← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Alouzi Waseem Mohammad Rashid, Aρ. Υπόθεσης: 6170/12, 22/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Alouzi Waseem Mohammad Rashid, Aρ. Υπόθεσης: 6170/12, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 6170/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Alouzi Waseem Mohammad Rashid Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22.1.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κα Λ. Λεμονάρη Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι τον Ιούλιο του 2005 στην Πάφο εξέδωσε στην εταιρεία K & M KOMODROMOS SERVICES LTD την επιταγή με αριθμό 53325306 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.1.500,00 σεντ πληρωτέα την 1.10.05 η οποία παρουσιάσθηκε στις 2.11.05 στην πιο πάνω τράπεζα και δεν ξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του κατηγορούμενου εκδότη και παρέμεινε απλήρωτη για 15 ημέρες από της εν λόγω παρουσίασης. Η εν λόγω κατηγορία από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η επίδικη κατηγορία» και η εν λόγω επιταγή ως «η επίδικη επιταγή». Ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης αντιμετώπιζε άλλες τρεις κατηγορίες για παρόμοιας φύσεως αδικήματα (κατηγορίες 1, 3 και 4). Οι εν λόγω κατηγορίες στις 19.12.14 διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε σε αυτές. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, ενώ οι δύο τελευταίες - κατηγορίες 3 και 4 - στο αδίκημα της άνευ ευλόγου αιτίας πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Καθεμιά κατηγορία αφορά σε διαφορετική επιταγή. Η παραπονούμενη εταιρεία και προς όφελος της οποίας εκδόθηκαν και οι τέσσερεις επιταγές σύμφωνα με το κατηγορητήριο είναι η ίδια σε όλες τις κατηγορίες. Όλες οι επιταγές αφορούν στο ίδιο ποσό και εκδόθηκαν επί του ίδιου τραπεζικού ιδρύματος, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Η επίδικη επιταγή και η επιταγή της πρώτης κατηγορίας ήταν πληρωτέες την 1.10.
  1. Οι επιταγές των κατηγοριών 3 και 4 ήταν πληρωτέες την 1.8.05 και 1.9.05 αντίστοιχα. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η Υπεράσπιση κάλεσε το Δικαστήριο να εμποδίσει την συνέχιση της οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασίας αναφορικά με την επίδικη κατηγορία για τους λόγους που η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου εξήγησε στην αγόρευσή της. Προτού δε αγορεύσουν και οι δύο πλευρές επί του εγερθέντος ζητήματος η Υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρα την Ιωάννα Παυλίδου, υπάλληλο στο Ποινικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε, στα πλαίσια δε της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια: από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12350/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου - Τεκμήριο Α - καθώς και πιστό αντίγραφο πρακτικού ημερομηνίας 27.10.10 - Τεκμήριο Β από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12351/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου - Τεκμήριο Γ - και πιστό αντίγραφο απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.10.10 - Τεκμήριο Δ. Από τα πιο πάνω έγγραφα-τεκμήρια προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατήγορος και στις δύο πιο πάνω ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 12350/07 και 12351/07 ήταν η εταιρεία K & M KOMODROMOS SERVICES LTD η οποία είναι το πρόσωπο στο όνομα της οποίας εκδόθηκε τόσο η επίδικη επιταγή σύμφωνα με την επίδικη κατηγορία όσο και οι τρεις υπόλοιπες επιταγές σύμφωνα με τις διακοπείσες στην παρούσα υπόθεση κατηγορίες Κατηγορούμενος και στις δύο πιο πάνω ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 12350/07 και 12351/07 είναι ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση Το κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση με αριθμό 12350/07 περιλάμβανε μια μόνο κατηγορία η οποία ήταν η ίδια με την επίδικη κατηγορία Η κατηγορία στην πιο πάνω ποινική υπόθεση με αριθμό 12350/07 διακόπηκε στις 27.10.10 και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε στην πιο πάνω κατηγορία Το κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση με αριθμό 12351/07 περιλάμβανε τρεις κατηγορίες οι οποίες είναι οι ίδιες με τις διακοπείσες στην παρούσα υπόθεση κατηγορίες 1, 3 και 4 Ο κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση με αριθμό 12351/07 αθωώθηκε στις εναντίον του κατηγορίες με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.10.
  2. Προκύπτει, δηλαδή, από τα πιο πάνω ότι για τις επιταγές για τις οποίες σχηματίσθηκε το κατηγορητήριο στην παρούσα υπόθεση είχε προηγηθεί η καταχώρηση δύο ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων με αριθμούς 12350/07 και 12351/07 οι οποίες καταχωρήθηκαν την ίδια ημέρα, ήτοι στις 13.12.07, από την εταιρεία K & M KOMODROMOS SERVICES LTD ως κατήγορος εναντίον του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση. Η υπόθεση με αριθμό 12350/07 αφορά στην επιταγή που αφορά και η επίδικη κατηγορία και η υπόθεση με αριθμό 12351/07 στις επιταγές που αφορούν οι τρεις υπόλοιπες διακοπείσες στην παρούσα υπόθεση κατηγορίες. Θέση της Υπεράσπισης είναι ότι τόσο η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης όσο και η περαιτέρω προώθησή της αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για τον λόγο ότι και οι τέσσερεις επιταγές εκδόθηκαν για την ίδια συμφωνία και, μάλιστα, την ίδια ημέρα και, επομένως, στα πλαίσια των ίδιων γεγονότων. Σημειώνεται ότι όπως από την απόφαση του Δικαστηρίου - Τεκμήριο Δ - προκύπτει οι επίδικες στην υπόθεση εκείνη επιταγές που είναι οι ίδιες με τις επιταγές που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών που διακόπηκαν στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκαν για εξόφληση τιμήματος πώλησης μηχανοκίνητου οχήματος δυνάμει συμφωνίας πώλησης. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. Στην υπόθεση δε εκείνη στην οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε περιλαμβάνονταν οι τρεις από τις τέσσερεις αυτές επιταγές και στα πλαίσια της οποίας σύμφωνα με την συνήγορο Υπεράσπισης ακούστηκε μαρτυρία και για τις τέσσερεις επιταγές ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε με την απόφαση - Τεκμήριο Δ. Αν ακουστεί η παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για δεύτερη φορά επί των ίδιων γεγονότων. Ο Κατηγορούμενος, όμως δεν θα πρέπει να διατρέξει τον κίνδυνο καταδίκης για δεύτερη φορά, κάτι το οποίο θα υλοποιηθεί αν το Δικαστήριο επιτρέψει την συνέχιση της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής για τους λόγους που η ίδια εξήγησε στην επιχειρηματολογία της. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο καμία κατάχρηση δεν υπάρχει αφού οι κατηγορίες 1, 3 και 4, οι οποίες είναι οι ίδιες με τις κατηγορίες που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12351/07 και στις οποίες ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε κατόπιν δίκης, διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε σε αυτές. Η επίδικη κατηγορία δεν περιλαμβανόταν στο πιο πάνω κατηγορητήριο. Περιλαμβανόταν στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12350/07 η οποία διακόπηκε και συνεπεία τούτου η ουσία δεν αποφασίσθηκε. Ένεκα δε του ότι η ουσία της επίδικης κατηγορίας δεν αποφασίσθηκε στην ποινική υπόθεση με αριθμό 12350/07 ο Κατηγορούμενος δεν διατρέχει τον κίνδυνο καταδίκης για δεύτερη φορά. Αφού ουδέποτε είχε αντιμετωπίσει τέτοιο κίνδυνο. Για τον λόγο αυτό καμία κατάχρηση δεν προκύπτει από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και την περαιτέρω προώθησή της. Επίσης, η απόφαση - Τεκμήριο Δ - δεν είναι δεσμευτική για την παρούσα υπόθεση, οπότε και δύναται η παρούσα υπόθεση να ακουσθεί και εκδικασθεί. Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ρητά ότι δεν αμφισβητεί ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε στα πλαίσια της ίδιας συνδιαλλαγής μαζί με τις επιταγές που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 1, 3 και 4 και το αντικείμενο των κατηγοριών στην ποινική υπόθεση με αριθμό 12351/
  4. Τούτο, όμως, από μόνο του δεν καθιστά σύμφωνα με την ίδια την άσκηση ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση και την περαιτέρω προώθηση της επίδικης κατηγορίας καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να απορρίψει υπόθεση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της σύμφυτης δικαιοδοσίας έγινε ίσως από τον Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C.L.Ρ. 23, το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη της εξουσίας αυτής: « ... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner». Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Χωρίς να θέλουμε ή να χρειάζεται να καλύψουμε όλη την ιστορία του θέματος είναι αξιοσημείωτο ότι ο προβληματισμός εντάθηκε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό θέμα, παρόλο που οι βασικές συνισταμένες έχουν διευκρινιστεί. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: « ... from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court». Ως προς τη νεώτερη αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729: « ... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ.
  1. Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Βλέπε, για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200,
  2. Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Βλ. Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, όπου δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις που αποφασίστηκε το αντίθετο. Από αυτές αναφέρουμε δύο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε για μερικούς μήνες την κλήση, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 αποφασίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα Αγγλικά να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση Γιαννάκης Π. Έλληνα ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149 λέχθηκε στην σελίδα 170 ότι: «. Στην υπόθεση Constantinides αποφασίστηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίων αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και της αυτοτέλειας της Δικαστικής Εξουσίας. Έχει συνεπώς το Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει την αναστολή (stay) εκκρεμούσης διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος. Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Κυπριακής Ποινικής Δικονομίας η αναστολή εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας θα μπορούσε να διαταχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις· όταν το Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι η συνέχιση εκκρεμούσης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση του δικαιώματος για προσφυγή στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, στην περίπτωση που ζητείται η αναστολή ποινικής διαδικασίας, λόγω παράλειψης της συμπερίληψης των αδικημάτων που περιέχονται σε άλλο Κατηγορητήριο, το Δικαστήριο θα ήταν πολύ διστακτικό να διατάξει αναστολή χωρίς πρώτα να παρασχεθεί ουσιαστική ευκαιρία στην Κατηγορούσα Αρχή να συμπεριλάβει όλες τις κατηγορίες στο ίδιο Κατηγορητήριο. Η δικαιοδοσία την οποία μας έχει ζητηθεί να ασκήσουμε είναι κατ' εξοχή δικαιοδοσία, η οποία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου μετά από εξέταση του υπόβαθρου των κατηγοριών που περιέχονται στα δυο Κατηγορητήρια και της συνάφειας μεταξύ τους .». Αποτελεί κοινό τόπο ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε όπως και οι άλλες τρεις για την αποπληρωμή της συμφωνίας πώλησης μηχανοκίνητου οχήματος, αναφορά στην οποία γίνεται στην απόφαση - Τεκμήριο Δ - και, επομένως, μέσα στο ίδιο πλέγμα γεγονότων. Η επίδικη επιταγή δεν περιλήφθηκε στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12351/07 στο οποίο περιλήφθηκαν οι άλλες τρεις, αλλά σε ξεχωριστό κατηγορητήριο και συγκεκριμένα της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12350/07. Σύμφωνα με το άρθρο 154
(3)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, η καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης δεν εμποδίζει την εκ νέου καταχώρηση της υπόθεσης για την ίδια κατηγορία και προκύπτουσα από τα ίδια γεγονότα. Δεν είναι, όμως, αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι αν υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων ο κατήγορος ή το πρόσωπο που εν πάση περιπτώσει δικαιούνταν να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου όφειλε να συμπεριλάβει και τις τέσσερεις επιταγές στο ίδιο κατηγορητήριο, είτε εξ' αρχής, είτε κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου στην υπόθεση με αριθμό 12351/07 αφού η υπόθεση αυτή εκδικάσθηκε πρώτη, ώστε να αποφευχθεί η ταλαιπωρία η οποία αναπόφευκτα θα προέκυπτε στον Κατηγορούμενο από την εκδίκαση δύο ποινικών υποθέσεων οι οποίες βασίζονταν επί των ιδίων γεγονότων και στις οποίες θα ακουγόταν η ίδια μαρτυρία. Φρονώ πως η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική. Φρονώ, επίσης, ότι το πρόβλημα δεν προέκυψε για πρώτη φορά με την καταχώρηση της παρούσης υπόθεσης, αλλά από το 2007 που καταχωρήθηκαν οι δύο ξεχωριστές ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Απλά με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου στην παρούσα υπόθεση το πρόβλημα προέκυψε εκ νέου. Αφ' ης στιγμής και οι τέσσερεις επιταγές εκδόθηκαν στα πλαίσια των ίδιων γεγονότων και για την αποπληρωμή της ίδιας συμφωνίας η παράλειψη συμπερίληψης της επίδικης κατηγορίας στην υπόθεση με αριθμό 12351/07 όπως και η σε μεταγενέστερο στάδιο καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Απολήγει σε καταπίεση και δυσμενή επηρεασμό του Κατηγορούμενου. Αφού αν το Δικαστήριο επιτρέψει την συνέχιση της παρούσας διαδικασίας ο Κατηγορούμενος θα υποστεί την ταλαιπωρία να υπερασπισθεί μια κατηγορία - χώρια που θα υποχρεωθεί να καταβάλει επιπλέον δικηγορικά έξοδα εκτός από αυτά τα οποία ήδη έχει υποστεί - η οποία θα βασίζεται στα ίδια γεγονότα επί των οποίων βασίσθηκε η υπόθεση με αριθμό 12351/07 και στην οποία οι βασικοί μάρτυρες θα είναι οι ίδιοι και την οποία δεν θα υπόκειτο αν η επίδικη κατηγορία συμπεριλαμβανόταν στην πιο πάνω υπόθεση, κάτι το οποίο θα ήταν εφικτό διά τροποποίησης. Όπως εφικτό ήταν όπως ο παραπονούμενος αναμένει να καταστεί πληρωτέα και η τελευταία επιταγή και να ασκήσει ποινική δίωξη για όλες συνενώνοντας τις κατηγορίες οι οποίες περιλαμβάνονται στις δύο ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 12350/07 και 12351/07 δυνάμει των άρθρων 40-42 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Κρίνω ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης απολήγει σε αχρείαστη ταλαιπωρία για τον Κατηγορούμενο. Η οποία ήδη έχει προκύψει με δεδομένο τον μέχρι σήμερα διαρρεύσαντα χρόνο από της καταχώρησης της. Αλλά και σε δυσμενή επηρεασμό του με δεδομένο το ενδεχόμενο καταδίκης από το οποίο ο Κατηγορούμενος θα απαλλασσόταν οριστικά με την ολοκλήρωση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12351/07 αν σε αυτή περιλαμβάνονταν και η επίδικη κατηγορία. Πράγμα που δύναται να προκαλέσει αισθήματα αδικίας στον Κατηγορούμενο. Καθώς και σε αχρείαστη υποβολή του σε δικηγορικά έξοδα, αγωνία και ανησυχία για την έκβαση της. Έπειτα, είναι και το άλλο εξίσου κατά την κρίση μου σημαντικό. Η διακοπή της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12350/07 έλαβε χώρα μετά την αθωωτική απόφαση στην υπόθεση με αριθμό 12351/07 - Τεκμήριο Δ. Προφανώς διότι ο κατήγορος συμφώνησε με το σκεπτικό της δικαστικής κρίσης σύμφωνα με το οποίο αυτός δεν δικαιούνταν να ασκήσει ποινική δίωξη αφ' ης στιγμής η συμφωνία πώλησης δεν συνομολογήθηκε μαζί του αλλά με φυσικό πρόσωπο. Εγείρεται εύλογα το ερώτημα γιατί η καταφυγή στην Αστυνομία και η μη καταχώρηση εκ νέου ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, αυτή την φορά, με κατήγορο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο. Εύλογα μπορεί να ισχύει ένα από τα δύο: είτε το φυσικό πρόσωπο - η Μελίτα Κωμοδρόμου σύμφωνα με το Τεκμήριο Δ - δεν ήταν βέβαιο για το αν δικαιούνταν να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου με δεδομένο ότι η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα όχι σε αυτήν αλλά στην εταιρεία K & M Komodromos Services Ltd και παρά το ότι η συμφωνία συνομολογήθηκε μαζί της, είτε εκ των υστέρων αντιλαμβανόμενη η Μελίτα Κωμοδρόμου ότι εκ νέου καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με κατήγορο την ίδια θα προσέκρουε στο κώλυμα της κατάχρησης, κατέφυγε στην Αστυνομία θεωρώντας ότι με την άσκηση ποινικής δίωξης από άλλο πρόσωπο το θέμα της κατάχρησης δεν θα ήταν ορατό. Πράγμα που επιβάλλει αυστηρότερο το καθήκον στο Δικαστήριο να περισώσει το κύρος της διαδικασίας καθότι σε μια τέτοια περίπτωση η κατάχρηση λαμβάνει όχι μόνο μεγαλύτερες αλλά και ιδιαίτερα ανησυχητικές διαστάσεις. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω στο ότι η άσκηση της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση και η περαιτέρω συνέχισή της αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατεύσει τον εαυτό του από την κατάχρηση της διαδικασίας που λαμβάνει χώρα ενώπιόν του και, έτσι, να επιτελέσει το καθήκον που του παρέχεται από την σύμφυτή του εξουσία και που είναι η διασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης με τρόπο ορθό και αποτελεσματικό. Το μέτρο που του παραχωρείται σε μια τέτοια περίπτωση είναι η αναστολή της διαδικασίας (Βλ. Γιαννάκης Π. Έλληνα ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149 και Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210). Συνακόλουθα η δεύτερη κατηγορία αναστέλλεται και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται σε αυτήν. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας Subject: Criminal / General / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.