Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Sandy Karl Adrian Preston, Aρ. Υπόθεσης 1217/16, 16/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 1217/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Sandy Karl Adrian Preston Ημερομηνία: 16.2.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Κυπριανού, κα Γ. Ζυμπουλάκη και κα Γ. Σαββίδου (για να ακούσουν την απόφαση η κα Γ. Ζυμπουλάκη και ο κ. Σ. Σαββίδης) Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 15.2.16 ο Κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου. Αντιμετωπίζει 8 κατηγορίες κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(4)(α) και 6
(3)του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/2014, όπως τροποποιήθηκε (κατηγορίες 1-2, 4-5, 7-8, 10-11) και του άρθρου 4
(1)
(2)(α) του Περί Πρόληψης της Βίας στην Οικογένεια και την Προστασία των Θυμάτων Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε (κατηγορίες 3, 6, 9 και 12). Μετά την παραπομπή του στο Κακουργιοδικείο η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την ημέρα της δίκης του. Έρεισμα για το αίτημα αποτελεί σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο κίνδυνος μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου κατά την ημέρα της δίκης του καθώς και ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Το αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση της Υπεράσπισης. Οι δύο πλευρές επιχειρηματολόγησαν αγορεύοντας η καθεμιά προς υποστήριξη των δικών της θέσεων. Στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης σε φάκελο - Τεκμήριο 2 - και η κατάθεση κάποιου Βασιλείου Σιλιβιστρή στα Αγγλικά καθώς και η μετάφρασή της στα Ελληνικά - Τεκμήρια 3Α και 3 αντίστοιχα. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή το Τεκμήριο 2 περιέχει τις καταθέσεις των μαρτύρων που η Κατηγορούσα Αρχή θα καλέσει στο Δικαστήριο. Δηλώθηκε, επίσης, από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο Βασίλειος Σιλιβιστρής δεν θα κληθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ως μάρτυρας στην υπόθεση. Τέλος, κατατέθηκε και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων που αφορούν στην αυτόβουλη, όπως παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση, ενέργεια του Κατηγορούμενου να επιστρέψει στην Κύπρο με σκοπό να συλληφθεί από την Αστυνομία για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορούμενου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι οι ακόλουθοι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 όπου έγινε ανασκόπηση της Νομολογίας υποστηρίχθηκε πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά συμπεριλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με την φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων (Βλ. Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130 και Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)2 CLR 50). Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου την ημέρα της δίκης του αναφέρονται τα ακόλουθα. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες ή εγγενείς, όπως χαρακτηρίσθηκαν στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, ενδείξεις που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην υπόθεση Ανδρέας Ηλία Κουννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 423 λέχθηκε ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ποικίλουν και ότι τα κριτήρια που προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του ανάγονται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αυτά δεν είναι άλλα από τις εγγενείς ενδείξεις που αναφέρονται στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, που πιο πάνω μνημονεύεται. Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Όλα τα πιο πάνω προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Τέλος, στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607 λέχθηκε ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον διαπιστωθεί ότι συνυπάρχουν, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορούμενου ή αν θα πρέπει αυτός να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους αποτελεί η 20ετής ποινή φυλάκισης καθώς και η διά βίου ποινή φυλάκισης που προβλέπει γι' αυτά ο Νόμος 91(Ι)/2014, όπως τροποποιήθηκε, πλην εκείνων που αφορούν σε άσεμνη επίθεση και τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Οι πράξεις δε που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο και, κατά συνέπεια, οι κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει είναι, επίσης, αρκετά σοβαρές. Με το κατηγορητήριο καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι σε τρεις περιπτώσεις αυτός χάιδεψε την εντεκάχρονη παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, στα γεννητικά της όργανα και σε μια τέταρτη περίπτωση ότι την χάιδεψε στα γεννητικά της όργανα, την έγλυψε στα γεννητικά της όργανα και ότι έβαλε το δάκτυλο του στον κόλπο της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος κριθεί ένοχος αυτός ενδέχεται να αντιμετωπισθεί με αυστηρές ποινές, τέτοιες που όχι μόνο δεν θα αποτρέψουν την σκέψη από το μυαλό του να φυγοδικήσει, αλλά θα αποτελούν και κίνητρο για να φυγοδικήσει. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η Νομολογία κατέδειξε ότι η αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των υπόλοιπων παραμέτρων, όπως η πιθανότητα καταδίκης, δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του (Βλ. Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 και Letellier v. France (A 207
(1991))). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 λέχθηκε ότι είναι σταθερά νομολογημένο ότι ο κίνδυνος να μην εμφανισθεί ο κατηγορούμενος εκτιμάται κατ' εξοχήν όχι μόνο με αναφορά στην φύση του αδικήματος και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής αλλά και την πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με το πώς αντικρίζεται η τελευταία ένδειξη λέχθηκε στην ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικου λαμβάνει υπόψη την ισχύ της μαρτυρίας όπου προσφέρεται στην όψη της αυτή η δυνατότητα (Βλ., επίσης, Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Επίσης, στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων συνεκτιμάται και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (Βλ., επίσης, Savva and Another (No. 2) v. The Police
(1977)2 CLR 446). Έχω διέλθει με μεγάλη προσοχή του μαρτυρικού υλικού. Ευθύς εξ' αρχής αναφέρω ότι λαμβανομένης υπόψη της ισχύος της πιο πάνω μαρτυρίας στην όψη της και μόνο προκύπτει πιθανότητα διάπραξης των αδικημάτων τα οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και, κατ' επέκταση, ορατή η πιθανότητα καταδίκης του (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Διονύση Μανουσαρίδη Και Άλλων
(2001)2 ΑΑΔ 639). Αναφέρομαι στις ακόλουθες καταθέσεις: · την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης ημερομηνίας 27.1.16 η οποία αναφέρεται σε τέσσερεις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης της από τον Κατηγορούμενο · την κατάθεση της μητέρας της παραπονούμενης, από τώρα και στο εξής «η μητέρα», ημερομηνίας 26.1.16 στην οποία αναπαράγεται η εκδοχή της παραπονούμενης. Στην εν λόγω κατάθεση γίνεται, επίσης, αναφορά στο παράπονο που έγινε από την παραπονούμενη στην μητέρα αμέσως μετά το τελευταίο περιστατικό καθώς και σε παραδοχές από μέρους του Κατηγορούμενου προς την μητέρα εν πρώτοις για τρία από τα τέσσερα επίδικα περιστατικά. Ήτοι για το πρώτο, το δεύτερο και το τέταρτο κατά χρονική σειρά σύμφωνα με την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης. Σύμφωνα, επίσης, με την κατάθεση της μητέρας ο Κατηγορούμενος αποκάλυψε και παραδέχθηκε στην τελευταία και ένα άλλο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης από τον ίδιο και το οποίο σύμφωνα με την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης έλαβε χώρα τρίτο σε σειρά, περιστατικό το οποίο μέχρι τότε δεν είχε αποκαλύψει η παραπονούμενη στην μητέρα σύμφωνα με την κατάθεση της τελευταίας. Τέλος, στην κατάθεση της μητέρας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος από τότε που χώρισαν έστελνε μηνύματα στην μητέρα με τα οποία απολογούνταν γι' αυτά που είχε κάνει στην παραπονούμενη. Με δεύτερη κατάθεσή της ημερομηνίας 13.2.16 η μητέρα δηλώνει πρόθυμη να δώσει στην Αστυνομία τα εν λόγω μηνύματα. Σύμφωνα με την κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης, Αστ 4889, Μ. Αναστάση, ημερομηνίας 14.2.16 στις 13.2.16 παραλήφθηκαν από τον εξεταστή από την μητέρα 44 κόλλες στις οποίες είναι εκτυπωμένα γραπτά τηλεφωνικά μηνύματα τα οποία απεστάλησαν στο κινητό της τηλέφωνο από τον Κατηγορούμενο · την κατάθεση της Lorraine Thomson ημερομηνίας 4.2.16 σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε σε αυτήν ότι είχε σεξουαλικά κακοποιήσει την παραπονούμενη σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις · την κατάθεση του Paul Rushforth ημερομηνίας 11.2.16 σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε σε αυτόν ότι είχε σεξουαλικά κακοποιήσει την παραπονούμενη σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις · την κατάθεση της Kathleen Edmondson, γιαγιάς της παραπονούμενης, ημερομηνίας 11.2.16 σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος απέστειλε στην εν λόγω μάρτυρα ηλεκτρονικά μηνύματα σε διάφορες περιπτώσεις στα οποία παραδέχεται ότι κακοποίησε σεξουαλικά την παραπονούμενη σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις. Σε κάποιο από αυτά εξέφρασε πόσο άσχημα ένιωθε και ότι θα έπρεπε να ήταν στην φυλακή γι' αυτά που είχε κάνει. Η μάρτυρας δήλωσε την προθυμία της να παραδώσει τα εν λόγω μηνύματα στην Αστυνομία · την κατάθεση του Robert Edmondson, παππού της παραπονούμενης, ημερομηνίας 12.2.16 σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος απέστειλε στον εν λόγω μάρτυρα ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία παραδέχεται ότι αν και καλός άνθρωπος έκανε κακό στην παραπονούμενη. Ο μάρτυρας δήλωσε την προθυμία του να παραδώσει τα εν λόγω μηνύματα στην Αστυνομία. Σύμφωνα με την κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης, Αστ 4889, Μ. Αναστάση, ημερομηνίας 14.2.16 στις 12.2.16 παραλήφθηκαν από τον εξεταστή από τον προαναφερόμενο Robert Edmondson τρεις εκτυπώσεις ηλεκτρονικού μηνύματος που απεστάλησαν στον τελευταίο από τον Κατηγορούμενο στις 8.12.15, 12.12.15 και 21.12.15. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Κατηγορούμενου κατά την αγόρευσή τους αναφέρθηκαν στα ακόλουθα με σκοπό να διασαλεύσουν, προδήλως, ό,τι εκ πρώτης όψεως αναδύεται μέσα από το μαρτυρικό υλικό ως προς την πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου: · η καταγγελία από την μητέρα έγινε 7 μήνες μετά που αυτή έλαβε γνώση των επίδικων περιστατικών · η μητέρα εξακολουθούσε να ζει με την παραπονούμενη και τον υιό της στην οικία όπου οι τρεις πιο πάνω ζούσαν με τον Κατηγορούμενο πριν έλθουν στην αντίληψη της μητέρας οι πράξεις που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο. Την εγκατέλειψαν δε μόλις πρότινος. Ο δε Κατηγορούμενος ο οποίος από την πρώτη στιγμή που κατηγορήθηκε από την μητέρα τον Αύγουστο του 2015 εγκατέλειψε την εν λόγω οικία εξακολουθούσε να καταβάλλει το ενοίκιο και το καταβάλλει μέχρι σήμερα · η μητέρα εξακολουθούσε να έχει σχέσεις με τον Κατηγορούμενο περιλαμβανομένων και σεξουαλικών σχέσεων και μετά που περιήλθαν στην αντίληψή της οι υπό αυτής στην κατάθεσή της ισχυριζόμενες πράξεις του Κατηγορούμενου και μετά που κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο γι' αυτές. Υποδείχθηκε, μάλιστα, ότι από τον Αύγουστο του 2015 μέχρι τις 26.1.16 που προέβη στην καταγγελία έβγαιναν όλοι μαζί - Κατηγορούμενος, μητέρα και παραπονούμενη - έξω για φαγητό. Μάλιστα, εν γνώση της μητέρας η παραπονούμενη πήγε και στον κινηματογράφο μαζί με τον Κατηγορούμενο · στις 19.12.15 η μητέρα μαζί με τον Κατηγορούμενο διοργάνωσαν Χριστουγεννιάτικο πάρτυ στο ξενοδοχείο Almyra στο οποίο ήταν καλεσμένος πολύς κόσμος. Δεν θεωρώ ότι τα πιο πάνω σημεία μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο. Σε διαφορετική περίπτωση το Δικαστήριο θα προέβαινε σε αξιολόγηση μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας και για το οποίο δεν είναι ταγμένη η παρούσα διαδικασία. Επομένως, τίποτα από τα πιο πάνω δεν είναι ικανό να διασαλεύσει το συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί της πιθανολόγησης καταδίκης. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστόδουλος Νικήτας ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 54 και πιο κάτω παρατίθενται: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις. Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος - (βλ. Ευριπίδου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423)». Τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία θέτει η Νομολογία συνυπάρχουν. Το Δικαστήριο θα πρέπει τώρα να προχωρήσει στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του Κατηγορούμενου στην βάση του εξεταζόμενου λόγου. Ο Κατηγορούμενος είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου τα τελευταία 5 με 6 χρόνια. Σύμφωνα με την κατάθεσή του ημερομηνίας 10.2.16 είναι μουσικός παραγωγός και στο νησί έχει τρεις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολεί μεγάλο αριθμό υπαλλήλων. Είναι διευθυντής και μέτοχος του ραδιοφώνου Sunshine Ltd, του ιατρικού κέντρου PMC Medical Ltd και της SBI Music and Radio Reproduction Ltd. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με την προαναφερόμενη κατάθεση του Κατηγορούμενου ο Κατηγορούμενος διαθέτει επιχειρήσεις και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο διαμένουν και τα τρία του παιδιά τα οποία απέκτησε με την πρώην σύζυγό του. Εκεί διαμένουν, επίσης, οι γονείς και τα αδέλφια του και όλοι οι υπόλοιποι συγγενείς του. Αναμφίβολα ο Κατηγορούμενος έχει δυνατούς δεσμούς με το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεσμούς, όμως, φρονώ πως ο Κατηγορούμενος έχει και με την Κύπρο. Αν και όχι συγγενικούς αλλά επιχειρηματικούς. Οι οποίοι κρίνω πως είναι, επίσης, δυνατοί αφ' ης στιγμής, μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις του Κατηγορούμενου στην Κύπρο δεν είναι λίγες. Φρονώ πως δεν θα αποτελούσε εύκολο εγχείρημα για τον Κατηγορούμενο να φυγοδικήσει και να παρατήσει την σημαντική, όπως από τα όσα ανωτέρω έχουν αναφερθεί προκύπτει, επιχειρηματική δραστηριότητά του στην Κύπρο και να επωμισθεί το οικονομικό κόστος ή την οικονομική ζημιά που μια τέτοια ενέργεια εύλογα θα ενείχε στις επιχειρήσεις του. Συναφώς υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ότι οι επιχειρήσεις του Κατηγορούμενου στην Κύπρο κοστίζουν στον Κατηγορούμενο πολύ χρήμα. Ενδεικτικά αναφέρθηκε ότι ο Κατηγορούμενος εργοδοτεί συνολικά περίπου 100 άτομα. Επίσης, μόνο τα έξοδα του ιατρικού κέντρου ανέρχονται σε Ευρώ 15.000,00 σεντ μηνιαίως. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής διαφωνώ με την θέση που προβλήθηκε υπό του τελευταίου ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί ανά πάσα στιγμή να εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις του στην Κύπρο χωρίς να προκληθεί σε αυτόν οποιοδήποτε κόστος, είτε οικονομικό, είτε επαγγελματικό επειδή οι εν λόγω επιχειρήσεις επανδρώνονται από προσωπικό. Από την διοίκηση είναι που πρωτίστως εξαρτάται η τύχη μιας επιχείρησης και όχι από το απλό προσωπικό. Συναφώς υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο Κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που τις διευθύνει, θέση η οποία αντανακλάται και στην κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 10.2.
- Έπειτα είναι και το άλλο, επίσης, σημαντικό. Στις 9.2.16, ήτοι 10 μόλις μέρες μετά την δημοσίευση στον τύπο της καταγγελίας της μητέρας στην Αστυνομία για σεξουαλική παρενόχληση της παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος άφησε τον άρρωστο πατέρα του, τον οποίο πήγε στην Αγγλία να φροντίσει, και ταξίδεψε πίσω στην Κύπρο γνωρίζοντας ότι θα συλλαμβανόταν, όπως και έγινε, με σκοπό να θέσει τον εαυτό του στην διάθεση της Αστυνομίας. Είχε δε αναχωρήσει για την Αγγλία μόλις προ ολίγων ημερών, ήτοι στις 25.1.
- Οι δικηγόροι του Κατηγορούμενου με επιστολή τους ημερομηνίας 2.2.16 η οποία απευθυνόταν στο ΤΑΕ Πάφου έδωσαν στην Αστυνομία πλήρεις λεπτομέρειες για την ημέρα και ώρα της αναχώρησης του Κατηγορούμενου από την Αγγλία και της άφιξής του στο αεροδρόμιο της Λάρνακας με σκοπό την σύλληψή του. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται, επίσης, ότι από τις 29.1.16 που έγινε η προαναφερόμενη δημοσίευση στον τύπο επιδείχθηκε ενδιαφέρον για την υπόθεση εκ μέρους του Κατηγορούμενου μέσω των δικηγόρων του οι οποίοι με τηλεφωνική επικοινωνία με την Αστυνομία προσπάθησαν να πληροφορηθούν αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρεφόταν η καταγγελία και το δικαστικό ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί ήταν ο πελάτης τους. Σε περίπτωση δε που το πρόσωπο αυτό ήταν ο Κατηγορούμενος ο τελευταίος σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή ήταν διατεθειμένος και πρόθυμος να μεταβεί στην Κύπρο και να θέσει τον εαυτό του στην Αστυνομία. Την ημέρα εκείνη η Αστυνομία δεν έδωσε στους δικηγόρους του Κατηγορούμενου τις υπό αυτών ζητούμενες πληροφορίες επικαλούμενη το ότι αυτές αφορούσαν σε προσωπικά δεδομένα. Έγινε δε προτροπή όπως οι δικηγόροι του Κατηγορούμενου επικοινωνήσουν με τον εξεταστή της υπόθεσης στις 2.2.
- Εν τέλει οι δικηγόροι του Κατηγορούμενου πληροφορήθηκαν από την Αστυνομία ότι η καταγγελία αφορούσε τον Κατηγορούμενο την 1.2.16 κατόπιν επιμονής που αυτοί επέδειξαν. Το σημείο αυτό κρίνω πως είναι πολύ σημαντικό υπό την έννοια ότι εύλογα εξανεμίζει την πιθανότητα διαφυγής του Κατηγορούμενου στο εξωτερικό για να μην αντιμετωπίσει την υπόθεσή του. Η λογική επιβάλλει ότι ένας άνθρωπος που θέτει εαυτόν οικιοθελώς στις διωκτικές αρχές και οικιοθελώς συλλαμβάνεται είναι λιγότερο πιθανό να φυγοδικήσει. Διαφωτιστική είναι η υπόθεση Λαζαρίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ
- Στην πιο πάνω υπόθεση η έφεση στράφηκε εναντίον της διαταγής του Κακουργιοδικείου το οποίο διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Ο εφεσείων παραπέμφθηκε για να δικασθεί από το Κακουργιοδικείο για πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και κλοπή υπό αντιπροσώπου και δεσμεύθηκε με εγγύηση για να παρουσιαστεί στο Κακουργιοδικείο. Οι όροι της εγγύησης περιλάμβαναν την παράδοση του διαβατηρίου του, την καθημερινή προσέλευση του σε Αστυνομικό σταθμό και παροχή εγγύησης Λ.Κ.10.000,00 σεντ με αξιόχρεους εγγυητές ή εγγυητή. Στις 8.5.1989 η εκδίκαση της υπόθεσης του εφεσείοντα αναβλήθηκε για τις 29.5.1989 και διατάχθηκε όπως παραμείνει υπό κράτηση. Η αναβολή οφειλόταν σε άλλες δικαστικές υποχρεώσεις του Κακουργιοδικείου. Όταν ο εφεσείων παρουσιάστηκε στις 29.5.1989 ενώπιον του Κακουργιοδικείου η εκδίκαση της υπόθεσης του αναβλήθηκε για τις 26.6.
- Ο δικηγόρος του εφεσείοντα υπέβαλε αίτημα για την απόλυση του εφεσείοντα πλην όμως το Κακουργιοδικείο το απέρριψε και διάταξε την κράτηση του μέχρι την ημέρα της εκδίκασης στις 26.6.
- Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα τόνισε ενώπιον του Εφετείου ότι ο εφεσείων όταν η Αστυνομία ήθελε να επικοινωνήσει μαζί του σε σχέση με τις εναντίον του κατηγορίες βρισκόταν στο εξωτερικό και επέστρεψε εθελοντικά στην Κύπρο και παραδόθηκε στην Αστυνομία. Τόνισε, επίσης, ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι προσπάθησε να επηρεάσει μάρτυρες και ότι είχε τηρήσει τους όρους της εγγύησής του. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι σκοπός της κράτησης ενός υπόδικου δεν είναι η τιμωρία του, αλλά η εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο. Και ότι ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει λογική προσδοκία ότι θα παρουσιασθεί στο Δικαστήριο για να δικασθεί. Στην πιο πάνω υπόθεση ο εφεσείων είχε επιστρέψει στην Κύπρο από το εξωτερικό για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες του και στην βάση τούτου κρίθηκε ότι υπήρχε κάθε λογική προσδοκία ότι θα προσερχόταν στο Δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσής του. Υπό το φως των πιο πάνω υπήρξε σύμφωνα με το Εφετείο πλημμελής άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η έφεση επιτράπηκε και ο εφεσείων δεσμεύθηκε με τους ίδιους όρους εγγύησης με τους οποίους είχε δεσμευθεί από τον Δικαστή ο οποίος τον είχε παραπέμψει σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Επιστρέφοντας στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος είχε να αντιμετωπίσει την βεβαιότητα της σύλληψής του, την έκδοση διατάγματος προσωποκράτησής του η οποία ήταν μεγαλύτερη από ενδεχόμενη και η οποία εν τέλει έλαβε χώρα, την ενδεχόμενη πρόσαψη κατηγοριών εναντίον του, που κι' αυτή εν τέλει έλαβε χώρα, και κατ' επέκταση, τον ενδεχόμενο κίνδυνο καταδίκης του. Συναφώς σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε μέσω των δικηγόρων του για την καταγγελία της μητέρας στην Αστυνομία και μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης για τα όσα με την εν λόγω καταγγελία καταλογίζονταν εναντίον του. Το ενδεχόμενο καταδίκης δεν απέτρεψε τον Κατηγορούμενο από του να επιστρέψει στην Κύπρο από την Αγγλία. Η λογική επιβάλλει ότι το ίδιο ενδεχόμενο δεν μπορεί εύλογα να αποτελέσει τώρα λόγο για την διαφυγή του Κατηγορούμενου στο εξωτερικό με σκοπό όπως ο Κατηγορούμενος το αποφύγει. Με δεδομένο δε ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόθυμος να παρουσιάζεται σε αστυνομικό σταθμό και, μάλιστα, καθημερινά, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία και να καταθέσει το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ σε μετρητά και συναινεί όπως το όνομά του τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία ο φόβος για κίνδυνο διαφυγής του στο εξωτερικό εύλογα εξανεμίζεται. Ακολουθεί ότι το αίτημα της Αστυνομίας για κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του στην βάση του ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του στο εξωτερικό δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τον υπό της Κατηγορούσας Αρχής επικαλούμενο κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την σελίδα 694 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689: «Το ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων αποτελεί από μόνο του παράγοντα ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, 11, Κακούρη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 391, 396 και Καλλής κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 677). Αυτό που πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων ήσαν εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα (Βλ. Σιημητρά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 397). Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες (Βλ. Κακούρη, πιο πάνω, σελ. 396, Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 304 και Πέτρου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679. Βλ. και Κωνσταντινίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109, 120, 121 στην οποία έγινε αναφορά σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα με την οποία αυτό που εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Βλ., επίσης, Καλλής, πιο πάνω)». Στην υπόθεση Χρίστος Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και ενέκρινε το αίτημα της Αστυνομίας για κράτηση του εφεσείοντα. Σημαίνοντα παράγοντα για την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτέλεσε το γεγονός ότι «υπήρξε ισχυρισμός υπό μορφή μαρτυρίας ότι απειλήθηκε μάρτυρας της παρούσας υπόθεσης. Μάρτυρας που σύμφωνα με την κατάθεση, Τεκμήριο 1, δεν εμπλέκεται σε άλλη υπόθεση». Σύμφωνα, επίσης, με την πρωτόδικη κρίση σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν αναμένει απόδειξη της προσπάθειας επηρεασμού μαρτύρων. Αναμένει παράθεση μαρτυρίας, η οποία εκτιμάται σε σχέση με τους κινδύνους που με την μαρτυρία αυτή επιχειρούνται να καταδειχθούν. Το Εφετείο επιδοκίμασε το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι αφ' ης στιγμής υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας είχε απειληθεί από ανώνυμο πρόσωπο και η μαρτυρία ήταν τέτοιας φύσης και υφής που καθιστούσε τους φόβους των διωκτικών αρχών εύλογα δικαιολογημένους, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εντοπίσει κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατ' εξοχήν σκοπός της κράτησης, όπως εξηγήθηκε επανειλημμένα, είναι η διευκόλυνση των ανακρίσεων (βλ. Economides and Another v. Police
(1983)2 C.L.R. 301, και Χούρη, ανωτέρω) και δεν νομίζουμε πώς θα ήταν καν δυνατό να προκαθοριστεί τί ακριβώς οι ανάγκες ευλόγως απαιτούν κατά περίπτωση. Η αντίληψη πως απαραίτητα χρειάζεται να θεμελιωθεί με μαρτυρία ότι πράγματι ο ύποπτος επηρέασε ήδη ή προσπάθησε να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει τεκμήρια, είναι εσφαλμένη. Οι υποθέσεις που αναφέρθηκαν (εκδόθηκαν πριν την Τάσος Αναστασίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 435) σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για κράτηση ή απόλυση κατηγορούμενου, παρερμηνεύθηκαν. Ούτε σε εκείνες τις περιπτώσεις τέθηκε τέτοια προϋπόθεση. Στην Μεϊτανής ακυρώθηκε το διάταγμα κράτησης επειδή ως μόνο έρεισμα είχε τον ισχυρισμό πως έγινε προσπάθεια τέτοιου επηρεασμού ο οποίος όμως τελικά δεν επιβεβαιώθηκε. Αποδοκιμάστηκε επίσης η θεώρηση πως προέκυπτε γενικά τέτοιος κίνδυνος επειδή οι παραπονούμενες ήταν αλλοδαπές. Στην Κακουρή ακριβώς εξηγήθηκε πως το κριτήριο είναι "οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες", Στην Κωνσταντινίδη, με αναφορά και στην Σιημητράς και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397 που αφορούσε σε διάταγμα προσωποκράτησης και σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τονίστηκε πως ό,τι εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Στην Λοΐζου το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε σε θετική διαπίστωση ότι έγινε πράγματι προσπάθεια επηρεασμού των μαρτύρων και, πέρα από αντιφατικότητα που επισημάνθηκε, τονίστηκε πως ανεπιτρέπτως το Δικαστήριο επεκτάθηκε πέραν της διαπίστωσης της ύπαρξης πιθανού κινδύνου, που είναι το ζητούμενο. Εξηγήθηκε πως δεν ήταν επιτρεπτό να προβεί σε τέτοιο "θετικό εύρημα". Στη Φώτος Χατζηδημητρίου το διάταγμα δεν εκδόθηκε για τέτοιο λόγο και ήταν προς άλλα που συναρτήθηκε η ακύρωση του». Στην υπόθεση Ξενάκης Καλλής κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 677 επαναλήφθηκε η αρχή ότι ό,τι πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Το κριτήριο είναι η ύπαρξη πιθανού κινδύνου επηρεασμού των μαρτύρων (Βλ., επίσης, Κακούρη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 391). Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό των μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Στην υπόθεση Σιημητρά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 397 το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό των μαρτύρων ήταν εύλογα δικαιολογημένοι ενόψει της φύσης των υπό εξέταση υποθέσεων, τον μεγάλο αριθμό των μαρτύρων που επρόκειτο να ανακριθούν καθώς και την σχέση τους με τους υπόπτους. Τέλος, στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 όπου έγινε αναφορά στην προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λέχθηκε ότι σύμφωνα με τη Νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου γενική δήλωση ότι ο ύποπτος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή, αλλά θα πρέπει να τεκμηριώνεται με μαρτυρία. Στην βάση δε μαρτυρίας θα πρέπει να διαπιστώνεται δικαιολογημένος φόβος ότι ο ύποπτος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης. Θα διαφωνήσω ότι από το μαρτυρικό υλικό αναδύεται δικαιολογημένος φόβος επηρεασμού μαρτύρων από μέρους του Κατηγορούμενου. Αναμφίβολα ο Κατηγορούμενος γνωρίζει τα πρόσωπα τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε ως πρόσωπα τα οποία ο Κατηγορούμενος ενδέχεται να επηρεάσει. Πρόκειται για την ίδια την παραπονούμενη, την μητέρα, τον παππού και την γιαγιά της παραπονούμενης, τον Paul Rushforth, συνεργάτη του Κατηγορούμενου, και την Lorraine Thomson, πρώην συνεργάτιδα του Κατηγορούμενου. Δεν σημαίνει, όμως, ότι επειδή ο Κατηγορούμενος γνωρίζει τα πιο πάνω πρόσωπα συντρέχει εύλογος φόβος επηρεασμού τους. Συναφώς η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι η περίπτωση που ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί να ζει μαζί με την παραπονούμενη και την μητέρα. Από τις αρχές Αυγούστου του 2015 έπαυσαν να ζουν κάτω από την ίδια στέγη σύμφωνα με την κατάθεση τόσο της μητέρας όσο και του ίδιου του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 10.2.16, ο δε παππούς της παραπονούμενης δεν έχει συναντήσει ξανά τον Κατηγορούμενο από τον Αύγουστο του 2015 σύμφωνα με την δική του κατάθεση. Διαφορετική προσέγγιση θα σήμαινε ότι όποτε ένας κατηγορούμενος γνωρίζει τους μάρτυρες κατηγορίας ή κάποιους εξ' αυτών ή αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες ή η πιθανότητα να καταδικασθεί είναι ορατή θα πρέπει να θεωρείται ότι και θα τους επηρεάσει. Το σημαντικότερο δε κατά την κρίση μου είναι ότι ο Κατηγορούμενος όχι μόνο δεν προσπάθησε οποτεδήποτε μέχρι σήμερα να επηρεάσει τα πιο πάνω πρόσωπα αλλά το μόνο που έκανε ήταν να παραδέχεται και, μάλιστα, χωρίς οποιαδήποτε προσοχή ή προφύλαξη, όπως από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει, σε αυτούς την διάπραξη των κατηγοριών που τον βαραίνουν. Συναφώς σημειώνεται ότι η τελευταία κατάθεση της μητέρας και του παππού της παραπονούμενης λήφθηκαν στις 13.2.16 και 12.2.16 αντίστοιχα, της Lorraine Thomson στις 4.2.16, της γιαγιάς της παραπονούμενης στις 11.2.16 και του Paul Rushforth στις 11.2.16. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να επηρεάσει τα πιο πάνω πρόσωπα είτε με απειλές, είτε τρομοκρατώντας τα. Μέσα, όμως, από το μαρτυρικό υλικό δεν αναδύεται εύλογα φόβος για την εκδήλωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Ουδέποτε ο Κατηγορούμενος παρουσίασε σημάδια μιας τέτοιας συμπεριφοράς αφού όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ουδέποτε προσπάθησε καν να επηρεάσει τους μάρτυρες, πόσο μάλλον να τους απειλήσει ή να τους εκφοβίσει. Μάλιστα, όταν στην τελευταία του συνάντηση με την Lorraine Thomson ο Κατηγορούμενος παρουσιάσθηκε σύμφωνα με την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος αμετανόητος και όχι μεταμελημένος όπως είχε παρουσιασθεί απέναντί της στο παρελθόν δεν επιχείρησε να επηρεάσει την εν λόγω μάρτυρα παρά το ότι λίγες μέρες προηγουμένως είχε παραδεχθεί σε αυτή τις κατηγορίες που τον βαραίνουν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων δεν είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Επομένως, ο λόγος αυτός στον οποίο η Αστυνομία, επίσης, βασίζει το αίτημά της κρίνω πως δεν ευσταθεί. Υπό το φως των όλων των πιο πάνω το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης του δεν κρίνεται δικαιολογημένο. Ο Κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος για να παρουσιασθεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου στις 24.3.16 και ώρα 9:00 π.μ. νοουμένου ότι: · παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία · το όνομά του τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία · παρουσιάζεται σε αστυνομικό σταθμό καθημερινά · καταθέσει το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ σε μετρητά. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κράτηση μέχρι την δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Subject: Criminal / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο