← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ελένης Λάμπρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης 14175/12, 11/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ελένης Λάμπρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης 14175/12, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B3 ΣTO EΠAΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 14175/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Ελένης Λάμπρου, από την Κ. Πάφο
  2. Elsa Dayap, από τις Φιλιππίνες Κατηγορούμενων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.1.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Περγαντή) Για την 1η κατηγορούμενη: κ. Μάντης (για ν' ακούσει απόφαση, κα Κυριάκου) Για τη 2η κατηγορούμενη: κ. Νικήτα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι στις 6 Σεπτεμβρίου, 2012, στην Κάτω Πάφο εργοδοτούσε παράνομα τη 2η κατηγορούμενη, στο εστιατόριο με την ονομασία «CAMARES», χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Με τη σειρά της, η 2η κατηγορούμενη, αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19

(1)(κ) και 20 του νόμου, Κεφ.105 (ανωτέρω) καθώς και την κατηγορία της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ), 19(λ) και 20 του ίδιου, πάντοτε, νόμου (Κεφ.105, ανωτέρω) (Βλ. τις κατηγορίες 2 και 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ είναι αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες, εργαζόταν παράνομα στη Δημοκρατία, στο εστιατόριο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι ενώ είναι αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες, η οποία συνήψε γάμο με Ευρωπαίο υπήκοο και ακολούθως, η αίτησή της για εγγραφή του εν λόγω γάμου απορρίφθηκε στις 19.10.2011, από τις 19.10.2011 μέχρι τις 6.9.2012 παρέμεινε παράνομα στην Κύπρο, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αρχιαστυφύλακα 6 Γιώργο Παπαγεωργίου, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2527 Ηλία Ηλία και τέλος, την αστυφύλακα 1114 Μαρία Απτουλάχατ (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Οι κατηγορούμενες, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, κατάθεσαν ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσουν κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή τους. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.1 (βλ. το τεκμήριο 1), το οποίο υιοθετήθηκε από το μάρτυρα, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σ' αυτή, ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Υπηρετεί στην ΥΑΜ Πάφου και είναι τοποθετημένος στο γραφείο επιχειρήσεων. Στις 6.9.2012 και περί ώρα 21:50, μαζί με ακόμη δυο συναδέλφους του της ΥΑΜ Αρχηγείου, μετέβησαν στο εστιατόριο με την ονομασία «CAMARES» (στο εξής «το εστιατόριο»), που βρίσκεται στη λεωφόρο Ποσειδώνος 3-4 στην Κ. Πάφο, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζεται παράνομα αλλοδαπή, ασιατικής καταγωγής. Αφού έφτασαν στο μέρος, κατά τη διάρκεια της πεντάλεπτης παρακολούθησης που ακολούθησε, ο μάρτυρας είδε μια κοπέλα ασιατικής καταγωγής να ασχολείται με το σερβίρισμα πελατών στο εστιατόριο. Αφού την προσέγγισε, της υπέδειξε την ταυτότητά του και της αποκάλυψε την ιδιότητά του, την κάλεσε να του παρουσιάσει τα στοιχεία της ταυτότητάς της. Αυτή, του ανάφερε ότι ονομάζεται Elsa και ότι είναι από τις Φιλιππίνες. Σε ερώτησή του αν έχει άδεια να εργάζεται στο εστιατόριο απάντησε ως εξής: «Εγώ παντρεμένη με Πολωνό.» Στη συνέχεια ο μάρτυρας, αφού του παρουσίασε το διαβατήριό της (Φιλιππινών) διαπίστωσε ότι πρόκειται για τη 2η κατηγορούμενη. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου και σχετικό έλεγχο που έγινε εκεί, διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω κατηγορούμενη είναι παντρεμένη με τον Ευρωπαίο υπήκοο από τη Ρουμανία (από την Πολωνία είναι το ορθό και η κοινή θέση όλων των μερών) Marek Wojenka και η αίτησή της απορρίφθηκε στις 19.10.2011. Έκτοτε διαμένει στη Δημοκρατία παράνομα. Όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε και συγκεκριμένα ότι βρισκόταν και εργαζόταν στην Κύπρο παράνομα, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτή απάντησε, «εγώ παντρεμένη.» Ερωτηθείσα από το μάρτυρα για τον εργοδότη της, του υπέδειξε την υπεύθυνη του εστιατορίου, δηλαδή, την 1η κατηγορούμενη, η οποία βρισκόταν στο ταμείο. Αφού της αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα, της ζήτησε τα στοιχεία της ταυτότητάς της και την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε, συγκεκριμένα, ότι εργοδοτούσε παράνομα την αλλοδαπή, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτή απάντησε, «Αφού ξέρω ότι είναι παντρεμένη» . Η εκδοχή της 1ης κατηγορούμενης επί της ουσίας της κατηγορίας που αντιμετωπίζει περιέχεται στη γραπτή κατάθεση που έχει ετοιμάσει η ίδια (τεκμήριο 8 - στα αγγλικά - και 8Α - πιστή μετάφραση στα αγγλικά -) το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Σ' αυτή μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Αρνείται ότι εργοδότησε τη 2η κατηγορούμενη. Το εστιατόριο στο οποίο αυτή βρέθηκε ανήκει στην εταιρεία PAPAIOANNOU & LAMBROU LTD. Υπήρχε υπογεγραμμένο συμβόλαιο εργοδότησης της 2η κατηγορούμενης από την εν λόγω εταιρεία (τεκμήριο 9). Περαιτέρω υπάρχει και έντυπο εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων, ημερομηνίας 17.9.2012 (τεκμήριο 10), με αναφορά στη 2η κατηγορούμενη, στο οποίο φαίνεται ξεκάθαρα ότι εργοδότριά της είναι η παραπάνω εταιρεία. Η ίδια είναι υπάλληλος της εταιρείας. Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από τη 2η κατηγορούμενη, όταν αυτή εργοδοτήθηκε, αρχικά ήταν νόμιμη, καθότι είχε άδεια παραμονής. Είναι γι αυτό το λόγο που υπογράφτηκε το συμβόλαιο (τεκμήριο 9) και δόθηκε στο immigration. Η 2η κατηγορούμενη ήταν παντρεμένη με Ευρωπαίο. Κάποια στιγμή, η υπηρεσία θεώρησε το γάμο άκυρο. Ωστόσο, αργότερα αναθεώρησε την απόφασή της και η 2η κατηγορούμενη υπόβαλε ξανά αίτηση και τώρα είναι νόμιμη. Όταν η ίδια ανάφερε στην Αστυνομία ότι την εργοδοτούσε, δεν έλεγε την αλήθεια. Αυτό φαίνεται από το συμβόλαιο εργοδότησης και τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Να σημειωθεί ότι δεν είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο όταν ανάφερε αυτό στην Αστυνομία. Σε αντίθεση με την 1η κατηγορούμενη, η οποία αναίρεσε πλήρως το ουσιαστικό μέρος της ανακριτικής κατάθεσής της (τεκμήριο 6), η 2η κατηγορούμενη, παρότι δεν έχει υιοθετήσει ρητά το περιεχόμενο της δικής της ανακριτικής κατάθεσης (τεκμήριο 3 - στα αγγλικά - και 3Α - η μετάφρασή της στα ελληνικά -), με την οποία, μεταξύ άλλων παραδέχεται ότι στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως σερβιτόρα στο επίδικο εστιατόριο και ότι την προσέλαβε σ' αυτό για τη συγκεκριμένη εργασία η 1η κατηγορούμενη, με τη μαρτυρία της εστίασε την προσπάθειά της στο να με πείσει για το νόμιμο καθεστώς παραμονής της στο έδαφος της Δημοκρατίας στον ουσιώδη χρόνο, γεγονός που της παρείχε και δικαίωμα να εργάζεται στη Δημοκρατία, κατά τον ίδιο χρόνο. Η βασική θέση της - την οποία επιχείρησε να τεκμηριώσει με διάφορα έγγραφα που παρουσίασε - έγκειται στα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο ήταν σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη. Παρότι η αίτησή της για εγγραφή του γάμου της είχε απορριφθεί με σχετική απόφαση της αρμοδίας αρχής, το γεγονός ότι καταχώρησε εμπρόθεσμα ιεραρχική προσφυγή κατά εν λόγω απόφασης, η οποία εκκρεμούσε καθ' ον χρόνο της καταλογίζεται ότι διέπραξε τα δυο αδικήματα, της παρείχε δικαίωμα, τόσο να διαμένει όσο και να εργάζεται στη Δημοκρατία. Πολλώ μάλλον, που η προσφυγή της, εν τέλει έγινε αποδεκτή. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ο, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας και ασφαλώς, με βάθρο τις επίδικες κατηγορίες, θεωρώ πως, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, ποιος εργοδότησε τη 2η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο; Η 1η κατηγορούμενη, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ή η εταιρεία PAPAIOANNOU & LAMPROU LTD, όπως είναι η θέση της 1ης κατηγορούμενης; Δεύτερο, σε συνέχεια του προηγούμενου, εάν ήθελε κριθεί ότι είναι η 1η κατηγορούμενη που εργοδότησε τη 2η κατηγορούμενη, την εργοδότησε νόμιμα ή παράνομα; Τρίτο, η 2η κατηγορούμενη, στον ουσιώδη χρόνο είχε ή όχι δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία; Τέταρτο, σε συνέχεια του προηγούμενου, δεδομένου πως δεν αμφισβητείται ότι η 2η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως σερβιτόρα στο επίδικο εστιατόριο, εργαζόταν σ'αυτό νόμιμα, όπως είναι η θέση της ή παράνομα, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής; Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις αστυνομικούς μάρτυρες καθώς και τις κατηγορούμενες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με την ουσία όσων ανάφεραν και ειδικά για τις κατηγορούμενες και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός τους στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Ο αρχιαστυφύλακας 6 Γιώργος Παπαγεωργίου (Μ.Κ.1), στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην ΥΑΜ Πάφου. Η ουσία της μαρτυρίας του περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας καθώς ήδη έχει αναφερθεί υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας, για οτιδήποτε ανάφερε συναφώς με όσα έλαβαν χώρα στο επίδικο εστιατόριο κατά τον ουσιώδη χρόνο, βασικά, δεν αμφισβητήθηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων. Επομένως, συναφώς με αυτά, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Συγκρατώ από αυτή τ' ακόλουθα: Ότι, όταν μετέβηκε στο επίδικο εστιατόριο, μετά από πεντάλεπτη παρακολούθηση είδε τη 2η κατηγορούμενη να ασχολείται με το σερβίρισμα πελατών στο εστιατόριο. Περαιτέρω, ότι διαπιστώθηκε πως αυτή, που είναι από τις Φιλιππίνες είναι παντρεμένη με Ευρωπαίο υπήκοο. Ακολούθως, ότι αυτή, του υπέδειξε την 1η κατηγορούμενη ως την εργοδότριά της, η οποία βρισκόταν στο ταμείο. Τέλος, ότι η τελευταία, όταν πληροφορήθηκε από τον ίδιο ότι διέπραττε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και συγκεκριμένα, ότι εργοδοτούσε παράνομα τη 2η κατηγορούμενη, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της επέστησε την προσοχή στο νόμο, απάντησε με τη φράση, «Αφού ξέρω ότι είναι παντρεμένη.». Κατά τα λοιπά και συγκεκριμένα, για ό, τι ανάφερε ο μάρτυρας αναφορικά με το καθεστώς παραμονής της 2ης κατηγορούμενης στο έδαφος της Δημοκρατίας και το δικαίωμά της να εργάζεται στη Δημοκρατία, επειδή πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του και εν πάση περιπτώσει αφορά στην ουσία και των τριών κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες, για την ώρα δεν προτίθεμαι να προβώ σε κανένα σχόλιο. Ο αστυφύλακας 2527 Ηλίας Ηλία (Μ.Κ.2) είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στο γεγονός, ότι, στον ουσιώδη χρόνο πήρε ανακριτική κατάθεση από τη 2η κατηγορούμενη. Συναφώς με αυτή την ενέργειά του, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Κατά τα λοιπά, ισχύουν όσα έχουν αναφερθεί και για τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, στη μαρτυρία του τελευταίου είναι που βασίζονται όσα εξ ακοής έχει αναφέρει ο υπό κρίση μάρτυρας. Η αστυφύλακας 1114 Μαρία Απτουλάχατ (Μ.Κ.3), το μόνο που έκανε για την υπόθεση είναι ότι πήρε ανακριτική κατάθεση από την 1η κατηγορούμενη, την οποία στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς, ότι στον ουσιώδη χρόνο εργοδότησε παράνομα τη 2η κατηγορούμενη (τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα.). Συναφώς με αυτές τις ενέργειές της δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, επομένως, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της 1ης κατηγορούμενης ως μάρτυρα είναι τόσο αρνητική, σε βαθμό που η μαρτυρία της απορρίπτεται εξ' ολοκλήρου, ως αναξιόπιστη, ψευδής και κατασκευασμένη, με εξαίρεση, εκείνο, μόνο, το μέρος της, που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που αποτελείται από ισχυρισμούς, οι οποίοι υπέχουν θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά της και/ή ενοχοποιητικών δηλώσεων. Η εν λόγω κατηγορούμενη, σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατική, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, εκτίθεται από τη μαρτυρία, τόσο του Μ.Κ.1 όσο και της 2ης κατηγορούμενης, ενώ, στην προσπάθειά της να με πείσει πως δεν είναι αυτή που στον ουσιώδη χρόνο εργοδότησε την τελευταία, επιστράτευσε και το έγγραφο του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 10), το οποίο, την εκθέτει μάλλον και αυτό αντί να την επιβεβαιώνει. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει ο Μ.Κ.1 στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), όταν στον ουσιώδη χρόνο κατέλαβε επ' αυτοφώρω τη 2η κατηγορούμενη να εργάζεται στο επίδικο εστιατόριο, σε ερώτησή του ποιος είναι ο εργοδότης της, του υπέδειξε την 1η κατηγορούμενη, η οποία, τη στιγμή αυτή βρισκόταν στο ταμείο. Όταν πληροφόρησε την τελευταία ότι εργοδοτούσε παράνομα την πρώτη και της επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτή του απάντησε με τη φράση, «Αφού ξέρω ότι είναι παντρεμένη». Εκτός του ότι, ο μάρτυρας, δεν αμφισβητήθηκε συναφώς με τις παραπάνω δηλώσεις των δυο κατηγορούμενων είναι και το γεγονός, ότι, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της 1ης κατηγορούμενης - τον οποίο προέβαλε στο Δικαστήριο -, ότι εργοδότης της 2ης κατηγορούμενης ήταν η εταιρεία PAPAIOANNOU & LAMPROU LTD και όχι η ίδια, δεν έχω αντιληφθεί μα ούτε και έδωσε καμιά εξήγηση η ίδια, γιατί παρέλειψε να το αναφέρει αυτό τότε στο μάρτυρα, καθ'ον χρόνο την πληροφορούσε ότι εργοδοτούσε παράνομα τη 2η κατηγορούμενη. Αναφορικά με την εξήγηση που έδωσε για το γεγονός, ότι, όταν ανάφερε στην Αστυνομία ότι εργοδοτούσε τη 2η κατηγορούμενη (προφανώς ο επί του προκειμένου ισχυρισμός της παραπέμπει στο περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσής της - τεκμήριο 6 -) έλεγε ψέματα, ουσιαστικά, επειδή δεν είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο όταν προέβαινε στη σχετική αναφορά, με όλο το σεβασμό, η εν λόγω εξήγησή της στερείται λογικής, σοβαρότητας και προφανώς, πειστικότητας. Καταρχήν, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί θα έπρεπε να συμβουλευτεί δικηγόρο, προκειμένου, καθ' ον χρόνο ανακρινόταν, να πει ότι δεν εργοδοτούσε η ίδια τη 2η κατηγορούμενη, αλλά η εταιρεία που ανάφερε στο Δικαστήριο. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, το συγκεκριμένο «ψέμα», δεν είναι και το μόνο που ανάφερε στην Αστυνομία, παρότι και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορώ να δεχθώ ότι στην Αστυνομία ανάφερε ψευδώς, οτιδήποτε που εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να την ενοχοποιεί. Θα έλεγα πως, αυτό που αρκετές φορές συμβαίνει στην πράξη είναι το αντίθετο. Για να επανέλθω όμως στον ισχυρισμό της, πως όταν ανάφερε στην Αστυνομία ότι εργοδοτούσε τη 2η κατηγορούμενη, δεν έλεγε την αλήθεια, θα ήθελα να της επισημάνω τα εξής: Στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 8Α) που περικλείει τη μαρτυρία της για σκοπούς κυρίως εξέτασης ισχυρίζεται και ότι το εστιατόριο στο οποίο βρέθηκε η 2η κατηγορούμενη να εργάζεται ανήκει στην ίδια εταιρεία που στο Δικαστήριο και πάλιν ισχυρίστηκε ότι την είχε εργοδοτήσει. Παρόλα αυτά, στην ανακριτική κατάθεσή της (τεκμήριο 6), στην ερώτηση, ποια η σχέση της με το επίδικο εστιατόριο, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι είναι ιδιοκτήτριά του. Και όχι μόνο αυτό. Στην ερώτηση, πόσα άτομα εργοδοτεί στο ίδιο, πάντοτε, εστιατόριο, οκτώ απάντησε. Η αμέσως επόμενη ερώτηση που της υποβλήθηκε ήταν κατά πόσο γνωρίζει τη 2η κατηγορούμενη. Όχι απλώς απάντησε καταφατικά, αλλά, διευκρίνισε κιόλας, ότι αυτή εργάζεται στο εστιατόριό της («Yes I Know her. She is working in my restaurant.» ήταν η απάντησή της). Στη συνέχεια, θα παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο μερικών από τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν μαζί με τη σχετική απάντηση που έδινε σε κάθε ερώτηση, προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητό, γιατί θεωρώ πως η κατηγορούμενη δεν μπορεί να ισχυρίζεται βάσιμα, είτε ότι δεν εργοδοτούσε η ίδια τη 2η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο είτε ακόμη, ότι, το εστιατόριο στο οποίο η τελευταία εργαζόταν ως σερβιτόρα, ανήκει στην εταιρεία PAPAIOANNOU & LAMPROU LTD. «Question 5: Do you recruit her in the restaurant? Answer 5: Yes I recruit her before 2 years. Question 7: How much money are you paying her? Answer 7: 700 euros per month and I have been paying also social insurance. Question 8: When you recruited her did she bring you her papers? Answer 8: Yes she brought me her marriage certificate dated on 09/06/2009 that she is married with a European citizen called Mareck Wojenka. Question 9: Regarding this case, do you wish to say anything in order to be written in your statement? Answer 9: I want to add that Elsa and her husband are living together for the past 2 years in the flat above my restaurant. .» Όλες οι παραπάνω απαντήσεις της, στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, μέρος όσων ισχυρίζεται στην ανακριτική κατάθεσή της επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία καταρρίπτουν την επ' ακροατηρίω θέση της ότι δεν είναι αυτή που εργοδότησε τη 2η κατηγορούμενη, αλλά, η εταιρεία PAPAIOANNOU (ανωτέρω), η οποία, όπως ήταν η θέση της - και πάλιν στο Δικαστήριο - είναι και η ιδιοκτήτρια του επίδικου εστιατορίου. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό και η απάντησή της στη γραπτή κατηγορία που της προσάφθηκε από τη Μ.Κ.3 (τεκμήριο 7), η οποία ακολουθεί αυτούσια μαζί με τη σχετική κατηγορία. Αρχίζω με τη γραπτή κατηγορία: «You are hereby formally charged that on 06/09/2012 at about 2150 hours in the restaurant called "Camares" at Poseidonos avenue in Paphos you did illegally employ the foreigner Elsa Dayap from Philippines.» Και η απάντησή της: «I know that she was legal in Cyprus. I saw her certification marriage so I recruited her in my restaurant.» Εν πάση περιπτώσει, ότι στον ουσιώδη χρόνο, αυτή εργοδοτούσε τη 2η κατηγορούμενη επιβεβαιώνεται και από την τελευταία, την οποία, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, θεωρώ καθ' όλα αξιόπιστη ως μάρτυρα. Αυτό ακριβώς ανάφερε η 2η κατηγορούμενη στο Μ.Κ.1, στην παρουσία της, χωρίς να υπάρξει εκ μέρους της καμιά απολύτως αντίδραση, κάτι που λογικό θα ήταν να έκανε εάν διαφωνούσε. Και κάτι ακόμη. Μολονότι δεν προτίθεμαι να λάβω υπόψη οτιδήποτε αναφέρει η 2η κατηγορούμενη στην ανακριτική κατάθεσή της (τεκμήριο 3Α) το οποίο ενοχοποιεί την 1η κατηγορούμενη, καθότι, αυτή, ενώ κατάθεσε ενόρκως, ουδέποτε προέβηκε σε ρητή δήλωση ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ. 334 - 335), εκείνο που λαμβάνω σοβαρά υπόψη είναι το εξής: Ενόρκως, η 2η κατηγορούμενη, εκείνο για το οποίο προσπάθησε να με πείσει δεν ήταν για το όνομα του εργοδότη της στον ουσιώδη χρόνο, είτε ακόμη πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι η ίδια του υπέδειξε την 1η κατηγορούμενη ως εργοδότριά της, αλλά, ότι εργαζόταν στο εστιατόριό της και διέμενε στη Δημοκρατία νόμιμα. Μπορώ ακόμη να λάβω υπόψη και το γεγονός, ότι, η 2η κατηγορούμενη, αντεξεταζόμενη από την κα Παπαλαζάρου, με αναφορά στον ισχυρισμό της - από την ανακριτική κατάθεσή της -, ότι το αφεντικό της (στον ουσιώδη χρόνο) είναι η Ελένη Λάμπρου, δηλαδή, η 1η κατηγορούμενη, όταν κλήθηκε να πει κατά πόσο αυτή βρισκόταν στο Δικαστήριο απάντησε καταφατικά και την υπόδειξε. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία εκθέτουν ακόμη περισσότερο την 1η κατηγορούμενη, ως αναξιόπιστη μάρτυρα. Ενώ ενόρκως επιχείρησε - ανεπιτυχώς - να με πείσει πως όταν ανάφερε στην Αστυνομία ότι εργοδοτούσε τη 2η κατηγορούμενη, δεν έλεγε την αλήθεια, ως επίσης και ότι το επίδικο εστιατόριο ανήκει στην εταιρεία PAPAIOANNOU (ανωτέρω) που είχε εργοδοτήσει τη 2η κατηγορούμενη, με την ίδια, τότε, να ήταν απλώς υπάλληλος της εταιρείας στο εστιατόριο, θεωρώ πως, όχι τυχαία, όταν αντεξεταζόμενη βρέθηκε αντιμέτωπη με όλες τις παραπάνω δηλώσεις, στις οποίες έχει προβεί στην ανακριτική κατάθεσή της, οι οποίες καταρρίπτουν πλήρως όσα ανάφερε ενόρκως στο Δικαστήριο, ερωτηθείσα κατά πόσο προέβηκε στις εν λόγω δηλώσεις, ισχυρίστηκε, κατά περίπτωση, είτε πως δεν ήξερε είτε πως δε θυμόταν είτε και τα δυο είτε τέλος, αρνήθηκε ότι προέβηκε στη δήλωση που της αναφέρθηκε, προφανώς, αδιαφορώντας για το γεγονός, ότι, η ανακριτική κατάθεσή της παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τη Μ.Κ.3 που την έλαβε και έγινε τεκμήριο, χωρίς να υπάρξει ένσταση εκ μέρους της. Αναφορικά με το έγγραφο με τίτλο «ΟΡΟΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ» (τεκμήριο 9) καθώς και το έγγραφο με τίτλο «Αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά Εργοδότη για το Έτος 2012» (τεκμήριο 10) παρατηρώ τα εξής: Αναφορικά με το πρώτο, από το οποίο προκύπτει ότι, από το 2010 μέχρι και την 1.1.2012 που έγινε το έγγραφο, η 2η κατηγορούμενη εργοδοτείτο από την εταιρεία PAPAIOANNOU (ανωτέρω), με μόνο λόγο ότι αυτό δε φέρει τη σφραγίδα της εν λόγω εταιρείας, στο σημείο όπου φέρεται να το υπογράφει υπό την ιδιότητα του εργοδότη, δεν αποδίδω καθόλου σημασία. Αναφορικά με το δεύτερο, από το οποίο προκύπτει ότι για τους μήνες Γενάρης - Ιούλης, 2012, η 2η κατηγορούμενη ήταν δηλωμένη στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως μισθωτή της ίδια εταιρείας (PAPAIOANNOU) περιορίζομαι να πω τούτο∙ το συγκεκριμένο έγγραφο καλύπτει την περίοδο Γενάρης - Ιούλης, 2012 και στην 1η κατηγορούμενη καταλογίζεται ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, στις 6.9.
  1. Δηλαδή, σε χρόνο μεταγενέστερο και που δεν καλύπτεται από την περίοδο που αναφέρεται στο έγγραφο. Θεωρώ πως, εάν αποτελούσε γεγονός, ότι, στις 6.9.2012 (ουσιώδης χρόνος) η 2η κατηγορούμενη εργοδοτείτο από την εταιρεία PAPAIOANNOU και όχι από την 1η κατηγορούμενη, η τελευταία, η οποία κατάθεσε για την υπόθεση στο Δικαστήριο, τρία και πλέον χρόνια αργότερα, θα μπορούσε και όφειλε να παρουσιάσει σχετική βεβαίωση ή ανάλογη κατάσταση αποδοχών με αυτή που παρουσίασε που να καλύπτει τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Το γεγονός, ότι, όχι μόνο δεν το έκανε μα ούτε και έδωσε κάποια εξήγηση ή δικαιολογία γι αυτό, παρά μόνο, με την κατάθεση του τεκμηρίου 10 επιχείρησε να με παρασύρει να δεχθώ τη θέση της (η οποία υποβλήθηκε ευθέως στο Μ.Κ.1) ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, η εταιρεία PAPAIOANNOU που εργοδοτούσε τη 2η κατηγορούμενη πλήρωνε γι αυτή κοινωνικές ασφαλίσεις αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο, που αποδεικνύει ότι εργοδότης της 2ης κατηγορούμενης, στις 6.9.2012 ήταν η ίδια και όχι η εταιρεία PAPAIOANNOU. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Θεωρώ καθόλα αξιόπιστη μάρτυρα τη 2η κατηγορούμενη, καθότι, σχεδόν όλα όσα επί της ουσίας έχει αναφέρει στο Δικαστήριο ενισχύονται και/ή επιβεβαιώνονται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία καθώς και από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, σε αντίθεση με την 1η κατηγορούμενη, η οποία επιχείρησε - ανεπιτυχώς - να αποστεί του περιεχομένου της ανακριτικής κατάθεσής της, η ίδια, όχι μόνο δεν επιχείρησε κάτι ανάλογο, αλλά, αντίθετα, κατόρθωσε να τεκμηριώσει αρκετούς από τους ισχυρισμούς της που περιέχονται στη δική της ανακριτική κατάθεση. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία της, για πλείστα όσα έχει αναφέρει παρέμεινε αναντίλεκτη. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της, επί της ουσίας, γίνεται αποδεκτή. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεών μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής: Η 2η κατηγορούμενη, αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες, στις 6.9.2012 και περί ώρα 21:50 καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από το Μ.Κ.1 να εργάζεται ως σερβιτόρα στο εστιατόριο με την ονομασία «Camares», ιδιοκτησίας της 1ης κατηγορούμενης, το οποίο βρίσκεται στην Κάτω Πάφο. Συγκεκριμένα ασχολείτο με το σερβίρισμα πελατών. Στο μέρος και συγκεκριμένα στο ταμείο του εστιατορίου βρισκόταν και η 1η κατηγορούμενη, την η οποία η 2η κατηγορούμενη υπέδειξε ορθά ως την εργοδότριά της. Η 2η κατηγορούμενη, στις 9.6.2009 τέλεσε γάμο στο Δήμο Πάφου, με τον Πολωνό υπήκοο Marek Wojenka (βλ. το σχετικό πιστοποιητικό -τεκμήριο 11- ). Επειδή τα υπόλοιπα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι άρρηκτα συνδεμένα με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, υπεισέρχομαι αμέσως σ' αυτή. Η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία και η 2η κατηγορούμενη, δυο κατηγορίες και οι τρεις, κατά παράβαση των σχετικών, κατά περίπτωση, διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «Κεφ.105»). Ωστόσο, δεδομένου ότι η 2η κατηγορούμενη καθώς ήδη έχει αναφερθεί στις 9.6.2009 τέλεσε γάμο στο Δήμο Πάφου με τον Πολωνό υπήκοο Marek Wojenka, για λόγους που διαφανούν στη συνέχεια, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης και των δυο κατηγορούμενων, θα πρέπει να επιχειρηθεί όχι μόνο με βάση το Κεφ. 105, αλλά και υπό το φως των προνοιών του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007 (Ν.7(Ι)/2007)(στο εξής «ο Νόμος»). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «αρμόδια αρχή» σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και οποιοδήποτε υπάλληλο του Τμήματος κ.λ.π. ενώ, «πολίτης της Ένωσης» σημαίνει κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άλλου από τη Δημοκρατία. Κατά το ίδιο άρθρο, «μέλος της οικογένειας» σημαίνει (και) τον/τη σύζυγο πολίτη της Ένωσης, ενώ «σύζυγος» δεν περιλαμβάνει μέρος σε εικονικό γάμο. Τέλος, «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών. Σκοπός του Νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 3, μεταξύ άλλων είναι ο καθορισμός των όρων και διατυπώσεων που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στη Δημοκρατία από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους. Το άρθρο 4 του Νόμου προνοεί ότι αυτός εφαρμόζεται σε κάθε πολίτη της Ένωσης, ο οποίος αφίκνειται ή διαμένει στη Δημοκρατία καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που το συνοδεύουν κατά τη μετάβασή του στη Δημοκρατία ή που αφίκνεινται στη Δημοκρατία για να το συναντήσουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου, στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους της, εφόσον η προβλεπόμενη διάρκεια διαμονής τους στη Δημοκρατία υπερβαίνει τους τρεις μήνες, κατόπιν υποβολής αίτησης, η οποία υποβάλλεται εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία άφιξής τους στη Δημοκρατία χορηγείται δελτίο διαμονής από την αρμόδια αρχή. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση υποβολής αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής θεωρείται αδίκημα, το οποίο τιμωρείται με χρηματική ποινή μέχρι €2.562,
  2. Το άρθρο 12 του Νόμου προνοεί ότι το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους της πιστοποιείται με τη χορήγηση εγγράφου το οποίο καλείται «Δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης» το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή κατόπιν υποβολής αίτησης. Το άρθρο 21 του Νόμου προνοεί ότι τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα οποία έχουν δικαίωμα διαμονής ή το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία, δικαιούνται να αναλαμβάνουν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα. Προκύπτει από το άρθρο 29
(1)του Νόμου ότι η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου, κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 29, κοινοποιείται γραπτώς στους ενδιαφερόμενους και συντάσσεται κατά τρόπο που τους επιτρέπει να κατανοήσουν το περιεχόμενο και τις συνέπειές της στους ίδιους. Το άρθρο 32Α του Νόμου προνοεί για το δικαίωμα άσκησης ιεραρχικής προσφυγής των ενδιαφερόμενων ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών προκειμένου να προσβάλουν την απόφαση της αρμόδιας αρχής, η οποία λήφθηκε εις βάρος τους - κατά το άρθρο 29
(1), ανωτέρω -, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Η ιεραρχική προσφυγή ασκείται εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της αρμόδιας αρχής, η οποία (απόφαση) καθίσταται εκτελεστή όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση ιεραρχικής προσφυγής, ενώ καθίσταται ανεκτέλεστη όταν ασκηθεί κατ' αυτής εμπρόθεσμα η ιεραρχική προσφυγή. Σε περίπτωση άσκησης ιεραρχικής προσφυγής, ο προσφεύγων δικαιούται να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Υπουργού. Τέλος, το άρθρο 33 του Νόμου προνοεί ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, για να προσβάλουν, πρώτο, την απόφαση της αρμόδιας αρχής που λήφθηκε σε βάρος τους για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, εφόσον δεν έχει ασκηθεί ιεραρχική προσφυγή και, δεύτερο, την απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης ιεραρχικής προσφυγής. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία έχουν αποδειχθεί και τ' ακόλουθα γεγονότα: Η 2η κατηγορούμενη, που καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες και στις 9.6.2009 συνήψε γάμο με πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. το τεκμήριο 11), από τη συνδυασμένη ερμηνεία του περιεχομένου των τεκμηρίων 4, 13 και 17 προκύπτει ότι, στις 2.7.2010, προφανώς, υπό την ιδιότητά της ως συζύγου πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπόβαλε αίτηση στην αρμόδια αρχή για εξασφάλιση του, κατά τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 11 και 12 του Νόμου, δελτίου διαμονής. Ότι αυτή είναι η φύση της αίτησης που υπόβαλε και όχι αυτή που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας (συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται μ' αυτές, «..ενώ είναι αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες η οποία συνήψε γάμο με Ευρωπαίο υπήκοο και ακολούθως η αίτηση της για εγγραφή του εν λόγω γάμου απορρίφθηκε στις 19/10/2011,..» η έμφαση είναι δική μου) προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 11 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι με την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση του δελτίου διαμονής στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους της Ένωσης καταβάλλεται και τέλος €34,17, σε συνάρτηση με τ' ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία μαρτυρίας: Πρώτο, από το έγγραφο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (τεκμήριο 4) στο οποίο, με αναφορά στη 2η κατηγορούμενη, γίνεται αναφορά σε «Αιτήσεις/Άδειες Αλλοδαπού», με στοιχεία, ως ακολούθως: Αρ. άδειας «680816/2010», Αρ. άδειας «MEU (EU.MEU2)», Ημερομηνία «02/07/2010», Ημερ. Απόφασης «19/10/2011», Κατάσταση Άδειας «Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ». Δεύτερο, από την απόδειξη είσπραξης του ίδιου τμήματος (τεκμήριο 13), την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο η 2η κατηγορούμενη και που όπως είπε, είναι απόδειξη όταν έκανε αίτηση για εγγραφή του γάμου της στο immigration, από την οποία, ωστόσο, προκύπτει ότι πρόκειται για την απόδειξη, αναφορικά με το τέλος των €34,17 που κατέβαλε στις 2.7.2010, μαζί με την αίτηση που υπόβαλε για τη χορήγηση του δελτίου διαμονής, κατά τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 11 και 12 του Νόμου. Ότι περί αυτού πρόκειται το συγκεκριμένο έγγραφο καθώς και η φύση της αίτησης που υπόβαλε αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι, στο εν λόγω έγγραφο, όπως και στο τεκμήριο 4 αναγράφεται η ίδια ημερομηνία, ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης καθώς και ο ίδιος αριθμός αίτησης. Επιπλέον, στην απόδειξη (τεκμήριο 13), στο στοιχείο «ΕΙΔΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ» αναγράφεται η φράση «RESIDENCE CARD», ενώ, η απόδειξη είναι για το ποσό των €34,17, που καθώς έχει αναφερθεί αποτελεί το τέλος που καταβάλλεται κατά την υποβολή της αίτησης για εξασφάλιση δελτίου διαμονής, κατά τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 11 και 12 του Νόμου. Τρίτο, από την απόφαση, ημερομηνίας 19.10.2011 (τεκμήριο 17), με θέμα «Residence Card», απλή ανάγνωση της οποίας αποκαλύπτει τα εξής: με αυτή, η οποία απευθύνεται στη 2η κατηγορούμενη, γίνεται αναφορά στην αίτησή της, ημερομηνίας 2.7.2010 και πληροφορείται ότι μετά από έρευνα, προέκυψε ότι δε ζούσε με το σύζυγό της, υπήκοο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, προστίθεται, αυτή, δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις, για διατήρηση του δικαιώματος διαμονής στη Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)του Νόμου. Συνεπεία αυτού, η πιο πάνω αναφερόμενη αίτησή της (βλ. τη φράση «your above mentioned application»), με θέμα, - για να επαναλάβω - «Residence Card» απορρίφθηκε και της δόθηκε προθεσμία ενός μηνός για να αναχωρήσει υποχρεωτικά από τη Δημοκρατία. Τέλος, με την ίδια απόφαση, η κατηγορούμενη πληροφορήθηκε για το δικαίωμά της να καταχωρήσει προσφυγή κατά της απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, εντός 75 ημερών, από τις 19.10.2011 που είναι η ημερομηνία της απόφασης. Υπό την ιδιότητά της ως συζύγου πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η κατηγορούμενη είχε δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία, καταρχήν, μέχρι και τις 19.10.2011 που λήφθηκε η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η παραπάνω αίτησή της, ενώ, σε εφαρμογή του άρθρου 21 του Νόμου είχε και δικαίωμα εργασίας. Το δικαίωμα διαμονής της στη Δημοκρατία, τουλάχιστον, μέχρι και την ημέρα της απόφασης, προκύπτει από την ίδια την απόφαση (βλ. τη φράση «Therefore, you do not meet the conditions for retention of your right of residence in the Republic of Cyprus, according to article 27
(2)of Law 7(i)/2007 ». Το δικαίωμα αυτό, με την ίδια την απόφαση, ουσιαστικά παρατάθηκε για ένα μήνα, που είναι ο χρόνος που της είχε δοθεί για να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Και τούτο, επειδή καθώς ήδη έχει αναφερθεί η 2η κατηγορούμενη, ως ενδιαφερόμενο μέρος είχε το δικαίωμα να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 32Α του Νόμου, εντός είκοσι ημερών, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ενώ, δυνάμει του άρθρου 33 του Νόμου, υπαλλακτικά είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει απευθείας προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή που θα καταχωρούσε εμπρόθεσμα ιεραρχική προσφυγή, η επίδικη απόφαση, θα καθίστατο ανεκτέλεστη και η κατηγορούμενη θα είχε το δικαίωμα να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών επί της εν λόγω ιεραρχικής προσφυγής της (βλ. το άρθρο 32Α του Νόμου). Μολονότι το άρθρο 32Α αναφέρει ότι η ιεραρχική προσφυγή ασκείται εντός προθεσμίας είκοσι ημερών, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, η σχετική πρόνοια θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το άρθρο 32 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 29 (το οποίο παρέχει το δικαίωμα στην αρμόδια αρχή να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας) κοινοποιείται γραπτώς στους ενδιαφερόμενους. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου, η κοινοποίηση περιέχει μνεία της αρχής ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32Α ή προσφυγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 καθώς και τις σχετικές προθεσμίες για την άσκηση των εν λόγω προσφυγών. Επιπλέον περιέχει μνεία και της προθεσμίας που τίθεται στον ενδιαφερόμενο για να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός, από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης για απέλαση. Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι, δεδομένου ότι η απόφαση (τεκμήριο 17), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της 2ης κατηγορούμενης για εξασφάλιση δελτίου διαμονής είναι ημερομηνίας 19.10.2011 και αυτή, σε εφαρμογή του άρθρου 32 του Νόμου θα έπρεπε να κοινοποιηθεί γραπτώς στη 2η κατηγορούμενη, για να αρχίσει να μετρά η προθεσμία για άσκηση της ιεραρχικής προσφυγής, κατά το άρθρο 32Α του Νόμου ή της προσφυγής, κατά το άρθρο 33 του Νόμου, μέχρι και την κοινοποίηση της απόφασης, η κατηγορούμενη εξακολουθούσε να έχει δικαίωμα διαμονής και κατ' επέκταση και εργασίας στη Δημοκρατία. Μετά την κοινοποίηση της απόφασης, σε εφαρμογή του άρθρου 32Α του Νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Νόμου, για να εξακολουθούσε να έχει τα δυο αυτά δικαιώματα, θα έπρεπε να είχε καταχωρήσει εμπρόθεσμα την ιεραρχική προσφυγή, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 32Α του Νόμου. Σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του Νόμου, αυτό θα μπορούσε να γίνει εντός είκοσι ημερών, από την ημερομηνία που της κοινοποιήθηκε η απόφαση. Των παραπάνω λεχθέντων τίθεται το ερώτημα κατά πόσο κοινοποιήθηκε στην κατηγορούμενη η εν λόγω απόφαση και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, πότε συνέβη αυτό. Ακολούθως, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο αυτή προσέβαλε την εν λόγω απόφαση με ιεραρχική προσφυγή και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, ποιο το αποτέλεσμα της προσφυγής της. Και τούτο, επειδή καθώς έχει αναφερθεί σε περίπτωση καταχώρησης εμπρόθεσμα ιεραρχικής προσφυγής, σε εφαρμογή του άρθρου 32Α του Νόμου, η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση καθίσταται ανεκτέλεστη μέχρι και την έκδοση σ' αυτή απόφασης και η κατηγορούμενη, όλη αυτή την περίοδο θα εξακολουθούσε να έχει δικαίωμα διαμονής και εργασίας στη Δημοκρατία. Η σημασία όλων των παραπάνω για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης και των δυο κατηγορούμενων καταφαίνεται από τα εξής: Η επίδικη απόφαση, ημερομηνίας 19.10.2011, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της κατηγορούμενης για εξασφάλιση δελτίου διαμονής στη Δημοκρατία αποτελεί ασφαλώς ατομική διοικητική πράξη, της οποίας η εγκυρότητα, ενώ ελέγχεται στο πλαίσιο άσκησης, είτε της ιεραρχικής προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 32Α του Νόμου είτε της προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 33 του Νόμου και του άρθρου 146 του Συντάγματος, η οριστικοποίησή της κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης, συναφώς και με τα δυο αδικήματα που αντιμετωπίζει η 2η κατηγορούμενη, αλλά και για το αδίκημα που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο τόσο της έκθεσης αδικήματος των τριών κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες όσο και τις σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος, κάθε κατηγορίας είναι σαφές, ότι, η θέση της κατηγορούσας αρχής ως προς τη στοιχειοθέτηση των επίδικων κατηγοριών, με απλά λόγια είναι η εξής: Αφ' ης στιγμής, η αίτηση της 2ης κατηγορούμενης, για εγγραφή του γάμου που είχε τελέσει με Ευρωπαίο υπήκοο (που για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν υπόβαλε τέτοια αίτηση, αλλά αίτηση για εξασφάλιση δελτίου διαμονής), στις 19.10.2011 απορρίφθηκε, έκτοτε και μέχρι τις 6.9.2012 που καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από την Αστυνομία να εργάζεται στο εστιατόριο της 1ης κατηγορούμενης, παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα και συγκεκριμένα, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Και, με δεδομένο ότι, η αίτησή της είχε απορριφθεί και δεν είχε δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, μετά τις 19.10.2011, ούτε και δικαίωμα εργασίας είχε μετά την ημερομηνία αυτή. Με λίγα λόγια, αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι, στην περίπτωσή της, δεν ισχύουν οι πρόνοιες του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007 (Ν.7(Ι)/2007)αλλά, του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105. Και τούτο, επειδή, στον ουσιώδη χρόνο, αυτή, δε θεωρείτο «σύζυγος πολίτη της Ένωσης», τη εννοία του Νόμου, αλλά, «αλλοδαπός», τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 105. Επομένως, για σκοπούς ανάληψης νόμιμης απασχόλησης, θα έπρεπε να είχε εξασφαλίσει άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Και, με δεδομένο ότι, στις 6.9.2012 που εντοπίστηκε να εργάζεται στο εστιατόριο της 1ης κατηγορούμενης δεν έχει αποδειχθεί εκ μέρους της, είτε εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης ότι είχε τέτοια άδεια, στοιχειοθετείται η ευθύνη τόσο αυτής, για τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας όσο και της 1ης κατηγορούμενης, για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Στην υπόθεση Κυριακίδης κ.ά. ν. Εφόρου Φ.Π.Α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 75, οι εφεσείοντες διώχτηκαν για την παράλειψή τους να καταβάλουν το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας εκ μέρους του δικηγορικού συνεταιρισμού που είχαν συστήσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Μηλιώτης Λτδ & Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ.12, επισημαίνει τα εξής: «.. στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ.128, ο εφεσείων καταδικάστηκε πρωτόδικα για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής φόρου κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας, παρά τον ισχυρισμό του ότι η φορολογία για το συγκεκριμένο έτος, ουδέποτε του είχε γνωστοποιηθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αποδέχθηκε τον εν λόγω ισχυρισμό του, προφανώς, θεωρώντας ότι αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι η ειδοποίηση επιβολής φορολογίας περιήλθε σε γνώση του ή ότι λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα για γνωστοποίησή της σ'αυτόν, αποδέχθηκε την έφεση και ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ακολουθεί το σκεπτικό: «Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίησή της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος).» Παρατηρώ τα εξής: Η 2η κατηγορούμενη, στον ουσιώδη χρόνο εξακολουθούσε να έχει τόσο δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία όσο και δικαίωμα να εργάζεται στη Δημοκρατία με ή χωρίς αμοιβή. Και τούτο, επειδή, για λόγους που ακολουθούν, η περίπτωσή της καλυπτόταν από το πεδίο εφαρμογής του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007 (Ν.7(Ι)/2007)και όχι του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
  1. Ειδικότερα: Η απόφαση, ημερομηνίας 19.10.2011 (τεκμήριο 17), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της 2ης κατηγορούμενης για εξασφάλιση δελτίου διαμονής, της δόθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου, στις 11.1.
  2. Μολονότι σ' αυτή, κατά παράβαση του άρθρου 32 του Νόμου περιέχεται μνεία μόνο για το δικαίωμά της για άσκηση προσφυγής, κατά της απόφασης, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 33 του Νόμου και όχι και ιεραρχικής προσφυγής, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 32Α του Νόμου, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι, έξι μέρες μετά, δηλαδή εμπρόθεσμα καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή (βλ. το τεκμήριο 15) κατά της απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32Α του Νόμου. Το γεγονός αυτό, καταρρίπτει τη θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι, από τις 19.10.2011 που απορρίφθηκε η αίτησή της μέχρι και τις 6.9.2012 παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα, αφού, μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών επί της ιεραρχικής προσφυγής της, η απόφαση καθίσταται ανεκτέλεστη και μη οριστική, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης της 2ης κατηγορούμενης και στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το οποίο ισχύει και για την 1 κατηγορούμενη, σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει αυτή. Η 2η κατηγορούμενη μέχρι και την έκδοση απόφασης επί της ιεραρχικής προσφυγής της είχε δικαίωμα, τόσο παραμονής (ή διαμονής) όσο και εργασίας στη Δημοκρατία, δυνάμει του Νόμου, χωρίς να χρειάζεται άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, είτε για το ένα είτε για το άλλο, δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.
  3. Με αυτό δεδομένο, ούτε και η 1η κατηγορούμενη υπείχε υποχρέωσης να εξασφαλίσει άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, για σκοπούς νόμιμης εργοδότησής της. Και, με δεδομένο επίσης, ότι, από το περιεχόμενο της επιστολής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 20.2.2013 (τεκμήριο 18), με θέμα «Υποβολή αίτησης για Έκδοση Δελτίου Διαμονής», με αναφορά στη 2η κατηγορούμενη, οι δικηγόροι της πληροφορούνται ότι η αυτή μπορεί να υποβάλει αίτηση για διευθέτηση της παραμονής της, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της ιεραρχικής προσφυγής που είχε ασκήσει είναι φανερό, ότι, η προσφυγή της έγινε αποδεκτή. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι, ακόμη και μετά τις 6.9.2012 που της καταλογίζεται ότι διέπραξε τα δυο αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2 και 3 τα οποία δημιουργεί το Κεφ.105, εξακολουθούσε να απολαμβάνει του καθεστώτος του «μέλους της οικογένειας» και συγκεκριμένα, της «συζύγου πολίτη της Ένωσης», κατά τα οριζόμενα στο Νόμο. Επομένως, για σκοπούς νόμιμης παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, καμιά άδεια όφειλε να εξασφαλίσει κατά τα διαλαμβανόμενα στο Κεφ. 105, το οποίο, στην περίπτωσή της, δεν ισχύει. Συνεπώς, ούτε και μπορεί βάσιμα να της προσάπτεται ότι διέπραξε τα αδικήματα που περικλείουν οι επίδικες κατηγορίες που αντιμετωπίζει κατά παράβαση του ίδιου νόμου. Και ασφαλώς, αυτό ισχύει και για την 1η κατηγορούμενη οποία αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία. Αφ' ης στιγμής, στον ουσιώδη χρόνο η 2η κατηγορούμενη μπορούσε να εργάζεται νόμιμα στο εστιατόριο της 1ης κατηγορούμενης, χωρίς άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης είναι αυτονόητο πως, ούτε και η 1η κατηγορούμενη που την είχε εργοδοτήσει είχε νομική υποχρέωση να εξασφαλίσει ανάλογη άδεια. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου και οι τρεις κατηγορίες είναι έκθετες σε απόρριψη. Ακολουθεί ότι και οι δυο κατηγορούμενες αθωώνονται. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Κ.Κ. Subject: Criminal /Final Αναφορά: παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, παράνομη απασχόληση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.