← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γρηγόρης Κεσίδης κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 7327/12, 29/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γρηγόρης Κεσίδης κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 7327/12, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 7327/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. Γρηγόρης Κεσίδης
  2. Αχιλλέας Καρασίδης
  3. Δημήτριος Αϊτίδης Ημερομηνία: 29.1.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενους 2 και 3: κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, από τώρα και στο εξής «οι Κατηγορούμενοι», αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία) και της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Συγκεκριμένα με την πρώτη κατηγορία κατηγορούνται επί το ότι μεταξύ των ημερομηνιών 24.10.11 και 25.10.11 στον κύριο δρόμο Σαλαμιούς - Μεσάνων παρά το χωριό Μέσανα της επαρχίας Πάφου συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Με την δεύτερη κατηγορία κατηγορούνται επί το ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο και στο ίδιο μέρος έκλεψαν μια μεταλλική σχάρα αξίας Ευρώ 110,00 σεντ περιουσία του Τμήματος Δημοσίων Έργων Πάφου. Η εν λόγω σχάρα από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η σχάρα». Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις εναντίον τους κατηγορίες οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο Αστ 2318, Αντρέας Κατσάμης (ΜΚ 1), ο Αστ 2543, Τρύφωνας Τρύφωνος (ΜΚ 2) και ο Χαράλαμπος Αντωνίου (ΜΚ 3). Οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και στις δύο κατηγορίες πλην όμως δεν κατέθεσαν προς υπεράσπισή τους. Προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Επίσης, η Υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενοι δήλωσαν από το εδώλιο του κατηγορούμενου ότι είναι αθώοι. Ο Κατηγορούμενος 3 δήλωσε, επίσης, ότι υιοθετούσε το περιεχόμενο της κατάθεσης που του λήφθηκε από την Αστυνομία. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 2318, Αντρέας Κατσάμης. Είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και κατά τον ουσιώδη χρόνο στάθμευε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 28.1.12 για την παρούσα υπόθεση - Τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και κατέθεσε διάφορα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Εν τέλει αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα έγγραφα: Γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τον μάρτυρα από τον Κατηγορούμενο 2 στα Ρωσικά - Τεκμήριο 2Α Μετάφρασή της στα Ελληνικά - Τεκμήριο 2 Γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τον μάρτυρα από τον Κατηγορούμενο 3 στα Ρωσικά - Τεκμήριο 3Α Μετάφρασή της στα Ελληνικά - Τεκμήριο 3 Γραπτή κατηγορία που αφορά στον Κατηγορούμενο 2 στα Ρωσικά - Τεκμήριο 4Α Μετάφρασή της στα Ελληνικά - Τεκμήριο 4 Γραπτή κατηγορία που αφορά στον Κατηγορούμενο 3 στα Ρωσικά - Τεκμήριο 5Α Μετάφρασή της στα Ελληνικά - Τεκμήριο 5 Δύο φωτογραφίες - Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι εν λόγω φωτογραφίες λήφθηκαν στο παλιό κτήριο της ΑΔΕ Πάφου και απεικονίζουν την σχάρα. Ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Και ο οποίος επιβεβαιώνεται από τους ΜΚ 2 και ΜΚ
  1. Ο μεν πρώτος στα πλαίσια της μαρτυρίας του υποστήριξε ότι ήταν το πρόσωπο που έβγαλε τις εν λόγω φωτογραφίες στο ως άνω αναφερόμενο κτήριο, ο δε δεύτερος αναγνώρισε μέσα από τις εν λόγω φωτογραφίες την σχάρα. Έγιναν από κοινού παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Το Τεκμήριο 2 είναι πιστή μετάφραση στα Ελληνικά του Τεκμηρίου 2Α Το Τεκμήριο 3 είναι πιστή μετάφραση στα Ελληνικά του Τεκμηρίου 3Α Το Τεκμήριο 4 είναι πιστή μετάφραση στα Ελληνικά του Τεκμηρίου 4Α Το Τεκμήριο 5 είναι πιστή μετάφραση στα Ελληνικά του Τεκμηρίου 5Α. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι Κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν κατόπιν δικής τους παράκλησης στο μέρος από όπου πήραν την σχάρα για να υποδείξουν το σημείο στο οποίο την βρήκαν. Μαζί τους επισκέφθηκε το μέρος ο μάρτυρας καθώς και διερμηνέας η οποία σε ειδικό έντυπο κατέγραφε στα Ρωσικά τις υποδείξεις στις οποίες οι Κατηγορούμενοι προέβησαν στην σκηνή. Σε άλλο έντυπο ο μάρτυρας σημείωνε το περιεχόμενο των εν λόγω υποδείξεων στα Ελληνικά αφού προηγουμένως η διερμηνέας τις μετάφραζε. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους ως τα πρόσωπα τα οποία είχαν προβεί στις υπό αυτού αναφερόμενες υποδείξεις. Ο μάρτυρας κατέθεσε τέσσερα έγγραφα σε δύο δέσμες - Τεκμήρια 6 και
  2. Το Τεκμήριο 6 αφορά στις υποδείξεις στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος 3 στην σκηνή και το Τεκμήριο 7 στις αντίστοιχες υποδείξεις του Κατηγορούμενου
  3. Καθένα από τα δύο πιο πάνω τεκμήρια αποτελείται από δύο φύλλα. Το ένα είναι η καταγραφή των υποδείξεων των Κατηγορούμενων που έγινε στην σκηνή από την διερμηνέα στα Ρωσικά και το άλλο η καταγραφή που έγινε από τον μάρτυρα των υποδείξεων των Κατηγορούμενων μεταφρασμένων από την διερμηνέα στα Ελληνικά. Έγινε δε από κοινού παραδεκτό γεγονός ότι οι μεταφράσεις στα Ελληνικά είναι πιστές μεταφράσεις από τα Ρωσικά. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 6 και 7 οι υποδείξεις έγιναν στις 25.10.11 και ώρα 16:15 από τον Κατηγορούμενο 3 και ώρα 16:20 από τον Κατηγορούμενο 2 στον κύριο δρόμο Σαλαμιού-Μέσανα. Ο Κατηγορούμενος 3 υπέδειξε το σημείο στο οποίο αυτός και ο Κατηγορούμενος 2 είχαν βρει την σχάρα και περαιτέρω ανέφερε ότι την τοποθέτησαν στο αυτοκίνητο του Αχιλλέα, προδήλως, εννοείται ο Κατηγορούμενος
  4. Ο Κατηγορούμενος 2, επίσης, υπέδειξε το σημείο που βρισκόταν η σχάρα και περαιτέρω ανέφερε ότι την φόρτωσε μαζί με δύο φίλους του που, επίσης, ήταν παρόντες κατά την υπόδειξή του, προδήλως, εννοούσε τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους, στο αυτοκίνητό του. Το σημείο στο οποίο, ως υποδείχθηκε από τους Κατηγορούμενους, βρισκόταν η σχάρα πριν την πάρουν ήταν 300 περίπου μέτρα πριν από το χωριό Μέσανα με κατεύθυνση από Σαλαμιού προς Μέσανα. Πλησίον του εν λόγω σημείου υπήρχε λάκκος με άνοιγμα 3 μέτρα. Πριν την πάρουν η σχάρα βρισκόταν σύμφωνα με τις υποδείξεις των Κατηγορούμενων 3 με 4 μέτρα πιο πάνω από τον λάκκο. Κοντά στον λάκκο υπήρχαν 2 με 3 κώνοι με κορδέλες. Την ημέρα εκείνη δεν γίνονταν οποιαδήποτε έργα στο σημείο της επίσκεψής τους, ούτε και υπήρχαν εργάτες. Ήταν, όμως, αντιληπτό εν' όψει της ύπαρξης του λάκκου, των κώνων και των κορδελών ότι κάποιο έργο βρισκόταν σε εξέλιξη. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ο λόγος που οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν από την Αστυνομία να μεταβούν στο μέρος από το οποίο πήραν την σχάρα ήταν για να υποδείξουν στην Αστυνομία το σημείο στο οποίο βρισκόταν η σχάρα πριν την πάρουν και κατ' επέκταση, να αποδείξουν την θέση που πρόβαλαν με τις γραπτές τους καταθέσεις ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη η κορδέλα συνέδεε τους κώνους μεταξύ τους και οι κώνοι ήταν γύρω από τον λάκκο ώστε οι κώνοι μαζί με την κορδέλα να σηματοδοτούν τον λάκκο και να προειδοποιούν για κίνδυνο. Δεν γνώριζε πότε είχαν τοποθετηθεί οι κώνοι οι φωτογραφίες - Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση - λήφθηκαν από φωτογράφο της Αστυνομίας στο παλιό κτήριο της ΑΔΕ Πάφου αφού η σχάρα μεταφέρθηκε εκεί με όχημα φίλου και συνεργάτη της Αστυνομίας το υπό των Κατηγορούμενων υποδειχθέν σημείο στο οποίο βρισκόταν η σχάρα δεν φωτογραφήθηκε από τον φωτογράφο της Αστυνομίας καθότι αυτός ένεκα του ότι ήταν πολύ απασχολημένος με άλλες υποθέσεις δεν μπορούσε να μεταβεί στην σκηνή. Σε μεταγενέστερο δε στάδιο δεν ζητήθηκε από τον φωτογράφο της Αστυνομίας να φωτογραφήσει το εν λόγω σημείο ο λάκκος ήταν ανοικτός από τις 19.10.11 και εξακολουθούσε να είναι ανοικτός μέχρι τις 25.10.11, ημέρα που έγινε η καταγγελία. Καθόλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα η σχάρα βρισκόταν στο μέρος η σχάρα δεν ήταν καινούργια, αλλά χρησιμοποιημένη. Επίσης, δεν έφερε διακριτικό ή σήμα ενδεικτικό του ιδιοκτήτη της δέχθηκε ότι σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από την Αστυνομία από τον Χαράλαμπο Αντωνίου, ΜΚ 3, η σχάρα παρουσίαζε πρόβλημα δέχθηκε ότι αφότου φόρτωσαν την σχάρα πάνω στο αυτοκίνητο οι Κατηγορούμενοι στα πλαίσια της διαδρομής τους πέρασαν μπροστά από τον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων και από το χωριό Κελοκέδαρα η σχάρα δεν ήταν σκεπασμένη κατά την μεταφορά της με το αυτοκίνητο του οποίου επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι. Ήταν ακάλυπτη και ορατή στον οποιονδήποτε. Θέση της Υπεράσπισης η οποία και υπεβλήθη στον μάρτυρα ήταν ότι δεν υπήρχε πρόθεση η σχάρα να επαναχρησιμοποιηθεί. Ότι δεν ήταν πλέον χρήσιμη για το Τμήμα Δημοσίων Έργων και το εν λόγω Τμήμα δεν την χρειαζόταν πια. Γι' αυτό και είχε «πεταχτεί» και εγκαταλειφθεί στο σημείο που την βρήκαν οι Κατηγορούμενοι. Ο μάρτυρας αρχικά δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στην πιο πάνω θέση. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής του δήλωσε ότι εξ' όσων υπέθετε κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ίσχυε αφού αν δεν την ήθελε το Τμήμα Δημοσίων Έργων θα την μετακινούσε και δεν θα την άφηνε στο σημείο όπου την είχαν βρει οι Κατηγορούμενοι. Δέχθηκε ότι σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από την Αστυνομία από τον Χαράλαμπο Αντωνίου, ΜΚ 3, ο λάκκος είχε ανοιχθεί και η σχάρα αφαιρεθεί από τον λάκκο και τοποθετηθεί στην αριστερή πλευρά του δρόμου από τις 19.10.
  5. Δέχθηκε, επίσης, ότι δεν είχε δεχθεί πληροφόρηση από οποιονδήποτε περιλαμβανομένου του ΜΚ 3 προς την κατεύθυνση ότι η σχάρα θα επανατοποθετούνταν στον λάκκο ή ότι με οποιοδήποτε τρόπο θα χρησίμευε στις εργασίες που φαίνεται ότι εκτελούνταν στην σκηνή. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την εν γένει θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι Κατηγορούμενοι οικειοποιήθηκαν την σχάρα. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει με ενάργεια μέσα από τις καταθέσεις τους - Τεκμήρια 2 και 3 - τις υποδείξεις τους - Τεκμήρια 6 και 7 - αλλά και την γραμμή της Υπεράσπισης. Η οικειοποίηση της σχάρας από τους Κατηγορούμενους είναι αποδεκτή από την Υπεράσπιση. Ό,τι δε προβάλλεται ως υπεράσπιση είναι ότι οι Κατηγορούμενοι δεν ενήργησαν με δόλιο τρόπο καθότι η σχάρα ήταν σύμφωνα με αυτούς εγκαταλελειμμένη. Η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν τυπική αφού αυτή περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες ο μάρτυρας προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο μάρτυρας ήταν, επίσης, σαφής και θετικός στην μαρτυρία του η οποία καθ' ον μέρος αφορά στα γεγονότα στα οποία ο μάρτυρας αναφέρθηκε περιλαμβανομένης και της περιγραφής του εργοταξίου δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Επίσης, απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Στα σημεία δε εκείνα που η μαρτυρία του καταπιάνεται με ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται και η μαρτυρία των ΜΚ 2 και ΜΚ 3 η μαρτυρία των τριών μαρτύρων συνάδει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και εκτός από τα σημεία εκείνα που για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγούνται δεν είναι αποδεκτά η υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή. Επισημαίνονται εν πρώτοις τα ακόλουθα. Η αναφορά του μάρτυρα στις υποδείξεις των Κατηγορούμενων στο σημείο που αυτές άπτονται της απόστασης μεταξύ του σημείου στο οποίο βρέθηκε η σχάρα από τους Κατηγορούμενους και του λάκκου αντανακλά τις επί του προκειμένου ζητήματος αναφορές των Κατηγορούμενων και μόνο. Δεν αποτελούν θέση ή μαρτυρία του μάρτυρα. Πρόκειται, επίσης, περί δήλωσης των Κατηγορούμενων, η οποία, αφενός, διαφέρει από την επί του προκειμένου ζητήματος θέση του ΜΚ 3, ο οποίος προσδιόρισε την εν λόγω απόσταση στα δύο μέτρα, αφετέρου, δεν υποστηρίχθηκε από τους Κατηγορούμενους με ένορκη μαρτυρία αφού αυτοί και αφότου κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν το δικαίωμα να προβούν σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Επομένως, ό,τι από την μαρτυρία του μάρτυρα επί του προκειμένου δέχομαι είναι ότι οι Κατηγορούμενοι κατά την 25.10.11 υπέδειξαν στην σκηνή ότι η σχάρα την οποία πήραν και φόρτωσαν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 2 απείχε από τον λάκκο απόσταση 4 με 5 μέτρα. Συναφώς το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η πιο πάνω δήλωση, όμως, δεν είναι αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Ως ανωτέρω αναφέρθηκε δεν συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ
  6. Επίσης, κρίνω βάσιμη την θέση του μάρτυρα ότι ήταν έκδηλο και αντιληπτό ότι στο μέρος βρισκόταν έργο σε εξέλιξη. Η ύπαρξη των κώνων, των κορδελών αλλά και των σημάτων που, επίσης, υπήρχαν στο μέρος, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 3, εύλογα δημιουργούσαν μια τέτοια εικόνα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας συμφώνησε με την Υπεράσπιση ότι αφού φόρτωσαν την σχάρα πάνω στο αυτοκίνητο οι Κατηγορούμενοι στα πλαίσια της διαδρομής τους πέρασαν μπροστά από τον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων. Παρά το ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση της διαδρομής που είχαν ακολουθήσει οι Κατηγορούμενοι πριν την ανακοπή τους από την Αστυνομία, εντούτοις, ο ισχυρισμός του αυτός είναι αποδεκτός εν' όψει σχετικής επί του προκειμένου μαρτυρίας του. Ενδεικτικά ο μάρτυρας ανέφερε ότι ένας είναι ο δρόμος από τα Μέσανα, από όπου οι Κατηγορούμενοι πήραν την σχάρα, προς τα Κελοκέδαρα. Ο δρόμος αυτός περνά από την Σαλαμιού, φθάνοντας δε στα Κελοκέδαρα περνά μπροστά από τον Αστυνομικό Σταθμό. Είναι ο δρόμος που συνεχίζοντας από τα Κελοκέδαρα με νότια κατεύθυνση περνά από την Σταυροκόννου, ακολούθως, από τα Χωλετριά και καταλήγει στην Πάφο. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε μια δεύτερη διαδρομή προς Πάφο αλλά με βόρεια κατεύθυνση. Ήτοι Σταυροκόννου - Κελοκέδαρα - Σαλαμιού - Μέσανα - Αρμίνου. Σύμφωνα, όμως, με τον ΜΚ 3 οι Κατηγορούμενοι όταν ο εν λόγω μάρτυρας τους εντόπισε βρίσκονταν στα Κελοκέδαρα και κατευθύνονταν προς Σταυροκόννου. Ο Αστυνομικός Σταθμός Κελοκεδάρων βρίσκεται βορειότερα του σημείου στο οποίο ο ΜΚ 3 εντόπισε τους Κατηγορούμενους σύμφωνα με τον ΜΚ
  7. Επομένως, και υπό το φως όλων των πιο πάνω οδηγώντας από τα Μέσανα προς το σημείο στο οποίο οι Κατηγορούμενοι εντοπίσθηκαν από τον ΜΚ 3 αναπόφευκτα πέρασαν μπροστά από τον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων. Στον ισχυρισμό αυτό δόθηκε σημασία από την Υπεράσπιση. Υπό την έννοια ότι κάποιος που κλέβει δεν περνά με το κλαπέν αντικείμενο μπροστά από αστυνομικό σταθμό και, μάλιστα, όταν το κλαπέν μεταφέρεται με το αυτοκίνητο με τρόπο ώστε αυτό να είναι ορατό στον οποιονδήποτε. Για λόγους, όμως, που θα διαφανούν πιο κάτω το σημείο αυτό δεν θα με απασχολήσει. Από την μαρτυρία του μάρτυρα προκύπτει ότι ζητήθηκε από φωτογράφο της Αστυνομίας να φωτογραφήσει το σημείο στο οποίο σύμφωνα με τις υποδείξεις των Κατηγορούμενων βρισκόταν η σχάρα πριν οι τελευταίοι την πάρουν. Η φωτογράφηση δεν έγινε καθότι σύμφωνα με τον μάρτυρα ο φωτογράφος ένεκα του ότι ήταν απασχολημένος με άλλες υποθέσεις δεν μπορούσε να μεταβεί στην σκηνή. Ο ΜΚ 2, ο οποίος και φωτογράφησε την σχάρα στην ΑΔΕ Πάφου, ερωτηθείς από την Υπεράσπιση αν του ζητήθηκε να φωτογραφήσει το εν λόγω σημείο απάντησε αρνητικά. Δεν θεωρώ ότι από την μαρτυρία αυτή του ΜΚ 2 προκύπτει αναλήθεια στην εν γένει θέση του μάρτυρα ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα. Καθότι με την αντεξέταση του μάρτυρα από την Υπεράσπιση δεν διασαφηνίσθηκε σε ποιο άτομο αναφερόταν ο Κατηγορούμενος και δη σε ποιο άτομο-φωτογράφο της Αστυνομίας είχε αποταθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αν, δηλαδή, είχε αποταθεί στον ΜΚ 2 ή σε κάποιον άλλο φωτογράφο της Αστυνομίας. Συναφώς δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο μοναδικός φωτογράφος που διέθετε η Αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ΜΚ
  8. Ούτε και ο ΜΚ 2 υποστήριξε κάτι τέτοιο αφ' ης στιγμής συν τοις άλλοις δεν ρωτήθηκε. Από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν δέχομαι τα δύο ακόλουθα σημεία. Τον ισχυρισμό του ότι πέριξ του λάκκου είχαν τοποθετηθεί 2 με 3 κώνοι. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 3 οι κώνοι αυτοί ήταν 4 σε αριθμό. Θεωρώ δε πιο ασφαλές να δεχθώ την μαρτυρία του ΜΚ 3 επί του προκειμένου αφ' ης στιγμής, αφενός, ο εν λόγω μάρτυρας ήταν θετικός στην μαρτυρία του και αναφορικά με το ζήτημα τούτο, αφετέρου, ο μάρτυρας δεν με έπεισε ότι είχε καλή μνήμη για το προκείμενο. Από την μαρτυρία του προκύπτει ευκρινώς ότι δεν θυμόταν καλώς πόσοι ήταν αυτοί οι κώνοι. Επίσης, καμία νύξη δεν έκανε αναφορικά με το ότι στο μέρος υπήρχαν και ταμπέλες με προειδοποιητικά σήματα, τέσσερεις προς την πλευρά των Μεσάνων και τέσσερεις προς την πλευρά της Σαλαμιούς σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ
  9. Κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι γενικά δεν θυμόταν καλώς πώς ήταν το εργοτάξιο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πάντως, η Υπεράσπιση από την μαρτυρία του ΜΚ 3 δεν αμφισβήτησε ότι οι κώνοι αυτοί ήταν τέσσερεις. Τέλος, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η σχάρα είχε χρησιμότητα για τις εργασίες που εκτελούνταν στο μέρος αποτελεί εικασία και ως τέτοιος δεν γίνεται αποδεκτός. Επί του προκειμένου σημειώνεται η περί του αντιθέτου θέση του ΜΚ 3 σύμφωνα με τον οποίο η σχάρα δεν χρησίμευε για το έργο. Δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 2543, Τρύφωνας Τρύφωνος. Ο μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο στάθμευε στην ΑΔΕ Πάφου και ήταν αποσπασμένος στο ΤΑΕ όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στην διερεύνηση σκηνών εγκλήματος. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση - Τεκμήριο 8 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας αναγνώρισε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1 για Αναγνώριση ως φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε ο ίδιος. Μετά από την πιο πάνω αναγνώριση το Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση έγινε Τεκμήριο
  10. Υπέδειξε, επίσης, ότι τις εν λόγω φωτογραφίες τις έβγαλε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η παράκληση για λήψη των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 9 και η υπόδειξη της σχάρας προς αυτόν έγιναν στην ΑΔΕ Πάφου από τον Αστ 365 ο οποίος σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του μάρτυρα - Τεκμήριο 8 - ήταν παρών κατά την λήψη των εν λόγω φωτογραφιών. Αυτή ήταν και η μοναδική φορά που ο μάρτυρας κλήθηκε να βγάλει φωτογραφίες της σχάρας. Ουδέποτε του ζητήθηκε να μεταβεί στο μέρος στο οποίο οι Κατηγορούμενοι υπέδειξαν ότι είχαν βρει την σχάρα όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 η σχάρα δεν ήταν εντελώς καινούργια το αυτοκίνητο επί του οποίου στο Τεκμήριο 9 φαίνεται τοποθετημένη η σχάρα ανήκει στο Τμήμα Δημόσιων Έργων η σχάρα μεταφέρθηκε στη ΑΔΕ Πάφου με το αυτοκίνητο που φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 από κάποιο Χαράλαμπο του οποίου ο μάρτυρας δεν γνώριζε το επίθετο. Ήταν το πρόσωπο που ως ο μάρτυρας υπέδειξε την ημέρα που ο τελευταίος κατέθετε στο Δικαστήριο βρισκόταν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Προδήλως, ο μάρτυρας αναφερόταν στον ΜΚ 3, Χαράλαμπο Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε την ίδια ημέρα που κατέθεσε και ο μάρτυρας και ο οποίος στα πλαίσια της δικής του μαρτυρίας υποστήριξε ότι η σχάρα μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα στην ΑΔΕ Πάφου από τον ίδιο με αυτοκίνητο της Υπηρεσίας του. Η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν τυπική αφού αυτή περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες ο μάρτυρας προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο μάρτυρας ήταν, επίσης, σαφής και θετικός στην μαρτυρία του. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του και η αντεξέταση περιορίσθηκε σε ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα. Συναφώς δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 απεικονίζουν την σχάρα. Στα σημεία δε εκείνα που η μαρτυρία του μάρτυρα καταπιάνεται με ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται και η μαρτυρία του ΜΚ 3 η μαρτυρία των δύο μαρτύρων συνάδει. Η μαρτυρία του μάρτυρα κρίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Χαράλαμπος Αντωνίου, επιτηρητής στο Τμήμα Δημοσίων Έργων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση στις 25.10.11 - Τεκμήριο 10 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με την μαρτυρία του λίγο πριν τα Μέσανα, στην είσοδο του χωριού, και στην αριστερή πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση βόρεια, ήτοι από Σαλαμιού προς Μέσανα, εκτελούνταν εργασίες από το Τμήμα Δημοσίων Έργων. Στις εργασίες αυτές συμμετείχε και ο ίδιος. Το απόγευμα της 19.10.11 τοποθέτησε και άφησε στην όχθη του δρόμου στο μέρος όπου εκτελείτο το έργο μια σχάρα επειδή αυτή παρουσίαζε πρόβλημα. Στις 25.10.11 και περί ώρα 10:25 π.μ. και ενώ βρισκόταν εν ώρα καθήκοντος σε άλλο σημείο εργασίας και συγκεκριμένα στα Κελοκέδαρα παρατήρησε ένα διπλοκάμπινο με τρεις επιβαίνοντες να περνά από το εν λόγω σημείο και να κατευθύνεται προς την Σταυροκόννου μεταφέροντας την σχάρα στο πίσω μέρος του. Συγκράτησε τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω οχήματος, ABL 913, και μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων για να προβεί σε καταγγελία. Μετά την καταγγελία του το διπλοκάμπινο ανακόπηκε από την Αστυνομία, μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων και, ακολούθως, ο μάρτυρας κλήθηκε να μεταβεί την ίδια ημέρα εκ νέου στον εν λόγω σταθμό για να αναγνωρίσει τους επιβαίνοντες, την σχάρα και το αυτοκίνητο τους οποίους και αναγνώρισε. Επρόκειτο για την σχάρα την οποία ο μάρτυρας είχε τοποθετήσει στο σημείο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο μάρτυρας εξήγησε, όπως και ο ΜΚ 1, ότι ακολουθώντας βόρεια κατεύθυνση συναντά κάποιος πρώτα τα Κελοκέδαρα, ακολούθως, την Σαλαμιού και μετά τα Μέσανα. Ακολουθώντας νότια κατεύθυνση, ήτοι από Κελοκέδαρα προς Πάφο, συναντάς την Σταυροκόννου και μετά τα Χωλετριά. Στο έργο στα Μέσανα στο οποίο είχε αφήσει την σχάρα ο μάρτυρας ασχολούνταν με συνεργείο του Τμήματος Δημοσίων Έργων με την δημιουργία οχετού για την συλλογή του νερού εντός λάκκου-φρεατίου διαστάσεων 2 μέτρα επί 80 εκατοστά. Για την εξάλειψη του κινδύνου είχαν τοποθετήσει 4 κώνους οι οποίοι συνδέονταν με κορδέλα κατά μήκος του κύριου δρόμου. Οι κώνοι κάλυπταν τον λάκκο και δημιουργούσαν Π. Οι κορδέλες ήταν χρώματος κόκκινου με άσπρο. Επίσης, είχαν τοποθετήσει 4 προειδοποιητικές ταμπέλες με κατεύθυνση τα Μέσανα και 4 άλλες με κατεύθυνση την Σαλαμιού σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από τον λάκκο. Η καθεμιά ταμπέλα υποδείκνυε και διαφορετικό σήμα, ήτοι το όριο ταχύτητας, στένωμα δρόμου, προσπέρασμα και εκτέλεση οδικών έργων. Ο λάκκος ήταν ανοικτός και βρισκόταν δίπλα από τον δρόμο εντός παγκέτου πλάτους περίπου 5 μέτρων. Η σχάρα είχε τοποθετηθεί δίπλα από τον λάκκο, εντός του παγκέτου, σε απόσταση 2 μέτρων περίπου από τον λάκκο και πίσω από πέτρινο τοίχο περίφραξης παρακείμενου χωραφιού ύψους περίπου 1½ μέτρου. Το χωράφι άρχιζε μετά τον τοίχο. Ο μάρτυρας είδε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 και αναγνώρισε την σχάρα που απεικονίζεται σε αυτές ως την σχάρα και αυτή την οποία είχε τοποθετήσει και αφήσει στο σημείο που υπέδειξε. Υπέδειξε, επίσης, ότι χρειαζόταν να τοποθετηθεί σχάρα για να καλυφθεί ο λάκκος, πλην όμως η σχάρα δεν ήταν κατάλληλη για τον πιο πάνω σκοπό καθότι είχε στραβώσει. Ο μάρτυρας θα την παρέδιδε στην αποθήκη του Τμήματος Δημοσίων Έργων για να χρησιμοποιηθεί σε άλλο έργο, σε άλλο λάκκο αφού πρώτα θα την έκοβαν στη μέση. Για την κάλυψη του λάκκου έπρεπε να τοποθετηθεί άλλη σχάρα κατάλληλη. Από τους κώνους, τις κορδέλες και τις ταμπέλες ήταν αντιληπτό ότι στο μέρος εκτελούνταν έργα. Ο μάρτυρας αναγνώρισε από το εδώλιο του μάρτυρα τους Κατηγορούμενους ως τα δύο από τα τρία άτομα που επέβαιναν του διπλοκάμπινου στις 25.10.
  11. Υποστήριξε ότι στις 25.10.11 δεν εργάζονταν εργάτες στο εργοτάξιο των Μεσάνων καθότι οι εργασίες στο εργοτάξιο των Κελοκεδάρων δεν είχαν μέχρι τότε ολοκληρωθεί. Η αξία της σχάρας στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν 100 με 120 Ευρώ. Η αξία της δε ως καινούργια ήταν Ευρώ 210,00 σεντ. Αυτό το γνωρίζει ως εκ της πείρας του και των παραγγελιών που γίνονται. Το αυτοκίνητο το οποίο φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 είναι το αυτοκίνητο της Υπηρεσίας του. Με αυτό μετέφερε την σχάρα από τον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για να ληφθούν φωτογραφίες Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η σχάρα είχε αφαιρεθεί από τον λάκκο και με την τοποθέτηση νέας σχάρας στον λάκκο οι εργασίες στα Μέσανα θα ολοκληρώνονταν. Για την ολοκλήρωση των εργασιών δεν θα χρησιμοποιείτο η σχάρα αλλά καινούργια σχάρα. Η σχάρα θα παραδίδονταν στην αποθήκη των Δημοσίων Έργων η σχάρα απείχε από τον λάκκο απόσταση 2 μέτρα ο λόγος που όταν στις 19.10.11 αφαιρέθηκε η σχάρα δεν μεταφέρθηκε αμέσως στην αποθήκη ήταν γιατί το αυτοκίνητο της Υπηρεσίας ήταν γεμάτο εργαλεία του δουλειάς και δεν υπήρχε χώρος για την μεταφορά της στην αποθήκη. Ο λόγος δε που ούτε την επόμενη ημέρα αλλά και ούτε οποιαδήποτε άλλη ημέρα πριν την κλοπή η σχάρα δεν είχε μεταφερθεί στην αποθήκη ήταν γιατί ο μάρτυρας και όλο το συνεργείο του ήταν απασχολημένοι σε εργασία επείγουσας φύσεως στα Κελοκέδαρα η οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί κατά προτεραιότητα. Κανένας εκ των συναδέλφων του δεν μπορούσε να παρατήσει το εργοτάξιο στα Κελοκέδαρα για να πάει να την περισυλλέξει αφού όλα κι' όλα τρία ήταν τα άτομα που εργάζονταν στο εργοτάξιο των Κελοκεδάρων. Συνάδελφος δε από άλλο συνεργείο δεν δικαιούνταν να περισυλλέξει την σχάρα η σχάρα δεν είχε εγκαταλειφθεί. Είχε αφεθεί στον χώρο εργασίας του εργοταξίου για να περισυλλεγεί σε μεταγενέστερο στάδιο και όταν θα ολοκληρωνόταν η εργασία στα Κελοκέδαρα καθότι παρά το ότι ήταν στραβωμένη, εντούτοις, εξακολουθούσε να είναι χρήσιμη. Θα την έκοβαν στην μέση και θα την χρησιμοποιούσαν σε άλλο φρεάτιο η σχάρα δεν έφερε διακριτικό σήμα που να δείχνει ότι ανήκει στα Δημόσια Έργα, ούτε οποιοδήποτε άλλο σήμα ή σημάδι δηλωτικό της κυριότητάς της η σχάρα δεν ήταν φαγωμένη. Της έλειπε, ωστόσο, μπογιά η σχάρα δεν ήταν σκεπασμένη ενώ μεταφέρονταν με το αυτοκίνητο του οποίου επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι. Ούτε και οι αριθμοί εγγραφής του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν καλυμμένοι ή αφαιρεμένοι. Υποβλήθηκαν στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση οι ακόλουθες θέσεις: η σχάρα δεν προοριζόταν για μεταφορά στην αποθήκη. Εγκαταλείφθηκε πεταμένη στην άκρια του δρόμου, στο σημείο στο οποίο βρέθηκε από τους Κατηγορούμενους καθότι ο μάρτυρας δεν την ήθελε, δεν την χρειαζόταν και δεν ενδιέφερε τον μάρτυρα αν κάποιος την έβρισκε και την έπαιρνε. Γι' αυτό και μετά που αφαιρέθηκε από τον λάκκο αφέθηκε στο μέρος για τόσες μέρες χωρίς κάποιος να την μαζέψει και να την μεταφέρει στην αποθήκη. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή υποστηρίζοντας την εν γένει εκδοχή του, ότι, δηλαδή, η σχάρα δεν είχε αφεθεί παρατημένη. Αφέθηκε στον χώρο του εργοταξίου μέχρι να περισυλλεγεί. Είχε δε την χρησιμότητα που υπέδειξε. Επίσης, επειδή η ύπαρξη του εργοταξίου ήταν έκδηλη από τις ταμπέλες και τους κώνους ήταν εύλογα αντιληπτό στον καθένα ότι η σχάρα θα χρησιμοποιείτο για τις εργασίες του εργοταξίου άσχετα αν για τις εργασίες αυτές και που αναμένονταν να γίνουν αυτή δεν χρησίμευε υπήρχε η δυνατότητα να περισυλλεγεί η σχάρα αφού ο μάρτυρας και το υπόλοιπο συνεργείο περνούσαν καθημερινά από το σημείο στο οποίο η σχάρα είχε αφεθεί. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή υποστηρίζοντας ότι τα Κελοκέδαρα βρίσκονται πριν από τα Μέσανα και το συνεργείο δεν περνούσε από τα Μέσανα για να μεταβεί στο εργοτάξιο των Κελοκεδάρων η σχάρα δεν βρισκόταν σε απόσταση 2 μέτρων από τον λάκκο αλλά 4 με 5 μέτρα από αυτόν. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή επιμένοντας στην δική του θέση λόγω της κατάστασής της η σχάρα δεν είχε οποιαδήποτε χρησιμότητα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή επιμένοντας στην δική του θέση. Κατά την επανεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα εργαλεία τα παραλάμβαναν το πρωί από την αποθήκη των Δημοσίων Έργων στην Πάφο, ακολούθως, τα μετέφερναν στον χώρο εργασίας και μετά πάλι πίσω στην αποθήκη. Ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Ήταν σαφής και θετικός στην μαρτυρία του. Ήταν, επίσης, σταθερός και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Τέλος, απαντούσε αυθόρμητα και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ό,τι μόνο η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ήταν τα σημεία που εντοπίσθηκαν και ανωτέρω υποδείχθηκαν. Δέχομαι ότι η σχάρα είχε την χρησιμότητα που ο μάρτυρας υπέδειξε με την μαρτυρία του και ότι ένεκα τούτου και αφήνοντάς την στο σημείο που την άφησε ο μάρτυρας δεν την εγκατέλειψε αλλά πρόθεσή του ήταν να την περισυλλέξει σε χρόνο που θα είχε την δυνατότητα να την περισυλλέξει. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι η σχάρα με το να κοπεί στην μέση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε άλλο φρεάτιο. Ως αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός του μάρτυρα δεν κλονίσθηκε ούτε και διασαλεύθηκε. Οπότε και υπό το φως των πιο πάνω στην εν γένει θέση της Υπεράσπισης ότι η σχάρα ένεκα του ότι ήταν στραβωμένη δεν είχε χρηστική αξία δεν μπορεί να προσδοθεί σημασία. Επίσης, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις 19.10.11, που η σχάρα είχε αφαιρεθεί από τον λάκκο, μέχρι τις 25.10.11, ημέρα κατά την οποία την πήραν οι Κατηγορούμενοι, ο μάρτυρας και το υπόλοιπο συνεργείο ήταν απασχολημένοι με τις εργασίες στα Κελοκέδαρα και ότι ήταν ανάγκη όπως οι εργασίες αυτές ολοκληρωθούν με σπουδή και κατά προτεραιότητα των εργασιών στα Μέσανα καθότι ήταν επείγουσας φύσεως. Ούτε και τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι την ημέρα που η σχάρα είχε αφαιρεθεί από τον λάκκο δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθεί στην αποθήκη ένεκα του ότι το αυτοκίνητο της Υπηρεσίας ήταν γεμάτο με εργαλεία και δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος. Ό,τι, μεταξύ άλλων, η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ήταν τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι εν' όψει των εργασιών στα Κελοκέδαρα δεν υπήρχε η δυνατότητα για την συλλογή της σχάρας από τα Μέσανα. Δέχομαι τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι το συνεργείο δεν περνούσε από τα Μέσανα για να μεταβεί στα Κελοκέδαρα. Οι διαδρομές που εξηγήθηκαν από τον μάρτυρα και τον ΜΚ 1 χωρίς επί τούτου οι μάρτυρες αυτοί να αμφισβητηθούν από την Υπεράσπιση καθιστούν αβάσιμη την πιο πάνω υπό της Υπεράσπισης προβληθείσα θέση. Δέχομαι, επίσης, ότι η εκτέλεση των εργασιών στα Κελοκέδαρα κρατούσαν πλήρως απασχολημένους τον μάρτυρα και τους υπόλοιπους εργάτες του εργοταξίου εν' όψει του ότι οι εν λόγω εργάτες όλοι κι όλοι τρεις ήταν και οι εργασίες έπρεπε να ολοκληρωθούν «με την διαδικασία του κατεπείγοντος». Δέχομαι, επίσης, ότι εργάτης άλλος από τους εργάτες του εργοταξίου στα Μέσανα δεν δικαιούνταν να περισυλλέξει την σχάρα, ισχυρισμός ο οποίος, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ότι επιδείχθηκε η απαιτούμενη επιμέλεια ως προς την τύχη της σχάρας. Τα όσα πιο πάνω ο μάρτυρας πρόβαλε κρίνω πως δεν αποτελούν δικαιολογία για το γεγονός ότι για έξι ολόκληρες ημέρες η σχάρα αφέθηκε ουσιαστικά ως βορά για επίδοξους κλέφτες. Δεν προτίθεμαι να προβώ σε εξέταση αν κατά πόσο ο μάρτυρας ήταν αμελής ως προς το ζήτημα τούτο. Κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται και δεν καλούμαι να αποφασίσω. Ούτε, άλλωστε, δόθηκαν από τον μάρτυρα οι αναγκαίες πληροφορίες αναφορικά με την δυνατότητα ή μη εναλλακτικών λύσεων. Όπως, για παράδειγμα, η δυνατότητα μετάβασης του συνεργείου στα Μέσανα κάποια ημέρα μετά που το συνεργείο θα σχόλανε από το εργοτάξιο στα Κελοκέδαρα για σκοπούς συλλογής της. Όπως και να' χει όφειλαν να ληφθούν τέτοια μέτρα ώστε η σχάρα να περισυλλεγεί το συντομότερο δυνατόν αφότου αφέθηκε στο σημείο που τοποθετήθηκε από τον μάρτυρα, πρωτίστως, για να μην κλαπεί. Η παράλειψη συλλογής της βαρύνει είτε τον ίδιο τον μάρτυρα ως επιτηρητή και επιστάτη του εργοταξίου των Μεσάνων, είτε το ίδιο το Τμήμα Δημοσίων Έργων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο μάρτυρας εγκατέλειψε την σχάρα. Τυχόν παράλειψη ή αμέλεια είτε από μέρους του μάρτυρα, είτε από μέρους του Τμήματος Δημοσίων Έργων ως προς την συλλογή της σχάρας δεν καθιστά την σχάρα εγκαταλειμμένη. Αφ' ης στιγμής πρωτίστως ο μάρτυρας υπέδειξε ότι η σχάρα είχε χρησιμότητα. Είναι δε εδώ που κατά την κρίση μου έγκειται το βάσιμο της θέσης του μάρτυρα ότι η σχάρα δεν είχε εγκαταλειφθεί υπό του ιδίου. Στο ότι αν και στραβωμένη εξακολουθούσε να έχει κάποια χρησιμότητα για το Τμήμα Δημοσίων Έργων, αφού, σύμφωνα με τον μάρτυρα, με την κατάλληλη επεξεργασία, ήτοι με το να κοπεί στην μέση, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε άλλο φρεάτιο, θέση η οποία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν κλονίσθηκε από την Υπεράσπιση. Επομένως, η εν γένει θέση της Υπεράσπισης ότι η σχάρα εγκαταλείφθηκε από τον μάρτυρα καθότι είχε αφεθεί στο μέρος για περίοδο 6 ημερών χωρίς να περισυλλεγεί υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν κρίνεται πειστική. Δέχομαι, επίσης, ότι η σχάρα τοποθετήθηκε από τον μάρτυρα σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των 2 μέτρων από τον λάκκο. Η θέση της Υπεράσπισης περί απόστασης 4 με 5 μέτρων παρέμεινε μετέωρη αφού δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Κρίνω, επίσης, βάσιμες τις θέσεις του μάρτυρα, αφενός, ότι από την ύπαρξη των κώνων, των κορδελών και των σημάτων ήταν έκδηλο και αντιληπτό ότι στο μέρος βρισκόταν έργο σε εξέλιξη, αφετέρου, ότι ένεκα του ότι τα πιο πάνω δημιουργούσαν την εικόνα έργου εν εξελίξει εύλογα κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η σχάρα θα χρησιμοποιούνταν για το έργο. Άσχετα αν αυτή δεν είχε χρησίμευε για το έργο. Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Όσον αφορά στις γραπτές καταθέσεις των Κατηγορούμενων - Τεκμήρια 2 και 3 - σημειώνονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179 δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας. Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ' ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, R v. Hamand
(1985)82 Cr App R. 65, R v. Sharp
(1988)1 All E R 65). Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Στην υπόθεση R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή* Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να απο- McGregor [1967] Cr. App. R. 338,
(1968)1 Q.B. 371 applied. Sparrow [1973] 57 Cr. App. R. 352;
(1973)1 W.L.R. 488; Donaldson and Others [1973] 64 Cr. App. R. 59 and Pearce [1979] 69 Cr. App. R. 365 considered. δώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004. Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9). Στις γραπτές τους καταθέσεις οι Κατηγορούμενοι προβαίνουν και σε ενοχοποιητικές και σε απαλλακτικές δηλώσεις. Συναφώς παραδέχονται ότι πήραν την σχάρα και έφυγαν, αλλά από την άλλη δηλώνουν ότι έπραξαν τούτο καθότι είχαν την πεποίθηση ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη. Δέχομαι την δήλωση των Κατηγορούμενων ότι πήραν την σχάρα και έφυγαν. Πρόκειται περί ενοχοποιητικής δήλωσης. Η λογική επιβάλλει ότι αν η δήλωση αυτή δεν ήταν αληθινή οι Κατηγορούμενοι δεν θα προέβαιναν σε αυτή. Περαιτέρω η αλήθεια της υπό συζήτηση δήλωσης υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΚ 3 την οποία έκανα αποδεκτή. Για τον ίδιο λόγο αποδεκτή είναι και η δήλωση των Κατηγορούμενων ότι σκοπός τους ήταν να πουλήσουν την σχάρα αφότου αποκτούσαν την κατοχή της. Η εν λόγω δήλωση άπτεται της πρόθεσης της τελεσίδικης αποστέρησης του αντικειμένου που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής από τον ιδιοκτήτη του και που πρέπει να έχει κατηγορούμενος προτού κριθεί ένοχος για το αδίκημα της κλοπής. Η δήλωση, όμως, των Κατηγορούμενων ότι πίστευαν ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη δεν είναι αποδεκτή. Πρόκειται περί δήλωσης η οποία είναι απαλλακτική ενοχής και για τον λόγο αυτό και μόνο δέον να αντικρισθεί με καχυποψία αφού το ενδεχόμενο οι Κατηγορούμενοι να μην είπαν την αλήθεια επί του προκειμένου ώστε να απαλλάξουν τον εαυτό τους από την ευθύνη δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Επίσης, δεν υποστηρίχθηκε ενόρκως ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να έχει την δυνατότητα να εξετάσει τους Κατηγορούμενους επ' αυτής. Τέλος, δεν υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία. Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω εκτός από την δήλωση των Κατηγορούμενων ότι αυτοί πίστευαν ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη, η οποία δεν είναι αποδεκτή, το υπόλοιπο περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων είναι αποδεκτό. Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «το Κεφ. 154», προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
  1. i)με τέχνασμα· (
  2. ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Περιουσία η οποία έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη της δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής (Βλ. R v. White 7 Cr. App. R. 266, C.A). Ακόμη και στην περίπτωση, όμως, που η εν λόγω περιουσία δεν έχει εγκαταλειφθεί αλλά ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι έχει εγκαταλειφθεί δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της κλοπής ανεξάρτητα αν η πεποίθηση του αυτή είναι λογική ή παράλογη. Σε αυτή την περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν ενεργεί με δόλιο τρόπο. Ίδια είναι η προσέγγιση επί του προκειμένου ζητήματος και στην Αγγλία όπου ο Theft Act του 1968 αντικατέστησε την δολιότητα με την ανεντιμότητα (dishonesty) ως συστατικό στοιχείο της κλοπής. Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από το σύγγραμμα Archbold 2009, παράγραφοι 21-30 κάτω από τον τίτλο «Belief that property has been abandoned» όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Property that has been abandoned cannot be stolen (see post, 21-64). If property had not been abandoned, but the defendant believed that it had, he cannot be convicted of theft, whether his belief was reasonable or unreasonable. He would not be acting dishonestly: R v. Small, 86 Cr. App. R.
  1. The relevance of reasonableness of the belief is as to whether it was actually held: ibid. Where the prosecution case is that it was patently unreasonable for the defendant to have believed the property to have been abandoned, the jury should be specifically reminded that even an unreasonable belief may nevertheless be an honest one: R v. Wood [2002] 4 Archbold News 3, C.A.; and where the sole question for the jury was as to the genuineness of the defendant's belief as to the factual situation, not as to the ordinary person's idea of honesty, the giving of a Ghosh direction (ante) was inappropriate and liable to confuse the jury: ibid». Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας ήταν νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπό εξέταση περίπτωση και σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα η σχάρα αποτελεί αντικείμενο με αξία και ανήκει στο Τμήμα Δημοσίων Έργων. Είναι, επομένως, αντικείμενο το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής αφού συν τοις άλλοις και σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα δεν ήταν εγκαταλελειμμένη περιουσία. Οι Κατηγορούμενοι παίρνοντας την σχάρα, φορτώνοντάς την πάνω στο αυτοκίνητό τους και μεταφέροντάς την με αυτό στο μέρος που είχαν πρόθεση να την εναποθέσουν αποκόμισαν την σχάρα και απέκτησαν κατοχή αυτής. Χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της και με πρόθεση να αποστερήσουν τον ιδιοκτήτη της τελεσίδικα από αυτήν. Ενδεικτικό για το τελευταίο είναι η κοινή δήλωση των Κατηγορούμενων στις γραπτές τους καταθέσεις - Τεκμήρια 2 και 3 - σύμφωνα με την οποία πρόθεση των Κατηγορούμενων ήταν η πώληση των αντικειμένων που θα περισυνέλλεγαν από την εξόρμησή τους κατά την επίδικη ημερομηνία. Αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία της απόκτησης χωρίς αξίωση δικαιώματος από μέρους των Κατηγορούμενων, χωρίς καλή πίστη και με δόλιο τρόπο υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» σημαίνουν εσκεμμένα και με πρόθεση και όχι ως εκ λάθους. Αφ' ης στιγμής και σύμφωνα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκα κύριος και ιδιοκτήτης της σχάρας είναι το Τμήμα Δημοσίων Έργων ακολουθεί ότι οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι η σχάρα δεν ανήκει σε αυτούς και ότι δεν είχαν δικαίωμα να την πάρουν. Συναφώς καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία δεν προσάχθηκε από την Υπεράσπιση. Οι Κατηγορούμενοι δεν θα ήταν, όμως, δόλιοι και, επομένως, ένοχοι για το αδίκημα της κλοπής αν πίστευαν ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη. Παρά το ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα η σχάρα δεν ήταν εγκαταλελειμμένη. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία ώστε να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Ούτε και ο Κατηγορούμενος
  2. Δεν μου διαφεύγει ότι ως ανωτέρω αναφέρθηκε ισχυρισμός προς την πιο πάνω κατεύθυνση υπάρχει τόσο στην γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 - Τεκμήριο 2 - όσο και στην γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 - Τεκμήριο
  3. Μόνο που για τους λόγους που ενωρίτερα εξηγήθηκαν οι δηλώσεις αυτές των Κατηγορούμενων δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος 3, όμως, προβαίνοντας σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης με αποτέλεσμα αυτό να καθίσταται η ανώμοτη του δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Μπορεί, όμως, από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε η ανώμοτη δήλωση δεν προσφέρεται για απόδειξη γεγονότων και η αξία της είναι μόνο πειστική. Η αξία της δε αυτή προκύπτει μέσα από την εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας. Ό,τι, όμως, από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας προκύπτει και που εκμηδενίζει την οποιαδήποτε αξία της είναι ότι το μέρος στο οποίο αφέθηκε η σχάρα ήταν εργοτάξιο και υπήρχε εν εξελίξει έργο, κάτι το οποίο ήταν εύλογα αντιληπτό αφ' ης στιγμής (α) στο μέρος υπήρχαν ένας ανοικτός λάκκος καθώς και προειδοποιητικά για κίνδυνο σήματα και (β) η σχάρα βρισκόταν σε απόσταση μόλις 2 μέτρα από τον λάκκο. Τα πιο πάνω εύλογα δημιουργούσαν την εντύπωση ότι η σχάρα ήταν μέρος του εργοταξίου και ότι αυτή θα χρησιμοποιούνταν για τις εργασίες που λάμβαναν χώρα στο εργοτάξιο. Άσχετα αν σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα η σχάρα δεν θα χρησιμοποιούνταν για το έργο. Το γεγονός δε ότι την επίδικη ημέρα δεν γίνονταν εργασίες στο εργοτάξιο δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Αφ' ης στιγμής όλα κατεδείκνυαν ότι υπήρχε έργο εν εξελίξει. Η εντύπωση που, επομένως, εύλογα θα δημιουργούνταν στον λογικό άνθρωπο ήταν ότι η σχάρα δεν ήταν εγκαταλελειμμένη. Η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου 3 ως προς το υπό εξέταση σημείο δεν συνάδει με ό,τι εύλογα θα αντιλαμβανόταν ο λογικός άνθρωπος. Επίσης, καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να συνηγορεί με το ότι παρά το ότι ο λογικός άνθρωπος δεν θα πίστευε ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη, εντούτοις, ο Κατηγορούμενος 3 πίστευε το αντίθετο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι η ανώμοτη δήλωση στερείται αποδεικτικής αξίας καμία βαρύτητα δεν μπορώ να προσδώσω στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου ότι πίστευε ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν υπάρχει που να τείνει να καταδείξει ότι οι Κατηγορούμενοι πίστευαν ότι η σχάρα ήταν εγκαταλελειμμένη καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει ότι η απόκτηση της κατοχής της σχάρας έγινε χωρίς αξίωση δικαιώματος από μέρους των Κατηγορούμενων, χωρίς καλή πίστη και με τρόπο δόλιο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με το αδίκημα της συνωμοσίας υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Τα άρθρα 371 και 372 του Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσο αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373 (Βλ. Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134). Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». H αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνο. Επιπλέον, είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που έκαστος των συνωμοτών έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως, δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « ... Τo αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (Βλέπε Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «H ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. R. v. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28-9». Η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή την πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνούν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (plot) για να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (Βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R. 3, H.L, 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, έκδοση 2004, παρ. 34-4). Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (Βλ. Walker
(1962)Crim. L. R. 458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice έκδοση 2003, παράγραφοι Α6.14, σελ. 90). Από την άλλη, είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί («wheel» και «chain» conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (Βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία ή συναίνεση (Βλ. Mawji v. R
(1957)A.C. 126, PC) καθώς και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενο για τη διάπραξη του αδικήματος (Βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των Κατηγορούμενων για την διάπραξη της κλοπής της σχάρας είναι εκ των ων ουκ άνευ αφ' ης στιγμής οι Κατηγορούμενοι εν τέλει έκλεψαν την σχάρα. Στην προκειμένη περίπτωση η κλοπή δεν θα διαπράττονταν χωρίς να προηγηθεί συμφωνία μεταξύ των Κατηγορούμενων προς αυτή την κατεύθυνση. Για να καταλήξουν δε σε συμφωνία οι Κατηγορούμενοι αναπόφευκτα σύμφωνα με την λογική εξωτερίκευσαν την σκέψη και την πρόθεση που είχαν στο μυαλό τους να κλέψουν την σχάρα. Η εκδήλωση της πρόθεσης και της σκέψης τους προς την πιο πάνω κατεύθυνση σηματοδότησε την κατάληξή τους σε συμφωνία. Επομένως, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Οι Κατηγορούμενοι είχαν και την πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης τους. Απόδειξη τούτου ήταν η ίδια η διάπραξη της κλοπής. Επομένως, έχει αποδειχθεί και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συνωμοσίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίνονται ένοχοι και στις δύο εναντίον τους κατηγορίες. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και Κλοπή Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.