← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ανδρέας Μιχαήλ, Αρ. Υποθ.: 7848/15, 11/2/2016

Δημοκρατία ν. Ανδρέας Μιχαήλ, Αρ. Υποθ.: 7848/15, 11/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:1 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ, Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 7848/15 Δημοκρατία εναντίον Ανδρέας Μιχαήλ κατηγορουμένου -------------------- Ημερομηνία: 11.02.2016 Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για Κατηγορούμενο: κ. Ευστ. Ευσταθίου με κ. Δ. Νικολεττόπουλο Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά 13 κατηγορίες, με σοβαρότερες την κατηγορία του βιασμού, της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού που δεν έχει φτάσει σε ηλικία συναίνεσης, απαγωγής, διαφθοράς νεαρής ηλικίας 13 - 16 ετών, άσεμνης επίθεσης και απειλής βιοπραγίας με παραπονούμενη, σε όλες τις κατηγορίες, τη Γαλάτεια Λουκά. Κατά την πρόοδο της ακροαματικής διαδικασίας, επιχειρήθηκε να εισαχθεί μαρτυρία μέσω της Λύδας Λουκά, (Μ.Κ.4) η οποία είναι μητέρα της παραπονούμενης, με την υιοθέτηση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 17. (Κατάθεση ημερ. 19.08.2015 της Μ.Κ.4 η οποία τέθηκε ήδη υπόψη του Δικαστηρίου για τον περιορισμένο σκοπό ότι είναι η κατάθεση της συγκεκριμένης μάρτυρος που λήφθηκε από τον Αστυφύλακα 1692 - Μ.Κ.1) Το προαναφερόμενο εγχείρημα από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, προσέκρουσε στην ένσταση της Υπεράσπισης η οποία προβάλλει ως λόγους μη αποδοχής ως μαρτυρίας του ως άνω Τεκμηρίου, αυτούσιου τουλάχιστον, το γεγονός ότι σε αυτό περιλαμβάνονται: (α) άσχετες αναφορές προς το κατηγορητήριο και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αυτό αφορά, τις οποίες και προσδιόρισε, και (β) ότι οι εν λόγω αναφορές δημιουργούν αδικία στον κατηγορούμενο παραβιάζοντας την αρχή της «δικαιότητας» έναντι του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα που προσφέρει το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, κατέληξε ο συνήγορος, δεν εμποδίζει τη δυνατότητα ελέγχου της αποδεκτότητας ή μη μίας μαρτυρίας υποδεικνύοντας ότι τα ζητήματα που η πλευρά του έχει αναδείξει από τη γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.4 είναι άσχετα με την επίδικη υπόθεση. Από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της διατύπωσε αντίθετη άποψη. Πέραν του γεγονότος ότι η μαρτυρία που ο συνήγορος Υπεράσπισης ζητά να αποκλειστεί, υπέδειξε, τουλάχιστον το πρώτο απόσπασμα, συνδέεται άμεσα με τη 12η κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και τις λεπτομέρειες του αδικήματος που περιγράφονται στο κατηγορητήριο, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι η επιλογή να μην προσαχθεί επιπρόσθετα κατηγορία για βιασμό στον κατηγορούμενο αποτελεί επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής, αναφέροντας παράλληλα ότι οι ανακριτικές αρχές επικεντρώθηκαν στο επεισόδιο της 18ης Αυγούστου. Εξήγησε τους λόγους για την επιλογή αυτή της Κατηγορούσας Αρχής η οποία έκρινε ορθότερο ο κατηγορούμενος να μην κατηγορηθεί και για το αδίκημα του βιασμού για προγενέστερη περίπτωση. Το σύνολο της μαρτυρίας που περιέχεται στην ως άνω κατάθεση της Μ.Κ.4, υπέδειξε, είναι καθ΄ όλα σχετική με τα επίδικα ζητήματα, αφού η σχέση του κατηγορούμενου και της προαναφερόμενης ανήλικης, οι οποίοι είχαν δεσμό στο παρελθόν, έχει τη δική της σημασία για την τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί των επιδίκων ζητημάτων. Κρίνουμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσια, από το επιχειρούμενο να εισαχθεί ως μαρτυρία έγγραφο, τα δύο αποσπάσματα, που κατά την εισήγηση της Υπεράσπισης, δεν θα πρέπει να επιτραπεί η αποδοχή τους ως μαρτυρία: A. «Πριν δύο μήνες περίπου, δεν θυμούμαι ακριβώς ημερομηνία, ήβρα την κόρη μου την Γαλάτεια, το πρωί στο δωμάτιο της σπίτι μας και έκλαιγε. Ερώτησα τι συμβαίνει, στην αρχή δεν μου έλεγε και αφού επέμενα είπε μου ότι το προηγούμενο βράδυ, ο Ανδρέας την έδερε και ότι ήρθε σε συνουσία μαζί της παρά την θέληση της.» B. «Όταν εγώ και ο σύζυγος μου ήμασταν στο πανηγύρι στην Πόλη, τη νύκτα ο Ανδρέας επήεν στην Λυσό έπιασε την Γαλάτεια που το σπίτι και μέχρι να πάνε στην Περιστερώνα ετσακωθήκαν, εκατέβασε την κάτω, μες το δρόμο και προσπάθησε να την εκτυπήσει με το αυτοκίνητο του.» Στο δίκαιο της απόδειξης αποτελεί βασικό κανόνα πως, η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Μαρτυρία άσχετη δεν είναι επιτρεπτή. Η σχετικότητα της μαρτυρίας κρίνεται, είτε στη βάση της λογικής διασύνδεσης με τα επίδικα θέματα, είτε στη βάση της νομικής διασύνδεσης όταν δηλαδή η μαρτυρία κρίνεται σχετική ως νομικά αποδεκτή. Η σχετικότητα της μαρτυρίας έχει τη σημασία της και στις περιπτώσεις παρόμοιων γεγονότων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 628: «.Επίμετρο της αποδοχής μαρτυρίας είναι, εκτός από τη σχετικότητα της, το παραδεκτό της, κατά τους κανόνες της απόδειξης. Η αποδοχή, κατά τη δίκη μόνο αποδεκτής, κατά το δίκαιο της απόδειξης, μαρτυρίας επιβάλλεται από τη θεμελιακή αρχή ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει την υπόθεση έναντι της οποίας υπερασπίζεται.» Έχοντας κατά νου το προαναφερόμενο πραγματικό υπόβαθρο που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και τα όσα ανέπτυξαν με τις αγορεύσεις τους οι δύο πλευρές, θεωρούμε πως με βάση το νομικό υπόβαθρο που διέπει τα εγερθέν ενώπιον μας ζήτημα, η προτεινόμενη μαρτυρία, αφενός δεν προβάλλει άσχετη αλλά ούτε και προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Οι λόγοι εξηγούνται στη συνέχεια. Το ως άνω υπό (Α) απόσπασμα της κατάθεσης για το οποίο ηγέρθη η ένσταση αποδεκτότητας του από την πλευρά της Υπεράσπισης, έχει διασυνδεθεί άμεσα από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής με την κατηγορία αρ. 12 που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της εν λόγω κατηγορίας γίνεται λόγος για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη σε άγνωστη ημερομηνία. Η διασύνδεση του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού με την ως άνω κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ήδη, εκ των πραγμάτων και υπό τις περιστάσεις της παρούσας καθιστά οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση περιττή. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει ρητά προσδιορίσει ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία αποτελεί μαρτυρία που η πλευρά της παρουσιάζει και διασυνδέει για σκοπούς απόδειξης της 12ης κατηγορίας που ο κατηγορούμενος ήδη αντιμετωπίζει. Επιδιώκεται ουσιαστικά με την εισαγωγή της να εδραιωθούν γεγονότα σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος που περιγράφεται στη συγκεκριμένη κατηγορία. Δεν τίθεται, από την όψη και μόνο του πράγματος, ζήτημα μη σχετικής με το κατηγορητήριο μαρτυρίας. Είναι γεγονός ότι σε ποινικές υποθέσεις, γενικότερη μαρτυρία αναφορικά με τον κακό χαρακτήρα ή τη ροπή του κατηγορούμενου να προβαίνει σε ποινικές πράξεις δεν είναι αποδεκτή, για το βασικό λόγο ότι αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δημιουργεί άδικη και αρνητική προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου. Η νομολογία όμως, ταυτόχρονα, αναγνωρίζει εξαιρέσεις στον εν λόγω κανόνα, μία εκ των οποίων είναι η αποδοχή μαρτυρίας για όμοια γεγονότα. (Βλ. Boardman v. DPP
(1974)3 All E.R. 787). Όπως άλλωστε έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση R. v. Scarrott
(1987)Q.B. 1016, ακόμα και οι περιβάλλουσες συνθήκες μπορούν να ληφθούν υπόψη για την καλύτερη αντίληψη του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Το ζήτημα απολήγει πάντα να είναι πραγματικό και να ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό εξέταση σε κάθε περίπτωση υπόθεση, έχοντας βεβαίως πάντα κατά νου ότι η αποδεικτική αξία μιας τέτοιας μαρτυρίας σε σχέση με το επίδικο θέμα στη δίκη θα πρέπει να υπερτερεί έναντι της τυχόν προκατάληψης που θα δημιουργηθεί σε βάρος του κατηγορούμενου. Μία από τις αναγνωρισμένες εξαιρέσεις του γενικότερου κανόνα ότι απαγορεύεται η προσαγωγή μαρτυρίας για τον χαρακτήρα ενός κατηγορουμένου αποτελεί και η περίπτωση που είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας σε σχέση με το ιστορικό που περιβάλλει τη διάπραξη ενός αδικήματος που ο κατηγορούμενος ειδικότερα αντιμετωπίζει. Στην υπόθεση R. v. Pettman, 2 May 1985, C.A. στην οποία γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 18η Έκδοση, σελ. 544, το ζήτημα φαίνεται να διατυπώθηκε ως εξής: «.where it is necessary to place before the jury evidence of part of a continual background of history relevant to the offence charged in the indictment, and without the totality of which the account placed before the jury would be incomplete or incomprehensible, then the fact that the whole account involves including evidence establishing the commission of an offence with which the accused is not charged is not of itself a ground for excluding the evidence." Άλλωστε, στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές του 2014 των Ηλιάδη και Σάντη, στη σελίδα 488 διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την αναγκαιότητα απόδειξης συγκεκριμένης πρόθεσης: «.η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει και το ότι ο κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη πρόθεση ή την απαιτούμενη υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (mens rea) να το εκτελέσει (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298). Έτσι για την απόδειξη ύπαρξης πρόθεσης μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είχε επαναλάβει την ίδια πράξη προηγουμένως και επέφερε το ίδιο αποτέλεσμα, σε μία προσπάθεια να αποδειχθεί ότι όταν τέλεσε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται είχε σκοπό να επιφέρει το απαγορευμένο αποτέλεσμα.» Στο ίδιο Σύγγραμμα, στη σελίδα 476 υπό την επικεφαλίδα «Συστηματική Συμπεριφορά και Προηγούμενες Αθωώσεις», γίνεται αναφορά στην υπόθεση R v. Z.
(2000)3 All E.R. 385, στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορία βιασμού. Ο τελευταίος είχε κατηγορηθεί σε άλλες τέσσερεις προηγούμενες υποθέσεις για βιασμό, έχοντας αθωωθεί στις τρεις και καταδικαστεί στην τέταρτη. Προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει τις παραπονούμενες στις τέσσερις προηγούμενες υποθέσεις ως μάρτυρες για να αντικρούσει την υπεράσπιση της συγκατάθεσης απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο αποδέχθηκε τη μαρτυρία της παραπονούμενης στην υπόθεση που ο κατηγορούμενος είχε βρεθεί ένοχος, αποκλείοντας τη μαρτυρία των τριών παραπονούμενων στις υποθέσεις στις οποίες είχε απαλλαχθεί. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων ανέτρεψε την απόφαση για τον αποκλεισμό της μαρτυρίας, υπογραμμίζοντας ότι μαρτυρία που είναι σχετική σε μεταγενέστερη ποινική υπόθεση δεν είναι αθέμιτη επειδή απλώς τείνει να δείξει ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος αδικήματος παρόμοιας φύσης με άλλο προηγούμενο αδίκημα στο οποίο τελικώς απαλλάχθηκε. Επανερχόμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση και σε συνάρτηση με τα αμέσως πιο πάνω, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, για την οποία υπάρχει ένσταση, όχι μόνο δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας οδηγούμενη μάλιστα σε απόρριψη, αλλά ταυτόχρονα, είναι σχετική με τις ευρύτερες διαστάσεις που περιβάλλουν τη σχέση κατηγορούμενου και παραπονούμενης χωρίς να αποσυναρτάται παντελώς με ζητήματα που αφορούν και απασχολούν στα πλαίσια της υπό συζήτησης υπόθεσης. Σημειώνεται ότι τα αποσπάσματα της κατάθεσης της Μ.Κ.4 για τα οποία ηγέρθη η ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης, εντάσσονται στα πλαίσια μίας αφηγηματικής εξιστόρησης γεγονότων εκ μέρους της μάρτυρος τα οποία παρουσιάζονται να έχουν σχέση με τα επίδικα ζητήματα, αποτελώντας ουσιαστικά παράθεση στοιχείων που αφορούν το ιστορικό της εξέλιξης των γεγονότων που περιβάλλουν και σχετίζονται με τα επίδικα αδικήματα. Το γεγονός ότι στα πλαίσια αυτής της εξιστόρησης παρουσιάζονται γεγονότα που δυνατόν να δικαιολογούσαν περαιτέρω δίωξη του κατηγορούμενου, η οποία όμως δεν έχει γίνει, δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο που οδηγεί στον αποκλεισμό αυτής της μαρτυρίας. Αντίθετα, ως πιο πάνω έχει αναφερθεί, η προσπάθεια να φωτιστούν πλήρως με ανάλογη μαρτυρία οι ευρύτερες περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αδικημάτων, μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση στον κανόνα του κοινοδικαίου, δυνάμενη να επιτρέψει την εισαγωγή και αυτής της μαρτυρίας. Ούτε η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου Υπεράσπισης ότι σε περίπτωση που επιτραπεί να παρουσιαστεί η προτεινόμενη μαρτυρία θα προκληθεί αδικία στον κατηγορούμενο μπορεί να υιοθετηθεί. Δεν βλέπουμε πως στην υπό συζήτηση υπόθεση θα προκαλέσει τούτο δυσμενή επηρεασμό στον κατηγορούμενο και στην Υπεράσπιση του, σε βαθμό μάλιστα που να υπερτερεί τούτο της οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας ήθελε στο τέλος της ημέρας αποδοθεί στη συγκεκριμένη μαρτυρία. Πρόκειται ως πιο πάνω έχει εξηγηθεί για μαρτυρία που διασυνδέεται με τον τρόπο που έχει εξηγηθεί με τα επίδικα ζητήματα για την οποία η πλευρά του κατηγορούμενου θα έχει την ευχέρεια αντεξέτασης-αμφισβήτησης αλλά και αντίκρουσης της. Άλλωστε ήταν σαφής η τοποθέτηση της εκπροσώπου της Εισαγγελικής Αρχής πως παρά το γεγονός ότι εξαρχής ήταν σε γνώση της τελευταίας το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό, συνειδητά και για τους λόγους που εξήγησε, δεν προωθεί οποιαδήποτε επιπρόσθετη κατηγορία σε βάρος του κατηγορούμενου. Για τους πιο πάνω λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, κρίνεται ότι η ένσταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και αναπόδραστα απορρίπτεται. Αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα αποσπάσματα της κατάθεσης της Μ.Κ.4 για τα οποία ηγέρθη η ένσταση, μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ώστε στο κατάλληλο στάδιο να αξιολογηθούν μαζί με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.