← Κύπρος

Γεώργιου Χριστοφόρου ν. Παντελή Αχιλλέως Γεωργίου, Αρ.Υπόθεσης: 3667/13, 13/1/2016

Γεώργιου Χριστοφόρου ν. Παντελή Αχιλλέως Γεωργίου, Αρ.Υπόθεσης: 3667/13, 13/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 3667/13 Μεταξύ Γεώργιου Χριστοφόρου -ν- Παντελή Αχιλλέως Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2016 Για Παραπονούμενο: κ. Ε. Πίτρος Για Κατηγορούμενο: κ. Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος τoυ παραπονουμένου τέσσερις επιταγές επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΝΘΗΣ, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Πρόκειται για την επιταγή υπ' αριθμόν 37496351, για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.8.2012 (1η κατηγορία), την επιταγή υπ΄αριθμόν 37496352, για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.9.2012 (2η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 37496353 για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.10.2012 (3η κατηγορία) και την επιταγή υπ' αριθμόν 37496354 για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.11.2012 (4η κατηγορία). Για να αποδείξει την υπόθεση του ο παραπονούμενος, κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Κ.1) και κάλεσε ως μάρτυρες του, τον Μιχαλάκη Ευθυμίου (Μ.Κ.2), τον Γιώργο Περικλέους (Μ.Κ.3) και τον Κώστα Στεφάνου (Μ.Κ.4). Ο παραπονούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Α. Σ' αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά, τού ζήτησε οικονομική βοήθεια λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Ο παραπονούμενος τού κατέβαλε στις ημερομηνίες 10.8.2012, 10.9.2012, 10.10.2012 και 10.11.2012 το ποσό των €1.500,00 αντίστοιχα και ως αντάλλαγμα ο κατηγορούμενος, στην παρουσία ενός κοινού φίλου, υπέγραψε και του παρέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 1,2,3 και
  1. Θέλοντας, όπως ανέφερε, να δώσει πίστωση χρόνου στον κατηγορούμενο για να μπορέσει να εξασφαλίσει χρήματα ώστε να πληρώσει τις επίδικες επιταγές, δεν τις κατέθετε στην Τράπεζα στην ημερομηνία που αυτές ηταν πληρωτέες. Συγκεκριμένα την επιταγή, Τεκμήριο 1 που ηταν πληρωτέα στις 10.8.2012 την κατέθεσε στις 30.8.2012, την επιταγή, Τεκμήριο 2, που ήταν πληρωτέα στις 10.9.2012 την κατέθεσε στις 8.10.2012 και τις επιταγές, Τεκμήρια 3 και 4 που ήταν πληρωτέες στις 10.10.2012 και 10.11.2012, αντίστοιχα, τις κατέθεσε στις 6.12.
  2. Ανέφερε ακόμη ότι οι επίδικες επιταγές, οι οποίες κατατέθηκαν και σε άλλες ημερομηνίες μεταγενέστερα των προαναφερόμενων ημερομηνιών, δεν τιμήθηκαν, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους και μέχρι σήμερα δεν ξοφλήθηκαν. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε περαιτέρω, ότι στο πρακτορείο στοιχημάτων που διατηρούσε, είχε «μέχρι και την ψήφιση του Νόμου για τον ηλεκτρονικό τζόγο» μηχανές παιγνίου και ότι το προαναφερόμενο δάνειο δόθηκε στον κατηγορούμενο μετά την ψήφιση του εν λόγω Νόμου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, ο κατηγορούμενος αν και ήταν πελάτης στο πρακτορείο του, εντούτοις ελάχιστες φορές το είχε επισκεφθεί πριν από τον επίδικο χρόνο. Δεν θυμόταν τον λόγο για τον οποίο του είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος το δάνειο, αλλά υπέθεσε ότι μπορούσε να είχε χρέη ή προβλήματα με το Φ.Π.Α. Στο παρελθόν, όπως ανέφερε, βοήθησε αρκετό κόσμο με αντάλλαγμα επιταγές, πολλές εκ των οποίων δεν έχουν τιμηθεί. Επιπρόσθετα ανέφερε, ότι στη συνάντηση που είχαν του ζήτησε οικονομική βοήθεια για το ποσό των €6.000,00 και ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του το καταβάλει τμηματικά δηλαδή €1.500,00 κάθε μήνα. Παρών στην συνάντηση αυτή ήταν και ο διευθυντής του πρακτορείου, Γιώργος Περικλέους, όμως δεν ήταν βέβαιος αν παρευρισκόταν κάθε φόρα που έδινε στον κατηγορούμενο τα €1.500,
  3. Στην επισήμανση του συνηγόρου του κατηγορούμενου για ποιο λόγο συνέχιζε να καταβάλλει το ποσό των €1.500,00, αφού οι επιταγές δεν πληρώνονταν, απάντησε ότι ήθελε να τον βοηθήσει να «κάνει την δουλειά του» πιστεύοντας ότι θα ήταν συνεπής με την αποπληρωμή του. Ακόμη ανέφερε ότι μέχρι την ψήφιση του προαναφερόμενου Νόμου υπήρχαν στο πρακτορείο του έκτος από τις παράνομες μηχανές παιγνίου και νόμιμες μηχανές για ποδοσφαιρικά και ιπποδρομιακά στοιχήματα. Δέχθηκε ότι και πριν την ψήφιση του Νόμου απαγορεύονταν οι παράνομες μηχανές και ότι στο παρελθόν καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε χαμηλό πρόστιμο. Σε αυτές τις μηχανές, όπως ανέφερε ο παραπονούμενος, ο πελάτης ζητούσε να πιστωθεί η μηχανή με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ώστε να παίξει το παιγνίδι που επιθυμούσε. Αυτός ήταν ο «ηλεκτρονικός τζόγος», όπως τον χαρακτήρισε. Ο πελάτης θα έπρεπε να είχε χρήματα, οικονομική ευχέρεια για να «παίξει» σε αυτές τις μηχανές και το ποσό που θα μπορούσε να χάσει δεν ξεπερνούσε το ποσό των €100,
  4. Αρνήθηκε την θέση της υπεράσπισης, ότι πριν από την έκδοση των επίδικων επιταγών ο κατηγορούμενος είχε στοιχηματίσει στο πρακτορείο του σε παράνομες μηχανές για το ποσό των €10.000,00 και ότι μετά από απαίτηση του παραπονούμενου, του εξέδωσε επιταγή για €11.000,
  5. Αρνήθηκε ακόμη την θέση ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν χρέος που προέκυψε από στοιχήματα σε παράνομες μηχανές στο πρακτορείο του, επιμένοντας στην εκδοχή του ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε στο πρακτορείο του τέτοιες μηχανές και ότι το ποσό των €6.000,00 αφορούσε δάνειο που έδωσε στον κατηγορούμενο για να τον βοηθήσει, δίνοντας πίστη στην πολύχρονη γνωριμία τους και στη συνέπεια του. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι, κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΝΘΗΣ, (στο εξής «η πληρώτρια Τράπεζα») με καθήκοντα Τμηματάρχη. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1,2,3 και 4 ως τις επιταγές που ο κατηγορούμενος εξέδωσε και οι οποίες δεν τιμήθηκαν κατά την ημέρα παρουσίασης τους στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα. Αναφέρθηκε στις ημερομηνίες που οι επιταγές παρουσιάσθηκαν για πληρωμή στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα και στις σφραγίδες που αυτή έθεσε κατόπιν εντολών της πληρώτριας Τράπεζας και αναγνώρισε σε αυτές την υπογραφή του κατηγορούμενου ως την υπογραφή του εκδότη. Ακόμη ανέφερε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων και της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας, όπως η τελευταία σφραγίζει κατόπιν εντολών του εκάστοτε Συνεργατικού Ιδρύματος επιταγές του, στην περίπτωση που αυτές δεν τιμούνταν. Στην παρούσα περίπτωση είναι ο ίδιος που έδωσε εντολή στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα να μην πληρωθούν οι επιταγές για τον προαναφερόμενο λόγο. Ο λογαριασμός του κατηγορούμενου δεν καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π, γιατί οι επιταγές δεν κατατέθηκαν για πληρωμή πέραν από τις τρεις φορές. Ο Μ.Κ.3 στη Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Β, ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι ήταν ο διευθυντής στο πρακτορείο στοιχημάτων του παραπονούμενου για την περίοδο από το 2011 - 2012 και λόγω της ιδιότητας του αυτής τις περισσότερες ώρες που αυτό λειτουργούσε βρισκόταν εκεί και ως εκ τούτου έχει γνώση τον επίδικων γεγονότων. Ο κατηγορούμενος, όπως ανέφερε, επισκεπτόταν το πρακτορείο είτε για να παίξει σε ιπποδρομιακά και ποδοσφαιρικά στοιχήματα, είτε για να συναντήσει τον παραπονούμενο με τον οποίο είχε φιλική σχέση. Αρχές του Αυγούστου του 2012 ο κατηγορούμενος στην παρουσία του, ζήτησε από τον παραπονούμενο οικονομική βοήθεια ύψους €6.000,00, γιατί δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Ο παραπονούμενος δέχτηκε να τον βοηθήσει, όμως λόγω του ύψους του ποσού, τού είπε ότι θα του το κατέβαλλε τμηματικά. Κάθε δέκα του μήνα έβλεπε τον παραπονούμενο να δίνει τα χρήματα στον κατηγορούμενο και αυτός να του δίνει τις επιταγές. Παρά το γεγονός ότι οι δυο πρώτες επιταγές δεν τιμήθηκαν, εντούτοις ο παραπονούμενος μετά από πολύωρη συζήτηση που είχε με τον κατηγορούμενο, το περιεχόμενο της οποίας δεν γνωρίζει, του έδωσε και το υπόλοιπο ποσό. Ακόμη ανέφερε ότι επειδή ο παραπονούμενος είχε στο παρελθόν μηχανές παιγνίου σε «κατάστημα και/ή πρακτορείο», γνωρίζει ότι υπάρχει «προκατάληψη» εναντίον του παραπονουμένου. Όπως περαιτέρω ανέφερε, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ίδιος ήταν παρών, γνωρίζει ότι τα χρήματα δόθηκαν «νόμιμα» στον κατηγορούμενο αφενός λόγω της φιλίας των διαδίκων και της εμπιστοσύνης ότι ο κατηγορούμενος θα του επέστρεφε το ποσό. Στην ένορκη μαρτυρία του, ανέφερε επιπρόσθετα ότι ο παραπονούμενος δάνειζε και σε άλλα πρόσωπα λεφτά και ότι ο ίδιος τον ενημέρωσε ότι ο κατηγορούμενος του είχε ζητήσει €6.000,
  6. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι, είναι αρχές του 2012 που εργοδοτήθηκε στο πρακτορείο του παραπονούμενου και αποχώρησε τον Δεκέμβριο του
  7. Σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι δεν είχε εκδοθεί στο όνομα του άδεια βοηθού αποδέκτη και συμφώνησε ότι αυτή ήταν αναγκαία ώστε να είχε το δικαίωμα να ασκεί καθήκοντα διευθυντή στο πρακτορείο αλλά και να λειτουργεί τις μηχανές ποδοσφαιρικών στοιχημάτων. Κατά τον ίδιο χρόνο που εργοδοτούνταν στον παραπονούμενο, διατηρούσε και ο ίδιος πρακτορείο στοιχημάτων το όποιο λειτουργούσε για 15 χρόνια. Στο δικό του πρακτορείο, που βρισκόταν δίπλα από αυτό του παραπονουμένου, εργοδοτούσε ένα υπάλληλο, ενώ εργαζόταν και αυτός για κάποιες ώρες εκεί. Ανάμεσα στα καθήκοντα του στο πρακτορείο του παραπονούμενου, ήταν η εκτύπωση κουπονιών για ποδοσφαιρικά στοιχήματα για τα οποία πληρωνόταν φόρος και εκδιδόταν σχετική απόδειξη. Ερωτηθείς για την αναφορά του ότι, ο παραπονούμενος «τελεί υπό κατάσταση προκατάληψης» γιατί είχε στο παρελθόν μηχανές παιγνίου, απάντησε ότι τέτοιες μηχανές μπορεί να είχε στο άλλο του «μαγαζί» που είχε στην ίδιαν οδό το 2010 - 2011, το οποίο είχε κλείσει κατά την περίοδο της εργοδότησης του. Στην συνέχεια, και σε σχετικές ερωτήσεις εάν στο εν λόγω «μαγαζί» υπήρχαν παράνομες μηχανές, απάντησε ότι δεν γνώριζε τίποτε για το «μαγαζί» ούτε και εάν υπήρχαν σε αυτό μηχανές παράνομου παιγνίου. Κληθείς δε να εξηγήσει για ποιο λόγο στην κυρίως εξέταση του, Τεκμήριο Β, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος είχε στο παρελθόν μηχανές παιγνίου, είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει. Ανέφερε ακόμη ότι, ο λόγος που ο κατηγορούμενος ζήτησε δάνειο από τον παραπονούμενο ήταν γιατί γνώριζε πως ο παραπονούμενος παραχωρούσε δάνεια με σκοπό την εξασφάλιση τόκου. Σε υποβολή ότι εκτός από παράνομα στοιχήματα ο παραπονούμενος ασχολούνταν και με τοκογλυφία, ο μάρτυρας δήλωσε άγνοια για τα παράνομα στοιχήματα. Αρνήθηκε την θέση της υπεράσπισης ότι ήταν απών όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο τις €6.000,00 και ερωτηθείς για το περιεχόμενο της συμφωνίας, απάντησε ότι είναι από τον παραπονούμενο που πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε δάνειο €6.000,00 και ότι δεν γνώριζε ούτε τι λέχθηκε μεταξύ τους, ούτε το περιεχόμενο της συμφωνίας ούτε και πότε θα επέστρεφε ο κατηγορούμενος τα χρήματα. Δεν θυμόταν επίσης εάν ο παραπονούμενος είχε δώσει στον κατηγορούμενο την ημέρα που του ζήτησε το δάνειο οποιοδήποτε ποσό, αλλά θυμόταν ότι του τα είχε δώσει σταδιακά και ότι ήταν παρών και στις τέσσερις περιπτώσεις. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι ο παραπονούμενος είχε στο πρακτορείο του παράνομες μηχανές, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε «εάν είχε κάνει παράνομα στοιχήματα» με τον κατηγορούμενο ο παραπονούμενος. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι είναι αντιπρόσωπος ιπποδρομιακών στοιχημάτων και ότι για την περίοδο από το 2009 μέχρι και το 2014 ήταν συνέταιρος με τον παραπονούμενο στα ιπποδρομιακά στοιχήματα και είχε εγκαταστήσει στο πρακτορείο του μηχανή αλόγων της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας. Για να εξασφαλιστεί η εν λόγω άδεια διεξαγωγής ιπποδρομιακών στοιχημάτων, θα έπρεπε ο αιτητής να είναι καθαρού μητρώου και να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι επιθεωρητές της προαναφερόμενης Λέσχης ασκούσαν συχνούς ελέγχους στο πρακτορείο, για να διαπιστώσουν εάν υπήρχαν παράνομες μηχανές. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι στο πρακτορείο του παραπονουμένου πήγαινε δυο φορές την βδομάδα για να λειτουργήσει την μηχανή ιπποδρομιών. Γνώριζε ότι ο υπάλληλος που ασχολούνταν με τα ποδοσφαιρικά στοιχήματα εργάστηκε στο πρακτορείο για δυο έως τέσσερα χρόνια. Τον Μ.Κ.3, τον όποιο είδε σε κάποια στιγμή στην αίθουσα του Δικαστηρίου ενώ κατέθετε, πριν από αυτόν, τον γνώριζε «φατσικά» σαν πελάτη του πρακτορείου που πήγαινε για καφέ και για να παίξει στοιχήματα. Η συνεργασία του με τον παραπονούμενο σταμάτησε, επειδή μειώθηκε ο κύκλος εργασιών. Σε ερώτηση κατά πόσον ο παραπονούμενος έκανε τοκογλυφία, απάντησε ότι δεν γνώριζε και σε υποβολή ότι στο πρακτορείο έκαναν παράνομα στοιχήματα, απάντησε: «Δεν γνωρίζω εάν έκανε παράνομα στοιχήματα, εγώ έκανα την δουλειά μου στη μηχανή». Κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι από τις οκτώ φόρες τον μήνα που πήγαινε στο πρακτορείο, τον Μ.Κ.3 τον έβλεπε δυο με τρεις φορές. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Γ, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο παραπονούμενος διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων στο οποίο εκτός από τα νόμιμα στοιχήματα υπήρχαν και μηχανές για παράνομα στοιχήματα. Αυτές οι μηχανές ήταν ηλεκτρονικοί υπολογιστές και μπορούσε κάποιος να παίξει συγκεκριμένα παιγνίδια που είτε κέρδιζε είτε έχανε. Για να μπορούσε να παίξει ο πελάτης θα έπρεπε ο παραπονούμενος ή υπάλληλος του να πιστώσει σε μονάδες τον υπολογιστή ανάλογα με το ποσό που ο πελάτης πλήρωνε ή που του έκανε πίστωση ο παραπονούμενος. Όταν ο πελάτης κέρδιζε, ο παραπονούμενος του πλήρωνε το ποσό που του αναλογούσε στις μονάδες που αναφερόταν στον υπολογιστή. Ο παραπονούμενος επέτρεπε στους πελάτες του να παίζουν με πίστωση και κατέγραφε κάθε φορά που πίστωνε τον υπολογιστή με μονάδες το ποσό που αναλογούσε σε τέτοια πίστωση. Όσοι πελάτες δεν πλήρωναν πριν από την πίστωση των μονάδων, πλήρωναν στο τέλος είτε τοις μετρητοίς είτε με επιταγές που θα μπορούσαν να ήταν και μεταχρονολογημένες. Δεν ήταν, όπως ανέφερε, «τακτικός» πελάτης στο πρακτορείο και ενώ στις αρχές πλήρωνε για να «παίξει», στη συνέχεια «έπαιζε» με πίστωση δίνοντας μετά στον παραπονούμενο μεταχρονολογημένες επιταγές. Περί τα τέλη του 2010, όταν οι πιστώσεις του από τις πιο πάνω μηχανές ανήλθαν στο ποσό των €10.000,00 εξέδωσε επιταγή για €11.000,00 η οποία δεν τιμήθηκε με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του την οποία στη συνέχεια απέσυρε, αφού του είχε καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 πιστό αντίγραφο της προαναφερόμενης αγωγής με αριθμό 606/2011 και ως Τεκμήριο 6 το πρακτικό του Δικαστηρίου για την απόρριψη της ως διευθετηθείσας. Όσον αφόρα στις επίδικες επιταγές θέση του ήταν ότι ποτέ δεν ζήτησε από τον παραπονούμενο να του δανείσει χρήματα και ότι αυτές αφορούσαν πίστωση που προήλθε από παιγνίδια στις μηχανές που έλαβαν χώρα τον Ιούνιο ή Ιούλιο του
  1. Το χρέος του από αυτά τα παράνομα στοιχήματα στις μηχανές ανήλθε στο ποσό των €5.500,00 και ο παραπονούμενος τού ζήτησε να του εκδώσει τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές των €1.500,00 η κάθε μια, πληρωτέες την 10η ημέρα κάθε μήνα από τον Αύγουστο του
  2. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι εκτός από τα ποδοσφαιρικά και ιπποδρομιακά στοιχήματα δεν υπήρχαν άλλα νόμιμα στοιχήματα και ότι σε αντίθεση με τα παράνομα, για τα νόμιμα στοιχήματα καταβαλλόταν φόρος και εκδίδονταν αποδείξεις. Η πληρωμή για τα νόμιμα στοιχήματα γινόταν τοις μετρητοίς ενώ για τα παράνομα μπορούσε να γίνει στο τέλος του παιγνιδιού είτε με μετρητά είτε με επιταγές που θα μπορούσαν να είναι μεταχρονολογημένες. Γνώριζε, όπως ανέφερε, ότι παρά το γεγονός ότι δεν δικαιούνταν τα πρακτορεία να έχουν υπολογιστές παράνομων στοιχημάτων, όλα σχεδόν είχαν και ότι σε περίπτωση καταγγελίας οι ιδιοκτήτες πλήρωναν, μέχρι την ψήφιση του Νόμου, ένα μικρό πρόστιμο. Δέχθηκε ότι λόγω του εθισμού του στον ηλεκτρονικό τζόγο έχασε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, αρνήθηκε όμως την θέση του συνηγόρου του παραπονομένου ότι δανειζόταν λεφτά για να παίξει σε παράνομα στοιχήματα. Στο πρακτορείο του παραπονουμένου, με τον όποιο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, πήγαινε τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα και ήταν ο μόνος που του επέτρεπε να παίζει παράνομα στοιχήματα με πίστωση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα χρήματα που του έδωσε ο παραπονούμενος το 2010 τα χρησιμοποίησε για ιπποδρομιακά στοιχήματα λόγω του εθισμού που είχε στον ιππόδρομο, επιμένοντας ότι μόνο στον ηλεκτρονικό τζόγο ήταν εθισμένος. Απέρριψε επίσης την υποβληθείσα θέση ότι ζήτησε δάνειο από τον παραπονούμενο για να «παίξει» νόμιμο στοίχημα σε άλλο πρακτορείο, επιμένοντας στην θέση του ότι, το ποσό των €6.000,00 για το όποιο εξέδωσε τις επίδικες επιταγές προήλθε από στοιχήματα σε παράνομες μηχανές και ότι είναι γι' αυτόν τον λόγο που αρνείται να το πληρώσει. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε, κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). O παραπονούμενος (Μ.Κ.1) δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του ότι, οι επίδικες επιταγές αφορούσαν δάνειο που παραχώρησε στον κατηγορούμενο. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε πολλά σημεία η μαρτυρία του ήταν αόριστη, ασαφής και αντιφατική, ενώ σε ουσιώδη σημεία της καταρρίφθηκε από την μαρτυρία που ο ίδιος προσκόμισε. Επανειλημμένα επίσης απέφευγε να απαντήσει ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, προβάλλοντας συχνά ως δικαιολογία ότι δεν θυμόταν. Στο σημείο αυτό σημειώνω και την διάσταση στην εκδοχή του παραπονουμένου, ότι δηλαδή δάνεισε τον κατηγορούμενο για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε, με τη θέση που ο συνήγορος του παραπονούμενου υπέβαλε στον κατηγορούμενο, ότι δηλαδή τα χρήματα που δανείστηκε τα χρησιμοποίησε για σκοπούς στοιχημάτων σε άλλο πρακτορείο. Οι αναφορές του προς υποστήριξη της εκδοχής του ότι οι επίδικες επιταγές προέρχονται από δάνειο που παραχώρησε στον κατηγορούμενο για να αντιμετωπίσει οικονομικά του προβλήματα, στερούνται πειστικότητας, είναι αντιφατικές και αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος είχε άμεση ανάγκη δανείου ύψους €6.000,00 κλονίζεται από την θέση του ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του δοθεί το ποσό τμηματικά. Επιπρόσθετα, εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα: Ποια η σκοπιμότητα να δανείζεται ο κατηγορούμενος €1.500,00 κάθε μήνα και ταυτόχρονα να εκδίδει επιταγή πληρωτέα την ίδια ημέρα, για το ίδιο ποσό. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι εάν ο κατηγορούμενος είχε διαθέσιμο στον λογαριασμό του το ποσό που δανειζόταν την συγκεκριμένη ημέρα, δεν θα είχε ανάγκη για δανεισμό. Δεν αντέχει επίσης στη βάσανο της λογικής το γεγονός ότι, ενώ γνώριζε πως η πρώτη επιταγή, Τεκμήριο 1 δεν τιμήθηκε, ακόμα και όταν αυτή κατατέθηκε τρεις φορές στην Τράπεζα, προχώρησε στη δεύτερη καταβολή του ποσού των €1.500,00 παραλαμβάνοντας την δεύτερη επιταγή, Τεκμήριο 2 και ακολούθως έδωσε για τρίτη φορά το ποσό των €1.500,00 γνωρίζοντας ότι οι πρώτες δυο επιταγές δεν τιμήθηκαν. Ακολούθως και χωρίς να καταθέσει στην Τράπεζα την τρίτη επιταγή, Τεκμήριο 3, κατέβαλε και το τελευταίο ποσό των €1.500,
  1. Αυτό που λογικά θα αναμενόταν από τον παραπονούμενο, έχοντας κατά νου και την σημασία που απέδιδε στην συνέπεια του κατηγορουμένου, ήταν να μην προχωρήσει στην καταβολή περαιτέρω ποσού μετά την μη εξαργύρωση της πρώτης επιταγής. Περαιτέρω η θέση του διασαλεύεται και από τα Τεκμήρια 5 και 6, τα οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα οποία κατά τον επίδικο χρόνο εκκρεμούσε αγωγή την οποία καταχώρησε ο παραπονούμενος εναντίον του, η οποία διευθετήθηκε το
  2. Συνεπώς στερείται πειστικότητας η θέση του ότι ήθελε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο στηριζόμενος στην συνέπεια του αφ' ης στιγμής εκκρεμούσε η πιο πάνω αγωγή. Συνακόλουθα στερείται πειστικότητας και η αναφορά του ότι ήθελε τα χρήματα που θα τού έδινε, να εξασφαλίζονταν με την έκδοση και παράδοση των επιταγών. Η λογική υπαγορεύει ότι δεν θα έπρεπε να του καταβάλει άλλο ποσό μετά την μη εξαργύρωση της πρώτης επιταγής. Η αναφορά του επίσης ότι δεν κατέθετε τις επιταγές στην Τράπεζα την ημέρα που αυτές ηταν πληρωτέες, γιατί ήθελε να δώσει πίστωση χρόνου στον κατηγορούμενο, θα ήταν κατανοητή στην περίπτωση που η κάθε επιταγή εξαργυρωνόταν πριν την καταβολή της επόμενης δόσης. Επιπρόσθετα, όπως έχω ήδη προαναφέρει ο παραπονούμενος περιέπεσε σε αντιφάσεις και σε αρκετά σημεία η μαρτυρία του καταρρίφθηκε και από μάρτυρα που κάλεσε για να αποδείξει την υπόθεση του. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα: Ενώ ανέφερε ότι ο Μ.Κ.3 εργαζόταν ως διευθυντής στο πρακτορείο, από την μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο οποίος ήταν συνέταιρος στο πρακτορείο, προκύπτει ότι δεν ήταν διευθυντής και εργαζόμενος σε αυτό αλλά μόνο πελάτης. Σημειώνεται επίσης ότι ενώ αρχικά κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι, είναι ο κατηγορούμενος που του ζήτησε την τμηματική καταβολή του ποσού των €6.000,00, στην συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι επειδή ο ίδιος δεν είχε την δυνατότητα να καταβάλει άμεσα ολόκληρο το ποσό στον κατηγορούμενο, γι' αυτό κατέληξαν στον διακανονισμό της τμηματικής καταβολής. Για τους λόγους που εξήγησα δεν δέχομαι την εν γένει εκδοχή του παραπονουμένου, την οποία καταρρίπτω ως αναξιόπιστη και αναληθή. Από την μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο τα ακόλουθα: O παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων στη Πάφο και ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του τις επίδικες επιταγές οι οποίες αν και κατατέθηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν. Από την όλη παρουσία του Μ.Κ.2 στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι ο τελευταίος προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε επί του οποιουδήποτε ζητήματος και δη επί του ουσιώδους ζητήματος της παρουσίασης των επιταγών για πληρωμή και της μη τίμησης τους λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Συνακόλουθα κρίνω τον μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστο γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 δεν μου προξένησε θετική εντύπωση και δεν έχω πεισθεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Οι απαντήσεις του δεν ήταν άμεσες και σαφείς και έδινε την εντύπωση ότι απέφευγε να απαντήσει, για να μην προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση του παραπονουμένου, με τον οποίο συνδέεται μέχρι σήμερα φιλικά, όπως επίσης και για να προστατεύσει τον εαυτό του. Η προσπάθεια του να πείσει, ότι γνώριζε τα επίδικα γεγονότα, αφού κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στον πρακτορείο του παραπονουμένου και βρισκόταν εκεί τις περισσότερες ώρες που αυτό λειτουργούσε, καταρρίφθηκε από την μαρτυρία του Μ.Κ.4 ο οποίος, όντας συνέταιρος κατά τον επίδικο χρόνο του παραπονουμένου, ανέφερε ότι τον γνώριζε «φατσικά» σαν ένα από τους πελάτες του πρακτορείου που πήγαινε για καφέ και για να παίξει στοιχήματα. Κατά την επανεξέταση του ο Μ.Κ.4, διευκρίνισε περαιτέρω ότι από τις 8 φόρες τον μήνα που πήγαινε ο ίδιος στο πρακτορείο του παραπονουμένου, συναντούσε τον Μ.Κ.3, 2 έως 3 φορές. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.3, στα κύρια σημεία της οποίας έχω αναφερθεί πιο πάνω, υπάρχουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τις εξής: Ενώ στην Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Β, ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών στη συνάντηση που ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο τις €6.000,00, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι από τον παραπονούμενο που το πληροφορήθηκε. Ενώ στην Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Β αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης συμφωνίας, όπως το ύψος του ποσού του δανείου, τον τρόπο καταβολής και εξόφλησης του, εκφράζοντας μάλιστα και την άποψη ότι «αν ο παραπονούμενος εκπλήρωνε την συμφωνία που έκανε με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος δεν θα έφτανε στα Δικαστήρια», κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνώριζε τίποτε για το θέμα, ούτε τι λέχθηκε μεταξύ τους ούτε και πότε θα επέστρεφε τα χρήματα ο κατηγορούμενος. Ενώ στην Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Β, ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν νόμιμη συναλλαγή και ότι δεν θα πρέπει να συνδεθούν με τις παράνομες μηχανές παιγνίου που είχε στο παρελθόν ο παραπονούμενος σε «μαγαζί» του και ενώ ανέφερε αρχικά κατά την αντεξέταση του ότι αυτές οι μηχανές υπήρχαν σε διπλανό «μαγαζί» που ανήκε στον παραπονούμενο και λειτουργούσε το 2010 - 2011, στη συνέχεια αποφεύγοντας να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν σε αυτό το μαγαζί υπήρχαν μηχανές, το είδος των μηχανών όπως επίσης δεν γνώριζε τίποτε γι' αυτό το μαγαζί. Επίσης ενώ ισχυριζόταν ότι, ήταν ο διευθυντής στο πρακτορείο του παραπονουμένου στο οποίο δούλευε τις περισσότερες ώρες που ήταν ανοικτό, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δούλευε εκεί κάποιες ώρες και απλώς τον βοηθούσε στις μηχανές ποδόσφαιρου. Η θέση του επίσης ότι δεν διεξάγονταν παράνομα στοιχήματα στο πρακτορείο του παραπονούμενου κατά την διάρκεια της εργοδότησης του, δεν παρέμεινε μέχρι το τέλος της σταθερή. Χαρακτηριστικά είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα της μαρτυρίας του κατά την αντεξέταση του: «Α: Δεν ξέρω κύριε εάν γύριζε σε άλλα πρακτορεία. Σου λέω μπορεί να γύριζε σε άλλα πρακτορεία, στο τέλος κατέληξε στον Γιώργο τζιαμέ. Ε: Που είχε και εκείνος παράνομα; Α: Δεν γνωρίζω .................................... Ε: Άδειες είχε κύριε, αλλά ούλλοι είχαν άδειες, εκτός από τις άδειες κάνουν και τα παράνομα παιχνίδια. Δεν είναι έτσι; Α: Δεν γνωρίζω κύριε Κορακίδη εάν είχε κάνει παράνομα στοιχήματα μαζί με τον Παντελή ο Γιώργος Χριστοφόρου εάν έκαναν μαζί κάποια παράνομα παιχνίδια. Εγώ δεν γνώριζα. Εγώ ήμουν εκεί δουλειά, γνώριζα τον άνθρωπο που έρχετουν εκεί γνωστός μου κτλ. .................................... E: Σου υποβάλλω ότι ο Γιώργος Χριστόφορου εκτός από παράνομα στοιχήματα ασχολήθηκε και με τοκογλυφία. Τι λες; Α: Δεν γνωρίζω εάν έκανε παράνομα στοιχήματα. Το λέω. Εγώ εκεί που ήμουν είχε μηχανές βοηθού αποδέκτη ιπποδρομιακών στοιχημάτων και ποδόσφαιρα. Τώρα εάν έκανε αυτός στοιχήματα παράνομα που δεν τα γνώριζα δεν μπορώ να αναφερθώ. » Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η μαρτυρία του παρουσίαζε αντιφάσεις και ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποποιηθεί οποιασδήποτε τυχόν ευθύνης για την διεξαγωγή παράνομων στοιχημάτων. Διαφάνηκε επίσης ότι δεν είχε προσωπική γνώση για τις συνθήκες έκδοσης των επιταγών αφού οι αναφορές του απέρρεαν από τα όσα ο παραπονούμενος του ανέφερε. Υπό το φώς των πιο πάνω κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και απορρίπτω την μαρτυρία του στην ολότητα της Ο Μ.Κ.4 ήταν τυπικός μάρτυρας και ουσιαστικά η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα την αποδέχομαι. Από την μαρτυρία του κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω τα εξής: Κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας υποστήριξε ότι, στο πρακτορείο γίνονταν έλεγχοι από την Λέσχη Ιπποδρομιών για την εξακρίβωση κατά πόσον πληρούνταν τα κριτήρια που ανέφερε καθώς και την εξακρίβωση ύπαρξης παράνομων μηχανών. Όμως ο μάρτυρας δεν διασαφήνισε αν και κατά πόσον οι έλεγχοι για παράνομες μηχανές περιορίζονταν μόνο στην διεξαγωγή ιπποδρομιακών στοιχημάτων αφ' ης στιγμής οι έλεγχοι γίνονταν από την προαναφερόμενη Λέσχη. Όμως όπως και να έχει, ο μάρτυρας δεν ανέφερε ποιο ήταν το αποτέλεσμα των ελέγχων αυτών. Από τούτο δε, δεν συνάγεται δίχως άλλο ότι κατά τους ελέγχους που διενεργούνταν δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη παράνομων μηχανών. Χαρακτηριστική δε είναι η δήλωση του επί του προκειμένου κατά την αντεξέταση του, όταν ερωτηθείς κατά πόσο διενεργούνταν παράνομα στοιχήματα στο πρακτορείο, δήλωσε άγνοια αναφέροντας ότι αυτός ασχολούνταν με την δική του μηχανή. Ο κατηγορούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα. Δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας από το Δικαστήριο και ούτε περιέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του ότι ποτέ δεν δανείστηκε οποιοδήποτε ποσό από τον παραπονούμενο και ότι οι επίδικες επιταγές, τις οποίες εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου και τις οποίες αρνείται να πληρώσει, προήλθαν από χρέος που δημιουργήθηκε από στοιχήματα σε παράνομες μηχανές. Η θέση του ότι, είναι περί τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2012 που παρέδωσε στον παραπονούμενο τις επίδικες επιταγές, παρέμεινε αναντίλεκτη. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου από την πλευρά του παραπονουμένου ενισχύει την θέση του κατηγορουμένου ότι οι επίδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν στις ημερομηνίες που ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκαν. Επίσης η θέση του ότι ο παραπονούμενος συνήθιζε να του παραχωρεί πίστωση για να στοιχηματίζει σε παράνομες μηχανές, όχι μόνο δεν κλονίστηκε, αλλά επιβεβαιώθηκε μέσα από την γραμμή αντεξέτασης του. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την μαρτυρία του. «Ε. Που σημαίνει από την στιγμή που είσασταν άνεργος, εμπαίνετε και σε διαδικασία επι πιστώσει τζαι από τα υπόλοιπα πρακτορεία; Α. Όχι, οι άλλοι δεν έκαναν πίστωση. Ε. Μόνο στη δική μας περίπτωση; Α. Μόνο στη δική σας περίπτωση. Ε. Σας υποβάλλω ότι δεν είναι μόνο στην δική μας περίπτωση. Α. Είναι μόνο στη δική σας περίπτωση. Ε. Σου υποβάλλω ότι λόγω του ότι ήσουν εθισμένος έπαιζες και σε άλλα επι πιστώσει, εάν είναι όπως μας τα λες τώρα, όπως και στη δική μας περίπτωση. Α. Όχι οι άλλοι δεν μου έκαναν πίστωση, μόνο ο παραπονούμενος μου έκανε πίστωση.» Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι η προαναφερθείσα γραμμή αντεξέτασης του συνηγόρου του παραπονουμένου πλήττει την θέση του παραπονούμενου ότι, για να στοιχημάτιζε κάποιος πελάτης στο πρακτορείο του θα έπρεπε να είχε χρήματα, οικονομική ευχέρεια και ότι το ποσό που θα μπορούσε να χάσει δεν ξεπερνούσε τα €100,
  3. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του κατηγορούμενου, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 5 και 6, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του παραπονούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων στην Πάφο, στο οποίο υπήρχαν μηχανές - ηλεκτρονικοί υπολογιστές στις οποίες οι πελάτες επιδίδονταν σε παιγνίδια. Για να παίξει κάποιος πελάτης σε αυτές, ο παραπονούμενος ή υπάλληλος του, πίστωνε σε μονάδες τον υπολογιστή ανάλογα με το ποσό που πλήρωνε ή που του έκανε πίστωση ο παραπονούμενος. Από τις μηχανές αυτές ο πελάτης είτε κέρδιζε είτε έχανε. Όταν ο πελάτης κέρδιζε, ο παραπονούμενος του πλήρωνε το ποσό που του αναλογούσε στις μονάδες που αναφερόταν στον υπολογιστή. Ο παραπονούμενος επέτρεπε στους πελάτες του να παίζουν με πίστωση και κατέγραφε κάθε φορά που πίστωνε τον υπολογιστή με μονάδες, το ποσό που αναλογούσε σε τέτοια πίστωση. Όσοι πελάτες δεν πλήρωναν πριν από την πίστωση των μονάδων, πλήρωναν στο τέλος είτε τοις μετρητοίς είτε με επιταγές που θα μπορούσαν να ήταν και μεταχρονολογημένες. Ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης στο πρακτορείο του παραπονουμένου και ενώ στις αρχές πλήρωνε τοις μετρητοίς για να «παίξει», στη συνέχεια «έπαιζε» με πίστωση και όταν έχανε παρέδιδε στον παραπονούμενο μεταχρονολογημένες επιταγές. Περί τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2012, σε μία περίπτωση ο κατηγορούμενος επιδόθηκε στο παιγνίδι που αναφέρεται πιο πάνω, παίζοντας σε μία μηχανή - ηλεκτρονικό υπολογιστή στο πρακτορείο του παραπονουμένου, στο οποίο έχασε και από αυτό προέκυψε οφειλή ύψους €5.500,00 για την αποπληρωμή της οποίας ο παραπονούμενος απαίτησε από τον κατηγορούμενο το ποσό των €6.000,
  4. Κατόπιν τούτου ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος τoυ παραπονούμενου τέσσερις επιταγές επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΝΘΗΣ. Την επιταγή υπ' αριθμόν 37496351, για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.8.2012, την επιταγή υπ΄αριθμόν 37496352, για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.9.2012, την επιταγή υπ' αριθμόν 37496353 για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.10.2012 και την επιταγή υπ' αριθμόν 37496354 για το ποσόν των €1.500,00 και πληρωτέα στις 10.11.
  5. Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στη Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα μετά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες και κατόπιν εντολών της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΝΘΗΣ, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτες. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος, κατηγορείται για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Με βάση τα ευρήματα μου, κρίνω ότι ο παραπονούμενος έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου τις επίδικες επιταγές οι οποίες ενώ παρουσιάσθηκαν στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα για πληρωμή, κατόπιν εντολών της πληρώτριας Τράπεζας, Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΝΘΗΣ, δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και ότι μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτες. Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι και ο συνήγορος του κατηγορουμένου δέχθηκε, μέσω της γραπτής αγόρευσης του, ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Με δεδομένη την πιο πανω κατάληξη μου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει πετύχει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 το οποίο ορίζει τα εξής: «
(6)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο». Αποτελεί σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορουμένου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Ο συνήγορος του κατηγορουμένου υποστήριξε ότι η συναλλαγή στη βάση της οποίας προέκυψε η οφειλή για την αποπληρωμή της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, είναι παράνομη καθότι προήλθε από την χρήση απαγορευμένης μηχανής τυχερού παιγνιδιού. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η χρήση τέτοιας μηχανής είναι παράνομη και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να κριθεί ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης με βρίσκει σύμφωνη. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 4 του Περί Μηχανών Παιγνιδιού, Μηχανών Επιδεξιότητας και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμο του 1996
(32)(Ι)/1996), ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί: 4.-
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) Χειρίζεται ή θέτει σε λειτουργία μηχανή τυχερού παιγνιδιού ή μετέχει σε συνάθροιση με σκοπό το χειρισμό ή τη λειτουργία μηχανής τυχερού παιγνιδιού˙ ή (β) έχει υπό τον έλεγχο ή την κατοχή του μηχανή τυχερού παιγνιδιού˙ ή (γ) εισάγει ή κατασκευάζει μηχανή τυχερού παιγνιδιού, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δυό χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές και το Δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα από οποιαδήποτε ποινή να διατάξει την κατάσχεση της μηχανής σε σχέση με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα.
(2)Για σκοπούς του άρθρου αυτού "μηχανή τυχερού παιγνιδιού" σημαίνει μηχανή που αποβλέπει σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, ανεξάρτητα από το αν παρέχει ταυτόχρονα δυνατότητες παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας ή όχι, και που δεν είναι μηχανή παιγνιδιού ή μηχανή ψυχαγωγίας, περιλαμβάνει δε τις μηχανές που είναι γνωστές με τα ακόλουθα ονόματα ή παρόμοιες τους ή παραλλαγή τους: (α) Μηχανές τύπου πόκερ ή άλλου παρόμοιου παιγνιδιού με τραπουλόχαρτα ή άλλες παραλλαγές ή παραστάσεις˙ (β) μηχανές ιπποδρομιών ή μηχανές με αγώνες δρόμου ή ταχύτητας, όπως σκύλων, αυτοκινήτων ή άλλων˙ (γ) μηχανές που είναι γνωστές ως μηχανές με φρουτάκια ή με παρόμοιες ή άλλες παραστάσεις ή σχήματα ή γράμματα ή χρώματα˙ (δ) μηχανές "μπίγκο" (bingo), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσαρμογή ή προσθήκη που τείνει να τις εξομοιώσει ή τις εξομοιώνει με άλλο τύπο μηχανής˙ (ε) μηχανές "γερανός"˙ (στ) μηχανές προμήθειας αντικειμένων που βρίσκονται μέσα σ' αυτές, εκτός αν η απλή τοποθέτηση κέρματος εξασφαλίζει αυτόματα την προμήθεια αντικειμένου ίσης χρηματικής αξίας˙ (ζ) μηχανές που έχουν τη δυνατότητα μηδενισμού οποιουδήποτε αποτελέσματος ή ένδειξης και μεταφοράς των πληροφοριών αυτών σε μνήμη, είτε από το χειριστή είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο˙ (η) οποιαδήποτε άλλη μηχανή τυχερού παιγνιδιού που κατά την κρίση του δικαστηρίου που εκδικάζει το αδίκημα είναι παραλλαγή οποιασδήποτε άλλης μηχανής τυχερού παιγνιδιού˙ (θ) οποιοδήποτε εξάρτημα ή προσάρτημα ή λογισμικό πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί και να λειτουργήσει μέσω οθόνης. Από τα ευρήματα μου προκύπτει ότι η μηχανή - ηλεκτρονικός υπολογιστής την οποία ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο πρακτορείο του παραπονουμένου και από την οποία προέκυψε η οφειλή των €5.500,00 προς τον παραπονούμενο και για την αποπληρωμή της οποίας ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επιταγές, ήταν μηχανή που αποβλέπει στο κέρδος και εμπίπτει εντός της έννοιας του άρθρου 4
(2)του προαναφερόμενου Νόμου, ο χειρισμός και η λειτουργία της οποίας αποτελεί αδίκημα που αντίκειται στο άρθρο 4
(1)του ίδιου Νόμου. Συνακόλουθα από τα πιο πάνω επίσης προκύπτει ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν για συναλλαγή που αντίκειται στις πρόνοιες της συγκεκριμένης Νομοθεσίας. Υπό το φώς των πιο πάνω ο κατηγορούμενος έχει πετύχει να αποδείξει την υπεράσπιση που θέτει η παράγραφος 6 του άρθρου 305(Α). Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη μου ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο για παράνομη συναλλαγή στην οποία εμπλεκόμενος ήταν και ο ίδιος, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της μη επιδίκασης εξόδων προς όφελος του. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.