντι από το γκαράζ του, είναι φανερό, ότι, επί του προκειμένου, υπόθεση είναι που έκανε ο εξεταστής της υπόθεσης, η οποία μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό εδράζεται σε ανύπαρκτο βάθρο. Ότι ο εξεταστής είχε την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα επίδικα εξαρτήματα στον ουσιώδη χρόνο ήσαν τοποθετημένα στο πεζοδρόμιο προκύπτει και από τα εξής, τα οποία ανάφερε αντεξεταζόμενος: Ερωτηθείς εάν για το μέσο λογικό άνθρωπο τα πεζοδρόμια είναι για να τοποθετούνται αντικείμενα, για να φυλάει ο κόσμος αντικείμενα, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι τα πεζοδρόμια είναι για τους πεζούς, όμως, πρόσθεσε, ο παραπονούμενος, πάνω στο πεζοδρόμιο αποθήκευε τα εξαρτήματά του. Εκείνο το διάστημα, αυτή ήταν η τακτική του, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση. Όταν στη συνέχεια κλήθηκε να πει εάν συμφωνεί ότι η τακτική που ακολουθούν οι Παφίτες και γενικά οι Κύπριοι είναι ότι βγάζουν αντικείμενα έξω στο πεζοδρόμιο για να περάσουν να τα πάρουν τα σκύβαλα, «Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι ο παραπονούμενος τα είχε τοποθετημένα στο πεζοδρόμιο.» απάντησε. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εκ των παραπονούμενων, Νεόφυτου Αργακιωτη (Μ.Κ.2) ως μάρτυρα, σε γενικές γραμμές είναι θετική. Ο μάρτυρας, καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία ήταν άμεσος και σταθερός και απαντούσε αυθόρμητα, με απλότητα και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Παρότι αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους και των δυο κατηγορούμενων, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Στο βαθμό δε που αμφισβητήθηκε, αυτό, εν μέρει έγινε με διάφορες υποβολές που παρέμειναν έωλες, δοθέντος ότι, οι κατηγορούμενοι, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκαν σε απολογία προέβησαν - ως είχαν δικαίωμα φυσικά - σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να καλέσουν οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή τους. Και, με δεδομένη την αποδεικτική αξία της ανώμοτης δήλωσης και πώς αυτή εξετάζεται και αξιολογείται ως θέμα αρχής (βλ. τη Θεοχάρους, ανωτέρω) γίνεται αντιληπτό γιατί θεωρώ έωλες αρκετές από τις υποβολές των ευπαίδευτων δικηγόρων των κατηγορούμενων προς το μάρτυρα, ιδιαίτερα, εκείνες που δεν έχουν καθόλου έρεισμα, έστω το περιεχόμενο, είτε των καταθέσεων είτε των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορούμενων. Ένα τέτοιο - χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι διάφορες υποβολές που έγιναν προς το μάρτυρα, αναφορικά με τις συνθήκες καθώς και το λόγο που υπόγραψε τη βεβαίωση (τεκμήριο 6), την οποία δέχομαι ότι υπόγραψε στο μέρος, υπό τις συνθήκες και για το σκοπό που ανάφερε. Δέχομαι ακόμη και τις εξηγήσεις που έδωσε για το λόγο που, όπως είπε, στην εν λόγω βεβαίωση, εκεί όπου γίνεται αναφορά σε παλιά σιδερικά, έπρεπε να είχε γραφτεί μεταχειρισμένα, αφού ο ίδιος αυτό εννοούσε. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά και από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας έχει προηγηθεί σχετική αναφορά, με αναφορά και πάλιν σε νομολογία (βλ. τις υποθέσεις Δημητρίου και Γιωργαλλά, ανωτέρω). Παρά τα προηγούμενα, τα οποία μου επιτρέπουν να δεχτώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του υπό αναφορά, εντούτοις, η πραγματική μαρτυρία, για ένα από τα πλέον ουσιώδη θέματα της υπόθεσης για τα οποία αυτός κατάθεσε, δε μου επιτρέπει να δεχτώ το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, ότι όλα τα επίδικα εξαρτήματα είναι μεταχειρισμένα. Κληθείς από την κα Σάββα να πει κατά πόσο αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ή ήταν άχρηστα, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν απάντησε. Δέχομαι τους εν λόγω ισχυρισμούς του, καταρχήν, επειδή δεν υπάρχει περί αντιθέτου μαρτυρία. Ακολούθως, επειδή, μέρος των επίδικων εξαρτημάτων και συγκεκριμένα, όσων ανήκουν στο Μ.Κ.3, όπως είπε ο ίδιος, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί επανατοποθετήθηκαν στον εκσκαφέα του από το Μ.Κ.
- Τέλος, επειδή δε βλέπω για ποιο λόγο ο τελευταίος, θα υποβαλλόταν σ' όλη αυτή τη διαδικασία, αρχικά, της αναζήτησης των επίδικων εξαρτημάτων και ακολούθως, αφού τα εντόπισε στο χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων, τι λόγο είχε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία ότι του τα είχαν κλέψει, εάν όντως αυτά ήταν άχρηστα και που όπως του υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, ήταν πεταμένα έξω στο πεζοδρόμιο. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που δεν μπορώ να δεχθώ και τούτο, επειδή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας αφορά στην απάντηση που έδωσε, όταν, ερωτηθείς από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου κατά πόσο συμφωνεί ότι μόλις δει κάποιος τα επίδικα αντικείμενα στις δυο φωτογραφίες (τεκμήριο 5) αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για παλιοσίδερα, απάντησε αρνητικά. Παρότι του αναγνωρίζω ότι απάντησε όπως απάντησε στη συγκεκριμένη ερώτηση, όχι επειδή ήθελε να πει ψέματα, αλλά, προφανώς, επηρεασμένος από το γεγονός, ότι, ο ίδιος γνώριζε ότι στην πραγματικότητα τα επίδικα εξαρτήματα, όντως δεν ήταν άχρηστα οπότε και δεν μπορούσε να δεχθεί ότι πρόκειται για παλιοσίδερα, εντούτοις είναι γεγονός, ότι, στις δυο φωτογραφίες που συνθέτουν το τεκμήριο 5, που είναι και η μοναδική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, επομένως, στη βάση της είναι που εξ αντικείμενου μπορώ και θα πρέπει να διαμορφώσω γνώμη για την κατάσταση στην οποία φαίνονταν ότι βρίσκονταν τα επίδικα εξαρτήματα στον ουσιώδη χρόνο, πράγματι, αυτά, στο σύνολό τους φαίνονται οξειδωμένα και με εμφανή τα σημάδια της σκουριάς και σχεδόν εντελώς αλλοιωμένα ως προς το χρώμα τους, σε βαθμό που δεν μπορεί να λεχθεί για κανένα εξάρτημα τι χρώματος είναι. Για να το πω και αλλιώς, η εντύπωση που εύλογα σχηματίζεται στο μυαλό ενός μέσου λογικού άνθρωπου που δεν έχει σχέση και γνώση της αξίας και χρησιμότητας όλων αυτών των αντικειμένων, βλέποντάς τα στις φωτογραφίες είναι ότι πρόκειται για εγκαταλειμμένα αντικείμενα. Τα σημάδια της φθοράς που φέρουν είναι τόσο εμφανή, σε βαθμό που, πράγματι, καθόλα δικαιολογημένα μπορεί κανείς να τα εκλάβει και ως άχρηστα υλικά ή παλιοσίδερα. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2, με εξαίρεση το παραπάνω σημείο, κατά λοιπά γίνεται αποδεκτή. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους - επομένως, δε χρειάζεται να τους επαναλάβω - δέχομαι το μεγαλύτερο μέρος και της μαρτυρίας του ετέρου των παραπονούμενων, Κυριάκου Κωμοδρόμου (Μ.Κ.3). Ωστόσο, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του πως άμα έβλεπε οποιοσδήποτε τα επίδικα εξαρτήματά του, δε θα υπέθετε ότι ήταν παλιοσίδερα για πέταμα. Φυσικά, ότι ο μάρτυρας διατύπωνε καθαρά την προσωπική του θέση για ό,τι του ζητήθηκε να τοποθετηθεί και όχι πώς θα τοποθετούνταν οι οποιοιδήποτε τρίτοι έβλεπαν τα εξαρτήματά του προκύπτει από ακόλουθο απόσπασμα, από την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου: «Ε. Και συμφωνείς μαζί μου κύριε μάρτυς, ότι αυτά τα σίδερα, ο οποιοδήποτε άμα τα έβλεπε, θα υπέθετε ότι ήταν παλιοσίδερα για πέταμα; Συμφωνείς; Α. Δε συμφωνώ. Ε. Κάποιος που μπορεί να μην ξέρει που μηχανήματα; Α. Δεν ξέρω. Ε. Εγώ σας υποβάλλω ότι έτσι ήταν κύριε μάρτυς. Η μορφή που είχαν πάρει μετά που ξηλώθηκε η μηχανή αυτά τα κομμάτια σιδέρου, έμοιαζαν σαν παλιοσίδερα για πέταμα. Ε. Εγώ δεν τα παίρνω για παλιοσίδερα, δεν ξέρω, επειδή εν η δουλειά μου και ξέρω την αξία τους.» Θα έλεγα πως, ακριβώς, αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά για το πώς αντιλαμβάνονται την αξία και χρησιμότητα της επίδικης περιουσίας, από τη μια, οι δυο παραπονούμενοι και από την άλλη, ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος, καθ' ομολογία του την είχε πάρει στον ουσιώδη χρόνο, έστω κι αν με την ανώμοτη δήλωσή του ισχυρίστηκε ότι την είχε πάρει από το πεζοδρόμιο, ενώ στην πραγματικότητα την είχε πάρει από τον ανοιχτό χώρο όπου την είχε τοποθετημένη ο Μ.Κ.
- Ο αστυφύλακας 494 Μάριος Φιλίππου (Μ.Κ.4), όπως είπε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, το μόνο που έκανε για την υπόθεση ήταν ότι κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους (βλ. τα τεκμήρια 12 και 13, οι γραπτές κατηγορίες). Συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεών μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι τα εξής: Ο Νεόφυτος Αργακιώτης είναι μηχανικός αυτοκινήτων και στον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε γκαράζ/μηχανουργείο αυτοκίνητων στην Πάφο. Απέναντι από το γκαράζ υπάρχει ανοιχτός χώρος τον οποίο χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη. Εκεί τοποθετούσε διάφορα μηχανήματα και εξαρτήματα, ανάμεσά τους και τα επίδικα εξαρτήματα - τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στην κατάθεση του αστυφύλακα 1939 Α. Γεωργίου (τεκμήριο 10) -, μέρος των οποίων ανήκουν στον ίδιο, συνολικής αξίας €1.400,00 και τα υπόλοιπα, στον Κυριάκο Κωμοδρόμο, συνολικής αξίας €2.000,
- Επειδή, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του 1ου κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αγόρευσής του επιχείρησε να αμφισβητήσει τον ιδιοκτήτη της επίδικης περιουσίας και ότι αυτή ανήκει και στους δυο παραπονούμενους και ειδικά για το μέρος αυτής, που όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής, ανήκει στο Μ.Κ.3, προέβαλε τη θέση, ότι στη γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2, δε γίνεται αναφορά στο Μ.Κ.3 καθώς και που βρίσκονταν τα εξαρτήματά του στον ουσιώδη χρόνο μα ούτε και πότε χάθηκαν, παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός, ότι, ο εκ των παραπονούμενων, Νεόφυτος Αργακιώτης (Μ.Κ.2) στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7), αναφερόμενος στα διάφορα αντικείμενα που διαπίστωσε ότι έλειπαν από τον ανοιχτό χώρο που χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη, αφού αναφέρεται ειδικά σε μερικά από αυτά καθώς και στην αξία τους, αναφέρεται και σε διάφορα άλλα εξαρτήματα, τα οποία, «..εδώ και ένα μήνα χάνονταν συνεχώς. Όλα συνολικής αξίας €1.400= ευρώ», Συνεχίζοντας αναφέρει τα εξής: «Μετά που διαπίστωσα ότι έλειπαν τα πιο πάνω μηχανήματα πήγα στο scrap metals στην περιοχή Τρεμιθούσας, όπου εκεί είδα τα πράγματα μου και τα αναγνώρισα ως την περιουσία μου. Το gear box του Mercedes και ο άξονας ανήκουν στον Αντωνάκη, ιδιοκτήτη γραφείου Ταξί.» Από τις παραπάνω αναφορές του παραπονούμενου, κανένα πρόβλημα δημιουργείται για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στην βάση όσων ανάφερε ο κ. Αλεξάνδρου. Ακολουθεί το σκεπτικό: Όπως αναφέρει ο εξεταστής της υπόθεσης στη δική του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τους κατηγορούμενους, όταν έφθασε στο χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων όπου ο Μ.Κ.2 εντόπισε τα διάφορα εξαρτήματα αυτοκίνητων που είχαν κλαπεί από τον ανοιχτό χώρο στο γκαράζ αυτοκινήτων που διατηρεί στην Πάφο, ο τελευταίος, του υπέδειξε τα εν λόγω εξαρτήματα, ενώ, ο ιδιοκτήτης του χώρου, του υπέδειξε τον 1ο κατηγορούμενο που ήταν εκεί ως το ένα από τα δυο πρόσωπα που του πήραν τα εξαρτήματα νωρίτερα τη ίδια μέρα, τα οποία αγόρασε για παλιοσίδερα, για το ποσό των €62,
