Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντρέα Χρίστου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14622/13, 3/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14622/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντρέα Χρίστου, από την Αργάκα Χριστάκη Χρίστου, από την Αργάκα Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.2.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Αγγελίδης (για ν' ακούσει απόφαση, κ. Μυτίδης) Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της λειτουργίας κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 5, 6 και 18 του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), την κατηγορία πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, χωρία άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α) και 23 του περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ.144, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία) και τέλος, την κατηγορία της χρήσης μεγαφώνων, χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 187
(1)(α)(β)
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι τη 18η Ιανουαρίου, 2013 και ώρα 23:10, στη λεωφόρο Ακάμαντος στο Λατσί, της Πόλης Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν υπεύθυνος στο κέντρο με την ονομασία «LEVEL ONE BAR & CLUB», το λειτουργούσε χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν υπεύθυνος στο κέντρο με την ονομασία «LEVEL ONE BAR & CLUB» πωλούσε λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά, χωρίς την άδεια του Δημοτικού Συμβουλίου Πόλης Χρυσοχούς. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν υπεύθυνος στο κέντρο με την ονομασία «LEVEL ONE BAR & CLUB» μετέδιδε μουσική μέσω μεγαφώνων, χωρίς την άδεια του έπαρχου Πάφου. Τα ίδια ακριβώς αδικήματα καταλογίζονται και στο 2ο κατηγορημένο με τις κατηγορίες 4, 5 και 6, με μόνη διαφορά, ότι, αυτός διώκεται υπό την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη του παραπάνω κέντρου, ενώ ο 1ος κατηγορούμενος, διώκεται υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνου του ίδιου κέντρου. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες, την εξετάστρια της υπόθεσης, αστυφύλακα 1505 Αντιγόνη Ιωσήφ και το συνάδελφό της, αστυφύλακα 737 Γιώργο Νικολάου (Μ.Κ.1 και 2, αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εντάσσεται στον πρώτο, από τους δυο λόγους, για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπρόσωπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια δημιουργείται από τις σχετικές πρόνοιες του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα: Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου: «Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν εκ του κειμένου προκύπτη διάφορος έννοια- "άδεια λειτουργίας" σημαίνει άδειαν λειτουργίας κέντρου εκδιδομένην δυνάμει του άρθρου 6· "Γενικός Διευθυντής" σημαίνει τον Γενικόν Διευθυντήν του Οργανισμού· "Διοικητικόν Συμβούλιον" σημαίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Οργανισμού· ............................... "επιχειρηματίας" σημαίνει το πρόσωπον, φυσικόν ή νομικόν, επ' ονόματι του οποίου εκδίδεται η άδεια λειτουργίας κέντρου, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 6· ............................... "κέντρον" σημαίνει κατάστημα- (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών· ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ' αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών, εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα: ............................... "Οργανισμός" σημαίνει τον Κυπριακόν Οργανισμόν Τουρισμού τον καθιδρυθέντα δυνάμει των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων του 1969 έως 1985· "πελάτης" σημαίνει παν πρόσωπον εις το οποίον παρέχεται παρά κέντρου υπηρεσία ως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω· "υπηρεσία" σημαίνει- (α) παροχήν εστιάσεως ή πάσης φύσεως φαγητών, ποτών ή γλυκισμάτων, ανεξαρτήτως του εάν προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα· ...............................» Το άρθρο 5 του ίδιου νόμου προνοεί ότι: «
(1)Δι' έκαστον κέντρον, εξαιρουμένων των λειτουργούντων εντός αδειούχων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, διενεργείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά τον καθοριζόμενον τρόπον και διαδικασίαν, κατάταξις αναλόγως της φύσεως των υπ' αυτού παρεχομένων υπηρεσιών και εφ' όσον πληρούνται οι οικείοι Κανονισμοί, εις μίαν ή περισσοτέρας των ακολούθων κατηγοριών- (α) εστιατόριον ή ταβέρνα, (β) καφετηρία ή πιτσαρία, (γ) μπυραρία ή μπαρ, (δ) μουσικοχορευτικόν, (ε) δισκοθήκη, (στ) σνακ μπαρ, (ζ) καμπαρέ.
(2)Τα κέντρα εκάστης κατηγορίας δύνανται να διακρίνονται εις τάξεις αναλόγως προς την αξίαν και ποιότητα της κατασκευής των, επίπλωσιν, εξοπλισμόν, τελειότητα λειτουργικής οργανώσεως ως και το επίπεδον των παρεχομένων ανέσεων και υπηρεσιών, μέχρι τριών τάξεων.
(3)Οι όροι τους οποίους δέον να πληρώσι τα κέντρα ίνα καταταγώσιν εις εκάστην ή οιανδήποτε των εν τω εδαφίω
(2)προνοουμένων τάξεων, θέλουσι καθορισθή.» Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου, πάντοτε, νόμου: «
(1)Ουδείς λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας εκδιδομένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.
(2)Προ της ενάρξεως της λειτουργίας κέντρου ο επιχειρηματίας υποβάλλει προς το Διοικητικόν Συμβούλιον αίτησιν διά κατάταξιν και έκδοσιν αδείας λειτουργίας του κέντρου: Νοείται ότι ανεξαρτήτως συμμορφώσεως του έχοντος την εκμετάλλευσιν κέντρου προσώπου, το Διοικητικόν Συμβούλιον προβαίνει εις την κατάταξιν του κέντρου, κατόπιν ελέγχου υπό εντεταλμένων προς τούτο οργάνων του Οργανισμού, δυνάμει των υπό του Νόμου και των Κανονισμών προνοουμένων όρων και προϋποθέσεων.
(3)Άδεια λειτουργίας εκδίδεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εν τω καθοριζομένω τύπω και επί τη καταβολή του καθοριζομένου τέλους εφ' όσον παρουσιασθή υγειονομικόν πιστοποιητικόν και πληρούνται οι δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών καθοριζόμενοι όροι και προϋποθέσεις. Επί της αδείας λειτουργίας αναφέρονται αι ώραι λειτουργίας τούτου.
(4)Η άδεια λειτουργίας εκπνέει την 31ην ημέραν του αμέσως επομένου της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου, δύναται δε να ανανεούται επί καταβολή του καθοριζομένου τέλους.
(5)Η άδεια λειτουργίας δέον όπως αναρτάται εις περίοπτον θέσιν εντός του κέντρου.
(6)Ο Οργανισμός τηρεί μητρώον εν τω οποίω καταχωρούνται αι άδειαι λειτουργίας.
(7)Ουδεμία άδεια λειτουργίας κέντρου θα εκδίδηται αναφορικώς προς χώρον όστις βάσει του πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως της αρμοδίας αρχής δυνάμει των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμων, δεν θεωρείται κατάλληλος διά τοιούτον σκοπόν.» Σχετικό και το άρθρο 8, σύμφωνα με το οποίο: «Πάσα προτεινομένη αλλαγή εις την φύσιν των υπό κέντρου παρεχομένων υπηρεσιών ήτις θα καθίστα την παροχήν των τοιούτων υπηρεσιών ασυμβίβαστον προς την γενομένην κατάταξιν τούτου, κοινοποιείται υπό του επιχειρηματίου προς τον Οργανισμόν προς έγκρισιν.» Το άρθρο 10 προνοεί ότι: «Τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου εν ισχύι Νόμου, έκαστον κέντρον δέον όπως φέρη ίδιον όνομα, όπερ είναι το υπό της αδείας λειτουργίας αυτού αναγνωριζόμενον τοιούτο: Νοείται ότι το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να μη δεχθή οιονδήποτε όνομα το οποίον κατά την κρίσιν του δεν ανταποκρίνεται προς την κατηγορίαν του κέντρου ή θα συνέχεε τούτο προς οιονδήποτε άλλο κέντρον λειτουργούν εις την ιδίαν περιοχήν ή το οποίον κρίνεται ανεπιθύμητον. Εις περίπτωσιν συνωνύμων κέντρων το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να απαιτήση την χρήσιν διακριτικού γνωρίσματος.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 18: «
(1)Παν πρόσωπον το οποίον- (α) χρησιμοποιεί τον όρον "τουριστικόν" ή "κέντρον αναψυχής" ή άλλον όρον παρόμοιον προς τούτον διά τον χαρακτηρισμόν κέντρου διά το οποίον δεν έχει εκδοθή άδεια λειτουργίας· (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας· (γ) .............................. (δ) .............................. είναι ένοχον αδικήματος ...................... ...............................
(7)Πας όστις αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε διάταξιν του παρόντος Νόμου εν τη οποία δεν γίνεται ειδική περί τούτου πρόνοια είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.» Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, τα βασικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: Πρώτο, η λειτουργία κέντρου, κατ' ακρίβεια καταστήματος, δεύτερο, στο οποίο παρέχονται επί πληρωμή εστίαση, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα. Με την απόδειξη των εν λόγω συστατικών στοιχείων, το αδίκημα στοιχειοθετείται και πλέον, εάν η υπεράσπιση του κατηγορούμενου είναι ότι έχει την αναγκαία άδεια εναπόκειται στον ίδιο να το αποδείξει. Όπως αναφέρεται συναφώς με το θέμα στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ. 72 και 73, όταν ένα νόμος προνοεί ότι μια πράξη δημιουργεί ένα ποινικό αδίκημα εκτός εάν η πράξη εκτελείται από ένα πρόσωπο που έχει ορισμένα προσόντα ή άδεια ή συγκατάθεση μιας ορισμένης αρχής, τότε, ο κατηγορούμενος που βασίζεται πάνω σε μια τέτοια εξαίρεση έχει το νομικό βάρος να το αποδείξει. Και τούτο, προστίθεται, επειδή οι λεπτομέρειες της υπεράσπισης αποτελούν στοιχεία που βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή του κατηγορούμενου και είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να το αντικρούσει. Τα ίδια επαναλαμβάνονται και στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη
(2014), σελ. 178 και 179, τα οποία υιοθετούνται στην εντελώς πρόσφατη απόφαση Hossain v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 71/2015, ημερομηνίας 14.12.2015. Στο ερώτημα, κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα παραπάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, παρατηρώ τα εξής: Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι στον ουσιώδη χρόνο, στο υποστατικό όπου βρισκόταν το επίδικο κέντρο αναψυχής υπήρχε άδεια λειτουργίας, πλην όμως, αυτή, όπως αναφέρεται στο σώμα της (βλ. το τεκμήριο 5) ήταν σε σχέση με το εστιατόριο με την ονομασία «Sea Crest Restaurant» και όχι για το μπαρ/κλαπ με την ονομασία «Level One Bar & Club» όπως αναγραφόταν στην πινακίδα η οποία βρισκόταν μπροστά στην είσοδο του κέντρου, του οποίου είχε μετατραπεί η χρήση. Κατά τη γνώμη μου, η κατηγορούσα αρχή, εσφαλμένα προσάπτει στους κατηγορούμενους κατηγορία άλλη από αυτή που θα μπορούσε να τους προσάψει δεδομένων των λόγων για τους οποίους αυτοί διώκονται. Η έννοια του «κέντρου», κατά το άρθρο 2 του νόμου 29/85, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου νόμου, ουδείς μπορεί να λειτουργεί χωρίς άδεια λειτουργίας, αφού, σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή, που θα αποδειχθεί ότι πρόσωπο λειτουργεί κάποιο κέντρο, χωρία άδεια θεωρείται ότι διαπράττει αδίκημα κατά το άρθρο 18
(1)(β) του νόμου, συναρτάται απλώς με το κατάστημα στο οποίο λειτουργεί το κέντρο και όχι με τη χρήση του ή το όνομά του. Έχοντας υπόψη ότι, στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με το κατάστημα για το οποίο οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι λειτουργούσαν κέντρο αναψυχής, χωρίς άδεια, υπήρχε άδεια, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι οι κατηγορούμενοι μετέτρεψαν τη χρήση του κέντρου καθώς και το όνομά του, η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Για τα δυο αυτά γεγονότα, η κατηγορούσα αρχή, ενδεχομένως, θα μπορούσε να προσάψει κάποιες άλλες κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων, οι οποίες θα περιέκλειαν αδικήματα τα οποία όντως έχουν διαπράξει και όχι ότι λειτουργούσαν κέντρο αναψυχής, χωρίς άδεια. Με συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 5
