← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάρκος Χατζηπαναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 11737/13, 21/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάρκος Χατζηπαναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 11737/13, 21/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11737/13 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Μάρκος Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου, 2016 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος σε δρόμο χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 15

(1), 17
(2)και 18 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο 174/86, ως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 108(I)/01, 61(I)/01, 5(I)/07, τις Κ.Δ.Π 449/01, 482/01, 312/07 και του Κανονισμού 13 (15ου παραρτήματος) της Κ.Δ.Π 285/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 10.4.2013 στην Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου στην Πάφο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής EZK 203 χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Αναφέρεται περαιτέρω στις λεπτομέρειες του αδικήματος ότι εκδόθηκε εξώδικο για το ποσό των €
  2. Ο κατηγορούμενος ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση, αρνήθηκε την κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Αστυφύλακα 5385 Νικόλα Χριστοφή (Μ.Κ.1). Ο Μ.Κ.1 στην μαρτυρία του ανέφερε ότι είναι ειδικός αστυφύλακας και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην τροχαία Πάφου. Στις 10.4.2013, ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με την μοτοσυκλέτα του στην Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου, αντιλήφθηκε σε απόσταση 50 μέτρων από αυτόν ότι, οδηγός που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση, τον οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο, δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Επέστρεψε πίσω υποδεικνύοντας του να σταματήσει και στη συνέχεια προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του για το αδίκημα οδήγησης οχήματος χωρίς ζώνη ασφάλειας εκδίδοντας και παραδίδοντας σε αυτόν εξώδικο. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι, όταν σταμάτησε το όχημα, ο κατηγορούμενος φορούσε την ζώνη ασφαλείας, γεγονός που του επισήμανε και ο κατηγορούμενος. Θέση του όμως ήταν ότι ο κατηγορούμενος προσδέθηκε με τη ζώνη στο διάστημα που μεσολάβησε από την στιγμή που τον αντιλήφθηκε μέχρι να σταματήσει. Ο μάρτυρας για σκοπούς δίωξης του κατηγορουμένου συμπλήρωσε, όπως ανέφερε, τον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, στον οποίο μεταξύ άλλων αναγράφονται τα στοιχεία του κατηγορουμένου, το αδίκημα, τον τόπο διάπραξης του, τον αριθμό εγγραφής του οχήματος, EZK 203 Toyota Estate, και την μη πληρωμή του εξωδίκου ύψους €85 εντός της καθορισμένης από τον Νόμο προθεσμίας. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1, απέρριψε την υποβολή του κατηγορουμένου ότι η καταγγελία έγινε στις 9.4.2013 επιμένοντας στη θέση του ότι, το αδίκημα διαπράχθηκε 10.4.2013 και ώρα 14:
  3. Σε υπόδειξη του κατηγορουμένου ότι στην μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι είχε «δεί» τον κατηγορούμενο αλλά ότι τον «αντιλήφθηκε», ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι τον είδε και ότι εάν δεν ήταν βέβαιος δεν θα προέβαινε σε καταγγελία εναντίον του. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι, όταν τον σταμάτησε ο Μ.Κ.1 φορούσε την ζώνη του. Ήταν επίσης θέση του ότι ο Μ.Κ.1, όφειλε να πάρει καταθέσεις από πολίτες για να διαπιστωθεί εάν πράγματι ο Μ.Κ.1 έλεγε την αλήθεια και ότι δεν μπορεί ένας αστυνομικός να «συκοφαντεί έναν πολίτη της Δημοκρατίας». Ακόμη ανέφερε ότι, δεν θα έπρεπε ο Μ.Κ.1 να διενεργούσε έλεγχο της τροχαίας ενώ οδηγούσε μοτοσυκλέτα. Τέλος ανέφερε ότι, από την στιγμή που επιβιβάστηκε στο όχημα του προσδέθηκε με την ζώνη ασφαλείας. Κατά την αντεξέταση του επέμενε στη θέση του ότι όταν επιβιβάστηκε στο όχημα φορούσε την ζώνη του. Επανέλαβε επίσης την θέση του ότι έλεγχος της τροχαίας δεν θα πρέπει να γίνεται από αστυνομικό που βρίσκεται εν κινήσει με μοτοσυκλέτα και ότι θα πρέπει σε τέτοια περίπτωση ο αστυνομικός να βρίσκεται σε «στατικό σημείο». Υποστήριξε περαιτέρω ότι εφόσον ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι φορούσε την ζώνη του, θα έπρεπε πριν από την καταγγελία να καλέσει κάποιο πολίτη, να τον πληροφορήσει ότι θα προέβαινε σε καταγγελία και ακολούθως να λάμβανε από αυτόν κατάθεση ώστε να είναι μάρτυρας. Σε σχετική ερώτηση δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τον Μ.Κ.1. Στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι, σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και ότι θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστος. Ο κατηγορούμενος, υποστήριξε ότι το επίδικο συμβάν έγινε στις 10.4.2013 και ότι όταν τον σταμάτησε ο αστυνομικός φορούσε την ζώνη του, γεγονός που το παραδέχθηκε και ο ίδιος ο αστυνομικός. Υποστήριξε επίσης ότι αν λαμβάνονταν καταθέσεις από πολίτες θα διαπιστωνόταν η αλήθεια και κάλεσε την Εισαγγελία να αποσύρει την υπόθεση. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορουμένου. Δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέταση του να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση ούτε και διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου. Άλλωστε ο κατηγορούμενος δέχθηκε κατά την αντεξέτασή του, ότι δεν γνώριζε τον Μ.Κ.1. Παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του ότι ο κατηγορούμενος δεν φορούσε την ζώνη του όταν τον είδε να κινείται από την αντίθετη κατεύθυνση. Η αναφορά του ότι πράγματι ο κατηγορούμενος φορούσε την ζώνη του όταν σταμάτησε το όχημα του είναι ένα σημείο που καταδεικνύει και την ειλικρίνεια του. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε, κατά την αντεξέτασή του, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε στη συγκεκριμένη Λεωφόρο και ούτε αμφισβητήθηκε η δυνατότητα του να αντιληφθεί από απόσταση 50 μέτρων αν ο κατηγορούμενος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Περαιτέρω, εκτός από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 το οποίο συμπλήρωσε ο Μ.Κ.1 και στο οποίο περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα προαναφερθέντα στοιχεία. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1, η ύπαρξη και το περιεχόμενο του οποίου, με εξαίρεση την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του κατηγορουμένου. O παραπονούμενος (Μ.Y.1) δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του ότι, φορούσε την ζώνη ασφαλείας του πριν του υποδείξει ο Μ.Κ.1 να σταματήσει το όχημα του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε πολλά σημεία η μαρτυρία του ήταν αόριστη και ασαφής. Μέρος της μαρτυρίας του επίσης αναλώθηκε στην διατύπωση γενικών απόψεων για τον τρόπο που θα πρέπει η αστυνομία να διενεργεί τους ελέγχους της τροχαίας όπως επίσης και στην παράλειψη του Μ.Κ.1 να λάβει κατάθεση από κάποιον πολίτη που βρισκόταν στον επίδικο τόπο ώστε να τον παρουσιάσει ως μάρτυρα. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και απορρίπτω την μαρτυρία του στην ολότητα της. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, το τεκμήριο που κατατέθηκε και αποδεχόμενη, όπως προανέφερα, την μαρτυρία του Μ.Κ.1 καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 10.4.2013 και ώρα 14:25 ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου στην Πάφο. Επί της ιδίας Λεωφόρου και με αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν του Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής EZK 203, Toyota Estate. Ο Μ.Κ.1 σε απόσταση 50 μέτρων από τον κατηγορούμενο αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν φορούσε την ζώνη ασφαλείας. Επέστρεψε πίσω και έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει. Ό κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που σταμάτησε το όχημα του φορούσε την ζώνη του. Ο Μ.Κ.1 εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο εξώδικο για το αδίκημα της οδήγησης οχήματος χωρίς ζώνη ασφαλείας. Ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το εξώδικο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών από την έκδοσή του. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 συμπλήρωσε τον ανακριτικό φάκελο για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Η υπό εξέταση περίπτωση ρυθμίζεται από τo άρθρo 15
(1)του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/86, ως αυτό είχε πριν την τελευταία τροποποίηση του Νόμου, η οποία επήλθε με τον τροποποιητικό Νόμο του 2015, Ν. 47(Ι)/15, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 9/4/2015, το οποίο προνοεί ότι: 15.-
(1)Κάθε πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2 και Ν3 σε οποιαδήποτε οδό ή άλλο δημόσιο χώρο και κάθε πρόσωπο που επιβαίνει καθήμενο σε οποιοδήποτε κάθισμα του οχήματος αυτού, υποχρεούται να χρησιμοποιεί τα συστήματα ασφαλείας των οχημάτων των εν λόγω κατηγοριών. Στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου αναφέρεται ότι σύστημα ασφάλειας οχήματος «περιλαμβάνει τις ζώνες ασφαλείας και τα συστήματα συγκράτησης ή και συστήματα συγκράτησης για παιδιά.» Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές πρόνοιες τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι τα ακόλουθα: α) Το όχημα που οδηγεί ο κατηγορούμενος να είναι κατηγορίας Μ1 ή Ν1 ή Ν2 ή Ν3. β) Να οδηγεί το όχημα εντός οδού ή άλλο δημόσιο χώρο και γ) Να μην χρησιμοποιεί το σύστημα ασφαλείας του οχήματος του και δη (με βάση το άρθρο 2) να μην είναι προσδεδεμένος με την ζώνη ασφαλείας του οχήματος του. Σύμφωνα με τους περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (κατηγορίας Μ, Ν και Ο) των κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους, Κανονισμούς του 2005 οχήματα κατηγορίας Μ1 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά προσώπων και περιλαμβάνουν το πολύ οκτώ θέσεις καθημένων πέραν του καθίσματος του οδηγού. Οχήματα κατηγορίας Ν1 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχοντα μέγιστη μάζα που δεν υπερβαίνει τους 3.5 τόνους». Οχήματα Κατηγορίας Ν2 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχοντα μέγιστη μάζα άνω των 3.5 και έως 12 τόνους» και οχήματα Κατηγορίας Ν3 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχοντα μέγιστη μάζα άνω των 12 τόνων». Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία και ευρήματα μου, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν υπάρχει καμία αναφορά για τον αριθμό των τροχών του οχήματος (για να ελεγχθεί αν το όχημα είναι κατηγορίας Μ ή Ν) σύμφωνα με το άρθρο 2 εδάφιο
(1)του Νόμου) αλλά ούτε και οποιαδήποτε αναφορά για το κατά πόσο το εν λόγω όχημα είναι επιβατικό (το πολύ οκτώ θέσεις καθήμενων πέραν του οδηγού) ή μεταφοράς εμπορευμάτων και ποιας μάζας για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο το εν λόγω όχημα εμπίπτει στις κατηγορίες Μ1, Ν1, Ν2 και Ν3. Η αναφορά στο Τεκμήριο 1 σε όχημα Toyota Εstate δεν προσδιορίζει την κατηγορία στην οποία αυτό εμπίπτει. Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας αναφορικά με το προαναφερθέν πρώτο συστατικό του αδικήματος καθιστά την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη αφού η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.