- Ακολούθως, στο μέρος κλήθηκε και ο Μ.Κ.3, ο οποίος είδε και αναγνώρισε κι αυτός συγκεκριμένα - δικά του - εξαρτήματα, τα οποία αποτελούσαν μέρος της μηχανής εκσκαφέα Caterpillar, την οποία μετέφερε στο γκαράζ του Μ.Κ.2 για επιδιόρθωση. Όλα τα εξαρτήματα που είχαν αναγνωρίσει οι δυο παραπονούμενοι μεταφέρθηκαν από τον ιδιοκτήτη του χώρου ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων στο ΤΑΕ Πάφου. Αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης και επαναλαμβάνονται με απόλυτη ακρίβεια και στη γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 1939 Α. Γεωργίου (τεκμήριο 10), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Όπως αναφέρεται από τον εν λόγω αστυφύλακα στην ίδια κατάθεση - που επίσης αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός - στις 8.2.2012, τα εν λόγω εξαρτήματα παραδόθηκαν από αυτόν στους δυο παραπονούμενους έναντι απόδειξης παράδοσης/παραλαβής. Για να συνεχίσω, ο εξεταστής της υπόθεσης, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ερωτηθείς τι απέγιναν τα επίδικα αντικείμενα αφότου αναγνωρίστηκαν από τους παραπονούμενους και παραλήφθηκαν από την Αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι απλώς φωτογραφήθηκαν και επιστράφηκαν στους παραπονούμενους. Κατά τον εξεταστή της υπόθεσης και πάλιν, τα εν λόγω αντικείμενα εμφαίνονται στις δυο φωτογραφίες που συνθέτουν το τεκμήριο
- Στο σύνολό τους αυτά, κατά τη δίκη αναγνωρίστηκαν και από τους δυο παραπονούμενους, χωρίς και πάλιν να έχουν αμφισβητηθεί από τους κατηγορούμενους ότι τους ανήκουν. Αναφορικά με την αξία της επίδικης περιουσίας παραπέμπω στα εξής, τα οποία απορρέουν από την ενώπιόν μου μαρτυρία: Ο Νεόφυτος Αργακιώτης (Μ.Κ.2) στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7) αναφέρει ότι η συνολική αξία της δικής του περιουσίας είναι €1.400,
- Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης δε, ισχυρίστηκε χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ότι η αξία των αντικειμένων που αναφέρει στην κατάθεσή του είναι αξία μεταχειρισμένων αντικειμένων και όχι καινούργιων. Και όχι μόνο αυτό. Στο στάδιο της αντεξέτασής του από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, του υποβλήθηκε ότι τα διάφορα ποσά που λέει στην κατάθεσή του ότι άξιζαν τα επίδικα εξαρτήματά του είναι τα ποσά που άξιζαν σαν παλιοσίδερα και μπορεί ακόμη και λιγότερα. Με τη σειρά του, ο Κυριάκος Κωμοδρόμος (Μ.Κ.3), στο τέλος της δικής του κατάθεσης στην Αστυνομία (τεκμήριο 8) αναφέρει ότι η αξία των εξαρτημάτων του είναι €2.000,
- Ο εν λόγω ισχυρισμός του, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτος. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, απλώς ρωτήθηκε κατά πόσο ήταν άχρηστη και δεν τον εξυπηρετούσε όταν χάλασε η μηχανή του εκσκαφέα του, του υποβλήθηκε ότι η χαλασμένη μηχανή του δεν είχε καμιά αξία, ρωτήθηκε αν συμφωνεί ότι άμα έβλεπε ο οποιοσδήποτε τα επίδικα εξαρτήματά του, θα υπέθετε ότι ήταν παλιοσίδερα για πέταμα και τέλος, του υποβλήθηκε ότι αυτά έμοιαζαν σαν παλιοσίδερα για πέταμα. Ουδέποτε του υποβλήθηκε πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι τα επίδικα εξαρτήματά του είναι αξίας €2.000,
- Το τελευταίο ισχύει και για την ευπαίδευτη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, η οποία του υπόβαλε απλώς, ότι οποιοσδήποτε έβλεπε τα εξαρτήματά του, θα τα εκλάμβανε ως άχρηστα. Η κα Μιχαήλ, δεν υπόβαλε στο μάρτυρα πως ήταν άχρηστα τα εξαρτήματά του, είτε ακόμη πως δεν είναι αξίας €2.000,
- Ακόμη και ο 1ος κατηγορούμενος, με τη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 2) ισχυρίζεται απλώς ότι υπολόγισε πως ήταν άχρηστα, ενώ με την ανώμοτη δήλωσή του, ότι τα θεώρησε ως άχρηστα αντικείμενα τα οποία μπορούσε να πάρει και ένα σκυβαλοφόρο. Για να επανέλθω στα γεγονότα, όταν το πρωί της 6.2.2012, ο Νεόφυτος Αργακιώτης μετέβηκε στο γκαράζ του διαπίστωσε ότι έλειπαν από τον ανοιχτό χώρο τα επίδικα εξαρτήματα. Μισή περίπου ώρα αργότερα, τα εντόπισε και αναγνώρισε σε χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων που βρίσκεται στην Τρεμιθούσα. Από τον ανοιχτό χώρο όπου τα είχε τοποθετημένα, καθ' ομολογία του ο 1ος κατηγορούμενος, τα παράλαβε την προηγούμενη μέρα, μεταξύ των ωρών 10:00 - 11:00, ο οποίος, αφού τα φόρτωσε στο αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής ΗΜΚ 714, την επομένη το πρωί, γύρω στις 08:00 τα μετέφερε στον παραπάνω χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων, όπου και τα πούλησε για το ποσό των €62,
- Όσα από τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορούμενου, τα θεωρώ αποδεδειγμένα, καταρχήν επειδή οι σχετικές δηλώσεις στις οποίες έχει προβεί ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, μολονότι είναι ενάντια στα συμφέροντά του (βλ. τις Κωνσταντίνου και Κωνσταντινίδης, ανωτέρω), ουδέποτε αποκηρύχτηκαν από αυτόν κατά τη δίκη, ενώ, τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται σε σημαντικό βαθμό αποδεικνύονται από άλλη μαρτυρία. Εκτός του ότι, όταν στις 6.2.2012 μετέβη στο χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων ο Αργακιώτης και εκεί είδε και αναγνώρισε το σύνολο των επίδικων εξαρτημάτων, κάτι, που λίγο αργότερα έκανε και ο Κωμοδρόμος για τα δικά του εξαρτήματα, στο μέρος βρισκόταν ακόμη και ο 1ος κατηγορούμενος, τον οποίο, ο ιδιοκτήτης του χώρου υπέδειξε στον εξεταστή, ως το ένα από τα δυο πρόσωπα που του πήραν νωρίτερα την ίδια μέρα τα επίδικα εξαρτήματα με το αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, τα οποία αυτός αγόρασε για παλιοσίδερα, για το ποσό των €62,00 έναντι σχετικής απόδειξης (βλ. και το τιμολόγιο με αριθμό 504834 - μέρος του τεκμηρίου 4 -, ημερομηνίας 6.2.2012, για το ποσό των €62,00, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου του 1ου κατηγορουμένου στη θέση του ονόματος.). Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Οι κατηγορούμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), με αναφορά στα δυο αδικήματα κλοπής που περικλείουν οι κατηγορίες 2 και 3 (η 2η κατηγορία, σε σχέση με τα εξαρτήματα του Αργακιώτη και η 3η κατηγορία, σε σχέση με τα εξαρτήματα του Κωμοδρόμου). Από το συνδυασμό των λεπτομερειών αδικήματος των τριών κατηγοριών είναι σαφές, ότι, εκείνο που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους είναι ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4.2.2012 και 6.2.2012, κατόπιν συνωμοσίας μεταξύ τους, έκλεψαν από τον ανοιχτό χώρο του μηχανουργείου που διατηρούσε ο Αργακιώτης, διάφορα εξαρτήματα, ιδιοκτησίας του τελευταίου (με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας) και του Κωμοδρόμου (με το αδίκημα της 3ης κατηγορίας). Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L.328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4». Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Αναφορικά με τη 2η και 3η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, της κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα. Για ό,τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn[1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v.Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-
- Προστίθενται και τα εξής: Στην έννοια της περιουσίας που κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, δεν περιλαμβάνεται περιουσία η οποία έχει εγκαταλειφθεί (βλ. R. White, 7 Cr. App. R. 266, C.C.C.), είτε ακόμη κι αν δεν έχει εγκαταλειφθεί σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι έχει εγκαταλειφθεί. Σε τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από το κατά πόσο η πίστη του κατηγορούμενου ότι η περιουσία είχε εγκαταλειφθεί είναι λογική ή παράλογη, αυτός δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της κλοπής. Όπως αναφέρεται συναφώς στον Archbold 2009, par. 21-30, κάτω από τον τίτλο: «Belief that property has been abandoned»: «Property that has been abandoned cannot be stolen (see post, 21-64). If property had not been abandoned, but the defendant believed that it had, he cannot be convicted of theft, whether his belie was reasonable or unreasonable. He would not be acting dishonestly: R v. Small, 86 Cr. App. R.
- The relevance of reasonableness of the belief is as to whether it was actually held: ibid. Where the prosecution case is that it was patently unreasonable for the defendant to have believed the property to have been abandoned, the jury should be specifically reminded that even an unreasonable belief may nevertheless be an honest one: R v. Wood [2002] 2 Archbold News 3, C.A.; and where the sole question for the jury was as to the genuineness of the defendant's belief as to the factual situation, not as to the ordinary person's idea of honesty, the giving of a Ghosh direction (ante) inappropriate and liable to confuse the jury: ibid». Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή των κατηγορούμενων σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Αρχίζοντας από το 2ο κατηγορούμενο, η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Το μόνο στοιχείο που τον εμπλέκει με τα διάφορα αδικήματα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε είναι διάφορες ενοχοποιητικές αναφορές του 1ου κατηγορούμενου, οι οποίες περιέχονται στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 2). Ωστόσο, δεδομένου ότι ο 1ος κατηγορούμενος, κατά τη δίκη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, οι όποιες αναφορές του στη γραπτή κατάθεσή του που ενοχοποιούν το 2ο κατηγορούμενο, υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του τελευταίου και δεν μπορούν να ληφθούν καθόλου υπόψη εναντίον του. Όπως αναφέρεται συναφώς με το θέμα στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ. 334 και 335, η αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μια κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει το συγκατηγορούμενο. Μόνο όταν ένας κατηγορούμενος καταθέτει με όρκο από το εδώλιο του μάρτυρα, μπορεί να αποτελέσουν αποδεικτική μαρτυρία εναντίον ενός άλλου συγκατηγορούμενου αυτά που θα πει. Βλέπε και τη Μαλά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
- Των παραπάνω λεχθέντων και οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 2 κατηγορούμενος, σε σχέση με αυτόν είναι έκθετες σε απόρριψη. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετείται οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος - για να επαναλάβω -, καθ' ομολογία του, στον ουσιώδη χρόνο έλαβε κατοχή της επίδικης περιουσίας, μέρος της οποίας ανήκει στο Νεόφυτο Αργακιώτη και η υπόλοιπη στον Κυριάκο Κωμοδρόμο. Και με δεδομένο ότι αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση των δυο παραπονούμενων που είναι οι ιδιοκτήτες της εν λόγω περιουσίας και ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε ότι είχε δικαίωμα, είτε κατοχής είτε απόκτησής της - ούτε και υποστήριξε κάτι τέτοιο - τα δυο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής που του καταλογίζεται ότι διέπραξε με τις κατηγορίες 2 και 3 έχουν αποδειχθεί. Ό,τι απομένει σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές είναι να εξεταστεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας - κάτι φυσικά που ισχύει για όλα τα συστατικά στοιχεία και των τριών αδικημάτων που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους - και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συγκεκριμένα, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο λήψης της επίδικης περιουσίας είχε πρόθεση να στερήσει αυτή τελεσίδικα, δηλαδή μόνιμα από τους ιδιοκτήτες της. Από την προηγηθείσα νομική ανάλυση σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα είναι σαφές, ότι, εάν ήθελε κριθεί ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο πίστευε πραγματικά, ακόμη και παράλογα, ότι η εν λόγω περιουσία ήταν εγκαταλειμμένη, δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι την παρέλαβε με πρόθεση μόνιμης αποστέρησής της από τους ιδιοκτήτες της. Και τούτο, επειδή αυτή, δεν μπορεί την ίδια ώρα να ήταν και εγκαταλειμμένη και να έχει και ιδιοκτήτη. Παρατηρώ τα εξής: Δεν έχει αποδειχθεί το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στις δυο κατηγορίες κλοπής που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Παρότι αυτός, ασφαλώς, δεν έλεγε την αλήθεια, όταν με την ανώμοτη δήλωσή του ισχυριζόταν ότι η επίδικη περιουσία που πήρε ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο, εντούτοις, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια δέχομαι τον ισχυρισμό του, ο οποίος περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 2) ότι ο λόγος που πήρε τα επίδικα εξαρτήματα ήταν επειδή υπολόγισε πως ήταν άχρηστα και δε γνώριζε ότι είχαν ιδιοκτήτη. Στο συμπέρασμα αυτό προβαίνω με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων - μεταξύ άλλων - στοιχείων, άμεσης, πραγματικής, περιστατικής και ενισχυτικής μαρτυρίας: Ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1), ο οποίος επισκέφθηκε το χώρο όπου βρίσκεται το γκαράζ/μηχανουργείο του Αργακιώτη, περιγράφοντάς τον ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω παραπονούμενος, μέσα στο υποστατικό του έχει τα αυτοκίνητα που είναι για επιδιόρθωση, ενώ απέναντι από το μηχανουργείο, σε ανοιχτό χωράφι βάζει άλλα φορτηγά ή αυτοκίνητα τα οποία είναι και πάλιν προς επιδιόρθωση. Αυτά, πρόσθεσε, θα πάρουν αρκετό καιρό για να τα επιδιορθώσει και επίσης στον ανοιχτό χώρο φυλάει άλλα εξαρτήματα, βαρέλες με λάδια και διάφορα υλικά της δουλειάς του. Οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ πως δεν έχει αξία η υποκειμενική αντίληψη του μάρτυρα ότι δεν αποκόμισε την αντίληψη ότι τα παραπάνω αντικείμενα φαίνονταν εγκαταλειμμένα όταν μετέβη στο μέρος έχουν ήδη αναφερθεί επομένως, δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Απ' εκεί και πέρα συγκρατώ και τον ισχυρισμό του, τον οποίο προέβαλε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, ότι αυτός, από την πρώτη στιγμή, τους είπε ότι εξέλαβε πως ήταν παλιά τα επίδικα εξαρτήματα και δεν είχαν ιδιοκτήτη και γι' αυτό τα παρέλαβε. Για να συνεχίσω, την επίδικη μέρα, δηλαδή στις 5.2.2012 που ο κατηγορούμενος παρέλαβε τα επίδικα εξαρτήματα από τον ανοιχτό χώρο όπου τα είχε τοποθετημένα ο Αργακιώτης, ήταν Σάββατο, μεταξύ των ωρών 10:00 - 11:
- Δηλαδή υπήρχε φως Ο Αργακιώτης τα είχε τοποθετημένα αφύλακτα σε ένα αρκετά μεγάλο χώρο (400 τετραγωνικά μέτρα, όπως είπε ο ίδιος), ο οποίος βρίσκεται μέσα στην Πάφο και δεν προκύπτει από τα γεγονότα, ότι ο κατηγορούμενος έλαβε οποιαδήποτε μέτρα προφύλαξης, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτός, καθ' ον χρόνο τα παραλάμβανε και τα τοποθετούσε στο αυτοκίνητό του, με το οποίο, την επομένη μέρα, τα μετέφερε στο χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων όπου και τα πούλησε έναντι απόδειξης και τιμολογίου, στο οποίο μάλιστα αναγράφεται και ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου του. Είναι σαφές, ότι και στη μια και στην άλλη περίπτωση, εάν είχε ένοχη διάνοια, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάποιο άλλο αυτοκίνητο για την παραλαβή των επίδικων εξαρτημάτων από το σημείο όπου βρίσκονταν καθώς και για τη μεταφορά τους στο χώρο ανακύκλωσης παλαιών μετάλλων, έτσι ώστε, αν μη τι άλλο, να καταστήσει δύσκολη, αν όχι αδύνατη, τη σύνδεσή του με τις εν λόγω ενέργειες. Προστίθενται και τα εξής: Ενώ η συνολική αξία της επίδικης περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των €3.400,00, ο κατηγορούμενος την πούλησε για το ευτελές ποσό των €62,
- Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δε νομίζω ότι θα την πωλούσε για παλιοσίδερα και μάλιστα σ' αυτή την τιμή, εάν γνώριζε ή πίστευε ότι η πραγματική της αξία ήταν τόσο πολύ πιο μεγάλης αξίας. Για να το πώς και αλλιώς, δε νομίζω ότι θα διέπραττε ένα τόσο σοβαρό αδίκημα, με όλους τους κινδύνους που συνεπαγόταν αυτό για τον ίδιο, απλώς και μόνο για να αποκομίσει πολλαπλάσιο όφελος και κέρδος κάποιος άλλος. Ότι ο κατηγορούμενος εξέλαβε ως άχρηστα τα επίδικα εξαρτήματα και χωρίς ιδιοκτήτη ενισχύεται και από το γεγονός, ότι, ενώ - για να επαναλάβω - από την πώλησή τους εισέπραξε το ποσό των €62,00, όταν υποβλήθηκε στον Αργακιώτη ότι τα διάφορα ποσά που ο ίδιος ανάφερε ως την αξία τους είναι αυτά που άξιζαν ως παλιοσίδερα και μπορεί και λιγότερα, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι μόνο το κιβώτιο ταχυτήτων του Mercedes, όταν πάει για παλιοσίδερα είναι €50,
- Αυτός και μόνο ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ενισχύει τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι θεωρούσε άχρηστα υλικά τα επίδικα εξαρτήματα. Δεδομένου ότι από την πώληση όλων των εξαρτημάτων, εισέπραξε μόλις το ποσό των €62,00 και ο παραπονούμενος θεωρεί ότι η αξία ενός και μόνο εξαρτήματος για παλιοσίδερα ανέρχεται στο ποσό των €50,00 σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος τα πούλησε σε τιμές χαμηλότερες ακόμη από τις τιμές που άξιζαν ως παλιοσίδερα. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό και η απάντηση του εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος, όταν αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί ότι εάν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα εν λόγω αντικείμενα είχαν αξία, θα τα πουλούσε στην αξία τους και όχι σ' αυτούς που αγοράζουν παλιοσίδερα για το ποσό των €62,00, απάντησε ως εξής: «Όταν έχεις στην κατοχή σου οποιαδήποτε αντικείμενα που τα θεωρείς παλιοσίδερα είναι φυσικό να τα πάρεις σε κάποιους που αγοράζουν παλιοσίδερα και να τα πουλήσεις σε τιμή πολύ πιο χαμηλή από την πραγματική τους αξία.» Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, τα επίδικα εξαρτήματα, για λόγους που έχουν αναφερθεί όπως φαίνονται στις δυο φωτογραφίες (τεκμήριο 5) εξ αντικειμένου, η εντύπωση που σχηματίζεται στο μυαλό κάποιου ουδέτερου παρατηρητή είναι ότι πρόκειται για άχρηστα αντικείμενα. Η περί αντιθέτου θέση των παραπονούμενων, η οποία προφανώς εδράζεται στο γεγονός ότι οι ίδιοι γνώριζαν ότι στην πραγματικότητα τα εξαρτήματά τους, παρά την εξωτερική τους εμφάνιση δεν ήταν άχρηστα ή παλιοσίδερα, δεν αναιρεί το ουσιώδες, που είναι πώς μπορούσαν αυτά να εκληφθούν από οποιοδήποτε τρίτο, ο οποίος τα έβλεπε στο μέρος που βρίσκονταν και στην κατάσταση που βρίσκονταν, δηλαδή οξειδωμένα και με εμφανή τα σημάδια αλλοίωσης, ο οποίος δε γνώριζε ότι στην πραγματικότητα είχαν ιδιοκτήτη και ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμα μου, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο, λογικά - μάλλον - θεωρούσε ή πίστευε ότι η επίδικη περιουσία ήταν εγκαταλειμμένη και χωρίς ιδιοκτήτη. Ακολουθεί ότι και οι δυο κατηγορίες κλοπής είναι έκθετες σε απόρριψη. Το ίδιο ισχύει και για την 1η κατηγορία, με την οποία καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι κατά τον ίδιο χρόνο που τους καταλογίζεται ότι διέπραξαν τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα. Είναι γεγονός, ότι, ο 1ος κατηγορούμενος, στη γραπτή κατάθεσή του αναφέρει ότι στον ουσιώδη χρόνο, αφού είδε τα επίδικα εξαρτήματα, τα οποία ήταν αφύλακτα και υπολόγισε πως ήταν άχρηστα, μαζί με το 2ο κατηγορούμενο αποφάσισαν να τα φορτώσουν στο αυτοκίνητό του, όπως και έκαναν. Μολονότι από την παραπάνω αναφορά του 1ου κατηγορούμενου αποδεικνύεται η ύπαρξη συμπληρωμένης συμφωνίας, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας (βλ. τη Gani, ανωτέρω,) εκείνο που δεν έχει αποδειχθεί είναι ότι η εν λόγω συμφωνία απέβλεπε στη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής της επίδικης περιουσίας των παραπονούμενων, για την οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 2 και 3, στις οποίες και θα αθωωθούν. Δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι και ειδικά ο 1ος κατηγορούμενος για τον οποίο γίνεται λόγος θεωρούσε ότι η περιουσία την οποία, κατόπιν συμφωνίας που είχε κάνει και απόφασης που είχε πάρει με το 2ο κατηγορούμενο ήταν εγκαταλειμμένη και χωρίς ιδιοκτήτη, δεν μπορεί να του καταλογιστεί ότι συμφώνησε με το 2ο κατηγορούμενο να την κλέψουν. Και κάτι τελευταίο, προτού καταλήξω. Το γεγονός ότι ο 1ος κατηγορούμενος, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς παραδέχθηκε την κατηγορία της κλοπής, ουδεμία επίπτωση μπορεί να έχει για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ο κατηγορούμενος δεν είναι δικηγόρος, ο οποίος διαθέτει νομικές γνώσεις για να γνωρίζει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής και εν πάσει περιπτώσει, η παραδοχή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία, από το οποίο δεν προκύπτει ομολογία ενοχής του εν λόγω αδικήματος. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή, είτε του 1ου είτε του 2ου κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Κατά συνέπεια και οι δυο κατηγορούμενοι αθωώνονται και στις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο