Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Κωνσταντίνου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 10168/12, 13/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 10168/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -
- Νεόφυτος Κωνσταντίνου
- Άγγελος Αγγελή Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 13.1.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος 2, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορίες που αφορούν σε παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβης, κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77όπως τροποποιήθηκε (κατηγορίες 1, 2 και 4), σε παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (6η κατηγορία) και σε απόδραση από νόμιμη σύλληψη κατά παράβαση του άρθρου 128(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (10η κατηγορία). Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το Νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται σοβαρά αφού το αδίκημα της παράνομης κατοχής κάνναβης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 8 έτη ή πρόστιμο ή και τις δύο ποινές, το αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη με ποινή φυλάκισης 5 έτη και το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία με ποινή φυλάκισης 3 έτη. Εκτός από το τελευταίο αδίκημα που συνιστά πλημμέλημα τα υπόλοιπα συνιστούν κακουργήματα. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο διάπραξης ήταν ηλικίας κάτω των 25 ετών και χωρίς προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε, ή των δυνάμει αυτού εκδιδομένων Κανονισμών, γεγονός το οποίο του παρέχει το ευεργέτημα να κριθεί υπό το φως της επιφύλαξης του άρθρου 30
(2)του εν λόγω Νόμου σύμφωνα με το οποίο η μέγιστη ποινή φυλάκισης για αδίκημα που αφορά σε χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση δεν υπερβαίνει τα 2 έτη. Η επιφύλαξη δεν σκοπεύει να μειώσει το αξιόμεμπτο της εγκληματικής συμπεριφοράς του παραβάτη αλλά να αντιμετωπίσει επιεικέστερα τους νεαρούς παραβάτες οι οποίοι με τον τρόπο αυτό ενθαρρύνονται να σταματήσουν την καταστροφική αυτή έξη. Και τούτο γιατί είναι αυτονόητο ότι όσο πιο νωρίς επιτευχθεί η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά τόσο μεγαλύτερες είναι και οι πιθανότητες επιτυχίας του επιχειρήματος αυτού. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζεται με την κατοχή ναρκωτικών προκύπτει και μέσα από την Nομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου το οποίο σε σειρά αποφάσεων του με κατευθυντήρια την απόφαση στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 σημείωσε την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, κυρίως, λόγω της συχνότητας και της έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από τη διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στον καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών όπως και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, καταλήγοντας ότι η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνδέεται με την πρόθεση εμπορίας. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η συνολική ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης - 3,2255 γραμμάρια - αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο καθότι εάν και όχι πολύ μεγάλη, εντούτοις, δεν είναι μικρή, είναι δε τέτοια που δίδει λαβή για ανησυχία. Καθόλου ευνοϊκές για τον Κατηγορούμενο είναι και οι περιστάσεις που περιβάλλουν την διάπραξη των υπόλοιπων υπό τιμωρία αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να καταστρέψει μέρος της ανευρεθείσας ποσότητας κάνναβης ρίχνοντάς την αρχικά στο έδαφος και ακολούθως κλωτσώντας την. Στην προσπάθειά του δε να αποφύγει τις συνέπειες των παράνομων πράξεων του απέδρασε από νόμιμη σύλληψη υπό την οποία τελούσε και εκμεταλλευόμενος την ανεξέλεγκτη, όπως χαρακτηρίσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε με την άφιξη τρίτων στην σκηνή. Η προσπάθεια αποφυγής των συνεπειών από τις παράνομες πράξεις του δεν μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντικό για τον Κατηγορούμενο. Τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζουν η ασέβεια προς την έννομη τάξη γενικότερα. Ταυτόχρονα δε αυτές πλήττουν την έννοια της Πολιτείας η οποία πρέπει να είναι καθολικά σεβαστή. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε συμπεριφορά και στάση ιδιαίτερα κατακριτέα η οποία δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Παράλληλα διατηρώ κατά νου και δεν μου διαφεύγει ότι η εξατομίκευση δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του Νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την παραδοχή του στο Δικαστήριο το νεαρό της ηλικίας του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν 18 ετών. Αναμφισβήτητα νεαρό άτομο, στα αρχικά στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητάς του. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα να στερούνται της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή. τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ότι η ανευρεθείσα ποσότητα κάνναβης προοριζόταν για αποκλειστική χρήση του Κατηγορούμενου, ότι από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει ο Κατηγορούμενος να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και, τέλος, ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα σχετίζονται αποκλειστικά με τη χρήση ναρκωτικών, παράμετροι οι οποίες καθιστούν τα υπό τιμωρία αδικήματα λιγότερο σοβαρά (Βλ. άρθρο 30
(4)(β)(iii) του Ν.25/77 όπως τροποποιήθηκε) ότι ο Κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και παρά το ότι άρχισε να κάνει χρήση από τα 15 του την οικονομική του κατάσταση ως απόρροια του ότι σήμερα είναι άνεργος. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου το χρονικό διάστημα των 3 ετών που παρατηρείται μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της καταχώρησης της υπόθεσης. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της υπόθεσης κρίνεται μεγάλη. Επίσης, καμία δικαιολογία δεν δόθηκε γι' αυτή από την Κατηγορούσα Αρχή. Κρίνεται, επομένως, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Τέλος, έλαβα υπόψη μου το χρονικό διάστημα των 6½ σχεδόν ετών που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Είναι νομολογημένο ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μεγάλου χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Η παρέλευση μεγάλου χρόνου από το χρόνο της διάπραξης μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά και τους μετριαστικούς παράγοντες, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, τείνει να μειώσει την σοβαρότητα τους σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης. Αποτιμώντας, από τη μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η επιβολή χρηματικής ποινής. Στην Αγγλική υπόθεση DPP v. Merriman
(1973)AC 584 λέχθηκε ότι εγκληματικές δραστηριότητες πέραν της μίας μπορούν να συμπεριληφθούν σε μια κατηγορία αν είναι τόσο στενά συνυφασμένες μεταξύ τους ώστε να δημιουργούν μια εγκληματική δραστηριότητα. Υπό το φως της πιο πάνω υπόθεσης και των δοσμένων περιστάσεων της παρούσης υπόθεσης κρίνεται λογικό και δίκαιο όπως επιβληθεί ποινή μόνο στην δεύτερη κατηγορία και καμία ποινή στις ελαφρύτερες κατηγορίες με αριθμούς 1 και 4 αφού ένεκα των γεγονότων της υπόθεσης τα πιο πάνω αδικήματα θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε μια κατηγορία. Όσον αφορά το ύψος της χρηματικής ποινής που θα επιβάλω στον Κατηγορούμενο έχω κατά νου την επίσης σαφώς νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η Κατηγορούσα Αρχή στην ποινική διαδικασία και που διατάσσεται να πληρώσει ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ο λόγος είναι γιατί αυτά δεν σχετίζονται με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου που αποτελεί το υπόβαθρο της ποινικής διαδικασίας, αλλά την δαπάνη στην οποία υποβάλλεται το δημόσιο για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την εις βάρος του υπόθεση (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία καμία ποινή Στην 2η κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 450,00 σεντ Στην 4η κατηγορία καμία ποινή Στην 6η κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 200,00 σεντ Στην 10η κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 250,00 σεντ. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 265,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. Ένεκα της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου διατάζω όπως το συνολικό ποσό του προστίμου μαζί με τα έξοδα καταβληθούν με μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: τα πρώτα Ευρώ 165,00 σεντ θα είναι πληρωτέα μέχρι 1.2.16. Το υπόλοιπο ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ θα πληρωθεί με μηνιαίες δόσεις των Ευρώ 200,00 σεντ. Η πρώτη δόση των Ευρώ 200,00 σεντ θα είναι πληρωτέα μέχρι 1.3.16 και οι υπόλοιπες δόσεις των Ευρώ 200,00 σεντ την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Το όνομα του Κατηγορούμενου να αφαιρεθεί από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία. Η Αστυνομία να παραδώσει στον Κατηγορούμενο τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Η υποχρέωση του Κατηγορούμενου να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό παύει από σήμερα. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.).......... Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και απόδραση από νόμιμη σύλληψη Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο