← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνου Πουρσανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9883/12, 17/2/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνου Πουρσανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9883/12, 17/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9883/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Κωνσταντίνου Πουρσανίδη, από την Πάφο
  2. Γεώργιου Κωστανίδη, από την Κ. Πάφο Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.2.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για τον 1ο Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Για το 2ο Κατηγορούμενο: κ. Γ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (στο εξής «οι κατηγορούμενοι») αντιμετωπίζουν μία κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), μία κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), τρεις κατηγορίες επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα (3η, 4η και 5η κατηγορία) και τέλος, μία κατηγορία οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση των άρθρων 80 και 20 του Ποινικού Κώδικα (6η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 7 Ιουλίου, 2012, στην οδό Αγίου Αντωνίου, στην Κάτω Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν το κακούργημα που αναφέρεται στη 2η κατηγορία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 7 Ιουλίου, 2012, στην οδό Αγίου Αντωνίου, στην Κάτω Πάφο προκάλεσαν παράνομα βαριά σωματική βλάβη στο Νέαρχο Περικλέους, από την Πάφο. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3, 4 και 5, τους καταλογίζεται ότι στις 7 Ιουλίου, 2012, στην οδό Αγίου Αντωνίου, στην Κάτω Πάφο επιτέθηκαν (κατ' αντιστοιχία κατηγορίας) εναντίον των: Νέαρχου Περικλέους, Σίμου Συμεού και Γιάννου Στόκκου και οι τρεις από την Πάφο και τους προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 7 Ιουλίου, 2012, στην οδό Αγίου Αντωνίου, στην Κάτω Πάφο, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας μετέφεραν επιθετικό όργανο, δηλαδή ένα ξύλινο ρόπαλο, κίτρινου χρώματος. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες τους: αστυφύλακα 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος, αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη, Νέαρχο Περικλέους, Σίμο Συμεού, Χρίστο Αλεξάνδρου, αστυφύλακα 2952 Νικόλα Χειμώνα, αστυφύλακα 3894 Άντη Γερμανό, Γιάννη Στόκκο και Δρ. Μάρω Σβανά (Μ.Κ.1 μέχρι 9, αντίστοιχα). Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να καλέσουν οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή τους. Συνοπτικά, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι η εξής: Στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, στις 7.7.2012 και περί ώρα 05:00, ενώ οι τρεις παραπονούμενοι (Νέαρχος Περικλέους, Σίμος Συμεού και Γιάννης Στόκκος - Μ.Κ.3, 4 και 8, αντίστοιχα -), βρίσκονταν έξω από το νυχτερινό κέντρο με την ονομασία «Starskys» το οποίο λέγεται και «Vips» (στο εξής «επίδικο κέντρο»), το οποίο βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου, στην Κάτω Πάφο, περί τα είκοσι άτομα, Ελληνοπόντιοι, οι οποίοι είχαν μαζευτεί εκεί, αφού έδωσαν κάποιο σύνθημα, τους επιτέθηκαν, τραυματίζοντάς τους σοβαρά. Ανάμεσα σ' αυτούς που τους επιτέθηκαν είναι και οι δυο κατηγορούμενοι. Οι τελευταίοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία - σ' όλες τις κατηγορίες - και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση, η οποία περικλείει και την εκδοχή τους, για ό,τι τους καταλογίζεται από την κατηγορούσα αρχή. Το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων ακολουθεί αυτούσιο. Αρχίζοντας από τον 1ο κατηγορούμενο ανάφερε τα εξής: «Δε συμμετείχα στον καφκά και δε χτύπησα κανένα.» Με τη σειρά του, ο 2ος κατηγορούμενος, ανάγνωσε τα εξής (από γραπτό κείμενο): «Κύριε, εγώ ο Γεώργιος Κωστανίδης, κατηγορούμενος Νο 2 στην ποινική υπόθεση 9883/2012 θέλω να δηλώσω ότι δεν ήμουν στον καυγά και πήγα στο μέρος όταν τελείωσε ο καυγάς και δεν κτύπησα κανέναν.» Φυσικά, ενώπιόν μου βρίσκονται και οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων (τεκμήριο 4 - του 1ου κατηγορούμενου - και τεκμήριο 20 - του 2ου κατηγορούμενου -), στο περιεχόμενο των οποίων - αν κριθεί αναγκαίο -, θα αναφερθώ αργότερα. Προστίθενται και τα εξής: Ότι το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώρα στον ουσιώδη χρόνο και ότι κατά τη διάρκειά του και οι τρεις παραπονούμενοι είχαν τραυματιστεί σ' αυτό και μάλιστα σοβαρά αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Επισημαίνεται ότι, η έκθεση της γιατρού Μάρως Σβανά (Μ.Κ.9) με αναφορά στο Μ.Κ.4 (τεκμήριο 23) παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τη μάρτυρα, η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενό της, χωρίς να τύχει καθόλου αντεξέτασης, ενώ, το περιεχόμενο της έκθεσης του γιατρού Α. Χ'' Μιτσή (τεκμήριο 24), με αναφορά στο Μ.Κ.3, της έκθεσης της γιατρού Άννας Κωνσταντινίδου (τεκμήριο 25), με αναφορά στο Μ.Κ.8 και τέλος, της κατάθεσης της γιατρού Άλκηστης Νικολάου (τεκμήριο 26), με αναφορά και πάλιν στο Μ.Κ.3 αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Μάλιστα, ειδικά για τη γιατρό Νικολάου έχει δηλωθεί κοινό παραδεκτό γεγονός και το εξής: οι διαπιστώσεις της, όπως αναφέρονται στην κατάθεσή της (τεκμήριο 25, ανωτέρω) αποτελούν «βαριά σωματική βλάβη» τη εννοία του Νόμου και της σχετικής νομολογίας. Τα κρίσιμα επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: πρώτο, πώς, κάτω από ποιες συνθήκες άρχισε και πως εκτυλίχθηκε το επίδικο επεισόδιο, δεύτερο, εάν οι τραυματισμοί που υπέστησαν οι τρεις παραπονούμενοι αποτελούν απότοκο επίθεσης που είχαν δεχθεί από τα είκοσι περίπου άτομα, που όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής, τους είχαν επιτεθεί και τρίτο, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο, από τα παραπάνω ερωτήματα, κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είναι ανάμεσα σ' αυτούς που είχαν επιτεθεί και χτυπήσει τους τρεις παραπονούμενους, προκαλώντας τους, τους τραυματισμούς που προκύπτουν από την ιατρική μαρτυρία για κάθε ένα από αυτούς. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία -ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο και, ειδικά για τους τρεις παραπονούμενους και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός τους στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση των κατηγορούμενων και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός, ότι, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να ασκήσουν το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ.). Η μαρτυρία του αστυφύλακα 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος (Μ.Κ1) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να τύχει αντεξέτασης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων. Κατά συνεπεία, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Το σύνολο των ενεργειών του αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη (Μ.Κ.2) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ο μάρτυρας, κατά την αντεξέτασή του από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων, βασικά απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις τους, κυρίως, διευκρινιστικής φύσεως, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Συγκρατώ από αυτή τα εξής: Όταν μετέβη στη σκηνή του επίδικου επεισοδίου εντόπισε μόνο το ρόπαλο (τεκμήριο 5) - για το οποίο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (6η κατηγορία) -. Το συγκεκριμένο αντικείμενο υποβλήθηκε σε επιστημονικές εξετάσεις DNA και από τα αποτελέσματά τους δεν προκύπτει σύνδεση των κατηγορούμενων με αυτό, πλην όμως, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, κατά το επίδικο επεισόδιο χτυπήθηκαν με ρόπαλο. Η ουσία της μαρτυρίας του αστυφύλακα 2952 Νικόλα Χειμώνα (Μ.Κ.6) περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 17), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Σύμφωνα με αυτή, κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, στις 11.7.2012 και ώρα 16:05, στο χώρο των κρατητηρίων του κεντρικού αστυνομικού σταθμού Πάφου πληροφόρησε τον 1ο κατηγορούμενο για την πρόθεση διεξαγωγής αναγνωριστικής παράταξης στην οποία θα λάμβανε μέρος, η οποία θα διεξαγόταν με δίκαιο προς αυτόν τρόπο καθώς και ότι ήταν προς το συμφέρον του να το πράξει. Τον πληροφόρησε ακόμη ότι την παράταξη θα επιθεωρούσαν πρόσωπα σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία τελούσε υπό κράτηση, ως ύποπτος καθώς και ότι σε περίπτωση άρνησής του να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, τα πρόσωπα που θα επιθεωρούσαν την παράταξη, θα τον έβλεπαν σε γραφείο που θα βρισκόταν. Ο κατηγορούμενος, του ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη και ότι επιθυμούσε να τύχει επιθεώρησης σε γραφείο των κρατητηρίων του σταθμού. Προς τούτο έλαβε από αυτόν τη γραπτή συγκατάθεσή του (τεκμήριο 18). Την ίδια μέρα, στις 16:20, ο κατηγορούμενος, στην παρουσία του μάρτυρα έτυχε επιθεώρησης από το Μ.Κ.4, ο οποίος, αφού τον υπέδειξε ανάφερε: «Αυτός είναι που με χτύπησε.» Ο κατηγορούμενος, αφού του αναφέρθηκε από το μάρτυρα τι είπε ο Μ.Κ.4 και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δεν απάντησε οτιδήποτε. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο κατηγορούμενος, στις 15.7.2012 και ώρα 19:20 έτυχε επιθεώρησης από το Μάκη Ευθυμίου, ο οποίος, τον υπέδειξε στο Μ.Κ.6, ως αυτόν που είχε χτυπήσει τους φίλους του, Νέαρχο, Σίμο και Γιάννη. Ο κατηγορούμενος, αφού του αναφέρθηκε και πάλιν από το Μ.Κ.6 τι είπε ο Ευθυμίου και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δεν απάντησε οτιδήποτε. Την ίδια μέρα, πέντε λεπτά αργότερα υποβλήθηκε στην ίδια ακριβώς διαδικασία και ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος, κατά τον Ευθυμίου και πάλιν είχε χτυπήσει και αυτός τους φίλους του, Νέαρχο, Σίμο και Γιάννη. Ο 2ος κατηγορούμενος, αφού του αναφέρθηκε από το Μ.Κ.6 τι είπε ο Ευθυμίου και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δεν απάντησε οτιδήποτε. Στις 19:45, την ίδια μέρα, και στο ίδιο μέρος, ο 2ος κατηγορούμενος έτυχε επιθεώρησης από το Μ.Κ.5, πλην όμως, χωρίς να αναγνωριστεί από το μάρτυρα. Ωστόσο, την ίδια περίπου ώρα, ο τελευταίος, με τον ίδιο, πάντοτε, τρόπο αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο, ως αυτόν που είχε χτυπήσει τους φίλους του, Νέαρχο, Σίμο και Γιάννη. Ο κατηγορούμενος, αφού του αναφέρθηκε από το Μ.Κ.6 τι είπε ο Μ.Κ.5 και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δεν απάντησε οτιδήποτε. Ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος - σε πολύ μικρή έκταση - από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, ερωτηθείς κατά πόσο είχε αναφέρει σ' όλους τους παραπάνω που επιθεώρησαν τους κατηγορούμενους, ότι πρόκειται για δυο άτομα που συνελήφθηκαν και η Αστυνομία πιστεύει ότι έχουν σχέση με το επίδικο επεισόδιο, απάντησε καταφατικά. Με εξαίρεση, μέρος της μαρτυρίας του υπό αναφορά μάρτυρα που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, το οποίο, για λόγους που θα διαφανούν αργότερα, δεν αποδέχομαι, κατά λοιπά, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, ο μάρτυρας, δεν έτυχε καθόλου αντεξέτασης από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου. Η φύση της μαρτυρίας του αστυφύλακα 3894 Άντη Γερμανού (Μ.Κ.7) είναι ίδια περίπου με αυτή του προηγούμενου μάρτυρα. Το τι έκανε ο μάρτυρας στον ουσιώδη χρόνο αναφέρεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 19), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σύμφωνα με αυτή, ο μάρτυρας, στις 13.7.2013 και ώρα 09:40 συνέλαβε το 2ο κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «Εγώ πήγα εκεί μετά που ήρθε η Αστυνομία.» Ο μάρτυρας, στη συνέχεια προέβη και στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 20). Ακολούθως, τον πληροφόρησε για την πρόθεση διεξαγωγής αναγνωριστικής παράταξης στην οποία θα λάμβανε μέρος. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε όπως ακριβώς και ο 1ος κατηγορούμενος και, προς τούτο έδωσε στο μάρτυρα τη σχετική γραπτή συγκατάθεση (τεκμήριο 21). Την ίδια μέρα και ώρα 16:50, ο Μ.Κ.3 είδε και αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο, ως ένα από τα πρόσωπα που είχαν χτυπήσει τόσο τον ίδιο όσο και το Μ.Κ.
  1. Ο κατηγορούμενος, αφού του επιστήθηκε από το Μ.Κ.7 η προσοχή στο νόμο, δεν έδωσε καμιά απάντηση. Πέντε λεπτά αργότερα, ο Μ.Κ.3 είδε και αναγνώρισε και το 2ο κατηγορούμενο, ως ένα από τα πρόσωπα που είχαν χτυπήσει τόσο τον ίδιο όσο και το Μ.Κ.
  2. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, αφού του επιστήθηκε από το Μ.Κ.7 η προσοχή στο νόμο, όπως και ο 1ος κατηγορούμενος, δεν έδωσε καμιά απάντηση. Ακολούθως και συγκεκριμένα, στις 17:00 είδε και ο Μ.Κ. 4 τον κατηγορούμενο, χωρίς όμως να τον αναγνωρίσει. Ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος - και πάλιν σε πολύ μικρή έκταση - από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, απαντώντας σε κάποια ερώτηση αναφορικά με τη διαδικασία αναγνώρισης που ακολούθησε ισχυρίστηκε πως είπε στο Μ.Κ.3, ότι θα έρθει να δει ένα πρόσωπο και να τους πει κατά πόσο εμπλέκεται στην υπόθεση που διερευνούσαν. Απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι στο Μ.Κ.3 είπε ότι θα έρθει στη νέα Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου για να δει δυο πρόσωπα και να τους πει κατά πόσο έχουν σχέση με την υπόθεση που είχε καταγγείλει στην Αστυνομία. Για τους ίδιους λόγους που έχω δεχθεί τη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα δέχομαι στην ίδια έκταση και τη μαρτυρία του τελευταίου. Παρότι αυτός, σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, εντούτοις, επειδή αυτό έγινε με μία υποβολή που δεν υποστηρίζεται καθόλου από μαρτυρία, η εν λόγω υποβολή, προφανώς υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Η Μάρω Σβανά (Μ.Κ.9) είναι γιατρός στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Κατά τη δίκη, το μόνο που έκανε ήταν ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης που είχε ετοιμάσει (τεκμήριο 23) αναφορικά με την εξέταση στην οποία υπόβαλε το Μ.Κ.4 την ημέρα του επίδικου επεισοδίου. Η μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε καθόλου από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων, επομένως, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Επέλεξα όχι τυχαία να ασχοληθώ στο τέλος και ενιαία με τη μαρτυρία των βασικών μαρτύρων της υπόθεσης που ασφαλώς είναι οι τρεις παραπονούμενοι (Νέαρχος Περικλέους, Σίμος Συμεού και Γιάννης Στόκκος - Μ.Κ.3, 4 και 8, αντίστοιχα -) καθώς και ο Χρίστος Αλεξάνδρου (Μ.Κ.5), ο οποίος, όπως και οι παραπονούμενοι τοποθετεί κι αυτός τον εαυτό του στο μέρος του επίδικου επεισοδίου στον ουσιώδη χρόνο. Είναι σαφές, ότι, η κρίση μου επί της αξιοπιστίας τους ως μαρτύρων αποτελεί πρόκριμα για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων και σε τελική ανάλυση, για την τύχη της υπόθεσης. Δηλώνω ευθέως πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία όλων των παραπάνω, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Χωρίς να σημαίνει ότι τους θεωρώ εντελώς αναξιόπιστους ως μάρτυρες, εντούτοις, επειδή οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσαν, είτε μεταξύ τους, είτε αυτοτελώς - μερικοί από αυτούς -, είναι τόσο σημαντικές και ουσιαστικής μορφής, θεωρώ πως έχει πληγεί τόσο καίρια η αξιοπιστία τους, σε βαθμό που, εξ αντικειμένου, μου είναι αδύνατο να βασιστώ στη μαρτυρία οποιουδήποτε από αυτούς και να παραβλέψω τη μαρτυρία των υπολοίπων, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι οι εν λόγω αντιφάσεις, αφορούν στα πλέον κρίσιμα θέματα της υπόθεσης, τα οποία αναφέρονται σε άλλο σημείο (ανωτέρω). Από τα παραδείγματα που ακολουθούν, πιστεύω θα γίνει απολύτως κατανοητό τι θέλω να πω. Ειδικότερα: Ο Μ.Κ.3, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στις 7.7.2012 περί τις 05:00, ενώ βρισκόταν με τους φίλους του, Μ.Κ.4 και 8 έξω από το επίδικο κέντρο, μαζεύτηκαν περί τα είκοσι άτομα, Ελληνοπόντιοι, οι οποίοι έδωσαν σύνθημα και επιτέθηκαν στον ίδιο και στους φίλους του. Συγκεκριμένα, τους επιτέθηκαν μόλις είχαν βγει έξω από το κέντρο. Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ισχυρίστηκε και τα εξής: Πρώτα του επιτέθηκε ο 1ος κατηγορούμενος, ωστόσο δέχθηκε επίθεση και από το 2ο κατηγορούμενο. Όταν δέχθηκε την επίθεση από τον 1ο κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.4 ήταν δίπλα του. Πρώτος δέχθηκε επίθεση ο Μ.Κ.4, αρχικά από τον 1ο κατηγορούμενο οπότε και έπεσε κάτω. Μετά που πήγαν να φύγουν από το μέρος και προτού πιάσουν οι σπασμοί τον ίδιο, ο Μ.Κ.4 δέχθηκε επίθεση και από το 2ο κατηγορούμενο. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου: Όταν μαζί με Μ.Κ.4 έφθασαν στο επίδικο κέντρο μπήκαν απευθείας μέσα. Μετά ήρθε ο Μ.Κ.8 χτυπημένος οπότε ο ίδιος μαζί με το Μ.Κ.4 βγήκαν έξω και αυτό που είδαν, ήταν μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι, όταν οι δυο τους κατέβηκαν κάτω στο πεζοδρόμιο, τους περικύκλωσαν και με ένα σύνθημα, όρμησαν κατά πάνω τους. Ερωτηθείς εάν ο Μ.Κ.8 εκείνη τη στιγμή ήταν μέσα στο επίδικο κέντρο απάντησε καταφατικά, ενώ ισχυρίστηκε και τα εξής: Όταν βγήκε έξω ο Μ.Κ.8, μόλις τον είδαν, με ένα σύνθημα, άρχισαν όλοι τους να τους χτυπούν. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Απ' ό,τι θυμάται χτύπησε και ο 2ος κατηγορούμενος το Μ.Κ.
  3. Ο τελευταίος ήταν πεσμένος μπρούμυτα στο πάτωμα και 2ος κατηγορούμενος έτρεξε από πάνω του και το χτύπησε στην πλάτη με κλωτσιές και γροθιές. Ερωτηθείς κατά πόσο ο Μ.Κ.4 θα έβλεπε το 2ο κατηγορούμενο εάν το χτυπούσε, «Όχι, διότι ήταν λιπόθυμος.» απάντησε. Ερωτηθείς τέλος, κατά πόσο ο Μ.Κ.4 θα έβλεπε το 2ο κατηγορούμενο, εάν βρισκόταν στο μέρος τη στιγμή που δέχθηκαν την πρώτη επίθεση από τα είκοσι περίπου άτομα, απάντησε καταφατικά. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε ο Μ.Κ.4 σε σχέση με μερικούς από τους παραπάνω ισχυρισμούς του Μ.Κ.
  4. Ειδικότερα: Σύμφωνα με την πρώτη κατάθεσή του, ημερομηνίας 9.7.2012 (τεκμήριο 10), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, όταν μαζί με το Μ.Κ.3 πήγαν στο επίδικο κέντρο και κάθισαν να πιουν ένα ποτό μπήκε μέσα ο Μ.Κ.8, ο οποίος ήταν χτυπημένος στο πρόσωπο και αιμορραγούσε. Το ρώτησε να του πει τι συνέβηκε, αλλά, αυτός δεν του απάντησε και πήγε κατευθείαν στην τουαλέτα. Ακολούθως, ο ίδιος βγήκε έξω μαζί με το Μ.Κ.3 για να δουν τι συνέβηκε και την ίδια στιγμή, τους επιτέθηκαν περί τα είκοσι πρόσωπα, χτυπώντας τους και με τα χέρια τους. Ενώ ο ίδιος δεχόταν χτυπήματα, χωρίς να καταφέρει καθόλου να αντιδράσει, έχασε τι αισθήσεις του. Δε γνωρίζει τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν, αλλά, εάν τα ξαναδεί μπορεί να τα αναγνωρίσει. Αυτοί, πιθανόν να είναι Ποντιακής καταγωγής. Στη δεύτερη κατάθεσή του, ημερομηνίας 10.7.2012 (τεκμήριο 11), το περιεχόμενο της οποίας, επίσης υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης αναφέρει και τα εξής: Έψαξε στο facebook και βρήκε δύο πρόσωπα τα οποία αναγνωρίζει ως δύο από τα πρόσωπα που τους επιτέθηκαν το Σάββατο, 7.7.
  5. Ο ένας έχει γράψει στο facebook ότι το όνομά του είναι KOSTAS Pu και ο άλλος GIORGOS KOSTANIDIS. Τέλος, στην τρίτη κατάθεσή του, ημερομηνίας 13.7.2012 (τεκμήριο 12) ισχυρίζεται ότι στις 11.7.2012 και ώρα 16:20, σε δωμάτιο της Νέας Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου είδε τον 1ο κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε ως το πρόσωπο που χτύπησε τόσο τον ίδιο όσο και το φίλο του Μ.Κ.
  6. Επίσης, στις 13.7.2012 και ώρα 05:00 και πάλιν σε δωμάτιο στη Νέα Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου είδε ένα πρόσωπο, το οποίο θυμάται ότι στις 7.7.2012 και περί ώρα 05:00 ήταν στο μέρος όπου τους είχαν χτυπήσει, αλλά δεν είδε μα ούτε και θυμάται να είχε χτυπήσει είτε τον ίδιο, είτε τους Μ.Κ.3 και 8, αφού είχε χάσει τις αισθήσεις του. Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: Ερωτηθείς τι έγινε όταν μαζί με το φίλο του το Μ.Κ.3 βγήκαν έξω από το επίδικο κέντρο απάντησε ως εξής: «Με το που βγήκαμε έξω από το Vibes ρωτήσαμε κάποια παιδιά που ήταν τι έγινε και στη συνέχεια που ρώτησα τι έγινε δέχτηκα ένα χτύπημα στο πρόσωπο, εδώ στη μύτη, μεταξύ του μετώπου, από τον κύριο Κώστα.» Δηλαδή, από τον 1ο κατηγορούμενο, όπως είπε στη συνέχεια. Μια πρώτη παρατήρηση που αναδεικνύει και την πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας, τόσο αυτοτελώς όσο και με το Μ.Κ.3 είναι η εξής: στην κατάθεσή του (τεκμήριο 10) ισχυρίζεται ότι με το που βγήκε έξω από το επίδικο κέντρο μαζί με το Μ.Κ.3, για να δουν τι συνέβηκε, την ίδια στιγμή, τους επιτέθηκαν περί τα είκοσι άτομα, χτυπώντας τους. Δε λέει στην κατάθεσή του ότι ρώτησε τι έγινε και μετά δέχθηκε το χτύπημα στο πρόσωπο. Ο δε Μ.Κ.3, στη δική του κατάθεση (τεκμήριο 8) ισχυρίζεται ότι ενώ βρισκόταν έξω από το ίδιο κέντρο με τους φίλους του Μ.Κ.4 και 8 μαζεύτηκαν περί τα είκοσι άτομα, οι οποίοι έδωσαν σύνθημα και τους επιτέθηκαν. Ούτε ότι είχαν ρωτήσει τι συνέβηκε αναφέρει μα ούτε και ότι με το που βγήκαν έξω, τους επιτέθηκαν αμέσως. Ερωτηθείς από την κα Σάββα ο μάρτυρας, πώς γίνεται στη δεύτερη κατάθεσή του να λέει ότι αναγνώρισε μέσω facebook και τους δυο κατηγορούμενους, ως δυο από τα πρόσωπα που τους είχαν επιτεθεί και στην τρίτη του κατάθεση, να λέει ότι αναγνωρίζει μόνο τον 1ο κατηγορούμενο και όχι το 2ο κατηγορούμενο ισχυρίστηκε πως ήταν λάθος που σημείωσε ότι αναγνώρισε το 2ο κατηγορούμενο. Όπως είπε, δεν τον αναγνώρισε, απλά ήταν μέσω του Μ.Κ.3, ο οποίος του ανάφερε πως ήταν εκεί. Φυσικά διέλαθε της προσοχής του, ότι ο Μ.Κ.3 είναι στις 13.7.2012 που υποτίθεται αναγνώρισε το 2ο κατηγορούμενο ότι είχε χτυπήσει τόσο τον ίδιο όσο και το Μ.Κ.4, ο οποίος, στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 10.7.2012 αναφέρει ότι βρήκε στο facebook το 2ο κατηγορούμενο, όπως και τον 1ο κατηγορούμενο και τους είχε αναγνωρίσει ως δυο από τα πρόσωπα που τους επιτέθηκαν, από τις 9.7.
  7. Δηλαδή, προτού τους αναγνωρίσει ο Μ.Κ.
  8. Το πόσο εκτίθεται ο Μ.Κ.4 από τις παραπάνω αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε εκθέτοντας την ίδια ώρα και το Μ.Κ.3 είναι ολοφάνερο. Όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου ο Μ.Κ.4, όταν μαζί με το Μ.Κ.3 βγήκαν έξω από το επίδικο κέντρο και ρώτησε τι έγινε, στα καλά καθούμενα δέχθηκε ένα χτύπημα, το πρώτο και στη συνέχεια είχε και άλλα χτυπήματα, επειδή είχε κόσμο γύρω του και τον είχαν περικυκλώσει. Θυμάται τον 1ο κατηγορούμενο που τον είχε χτυπήσει στο πρόσωπο. Αμέσως τον είδε να συνεχίζει να χτυπά και το Μ.Κ.3 και αμέσως έχασε τις αισθήσεις του. Εάν έτσι είχαν διαδραματιστεί τα γεγονότα, προφανώς δεν ισχύει ο ισχυρισμός του Μ.Κ.3, ο οποίος - για να επαναλάβω - στην υποθετική ερώτηση, κατά πόσο ο Μ.Κ.4 θα έβλεπε το 2ο κατηγορούμενο, εάν βρισκόταν στο μέρος τη στιγμή που δέχθηκαν την πρώτη επίθεση από τα είκοσι περίπου άτομα, η οποία του είχε υποβληθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορημένου, απάντησε καταφατικά. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο Μ.Κ.4, καθ' ομολογία του γνώριζε από προηγουμένως το 2ο κατηγορούμενο, γεγονός το οποίο τον εκθέτει ως αναξιόπιστο και για τον ισχυρισμό του στην πρώτη του κατάθεση (τεκμήριο 10) ότι δε γνωρίζει τα πρόσωπα που του είχαν επιτεθεί αλλά, εάν τα ξαναδεί μπορεί να τα αναγνωρίσει. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι το Μ.Κ.8 τον είδε μετά που τέλειωσε η φασαρία, θα επανέλθω. Ο ισχυρισμός του - τον οποίο προέβαλε αντεξεταζόμενος και πάλιν από το ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου - ότι στον ουσιώδη χρόνο γνώριζε το 2ο κατηγορούμενο καθώς ήδη έχει αναφερθεί εκθέτει τον ίδιο, αλλά και το Μ.Κ.3, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος επιτέθηκε και στους δυο. Ερωτηθείς γιατί δεν αναγνώρισε το 2ο κατηγορούμενο στη σκηνή, αφού το γνώριζε ισχυρίστηκε πως δεν τον είδε στη σκηνή γιατί είχε πάρα πολύ κόσμο. Κι όμως, ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι εάν ήταν εκεί - και η θέση του είναι πως ήταν - θα έπρεπε να τον είχε δει. Ο ισχυρισμός του πως ήταν λάθος ο ισχυρισμός του στη δεύτερη του κατάθεση (τεκμήριο 11) ότι αναγνώρισε και τους δυο κατηγορούμενους στη σκηνή του επίδικου επεισοδίου και ότι το έγραψε αυτό επειδή τον είχε αναγνωρίσει ο Μ.Κ.3, σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό του ότι προτού δώσει την εν λόγω κατάθεση δεν είχε συνεννοηθεί με το Μ.Κ.3 αποκαλύπτει πόσο αντιφατικοί υπήρξαν μεταξύ τους οι δυο αυτοί παραπονούμενοι και ειδικά ο πρώτος και αυτοτελώς. Διερωτώμαι ειλικρινά, πώς είναι δυνατό, οι δύο αυτοί μάρτυρες, χωρίς να συνεννοηθούν καθόλου μεταξύ τους, ο ένας να καταλογίζει στο 2ο κατηγορούμενο πως είχε χτυπήσει και τον άλλο, και ο τελευταίος, διαψεύδοντάς τον, να ισχυρίζεται πως δεν είχε δει το 2ο κατηγορούμενο καθόλου στη σκηνή του επίδικου επεισοδίου, ως επίσης και ότι ο λόγος που στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι τον είδε και ότι του είχε χτυπήσει είναι επειδή τον είχε αναγνωρίσει ο Μ.Κ.3, ο οποίος, ωστόσο, τον είχε αναγνωρίσει σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου που ο Μ.Κ.4 ισχυρίστηκε ότι τον είχε δει στο facebook, όπως και τον 1ο κατηγορούμενο, τους οποίους είχε αναγνωρίσει ως δύο από τα πρόσωπα που τους είχαν επιτεθεί. Και πώς μπορεί ο Μ.Κ.4 να ισχυρίζεται ότι προτού δώσει τη δεύτερη κατάθεση στην Αστυνομία δεν είχε συνεννοηθεί με το Μ.Κ.3 και ευθύς αμέσως, να ισχυρίζεται ότι αυτός του είπε ότι το χτύπησαν και οι δυο κατηγορούμενοι; Ο ισχυρισμός του - στο στάδιο αντεξέτασής του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου -, ότι εάν ο τελευταίος ήταν στη σκηνή του επίδικου επεισοδίου, θα το θυμόταν, αφού τον ήξερε από παλιά, ως επίσης και πως δεν τον είδε στο επεισόδιο μα ούτε και να χτυπά τα άλλα παιδιά εξουδετερώνει πλήρως τον περί αντιθέτου ισχυρισμό του Μ.Κ.3, ο οποίος ισχυρίστηκε και επέμενε ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε επιτεθεί και χτυπήσει και τους δυο. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε ο Μ.Κ.5 για τα ίδια θέματα. Ειδικότερα: Αρχίζω με όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 13), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ειδικότερα: Στο επίδικο κέντρο πήγε μαζί με τους Μάκη, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
  9. Γύρω στις 05:00, ενώ ήταν μέσα στο κέντρο, ο Μ.Κ.3, του είπε να πάνε πάνω οπότε και τον ακολούθησε μαζί με τους άλλους δυο. Όταν βγήκαν έξω από το επίδικο κέντρο μπροστά στο δρόμο είδε το φίλο του το Μ.Κ.8 να στέκεται στο δρόμο και γύρω του υπήρχαν περίπου δέκα Πόντιοι που φαίνονταν απειλητικοί και ήταν έτοιμοι να του επιτεθούν και να το χτυπήσουν. Τότε, μαζί με τους άλλους τρεις, δηλαδή, το Μάκη και τους Μ.Κ.3 και 4 πήγαν κοντά του και προσπάθησαν να τον τραβήξουν πίσω για να μην το χτυπήσουν. Εκείνη τη στιγμή ρώτησε το τελευταίο τι έγινε και αυτός του είπε. Όπως τον τραβούσαν πίσω ήρθαν ακόμη είκοσι περίπου Πόντιοι και τότε, όλοι μαζί, τους επιτέθηκαν και άρχισαν να χτυπούν και τους τέσσερις. Το πόσο διαφέρει η εκδοχή του με την εκδοχή των δυο παραπονούμενων (Μ.Κ.3 και 4) αναφορικά με το πώς άρχισε το επίδικο επεισόδιο, αλλά και πώς εξελίχθηκε αυτό στη συνέχεια είναι ολοφάνερο. Ενώ ο Μ.Κ.5 φέρει το Μ.Κ.8 - που υποτίθεται ότι είναι η παρεξήγηση που είχε με μια Πόντια που αποτέλεσε την αιτία έναρξης του επίδικου επεισοδίου -, να είναι στο μέρος που εκτυλίχτηκε το επίδικο επεισόδιο, ευθύς προηγουμένως και κατά την έναρξη του επεισοδίου, οι Μ.Κ.3 και 4 ισχυρίστηκαν ότι ενώ οι δυο τους - χωρίς να αναφέρονται καθόλου στο Μ.Κ.5 - ήταν μέσα στο επίδικο κέντρο ήρθε κοντά τους τραυματισμένος ο Μ.Κ.8, ο οποίος, στη συνέχεια πήγε στην τουαλέτα και ακολούθως αυτοί βγήκαν έξω από το επίδικο κέντρο για να δουν τι συνέβηκε οπότε και έγινε το επίδικο επεισόδιο. Ούτε και ανάφεραν οτιδήποτε οι Μ.Κ. 3 και 4, για τους δέκα Πόντιους που φαίνονταν απειλητικοί και ήταν έτοιμοι να επιτεθούν στο Μ.Κ.8 και να το χτυπήσουν, είτε ακόμη, ότι τότε, αυτοί, μαζί με τους άλλους δυο, δηλαδή, το Μάκη και το Μ.Κ.5 πήγαν κοντά στο Μ.Κ.8 και προσπάθησαν να τον τραβήξουν πίσω για να μην το χτυπήσουν οι Πόντιοι. Όλα αυτά, μόνο ο Μ.Κ.5 τα είδε. Ας δούμε όμως και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, καταρχήν, από τον ευπαιδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Είναι σίγουρος πως όταν βγήκαν από το επίδικο κέντρο είδαν έξω το Μ.Κ.
  10. Ερωτηθείς εάν ο Μ.Κ.8 μπήκε καθόλου μέσα στον κέντρο, τον είδε στην είσοδο απάντησε. Όταν ο ίδιος βγήκε έξω μαζί με τους φίλους του (Μάκη, Μ.Κ.3 και 4), ο Μ.Κ.8 στεκόταν στην είσοδο. Δε θυμάται να μπήκε χτυπημένος μέσα στο επίδικο κέντρο. Ερωτηθείς εάν μόλις βγήκαν έξω τους επιτέθηκαν οι Πόντιοι απάντησε καταφατικά. Όπως είπε, έδωσαν ένα σύνθημα και τους επιτέθηκαν. Πρώτα επιτέθηκαν και χτύπησαν του Μ.Κ.
  11. Κληθείς να πει κατά πόσο μίλησε καθόλου μαζί του, ισχυρίστηκε πως δεν πρόλαβε. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν είναι σίγουρος γι αυτό, «Βασικά ρώτησά τον τζειαμαί στην είσοδο, τι έγινε τζιαι μου είπε την παρεξήγηση που είχε με μια κοπέλα.» απάντησε. Εκτός του ότι - για να επαναλάβω - για τους Μ.Κ. 3 και 4, όταν άρχισε το επεισόδιο, ο Μ.Κ.8 ήταν μέσα στο επίδικο κέντρο και μετά βγήκε κι αυτός έξω, φαίνεται πως διέλαθε της προσοχής του μάρτυρα, ότι στη γραπτή κατάθεσή του περιγράφει διαφορετικά τα γεγονότα. Σύμφωνα με αυτή, όταν μαζί με τους Μάκη, Μ.Κ. 3 και 4 βγήκαν έξω από το επίδικο κέντρο, μπροστά, μέσα στο δρόμο είδε το φίλο του το Μ.Κ.8 να στέκεται στο δρόμο και γύρω του υπήρχαν περίπου δέκα Πόντιοι που φαίνονταν απειλητικοί και ήταν έτοιμοι να του επιτεθούν και να το χτυπήσουν. Τότε πήγαν κοντά του και προσπάθησαν να τον τραβήξουν πίσω για να μην το χτυπήσουν οι Πόντιοι. Εκείνη τη στιγμή ρώτησε το Μ.Κ.8 τι έγινε και αυτός του είπε. Όπως τον τραβούσαν πίσω ήρθαν ακόμη περίπου είκοσι Πόντιοι, οι οποίοι τους επιτέθηκαν όλοι μαζί και άρχισαν να χτυπούν και τους τέσσερις. Το πόσο «συνάδουν» οι παραπάνω εκδοχές του μάρτυρα, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις αντίστοιχες εκδοχές των Μ.Κ.3 και 4 είναι ολοφάνερο. Το πόσο ανασφαλές είναι να βασιστώ στη μαρτυρία του υπό κρίση μάρτυρα, για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων γύρω από τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο καταφαίνεται και από τα εξής: παρότι περίγραψε το επίδικο επεισόδιο, όπως τον πόλεμο και ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος σε αυτό χτυπήθηκε όπως και οι Μ.Κ.3, 4 και 8, τους οποίους προσπαθούσε να τραβήξει πίσω και ειδικά τον τελευταίο, για να μην το χτυπήσουν ισχυρίστηκε και επέμενε πως είχε δει τον 1ο κατηγορούμενο, όχι απλώς να χτυπά τους Μ.Κ.3 και 4, αλλά ανάφερε και τα σημεία του σώματός τους στα οποία τους είχε χτυπήσει. Φυσικά, όταν κλήθηκε να πει κατά πόσο ο ίδιος ή κάποιοι από τους φίλους του χτύπησαν ορισμένους από την άλλη πλευρά απάντησε ως εξής, που αποκαλύπτει και πόσο «αντικειμενικός» αλλά και «αμερόληπτος» συν τοις άλλοις είναι ως μάρτυρας: «Τζιαι να ήθελαν δεν θα μπορούσαν, εικασία που κάμνω εγώ τώρα.» «Εν εικασία, δεν ξέρεις;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απάντησε αρνητικά. Τώρα πως γίνεται ενώ από τη μια να καταφέρει δει και αναγνωρίσει μεταξύ αγνώστων τους δυο κατηγορούμενους να επιτίθενται εναντίον των εν λόγω παραπονούμενων και από την άλλη, με υποθέσεις, να προσπαθεί να πείσει ότι ο ίδιος καθώς και οι φίλοι του δεν είχαν χτυπήσει κανένα, μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Αν είναι κάτι που αποδεικνύει και πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ στη μαρτυρία του συγκεκραμένου μάρτυρα για οποιοδήποτε λόγο είναι η ακόλουθη κορυφαία αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Ενώ στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 13), το περιεχόμενο της οποίας (για να επαναλάβω) υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη ή διευκρίνιση ισχυρίζεται ότι οι Πόντιοι επιτέθηκαν και στο Μάκη, όταν αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου ρωτήθηκε εάν είδε να χτυπά κάποιος το Μάκη απάντησε αρνητικά. Όταν στη συνέχεια κλήθηκε να πει γιατί τότε στην κατάθεσή του λέει πως είδε να χτυπούν και το Μάκη, αφού δεν είδε κάτι τέτοιο, απάντησε ως εξής, το οποίο αποκαλύπτει και την ελαφρότητά του ως μάρτυρα: «Εγώ εν περιληπτικά που εδιούσα την κατάθεσή μου, δηλαδή τώρα να σας πω συγκεκριμένα ό,τι θέλετε να με ρωτήσετε. Τζειαμαί εν περίληψη, δεν ήταν συγκεκριμένα.» Αν είναι ποτέ δυνατό να δεχθώ τέτοια λογική. Ότι δηλαδή, επειδή έδινε περιληπτικά και όχι συγκεκριμένα την κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι είδε να χτυπούν συγκεκριμένο πρόσωπο (το Μάκη) το οποίο δε χτυπήθηκε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ εντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά. Ο Μ.Κ.8, στη δική του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 22), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Καθώς ξεκίνησε να βγει τα σκαλιά για να μπει στο επίδικο κέντρο, μία Πόντια, την οποία δε γνωρίζει ξαφνικά του είπε, «Γαμώ τη μάνα σου.» Γύρισε προς το μέρος της για να ζητήσει το λόγο και μόλις κατέβηκε το πρώτο σκαλί, έξι ή επτά Πόντιοι όρμησαν πάνω του και άρχισαν να το χτυπούν. Στη συνέχεια κατάφερε να τους ξεφύγει και κατέβηκε κάτω στο επίδικο κέντρο για να πλυθεί επειδή είχε αίματα στο πρόσωπο. Εκεί τον είδαν οι φίλοι του Μ.Κ.3 και 4, οι οποίοι βγήκαν έξω από το κέντρο και στη συνέχεια βγήκε και ο ίδιος. Μόλις βγήκε έξω από την πόρτα και προχώρησε λίγο, πριν δει τι γινόταν έξω, ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στην πλάτη του σαν ροπαλιά. Αφού προχώρησε προς τα έξω λόγω του χτυπήματος, αμέσως βρέθηκαν ακόμη περισσότεροι Πόντιοι και άρχισαν να το χτυπούν ξανά με ρόπαλα και ξύλα. Δεν είδε πως χτυπούσαν τους Μ.Κ.3 και
  12. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, ερωτηθείς εάν είδε του φίλους του να τους χτυπούν απάντησε αρνητικά. Όπως είπε, «Βγήκα εγώ και μόλις βγήκα εγώ, άρχισε ό,τι άρχισε.» «Δηλαδή επεριμέναν σε να γίνει ο καβγάς;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Γιατί άρχισε πρώτα με εμένα, με εμένα έπρεπε να τελειώσει λογικά.» Φυσικά, ενδεχομένως και να μη γνωρίζει ο μάρτυρας, ότι οι Μ.Κ.3 και 4, που κι αυτοί φαντάζομαι θέλουν να θεωρηθούν αξιόπιστοι και να γίνουν πιστευτοί ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος που χτυπήθηκε κατά το επίδικο επεισόδιο και μάλιστα από τον 1ο κατηγορούμενο είναι ο Μ.Κ.
  13. Παρότι ήταν πολύ σύντομη η αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, εντούτοις, στο πλαίσιό της κατόρθωσε να εκτεθεί και αυτός, για την ελαφρότητά του ως μάρτυρα. Κληθείς από τον κ. Σιαηλή να πει πώς ξέρει ότι η γυναίκα που τον έβρισε ήταν Πόντια, «Το άκουσα.» απάντησε. «Σου συστήθηκε και σου είπε ότι είναι Πόντια;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Όχι. Απλά εγώ θεώρησα, από τη φωνή της.» Ομολογώ θεωρώ εκπληκτική την ικανότητα του μάρτυρα να ξεχωρίζει την καταγωγή κάποιου από τη φωνή του. Η κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων όσοι ήταν παρόντες ή φέρονται να ήταν παρόντες στον ουσιώδη χρόνο κατά το επίδικο επεισόδιο αποκαλύπτει και το αδιέξοδο που προβάλλει για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης, στη βάση των οποίων θα διαγνωστεί η ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων και τελικά θα κριθεί η έκβαση της υπόθεσης. Είναι τόσο κεφαλαιώδους σημασίας οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσαν οι παραπάνω μάρτυρες μεταξύ τους, είτε ακόμη και αυτοτελώς, μερικοί από αυτούς, έτσι ώστε, ενώ είμαι βέβαιος, ότι στον ουσιώδη χρόνο, οι τρεις παραπονούμενοι (Μ.Κ. 3, 4 και 8) ήταν παρόντες και με κάποιο τρόπο συμμετείχαν στο επίδικο επεισόδιο, στο οποίο τραυματίστηκαν και μάλιστα σοβαρά, ιδιαίτερα ο Μ.Κ.3, όπως επίσης παρών ήταν και ο 1ος κατηγορούμενος, απ' εκεί και πέρα, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, πώς άρχισε το επεισόδιο, πώς εξελίχθηκε στη συνέχεια και κάτω από ποιες συνθήκες τραυματίστηκαν οι τρεις παραπονούμενοι. Και το πιο σημαντικό, για το οποίο, επίσης δεν είμαι βέβαιος είναι κατά πόσο οι σοβαροί - ομολογουμένως - τραυματισμοί και των τριών αποτελούν απότοκο επίθεσης την οποία δέχθηκαν, μεταξύ άλλων και από τους δυο κατηγορούμενους ή έστω, τον ένα από αυτούς, το πιο πιθανό, τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος, ενώ δέχεται ότι ήταν παρόν κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν προκύπτει από τη μαρτυρία να έχει υποστεί κάποιο τραυματισμό. Η υπόθεση είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Ακριβώς σ' αυτή τη θέση βρίσκεται η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με όλες τις κατηγορίες. Τα γεγονότα που έχω βρει ότι διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο δεν αρκούν για σκοπούς στοιχειοθέτησης οποιασδήποτε κατηγορίας, δεδομένης και της φύσης του αδικήματος που περικλείει κάθε κατηγορία και των συστατικών του στοιχείων. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή, είτε του 1ου είτε του 2ου κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι και οι δυο κατηγορούμενοι αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα, επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση τον άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα και οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση των άρθρων 80 και 20 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.