Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 5008/13, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5008/13 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Ανδρέας Παναγή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2016 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικήτα Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις πιο κάτω κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Aμελής οδήγηση, κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε. 2η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφαλείας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)α
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)
(8)και 40 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Ν.96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92
(1)/2010 και τις Κ.Δ.Π. 312/
- 3η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72 όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 189/2008, τον Ν.166/87 και την Κ.Δ.Π. 312/
- 4η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση των Κανονισμών 3, 65
(1)
(5)
(9)και
(72)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72 όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 109/2001, 72/2004 τον Ν.166/87 και την Κ.Δ.Π. 312/
- Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην 2η και 4η κατηγορία, ενώ κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η Κατηγορούσα Αρχή απέσυρε την 3η κατηγορία με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαχθεί από αυτή. Ως εκ τούτου η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία για την 1η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 29.9.2012, στην διασταύρωση των Λεωφόρων Ελευθέριου Βενιζέλου και Ελλάδος στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΚ 944 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε ως μάρτυρες, τον Αστ. 1142 Κ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), την Μυριάνθη Αυγουστή (Μ.Κ.2) και τον Νίκο Νικολάου (Μ.Κ.3). Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 1142 Κ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Σ' αυτήν ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 29.9.2012 και περί ώρα 14.45 μετέβηκε στην διασταύρωση των Λεωφόρων Ελλάδος, Ευαγόρα Παλλικαρίδη, Ελευθέριου Βενιζέλου και Αθηνών στην Πάφο (στο εξής αναφερόμενες ως «οι Λεωφόροι»), όπου συνέβηκε τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμό εγγραφής ΕΑΚ 944, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το KUC 579 που οδηγούσε η παραπονούμενη (Μ.Κ.2). Τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση, ενώ ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και η παραπονούμενη σε ιδιωτική κλινική. Στην σκηνή του δυστυχήματος βρισκόταν αυτόπτης μάρτυρας, ο Νίκος Νικολάου, ο οποίος τού ανέφερε ότι είχε δει πως έγινε το δυστύχημα και του υπέδειξε τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων. Ακόμη του ανέφερε ότι οι οδηγοί των ενεχόμενων οχημάτων μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Την σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκε και ο γιός του κατηγορούμενου ο οποίος του έδωσε τα στοιχεία του πατέρα του. Αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και ακολούθως συμμετρικό (Τεκμήριο 3). Την 1.10.2012 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση για τα οποία απάντησε «Εν θα πώ τίποτε» (Τεκμήριο 5). Την ίδια μέρα πήρε κατάθεση από την Μ.Κ.2 και στις 3.10.2012 πήρε κατάθεση από τον αυτόπτη μάρτυρα Νίκο Νικολάου, Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 6). Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η Μ.Κ.2 υπέγραψαν ως ορθό το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2), αφού προηγουμένως τους το επέδειξε και επεξήγησε. Το όχημα του κατηγορουμένου, υπέστη ζημιές στο μπροστινό δεξιό φτερό, μπροστινό δεξιό δείκτη, προφυλακτήρα και στην πισινή δεξιά πόρτα και φτερό ενώ το όχημα της παραπονουμένης, υπέστη ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, μπροστινό καπό, αριστερό μπροστινό φτερό και φανάρι, μπροστινό δεξιό φτερό και φανάρι. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 το έντυπο περιγραφής των ζημιών του οχήματος του κατηγορουμένου και ως το Τεκμήριο 8 έντυπο περιγραφής των ζημιών του οχήματος της παραπονουμένης. Το επίδικο δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, η επιφάνεια της ασφάλτου ήταν στεγνή και η τροχαία κίνηση ήταν κανονική. Η διασταύρωση στις Λεωφόρους ήταν επίπεδη ενώ σε κάποιο σημείο στην Λεωφόρο Ελλάδος ο δρόμος ήταν ελαφρώς ανηφορικός. Η ορατότητα από το σημείο αλτ της Λεωφόρου Παλλικαρίδη προς τα αριστερά και δεξιά ήταν περιορισμένη γύρω στα 25 μέτρα, λόγω της ύπαρξης κτηρίων στις γωνιές του δρόμου. Η ίδια ορατότητα ήταν και από το σημείο αλτ της Λεωφόρου Βενιζέλου προς τις Λεωφόρους Παλλικαρίδη και Ελλάδος. Ο μάρτυρας περαιτέρω επεξήγησε τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας που υπήρχαν στη διασταύρωση των Λεωφόρων, επισημαίνοντας ότι από έλεγχο πού διενήργησε διαπίστωσε ότι αυτά λειτουργούσαν κανονικά κατά τον επίδικο χρόνο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι όταν το φώς άναβε πράσινο στις Λεωφόρους Βενιζέλου και Αθηνών ταυτόχρονα τα φώτα στις Λεωφόρους Ελλάδος και Παλλικαρίδη ήταν κόκκινα. Αντίθετα, όταν το φως στις Λεωφόρους Παλλικαρίδη και Ελλάδος ήταν πράσινο, το φως στις Λεωφόρους Βενιζέλου και Αθηνών ήταν κόκκινο. Περαιτέρω ανέφερε ότι το φως στην Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου άναβε πράσινο, αφού προηγουμένως άναβε κόκκινο στις Λεωφόρους Παλλικαρίδη και Ελλάδος. Ακόμη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, τού είχε αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν 3 - 4 μέτρα «πίσω» από την Λεωφόρο Παλλικαρίδη και ενώ το φως στην πορεία του ήταν πορτοκαλί, «εμούνταρε» να μπει στην διασταύρωση υπολογίζοντας ότι θα μπορούσε να περάσει. Ο κατηγορούμενος επίσης του ανέφερε ότι, κατά τον ίδιο χρόνο πρόσεξε ότι από απέναντι του υπήρχε αυτοκίνητο σταματημένο. Σε σχετική ερώτηση για το πώς κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης (Χ), ο μάρτυρας απάντησε ότι από το σημείο αυτό ξεκινούσαν μαυρίσματα από το αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚUC 579 καθώς και εκδορά από τον προφυλακτήρα του, που κατέληγαν στην τελική θέση του οχήματος. Τα μαυρίσματα και την εκδορά τα σημείωσε στο Τεκμήριο 2 με το γράμμα Β
- Κατά την αντεξέταση του και ερωτηθείς με βάση ποια δεδομένα κατέληξε ότι ήταν η Μ.Κ.2 η οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής KUC 579, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, όταν πληροφορήθηκε από τον αυτόπτη μάρτυρα ότι η οδηγός του εν λόγω οχήματος μεταφέρθηκε σε κλινική και όταν στη συνέχεια διαπίστωσε από έλεγχο που διενήργησε ότι ιδιοκτήτρια του ήταν η Μ.Κ.2, επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της, η οποία τού ανέφερε ότι αυτή ήταν η οδηγός. Επισήμανε περαιτέρω ότι ο λόγος που δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για το θέμα αυτό ήταν γιατί δεν είχε ενώπιον οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι η οδηγός του οχήματος δεν ήταν η Μ.Κ.
- Ερωτηθείς σε σχέση με την απόσταση από το σημείο Χ μέχρι το αλτ των Λεωφόρων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η απόσταση σε σχέση με την Λεωφόρο Παλλικαρίδη, ήταν περίπου 21 μέτρα, με την Λεωφόρο Ελλάδος περίπου 30 μέτρα, με την Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου περίπου 19 μέτρα και με την Λεωφόρο Αθηνών περίπου 24-25 μέτρα. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι εκτός από τον Μ.Κ.3, κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που βρίσκονταν στην σκηνή του δυστυχήματος δεν τού ανέφερε ότι είδε πως προκλήθηκε το δυστύχημα. Ερωτηθείς για την ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να την υπολογίσει γιατί δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Η ορατότητα από την γραμμή του αλτ της Λεωφόρου Παλλικαρίδη προς τις Λεωφόρους Αθηνών και Βενιζέλου ήταν 25 μέτρα λόγω της ύπαρξης κτηρίων στις γωνιές των δρόμων. Η ίδια ορατότητα ήταν και από το αλτ της Λεωφόρου Βενιζέλου προς την Λεωφόρο Παλλικαρίδη. Ακόμη ανέφερε ότι οι οδηγοί που ήταν σταματημένοι στη γραμμή του αλτ των Λεωφόρων Βενιζέλου και Παλλικαρίδη δεν είχαν ορατότητα ο ένας προς τον άλλο. Μετά τα 10 μέτρα από την γραμμή του αλτ των Λεωφόρων Βενιζέλου και Παλλικαρίδη εντός της διασταύρωσης, η ορατότητα αυξανόταν για τους οδηγούς που κινούνταν σε αυτές. Η Μ.Κ.2, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την γραπτή κατάθεση της, Τεκμήριο
- Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα της στην Λεωφόρο Βενιζέλου. Φθάνοντας στη συμβολή της εν λόγω Λεωφόρου με τις προαναφερθείσες Λεωφόρους που ελέγχεται με φώτα τροχαίας, σταμάτησε στην αριστερή λωρίδα καθώς το φώς για την πορεία της ήταν κόκκινο. Μπροστά από το όχημα της υπήρχε άλλο όχημα το οποίο σταμάτησε και εκείνο στα φώτα τροχαίας. Όταν το φώς άναψε πράσινο στην πορεία της, το προπορευόμενο της όχημα έστριψε αριστερά ενώ η ίδια συνέχισε την πορεία της ευθεία με χαμηλή ταχύτητα, 10 χ.λ.μ. Μόλις εισήλθε στην διασταύρωση άκουσε κορνάρισμα από τα αριστερά της και κοιτάζοντας προς αυτή την κατεύθυνση είδε ένα διπλοκάμπινο όχημα να κατευθύνεται προς τα πάνω της και να προκαλείται η σύγκρουση. Ακόμη ανέφερε ότι το όχημα της κτυπήθηκε στο μπροστινό του μέρος και ενώ κατά την σύγκρουση φρέναρε, το όχημα του κατηγορουμένου την «τράβηξε προς τα δεξιά». Ο Μ.Κ.1 της επέδειξε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα με το οποίο συμφώνησε και υπέγραψε ως ορθό. Την σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκε γιατρός, ο οποίος την μετέφερε σε κλινική. Κατά την αντεξέταση της επέμενε στην θέση της ότι αυτή ήταν η οδηγός του οχήματος και ότι δεν επέβαινε σε αυτό άλλο πρόσωπο. Σε σχετική ερώτηση για την ταχύτητα της, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή ήταν 10 χ.λ.μ και ότι εισήλθε στην διασταύρωση με χαμηλή ταχύτητα. Τα φρένα του οχήματος της τα χρησιμοποίησε κατά την στιγμή της σύγκρουσης και όχι πριν την σύγκρουση. Κληθείσα να προσδιορίσει την απόσταση που διένυσε από το σημείο του αλτ επί της Λεωφόρου Βενιζέλου μέχρι το σημείο σύγκρουσης, η μάρτυρας δηλώνοντας αρχικά αδυναμία στο να υπολογίσει την απόσταση, ακολούθως υπέδειξε ότι η απόσταση ήταν μικρότερη από το σημείο που βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου μέχρι τον τοίχο απέναντι της. Ο Μ.Κ.3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του Τεκμήριο 6, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα του στην Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου με κατεύθυνση προς την διασταύρωση με τα φώτα τροχαίας της Λεωφόρου Ελλάδος. Όταν σταμάτησε το όχημα του στα φώτα της διασταύρωσης αντιλήφθηκε ότι πίσω του σταμάτησε ένα «saloοn» αυτοκίνητο. Ακόμη ανέφερε ότι όταν το φώς στην πορεία του άναψε πράσινο και εισήλθε αριστερά στην Λεωφόρο Παλλικαρίδη, είδε ένα διπλοκάμπινο όχημα να οδηγείται επί της ιδίας Λεωφόρου με αντίθετη κατεύθυνση από αυτόν ακολουθούμενο από ένα όχημα Mercedes. Ενώ το φως στην πορεία του διπλοκάμπινου οχήματος ήταν κόκκινο, ο οδηγός του εισήλθε στην διασταύρωση χωρίς να σταματήσει στο αλτ και από το καθρεφτάκι του είδε ότι αυτό συγκρούστηκε με το προαναφερθέν «saloon» όχημα. Ακολούθως σταμάτησε το όχημα του, πλησίασε τους ενεχόμενους οδηγούς και παρέμεινε στην σκηνή μέχρι την μετάβαση της αστυνομίας στην οποία ανέφερε πως έγινε το δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η απόσταση που διένυσε μέχρι να αντιληφθεί από το καθρεφτάκι του την σύγκρουση, ήταν 15 - 20 μέτρα και κληθείς να αναφέρει μέχρι ποια απόσταση μπορούσε από την Λεωφόρο Παλλικαρίδη να βλέπει από το καθρεφτάκι του προς τα πίσω, απάντησε περίπου 50 μέτρα. Η ταχύτητα του εκείνη την στιγμή ήταν περίπου 20 χιλιόμετρα όμως δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα του saloon αυτοκινήτου. Εισερχόμενος στην Λεωφόρο Παλλικαρίδη αντιλήφθηκε ότι στα φώτα τροχαίας της εν λόγω Λεωφόρου υπήρχε ένα σταματημένο όχημα που κόρναρε στον οδηγό του διπλοκάμπινου που εισήλθε στην διασταύρωση ενώ το φώς στην πορεία του ήταν κόκκινο. Ερωτηθείς κατά πόσο εισερχόμενος από την Λεωφόρο Βενιζέλου στην Λεωφόρο Παλλικαρίδη υπάρχει «λίγο πιο πάνω» επί της Λεωφόρου Παλλικαρίδη ένα κατάστημα το οποίο του ανήκει, ο μάρτυρας συμφώνησε. Και σε σχετική ερώτηση κατά πόσο πιο πάνω από το προαναφερθέν κατάστημα υπήρχε ένα εστιατόριο με την ονομασία το «Στέκι του Στρατηγού» ο μάρτυρας απάντησε θετικά επισημαίνοντας ότι είχε ήδη περάσει από το σημείο που βρισκόταν το εν λόγω εστιατόριο όταν αντιλήφθηκε την σύγκρουση. Κληθείς να περιγράψει την οδηγό του «saloon» αυτοκινήτου ανέφερε ότι επρόκειτο για νεαρό άτομο και ότι μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο σε κλινική. Την σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκαν δυο αστυνομικοί στους οποίους ανέφερε τι γνώριζε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Επίσης ανέφερε ότι δεν είχε μιλήσει στην σκηνή του δυστυχήματος με κανένα από τους ενεχόμενους οδηγούς ούτε και μέχρι σήμερα τους έχει μιλήσει. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης την Πολύμνια Παναγή (Μ.Υ.1), τον Κυριάκο Παναγή (Μ.Υ.2), την Μαρίκκα Σπύρου (Μ.Υ.3), τον Αστ. 4920 Κ. Παύλου (Μ.Υ.4) και τον Παναγιώτη Παναγή (Μ.Υ.5). Ο κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 4 η γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Σε αυτήν ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής EAK 944 στην Λεωφόρο Παλλικαρίδη. Σε απόσταση 3 - 4 μέτρων πριν από τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης και ενώ το φώς στην πορεία του ήταν πορτοκαλί, εισήλθε στην διασταύρωση υπολογίζοντας, όπως ανέφερε, ότι θα «περνούσε». Εισερχόμενος εντός της διασταύρωσης αντιλήφθηκε ότι στον απέναντι δρόμο υπήρχε ένα όχημα σταματημένο. Ακόμη ανέφερε ότι όταν εισήλθε στην διασταύρωση τον κτύπησε ένα όχημα στα δεξιά, το οποίο δεν είδε προηγουμένως. Η Μ.Υ.1 σύζυγος του κατηγορουμένου, ανέφερε, μεταξύ άλλων κατά την κυρίως εξέταση της, ότι την επόμενη ημέρα του δυστυχήματος και ενώ ο σύζυγος της βρισκόταν στο νοσοκομείο, τον επισκέφθηκαν «μια κοπέλα και ένας άνδρας» και στην παρουσία της τού ζήτησαν να υπογράψει ότι δεν είχε κανένα παράπονο σε σχέση με το δυστύχημα. Τα εν λόγω πρόσωπα αποχώρησαν από το νοσοκομείο μετά από παρέμβαση ενός νοσοκόμου ο οποίος δεν επέτρεψε, όπως ανέφερε, να συμβεί κάτι τέτοιο. Κατά την αντεξέταση της δέχθηκε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ο Μ.Υ.2, γιός του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι όταν στις 9.30 π.μ ειδοποιήθηκε για το επίδικο δυστύχημα, μετέβηκε στην σκηνή του δυστυχήματος και εκεί συνάντησε την οδηγό του οχήματος, τον αστυνομικό και μια «κοπέλα μεγαλύτερης ηλικίας». Ακόμη ανέφερε ότι άκουσε τον αστυνομικό να λέει στην κοπέλα ότι θα την «κάλυπταν». Κατά την αντεξέταση του επέμενε στην θέση του ότι ο αστυνομικός, το όνομα του οποίου δεν γνωρίζει, ήθελε να «καλύψει» την οδηγό του οχήματος η οποία ήταν ανήλικη γι' αυτό και της είπε ότι θα ανέφερε ότι το όχημα οδηγούνταν από την πιο «μεγάλη σε ηλικία κοπέλα». Επέμενε επίσης στην θέση του ότι, στην σκηνή του δυστυχήματος συνάντησε την «δεκαεπτάχρονη» οδηγό του οχήματος. Η Μ.Υ.3 κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι πεθερός της και ότι την ημέρα του δυστυχήματος βρισκόταν με τον σύζυγο της στην κλινική όπου είχε γεννήσει. Γύρω στις 14.30, ειδοποιήθηκε ο σύζυγος της ότι ο πατέρας του είχε εμπλακεί σε δυστύχημα οπόταν και αναχώρησε από την κλινική. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 το πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού της. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τίποτε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ο Μ.Υ.4 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου και ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε μεταβεί με τον Μ.Κ.1 στην σκηνή του δυστυχήματος. Σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι, ήταν ο Μ.Κ.1 που έκανε τις μετρήσεις και ετοίμασε το πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήρια 2 και 3. Επειδή, ο Μ.Κ.1 δεν τον ενημέρωνε, για το αποτέλεσμα των μετρήσεων που έκανε, δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την απόσταση του σημείου σύγκρουσης των οχημάτων από την κάθε οδό. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει το εστιατόριο το «Στέκι του Στρατηγού» ο μάρτυρας ανέφερε ότι πριν προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία επισκέφθηκε τον τόπο που έγινε η σύγκρουση και είδε που αυτό βρίσκεται. Ερωτηθείς για την απόσταση από το εστιατόριο το «Στέκι του Στρατηγού» μέχρι και το σημείο σύγκρουσης (Χ) των ενεχόμενων οχημάτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν την είχε μετρήσει. Με την όραση του αλλά και με βάση την απόσταση που έχουν μεταξύ τους οι κολώνες της Α.Η.Κ. που είναι 25 μέτρα, υπολογίζει ότι η απόσταση του Χ από το εστιατόριο ήταν γύρω στα 80 - 100 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν βοηθητικός ο ρόλος του στην σκηνή του δυστυχήματος και ότι δεν είχε μιλήσει με κανένα πρόσωπο στην σκηνή του δυστυχήματος. Ο Μ.Υ.5, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι, μέχρι το 1998 ήταν αστυνομικός και ότι μετά την αφυπηρέτηση του μέχρι και τον Αύγουστο του 2014 συνεργαζόταν με ασφαλιστικές εταιρείες. Στην σταδιοδρομία του, όπως ανέφερε εξέτασε αρκετά δυστυχήματα που επσυνέβησαν στην διασταύρωση των Λεωφόρων. Ερωτηθείς ποια ήταν η απόσταση από το εστιατόριο το «Στέκι του Στρατηγού» μέχρι και τα φώτα τροχαίας, ο μάρτυρας απάντησε ότι ήταν γύρω στα 100 μέτρα. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι σε περίπτωση που το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στο κέντρο της διασταύρωσης, δεν υπήρχε ορατότητα από το εσωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου λόγω υψομετρικής διαφοράς. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι για την περίοδο από το 2005 έως το 2014 εργαζόταν ως εμπειρογνώμονας σε ασφαλιστική εταιρεία και ήταν ο υπεύθυνος στο τμήμα απαιτήσεων της. Ενώ εκπαιδεύτηκε, όπως ανέφερε, στην σχεδιαγράφηση δυστυχημάτων δεν απέκτησε οποιονδήποτε τίτλο καθότι την χρονική περίοδο που αυτός έτυχε εκπαίδευσης δεν τον εφοδίασαν με σχετικό τίτλο. Ερωτηθείς για ποιο λόγο προέβηκε στην μέτρηση της απόστασης του προαναφερθέντος εστιατορίου μέχρι τα φώτα τροχαίας, ο μάρτυρας απάντησε ότι του δόθηκαν οδηγίες από τον συνήγορο του κατηγορουμένου να ελέγξει την ορατότητα της Λεωφόρου Βενιζέλου από τα φώτα τροχαίας μέχρι το τέρμα αυτής , όπου αυτή διαχωρίζεται με την Βασιλέως Κωνσταντίνου. Εξ' όσων του ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπήρχε μάρτυρας που είδε το δυστύχημα από το καθρέφτη του οχήματος του κοντά στον «διαχωρισμό» της Λεωφόρου Βενιζέλου με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου όπου βρίσκεται το εστιατόριο «το στέκι του στρατηγού». Σε σχετική υποβολή ότι δεν υπήρξε μάρτυρας που να είδε το δυστύχημα ενώ στεκόταν στο σημείο που βρισκόταν το προαναφερθέν εστιατόριο, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες του δυστυχήματος και ότι αυτό που του λέχθηκε ήταν ότι ένας οδηγός οχήματος είχε δει από τον καθρέφτη του οχήματος του το δυστύχημα στην οδό Ελευθέριου Βενιζέλου. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας από το Δικαστήριο. Η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου που προβλήθηκε για πρώτη φορά μέσω της γραπτής αγόρευσης του, ότι δηλαδή δεν ήταν «επαρκής και διαφωτιστική» η μαρτυρία του Μ.Κ1 για την λειτουργία των φώτων τροχαίας στην διασταύρωση των Λεωφόρων και ότι θα έπρεπε η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσίαζε επιστημονική μαρτυρία, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.1, στα κύρια σημεία της οποίας έχω αναφερθεί πιο πάνω, δεν έτυχε καμίας αμφισβήτησης η αναφορά του ότι τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά και ούτε επίσης έτυχε αμφισβήτησης η αναφορά του ως προς τον τρόπο λειτουργίας τους. Δεν με βρίσκει επίσης σύμφωνη η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου, η οποία επίσης προβάλλεται για πρώτη φορά μέσω της γραπτής αγόρευσης του , ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να «διευκρινίσει με σιγουριά» ποιο ήταν το σημείο σύγκρουσης. Θεωρώ ότι είναι με θετικότητα που ο μάρτυρας υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης και δεν έχω εντοπίσει σε κανένα σημείο να αμφισβήτησε η υπεράσπιση την ορθότητα των ευρημάτων του για το σημείο σύγκρουσης. Σημειώνω επίσης ότι η αντεξέταση του μάρτυρα, όπως διαφαίνεται από την παρατεθείσα μαρτυρία του, σε σχέση το σημείο σύγκρουσης (Χ) επικεντρώθηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με την απόσταση που αυτό είχε από την κάθε Λεωφόρο. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων σημειώνω ότι ερωτηθείς σχετικά ο μάρτυρας απάντησε ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα ήταν η μη ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης χωρίς να τεθεί υπό αμφισβήτηση μαρτυρία του επί του σημείου αυτού. Καταληκτικά αναφέρω ότι, δεν έτυχαν αμφισβήτησης ούτε οι μετρήσεις που έκανε ο μάρτυρας και σημείωσε στο Τεκμήριο 2, με την ορθότητα του οποίου συμφώνησε ο κατηγορούμενος, ούτε και τα ευρήματα του για τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα όπως αυτές καταγράφηκαν στα Τεκμήρια 7 και 8, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων επίσης δεν αμφισβητήθηκαν. Όσον αφορά το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 2,3,7 και 8. Αναφορικά με την Μ.Κ.2 έχω ικανοποιηθεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες, χωρίς υπεκφυγές και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Η μάρτυρας με πειστικότητα επέμενε στις θέσεις της ότι αυτή ήταν η οδηγός του ενεχόμενου οχήματος και ότι δεν επέβαινε άλλο πρόσωπο σε αυτό. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι αναφορές της ότι οδηγούσε το όχημα πριν εισέλθει στην διασταύρωση των Λεωφόρων, ότι σταμάτησε στα φώτα τροχαίας της Λεωφόρου Βενιζέλου και ότι μπροστά της είχε σταματήσει ένα άλλο όχημα. Ούτε και αμφισβητήθηκε η θέση της ότι όταν εισήλθε στην διασταύρωση των Λεωφόρων το φώς στην πορεία της άναψε πράσινο. Η εσφαλμένη αντίληψη ή εκτίμηση της ως προς την απόσταση που διένυσε μέχρι το σημείο σύγκρουσης δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν, κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Κρίνω λοιπόν την Μ.Κ.2 ειλικρινή και αξιόπιστη μάρτυρα και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέταση του να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Ούτε και διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία του, αυτός δεν γνώριζε την Μ.Κ.2 και οι αναφορές του ότι ούτε στη σκηνή του δυστυχήματος ούτε και μέχρι σήμερα δεν μίλησε με αυτήν δεν αμφισβητήθηκαν. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι ούτε και του μάρτυρα αυτού αμφισβητήθηκαν οι αναφορές του ότι πριν εισέλθει στην διασταύρωση των Λεωφόρων σταμάτησε στα φώτα τροχαίας επί της Λεωφόρου Βενιζέλου, ότι πίσω του σταμάτησε το όχημα της Μ.Κ.2 και ότι όταν εισήλθε στην διασταύρωση των Λεωφόρων το φώς στην πορεία του άναψε πράσινο. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι όταν εισερχόταν στην Λεωφόρο Παλληκαρίδη υπήρχε στα φώτα τροχαίας της εν λόγω Λεωφόρου σταματημένο όχημα καθώς το φώς στην πορεία του ήταν κόκκινο. Δεν εντόπισα επίσης οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ικανή ώστε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Κ.3, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Όπως προανέφερα, ο κατηγορούμενος επέλεξε να διατηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και αδιαμφισβήτητα η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να σχολιαστεί αρνητικά. Το περιεχόμενο, όμως, της ανακριτικής κατάθεσης του Τεκμήριο 4, θα συνεκτιμηθεί με την μαρτυρία που έχει γίνει ήδη αποδεκτή ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματά του. Όπως καθορίστηκε από την νομολογία, η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορουμένου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Βεβαίως, μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. (Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Σημειώνω πως οι αναφορές του κατηγορούμενου ότι, κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής EAK 944 επί της Λεωφόρου Παλλικαρίδη και ότι η σύγκρουση του οχήματος του με το όχημα που οδηγούσε η Μ.Κ.2 επήλθε όταν αυτός εισήλθε εντός της διασταύρωσης των Λεωφόρων, συνάδουν με την μαρτυρία που έκανα αποδεκτή. Με αυτήν συνάδει επίσης και η αναφορά του ότι, ο Μ.Κ.1 του εξήγησε το Τεκμήριο 2 με το οποίο συμφώνησε και υπέγραψε. Η αναφορά του επίσης ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το προαναφερθέν όχημα, απαντά και την εισήγηση του συνηγόρου του, που προβλήθηκε για πρώτη φορά μέσω της αγόρευσης του, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.1 δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του εν λόγω οχήματος. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι γνώριζε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Με γενικό και ασαφή τρόπο και χωρίς να κατονομάζει πρόσωπα, αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό που κατά τους ισχυρισμούς της έλαβε χώρα στο Νοσοκομείο με απώτερω σκοπό να πείσει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε ευθύνη για το δυστύχημα. Η μαρτυρία της ήταν άσχετη με τα επίδικα θέματα και συνακόλουθα δεν προσδίδω σε αυτήν οποιαδήποτε αξία. Η εντύπωση που αποκόμισα για τον Μ.Υ.2 δεν ήταν θετική. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια και ότι κύριος στόχος του ήταν να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν ήταν η Μ.Κ.2 η οδηγός του ενεχόμενου οχήματος. Η αναφορά του ότι συνάντησε την οδηγό του ενεχόμενου οχήματος στη σκηνή του δυστυχήματος καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, σύμφωνα με την οποία οι ενεχόμενοι οδηγοί δεν βρίσκονταν την σκηνή του δυστυχήματος όταν αυτός την επισκέφθηκε. Αναφορικά με την θέση του Μ.Υ.2 ότι άκουσε τον αστυνομικό να λέει στην «δεκαεπτάχρονη» ότι θα την «κάλυπτε», σημειώνω ότι αυτή δεν τέθηκε στους Μ.Κ.1 και 2 ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν και κατά συνέπεια την αγνοώ (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551, Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720-723). Δεν μου διαφεύγει τέλος ότι, η αναφορά του ότι επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος περί της 9.30 π.μ, έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, την οποία έκρινα ως αξιόπιστη, σύμφωνα με την οποία το δυστύχημα έγινε στις 14.
- Η εν λόγω του αναφορά όμως, δεν καταρρίπτει την εν γένει εκδοχή του ότι επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος. Και αυτό ενόψει τόσο της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 ο οποίος ανέφερε ότι ο γιος του κατηγορουμένου τού είχε δώσει τα στοιχεία του πατέρα του την σκηνή του δυστυχήματος, όσο και της μαρτυρίας της Μ.Υ.3 η οποία ανέφερε ότι ο σύζυγος ειδοποιήθηκε για το δυστύχημα στις 14.
- Κατά συνέπεια εκτός από την θέση του Μ.Υ.2 ότι επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, δεν αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του την οποία απορρίπτω. Αναφορικά με την Μ.Υ.3, η οποία δέχθηκε ότι δεν γνώριζε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, αποδέχομαι την μαρτυρία της ότι ο Μ.Υ.2 ειδοποιήθηκε για το επίδικο δυστύχημα στις 14.
- Ο Μ.Υ.4 ο οποίος κλήθηκε ουσιαστικά για να καθορίσει την απόσταση από το σημείο σύγκρουσης (Χ) μέχρι το εστιατόριο «το Στέκι του Στρατηγού» δεν διαφώτισε το Δικαστήριο αφού η αναφορά του ότι η απόσταση πρέπει να ήταν περίπου 80-100 μέτρα ήταν όπως διαφάνηκε αποτέλεσμα ενός υπολογισμού, η ακρίβεια του οποίου δεν ήταν τεκμηριωμένη και σαφής. Κατά συνέπεια από την μαρτυρία του δεν αποδέχομαι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του Μ.Υ.5 αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι δεν ήταν δυνατό να αντιληφθεί ένας οδηγός την σύγκρουση στην περίπτωση που αυτός βρισκόταν στο σημείο που βρισκόταν το προαναφερθέν εστιατόριο. Όπως προέκυψε από την μαρτυρία του, το εστιατόριο δεν βρισκόταν στην Λεωφόρο Παλλικαρίδη αλλά στον «διαχωρισμό» της Λεωφόρου Βενιζέλου με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου. Η θέση του αυτή, ότι δηλαδή το εστιατόριο δεν βρισκόταν στην Λεωφόρο Παλλικαρίδη αλλά στον «διαχωρισμό» της Λεωφόρου Βενιζέλου με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, έρχεται καταρχήν σε αντίθεση με την εν γένει θέση της υπεράσπισης που υποβλήθηκε στον Μ.Κ.3 ότι δηλαδή το εστιατόριο βρισκόταν επί της Λεωφόρου Παλλικαρίδη. Επίσης η μαρτυρία του Μ.Υ.5 επί του σημείου αυτού καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Μ.Κ.3 την οποία αποδέχτηκα, σύμφωνα με την οποία το εστιατόριο βρισκόταν επί της Λεωφόρου Παλλικαρίδη. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ.5.την οποία και απορρίπτω. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 29.9.2012 και περί ώρα 14.30 το όχημα με αρ. εγγραφής KUC 579 οδηγούνταν από την παραπονουμένη στην Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης των Λεωφόρων Ευαγόρα Παλλικαρίδη, Αθηνών, Ελλάδος και Βενιζέλου. Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής EAK 944 στην Λεωφόρο Ευαγόρα Παλλικαρίδη με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας των προαναφερθέντων Λεωφόρων. Η Λεωφόρος Ελευθέριου Βενιζέλου βρισκόταν στα δεξιά σε σχέση με την πορεία του κατηγορουμένου. Η παραπονουμένη σταμάτησε στα φώτα τροχαίας της Λεωφόρου Ελευθέριου Βενιζέλου, καθώς το φώς στην πορεία της ήταν κόκκινο. Μπροστά από το όχημα της παραπονουμένης ήταν σταματημένο το όχημα του Μ.Κ.
- Όταν άναψε το πράσινο των φώτων τροχαίας της πορείας της παραπονουμένης, το όχημα του Μ.Κ.3 εισήλθε αριστερά στην Λεωφόρο Παλλικαρίδη και η παραπονούμενη προχώρησε με χαμηλή ταχύτητα ευθεία, εντός της διασταύρωσης με κατεύθυνση την Λεωφόρο Αθηνών. Ο κατηγορούμενος παραβίασε το κόκκινο φως των φώτων τροχαίας της δικής του πορείας, επί της Λεωφόρου Παλλικαρίδη, εισήλθε στη διασταύρωση των Λεωφόρων και συγκρούστηκε με το όχημα του παραπονούμενης με αποτέλεσμα να τραυματιστεί τόσο ο ίδιος όσο και η παραπονουμένη. Το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν εντός της διασταύρωσης των προαναφερθέντων Λεωφόρων. Η απόσταση του σημείου σύγκρουσης (Χ) μέχρι το αλτ της Λεωφόρου Παλλικαρίδη, ήταν περίπου 21 μέτρα, μέχρι το αλτ της Λεωφόρου Ελλάδος ήταν περίπου 30 μέτρα, μέχρι το αλτ της Λεωφόρου Ελευθέριου Βενιζέλου ήταν περίπου 19 μέτρα και μέχρι το αλτ της Λεωφόρου Αθηνών ήταν περίπου 24 - 25 μέτρα. Το όχημα του κατηγορουμένου υπέστη ζημιές στο μπροστινό δεξιό φτερό, μπροστινό δεξιό δείκτη, προφυλακτήρα και στην πισινή δεξιά πόρτα και φτερό. Το δε όχημα της παραπονουμένης, υπέστη ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, μπροστινό καπό, αριστερό μπροστινό φτερό και φανάρι, μπροστινό δεξί φτερό και φανάρι. Η επιφάνεια της ασφάλτου στο σημείο που επισυνέβη το δυστύχημα ήταν στεγνή και η τροχαία κίνηση ήταν κανονική. Η διασταύρωση των Λεωφόρων ήταν επίπεδη ενώ σε κάποιο σημείο στην Λεωφόρο Ελλάδος ο δρόμος ήταν ελαφρώς ανηφορικός. Η ορατότητα από το σημείο αλτ της Λεωφόρου Παλλικαρίδη προς τα αριστερά και δεξιά ήταν περιορισμένη γύρω στα 25 μέτρα, λόγω της ύπαρξης κτηρίων στις γωνιές του δρόμου. Η ίδια ορατότητα ήταν και από το σημείο αλτ της Λεωφόρου Βενιζέλου προς την Λεωφόρο Ευαγόρα Παλλικαρίδη. Οι σημάνσεις των φώτων τροχαίας της πορείας που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος και των φώτων τροχαίας της πορείας που ακολουθούσε η παραπονουμένη λειτουργούσαν με αντίθετο τρόπο. Δηλαδή όταν το φως στις Λεωφόρους Βενιζέλου και Αθηνών άναβε πράσινο, στις Λεωφόρους Παλλικαρίδη και Ελλάδος άναβε κόκκινο. Κατά τον επίδικο χρόνο τα εν λόγω φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι κατηγορούμενοι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετου΄και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπο προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Στην περίπτωση διασταυρώσεων που ρυθμίζονται από φώτα τροχαίας η απόδοση ευθύνης είναι ζήτημα γεγονότων σε κάθε περίπτωση και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας δικαίου. Η αμέλεια κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Ένας οδηγός ο οποίος εισέρχεται σε διασταύρωση, έστω και αν το φως στην πορεία του είναι πράσινο έχει υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει και αφού εισέλθει και μετά θα πρέπει να προχωρήσει σε αυτή λαμβάνοντας τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια και να στρέψει τη προσοχή του σε άλλα οχήματα που είχε δει να εισέρχονται στη διασταύρωση (βλ. Radburn v. Kemp
(1971)3 ALL E.R 249, Mιχαήλ Φοινικαρίδης & Άλλη v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 ALL ER 115). Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα μου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τo αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ο κατηγορούμενος εισήλθε στην διασταύρωση των Λεωφόρων όταν το φως της πορείας του ήταν κόκκινο ανακόπτοντας την πορεία του οχήματος της παραπονουμένης η οποία εισήλθε στην διασταύρωση όταν το φως στην πορεία της ήταν πράσινο και αυτό αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του δυστυχήματος. Η είσοδος του κατηγορουμένου στην επίδικη διασταύρωση, ενώ το φώς στην πορεία του ήταν κόκκινο, δεν ήταν ένας προβλεπτός κίνδυνος έναντι της εκδήλωσης του οποίου η παραπονουμένη όφειλε να επιδείξει φροντίδα και μέριμνα. Σημειώνω, ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι οι σημάνσεις των φώτων τροχαίας της πορείας που ακολουθούσαν η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος λειτουργούσαν με αντίθετο τρόπο. Δηλαδή όταν το φως στις Λεωφόρους Βενιζέλου και Αθηνών άναβε πράσινο, στις Λεωφόρους Παλλικαρίδη και Ελλάδος άναβε κόκκινο. Ούτε αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι κατά τον επίδικο χρόνο τα εν λόγω φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο