Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φρόσως Ευριπίδου Ζαυρίδου, Αρ. Υπόθεσης: 13242/12, 4/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13242/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φρόσως Ευριπίδου Ζαυρίδου Κατηγορούμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4.1.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Περγαντή Για την Κατηγορούμενη: κα Φλωράκη Κατηγορούμενη: παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 12.7.2010 και 15.8.2010, στην Κάτω Πάφο έκλεψε από την καφετέρια με την ονομασία «BUENA», ένα ψυγείο παγωτού, μάρκας «FRAMEL X090», αξίας €600,00, μία διπλή μηχανή παρασκευής καφέ, μάρκας «GRUPPO», αξίας €2.000,00, μία μηχανή άλεσης καφέ, μάρκας «GRINDER», αξίας €200,00 και ένα αφαλατωτή νερού, αξίας €200,00, περιουσία του Χαράλαμπου Γεωργίου από την Πάφο. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον παραπονούμενο Χαράλαμπου Γεωργίου και το Βαρνάβα Ιωάννου (Μ.Κ.1 και 2, αντίστοιχα). Η ουσία της μαρτυρίας του παραπονούμενου Χαράλαμπου Γεωργίου (Μ.Κ.1) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του, ημερομηνίας 17.11.2010 (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το μάρτυρα για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Σ' αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Αρχές Ιουλίου, 2010, ο επιθεωρητής της εταιρείας του (Μ.Κ.2) ήρθε σε συμφωνία με τους διαχειριστές της καφετέριας «BUENA», στην Κάτω Πάφο, για να τους προμηθεύουν καφέ και παγωτό. Όπως και με τους άλλους πελάτες έτσι και με την εν λόγω καφετέρια ακολούθησαν την ίδια πολιτική. Δηλαδή, εκτός από τα προϊόντα με τα οποία του προμήθευσαν, στις 12.7.2010, τους χρέωσαν και με τα τέσσερα αντικείμενα που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη ότι έκλεψε στον ουσιώδη χρόνο. Η παράδοση των εν λόγω αντικειμένων στην καφετέρια είχε γίνει από το Μ.Κ.
- Ο τελευταίος, ένα με ενάμισι περίπου μήνα μετά, τον πληροφόρησε πως είχε κλείσει η καφετέρια. Παρόλο που ο Μ.Κ.2 του είχε πει ότι διαχειριστής της καφετέριας ήταν κάποιος Ελλαδίτης, ονόματι Άρης, ο ίδιος γνώριζε ότι ιδιοκτήτρια της καφετέριας ήταν η κατηγορούμενη. Έτσι ζήτησε από τον αδελφό του να την εντοπίσει και να φροντίσει να τους επιστραφεί η επίδικη περιουσία του. Εν τέλει, την εντόπισε ο Μ.Κ.2, στον οποίο ανάφερε πως δεν ήξερε που βρίσκονταν οι μηχανές, ισχυριζόμενη ότι δυο μέρες μετά που είχε κλείσει η καφετέρια, διαπράχθηκε κλοπή, με αποτέλεσμα να κλαπεί και η επίδικη περιουσία. Προσωπικά ο ίδιος, δεν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια για να εντοπίσει την περιουσία του, αλλά πίεζε το Μ.Κ.2 να τη βρει, καθιστώντας τον υπεύθυνο για την επιστροφή της. Απαντώντας και σε διάφορες ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Το έγγραφο με τίτλο «ΔΕΛΤΙΟΝ ΧΡΕΩΣΗΣ ΨΥΓΕΙΩΝ» (τεκμήριο 2) καταγράφει όλα τα αντικείμενα που κατάγγειλε ότι έχουν κλαπεί. Γνωρίζει την κατηγορούμενη. Νομίζει ότι παλιά είχαν συνεργασία μαζί. Για τα κλαπέντα αντικείμενα δεν είχε οποιαδήποτε συμφωνία μαζί της. Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τ' ακόλουθα: Αναφορικά με τον ισχυρισμό του - από τη γραπτή κατάθεσή του - ότι αρχές Ιουλίου του 2010, ο Μ.Κ.2, του είπε πως ήρθε σε συμφωνία με τους διαχειριστές της καφετέριας «BUENA», για να τους προμηθεύσουν καφέ, ερωτηθείς εάν ρώτησε το μάρτυρα εκείνη τη στιγμή, ποιοι ήταν οι διαχειριστές της καφετέριας, «Όχι, επειδή ήξερα ότι ήταν η κυρία» απάντησε. Ωστόσο, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, όταν παρέδωσε τα επίδικα αντικείμενα δεν επισκέφτηκε την καφετέρια. Απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ.2, του είπε ότι διευθυντής της καφετέριας θα είναι κάποιος Ελλαδίτης, ο οποίος και θα δουλεύει την καφετέρια. Στην υποβολή ότι την επίδικη περίοδο, τη διαχείριση της καφετέριας είχε ο Αριστοτέλης Θωμαΐδης από την Ελλάδα, γνωστός ως Άρης, μαζί με το Μ.Κ.2, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ήξερε ότι ο Ελλαδίτης ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης στο υποστατικό. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει ποιος παρέλαβε τα επίδικα αντικείμενά του, απάντησε αρνητικά. Στην υποβολή ότι τα παρέλαβε ο υπάλληλός του, Μ.Κ.2, ισχυρίστηκε πως δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος τα παρέλαβε. Τέλος, στην υποβολή ότι είναι αυθαίρετο το συμπέρασμά του ότι η κατηγορούμενη είχε οποιαδήποτε σχέση με την επιχείρηση στην οποία παραδόθηκαν τα αντικείμενά του, απάντησε ως εξής: «Στο υποστατικό δεν ξέρουμε εμείς τι συμφωνίες κάνουν με τον κάθε υπάλληλό τους. Ήταν υπάλληλός τους, δούλευε εκεί, τώρα τι συμφωνίες έκανε δεν μπορώ να ξέρω. Εγώ έστειλα τα μηχανήματά μου στο συγκεκριμένο υποστατικό.» Ο Βαρνάβας Ιωάννου (Μ.Κ.2) στη δική του κατάθεση (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Κατά τον Ιούλιο του 2010, του τηλεφώνησε ο Άρης Θωμαΐδης, ο οποίος εργαζόταν στην καφετέρια «BUENA», με εργοδότη την κατηγορούμενη και του είπε ότι αυτή χρωστούσε πολλά χρήματα στην εταιρεία που τους προμήθευε καφέ και παγωτό και πως δεν μπορούσαν να πάρουν άλλα προϊόντα με πίστωση. Παράλληλα, του ζήτησε να αρχίσουν μία συνεργασία και να προμηθεύονται καφέ από την εταιρεία που εργαζόταν ο ίδιος. Αφού το ανάφερε στους εργοδότες του και τους διαβεβαίωσε ότι δε θα υπήρχε πρόβλημα, καθότι ο Άρης είχε πείρα σε τέτοιου είδους δουλειά, οπότε η καφετέρια θα πήγαινε καλά, έτσι, στις 12.7.2010 παρέδωσε στον τελευταίο την επίδικη - κλαπείσα - περιουσία. Το ίδιο διάστημα, ο Άρης, του είπε ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας που είχε κάνει με την κατηγορούμενη διαχειριζόταν αποκλειστικά ο ίδιος την καφετέρια. Παράλληλα, του ζήτησε να το βοηθά τα βράδια στην καφετέρια, πράγμα που έκανε για ένα περίπου μήνα, χωρίς να πληρώνεται. Ο Άρης, του είχε δώσει και κλειδί σε περίπτωση που συνέβαινε οτιδήποτε, το οποίο του επέστεψε όταν είχε σταματήσει να πηγαίνει στην καφετέρια. Το κλειδί, το είχε τοποθετήσει σε συγκεκριμένο σημείο στην καφετέρια και ενημέρωσε τον Άρη, ο οποίος το παρέλαβε. Λίγο πριν τα μέσα Αυγούστου, 2010 πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς από τον Άρη, ότι η κατηγορούμενη τον είχε ενημερώσει ότι ήθελε να κλείσει την καφετέρια. Του είπε ακόμη ο Άρης, ότι έπρεπε να πάει εκεί για να παραλάβει τις μηχανές της εταιρείας τους. Την επομένη ακριβώς, του τηλεφώνησε ξανά ο Άρης και του είπε ότι η κατηγορούμενη πήγε στο καφέ και το έκλεισε και ότι ό ίδιος της παράδωσε τα κλειδιά που κρατούσε. Μια περίπου βδομάδα αργότερα πέρασε από την καφετέρια και διαπίστωσε πως ήταν κλειστή. Όταν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με την κατηγορούμενη, τηλεφωνικώς, μέσω του συζύγου της, αυτή ισχυρίστηκε ότι δυο μέρες μετά που είχε κλείσει την καφετέρια, έγινε κλοπή και κλάπηκε από μέσα, ό,τι υπήρχε, μεταξύ αυτών και οι μηχανές της εταιρείας που εργάζεται ο ίδιος. Ουδέποτε είχε μιλήσει μαζί της για το θέμα. Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ανάφερε και τα εξής: Η επιστροφή του κλειδιού έγινε όταν η καφετέρια ήταν ανοιχτή. Νομίζει ότι το είχε βάλει στην ταμειακή μηχανή. Όταν παρέδωσε τα επίδικα αντικείμενα, η κατηγορούμενη δεν ήταν παρούσα. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από την κα Φλωράκη: Ο Άρης του είχε ζητήσει να του πάρει την επίδικη περιουσία στην καφετέρια. Αυτός ήταν και ο υπεύθυνος εκεί κατά την παράδοση και παραλαβή της. Όταν κάποια βράδια το βοηθούσε στην καφετέρια, εκεί δούλευαν 4 με 5 άτομα. Απ' ό,τι του είχε πει ο Άρης, κλειδί της καφετέριας είχε τότε και η καθαρίστρια η οποία ερχόταν το πρωί να καθαρίσει. Τα επίδικα μηχανήματα ήταν πίσω από το bar. Εν τέλει συμφώνησε ότι από το δημόσιο δρόμο μέχρι και την καφετέρια και το bar μεσολαβούσε μόνο μία πλαστική τέντα, η οποία διαχώριζε το δρόμο από την καφετέρια. Δε γνωρίζει εάν η εν λόγω τέντα ασφάλιζε με οποιοδήποτε τρόπο ώστε να εμποδίζεται οποιοσδήποτε από το να εισέρχεται στην καφετερία και το bar όπου υπήρχαν οι επίδικες μηχανές. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει με ποιο τρόπο παρέδωσε ο Άρης στην κατηγορούμενη τα κλειδιά ισχυρίστηκε ότι αυτός τον πήρε τηλέφωνο και του είπε απλώς ότι της τα έδωσε. Από την κατηγορούμενη λήφθηκαν δυο ανακριτικές καταθέσεις για την υπόθεση (τεκμήρια 5 και 6). Στην πρώτη, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Δεν έχει δει ποτέ την επίδικη περιουσία στην καφετέρια και ούτε γνώριζε για την ύπαρξή της σ' αυτή. Κάποια μέρα, μετά τις 15.8.2010, όταν πήγε στην καφετέρια να δει αν ήταν όλα καλά βρήκε μέσα στο γραφείο του μαραζιού τα κλειδιά που είχε στην κατοχή του ο Αριστοτέλης και κατάλαβε ότι αυτός τα είχε αφήσει εκεί για να τα βρει επειδή είχε φύγει οριστικά από μέσα. Το Σεπτέμβρη άρχισε να μετακομίζει όλα τα προσωπικά της αντικείμενα από το μαγαζί και είδε ότι εκεί υπήρχε ένα μηχάνημα του καφέ που δεν ήταν δικό της. Ζήτησε από τους ανθρώπους που τη βοηθούσαν και το έβαλαν κάτω στο πάτωμα για να μπορέσουν να φύγουν τους πάγκους. Όταν μετά από λίγες μέρες ξαναπήγε στο μαγαζί για να πάρει κάποια άλλα πράγματα αντιλήφθηκε ότι μια τηλεόραση και κάποια άλλα αντικείμενα, ανάμεσά τους και η μηχανή καφέ είχαν κλαπεί. Στη δεύτερη κατάθεσή της αναφέρει και τα εξής: Τα κλειδιά της καφετέριας, τα παρέλαβε μετά τις 15.8.2010 και δεν τα παρέλαβε προσωπικά από τον Άρη. Τα βρήκε πάνω στο γραφείο της καφετέριας που τα είχε αφήσει ο Άρης. Ο Μ.Κ.2, ουδέποτε της έδωσε τα κλειδιά που είχε στην κατοχή του. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης στη σχετική κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εντάσσεται και στους δυο λόγους, για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής έναντι της εισήγησης της υπεράσπισης, θα έλεγα πως, βασικά, άφησε το θέμα στην κρίση μου, χωρίς να πάρει σαφή θέση σ' αυτή, ή ίδια. Μόνο έτσι μπορώ να ερμηνεύσω τη δήλωση της κας Περγαντή, ότι, βασικό κομμάτι της μαρτυρίας δεν μπορεί να προσαχθεί ως επίσης και ότι η υπόλοιπη μαρτυρία είναι ενώπιόν μου και αξιολογείται στην όψη της. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα Στην πρόσφατη απόφαση από την υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Για ό,τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.» Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει εντοπιστεί η κλαπείσα περιουσία, προστίθενται και τα εξής, από την απόφαση στην υπόθεση Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646: Το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η κλαπείσα περιουσία, δεν έχει επίδραση στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κλοπής, ενώ η πρόθεση αποστέρησής της, επειδή δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία και αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο, προστίθεται, έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, στο ερώτημα, κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει έτσι ώστε αυτή να πρέπει να κληθεί σε απολογία, απαντώ αρνητικά. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία, περιλαμβανομένων και όσων αναφέρει η κατηγορούμενη στις δυο ανακριτικές καταθέσεις της, θεωρώ πως, παρότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό η διάπραξη του αδικήματος, εκείνο που δεν έχει αποδειχθεί είναι ότι πρόκειται για την κατηγορούμενη το πρόσωπο που το έχει διαπράξει. Για λόγους που θα αναφέρω αμέσως είναι σαφές, ότι, όσο πιθανό είναι να πρόκειται για την κατηγορούμενη το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα είναι το ίδιο πιθανό, να το διέπραξε και οποιοσδήποτε άλλος. Ειδικότερα: Η επίδικη περιουσία παραδόθηκε στον Άρη Θωμαΐδη, στις 12.7.2010, καθ' ον χρόνο αυτός, κατόπιν συμφωνίας που είχε κάνει με την κατηγορούμενη ανέλαβε τη διαχείριση της καφετέριας «BUENA». Καθ' όλη τη διάρκεια που ο Άρης Θωμαΐδης είχε τη διαχείριση της καφετέριας, πρόσβαση σ' αυτή και συγκεκριμένα κλειδί, εκτός από τον ίδιο είχε και η καθαρίστρια η οποία πήγαινε κάθε πρωί για να καθαρίσει. Για ένα περίπου μήνα είχε πρόσβαση και ο Βαρνάβας Ιωάννου (Μ.Κ.2), ο οποίος, τα βράδια βοηθούσε το Θωμαΐδη στη λειτουργία της καφετέριας. Όταν ο Μ.Κ.2 σταμάτησε να πηγαίνει στην καφετέρια είχε αφήσει το κλειδί της σε συγκεκριμένο σημείο για να το παραλάβει ο Θωμαΐδης. Όταν έφυγε και ο τελευταίος από την καφετέρια, με βάση τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι άγνωστο με ποιο τρόπο παρέδωσε τα κλειδιά στην κατηγορούμενη. Τέλος, καθ' ον χρόνο λειτουργούσε την καφετέρια ο Θωμαΐδης, αυτή, εξωτερικά, διαχωριζόταν από το δημόσιο δρόμο με μια πλαστική τέντα, οποία είναι άγνωστο κατά πόσο ασφάλιζε με οποιοδήποτε τρόπο ώστε να εμποδίζεται οποιοσδήποτε από το να εισέρχεται στην καφετερία και το bar όπου ήταν τοποθετημένη η επίδικη - κλαπείσα περιουσία. Από τα παραπάνω στοιχεία καθίσταται τελείως ξεκάθαρο, ότι, εκτός από την κατηγορούμενη, ο Άρης Θωμαΐδης, η καθαρίστρια της καφετέριας κατά την επίδικη περίοδο καθώς και οποιοσδήποτε άγνωστος, ο οποίος, ενδεχομένως, είχε τη δυνατότητα να εισέλθει στην καφετέρια από το δημόσιο δρόμο είναι εξίσου πιθανοί δράστες του αδικήματος, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ενώ υπάρχει μαρτυρία ότι η επίδικη περιουσία, αρχικά είχε παραδοθεί στο Θωμαΐδη, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι περιήλθε οποτεδήποτε στην κατοχή της κατηγορούμενης. Το γεγονός ότι της είχε παραδοθεί η καφετέρια από τον τελευταίο, δεν εξυπακούει άνευ άλλου, πως όταν συνέβη αυτό, η επίδικη περιουσία βρισκόταν μέσα στην καφετέρια, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, τα κλειδιά της καφετέριας και κατ' επέκταση η ίδια η καφετέρια, δεν της είχαν παραδοθεί προσωπικά από τον Άρη Θωμαΐδη, που είναι και ο τελευταίος που είχε την κατοχή, τόσο της καφετέριας όσο και της επίδικης περιουσίας, προτού η καφετέρια περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούμενης. Θα έλεγα πως, τα παραπάνω κενά δημιουργούν τέτοιο ρήγμα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ώστε να τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής, όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Η κατηγορούμενη ασφαλώς, δεν πρόκειται να κληθεί σε απολογία, απλώς για να συμπληρώσει τα όποια κενά παρουσιάζει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, συμβάλλοντας έτσι η ίδια στην επίτευξη της καταδίκης της. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Ακολουθεί ότι αυτή αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση, συστατικά στοιχεία αδικήματος -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο