← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νικόλαος Σοφοκλέους, Aρ. Υπόθεσης 5920/13, 8/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νικόλαος Σοφοκλέους, Aρ. Υπόθεσης 5920/13, 8/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 5920/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Νικόλαος Σοφοκλέους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 8.1.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την ποινή η κα Σ. Παπαλαζάρου) Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία) και της μέθης κατά παράβαση του άρθρου 94 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τέταρτη κατηγορία). Οι υπόλοιπες δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα οι κατηγορίες της δημόσιας εξύβρισης και της ανησυχίας, κατηγορίες 3 και 5 αντίστοιχα, διακόπηκαν και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε σε αυτές. Τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Τα έχω κατά νου και δεν θα τα παραθέσω. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Tα αδικήματα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και της απειλής βιαιοπραγίας είναι σοβαρά αδικήματα αφού τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη. Μάλιστα, το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας συνιστά κακούργημα. Το αδίκημα της μέθης είναι ήσσονος σοβαρότητας αφού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επιβαρυντικό στην υπόθεση στοιχείο είναι κατά την κρίση μου το ότι η επίδικη επίθεση προς τον παραπονούμενο, της οποίας μέσα στο κλίμα που δημιουργήθηκε ακολούθησε και η απειλή, έλαβε χώρα άνευ ευλόγου αιτίας και λανθασμένα θεωρώντας ο Κατηγορούμενος ότι ο παραπονούμενος είχε απευθυνθεί λεκτικά προς εκείνον και τον ειρωνευθεί, ενώ στην πραγματικότητα ο παραπονούμενος είχε απευθυνθεί αναφέροντας κάτι σε τρίτο πρόσωπο. Αναφορικά με το αδίκημα της επίθεσης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την παραδοχή του στο Δικαστήριο τις προσωπικές του συνθήκες και ειδικότερα το ότι ο Κατηγορούμενος είναι άνεργος και συντηρείται από την μητέρα του, η οποία είναι και ο μοναδικός εν ζωή γονέας του Κατηγορούμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση μέθης η οποία άμβλυνε τον αυτοέλεγχό του. Στην υπόθεση Pernell κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 417 στην οποία έγινε ανασκόπηση της Κυπριακής Νομολογίας αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα λέχθηκε ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος ότι η προκληθείσα στον παραπονούμενο σωματική βλάβη δεν ήταν σοβαρή. Αυτή συνίστατο μόνο σε εκδορές και συγκεκριμένα σε εκδορές δεξιάς άκρας χειρός και αριστερού άκρου ποδός ότι από την επίδικη επίθεση τραυματίσθηκε και ο Κατηγορούμενος, αν και, ελαφρά. Συγκεκριμένα έφερε μικρή εκδορά στο μέτωπο δεξιά και μώλωπα στην δεξιά παλάμη ότι οι σχέσεις μεταξύ παραπονούμενου και Κατηγορούμενου αποκαταστάθηκαν σε βαθμό που ο παραπονούμενος σήμερα έχει συγχωρήσει τον Κατηγορούμενο ο χρόνος των 3 ετών που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η επιβολή χρηματικής ποινής. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 300,00 σεντ Στην δεύτερη κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 200,00 σεντ Στην τέταρτη κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 100,00 σεντ Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 155,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. Ένεκα της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου διατάζω όπως το συνολικό ποσό του προστίμου μαζί με τα έξοδα πληρωθούν με μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: Τα πρώτα Ευρώ 155,00 σεντ να πληρωθούν μέχρι 1.2.16. Τα υπόλοιπα Ευρώ 600 να πληρωθούν με μηνιαίες δόσεις των Ευρώ 200,00 σεντ. Η πρώτη δόση των Ευρώ 200,00 σεντ να πληρωθεί μέχρι 1.3.16 και οι υπόλοιπες την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη, απειλή βιαιοπραγίας και μέθη Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.