(1)(γ)(ε), 8, 10 και 18
(7), θα μπορούσε για παράδειγμα να τους προσάψει κατηγορία ότι μετέτρεψαν παράνομα την κατηγορία του επίδικου κέντρου, από εστιατόριο που ήταν, δυνάμει της άδειάς του, σε μπυραρία ή μπαρ ή δισκοθήκη, είτε ακόμη, ότι άλλαξαν τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών του κέντρου και την κατέστησαν ασυμβίβαστη προς τη γενομένη κατάταξη του κέντρου, το οποίο, δυνάμει της άδειας λειτουργίας (τεκμήριο 5) κατατάγηκε στην κατηγορία «εστιατόριο». Φυσικά, ο παραπάνω λόγος, δεν είναι και μόνος για τον οποίο η υπό κρίση κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Υπάρχει ακόμη ένας λόγος, για τον οποίο θα συμβεί αυτό. Δεν έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και κατ' επέκταση ότι το επίδικο υποστατικό, στον ουσιώδη χρόνο αποτελούσε «κέντρο», τη εννοία του νόμου. Ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.2 ότι στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, την ώρα που πληροφόρησε τον 1ο κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί, στο επίδικο υποστατικό, υπήρχαν δυο άτομα τα οποία διασκέδαζαν, ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά. Ωστόσο, το τελευταίο, δεν αρκεί για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος και τούτο, επειδή, εκτός από αυτό, θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί ότι τα ποτά που κατανάλωναν τα δυο άτομα, τους προσφέρθηκαν από το κατάστημα επί πληρωμή. Αυτό το στοιχείο, δυνάμει του άρθρου 2 του νόμου 29/85 αποτελεί αναγκαίο όρο για να μπορεί ένα κατάστημα να θεωρηθεί κέντρο. Και, με δεδομένο ότι, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει ότι τα δυο άτομα που κατανάλωναν τα ποτά τα είχαν πληρώσει (ούτε καν ότι τα παράγγειλαν από το κατάστημα και τους προσφέρθηκαν από αυτό με προοπτική να τα πληρώσουν έχει αποδειχθεί) το επίδικο κατάστημα, δεν μπορεί να θεωρηθεί κέντρο. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε κατηγορημένου, στην κατηγορία της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, χωρίς άδεια. Το συγκεκριμένο αδίκημα δημιουργεί ο περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Νόμος, Κεφ.144. Σύμφωνα με το άρθρο 2: «Στο Νόμο αυτό- "Αρχή Αδειών" σημαίνει, όσον αφορά δήμο, το συμβούλιο του δήμου εντός των ορίων του οποίου βρίσκονται τα υποστατικά για τα οποία εκδόθηκε ή θα εκδοθεί άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και σε κάθε άλλη περίπτωση τον Έπαρχο της Επαρχίας εντός της οποίας βρίσκονται τα υποστατικά αυτά· ............................... ............................... "λιανική πώληση" με τις γραμματικές παραλλαγές της και συγγενείς εκφράσεις της σημαίνει την πώληση οινοπνευματωδών ποτών σε ποσότητες μικρότερες των τριών οκάδων· ............................... "οινοπνευματώδη ποτά" σημαίνει οινοπνεύματα και οινοπνευματούχα ποτά οποιασδήποτε περιγραφής τα οποία είναι κατάλληλα ή προτίθενται ή τα οποία μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να μετατραπούν προς χρήση ως ποτά και περιλαμβάνει οινοπνεύματα, οινοπνευματούχα ποτά, οίνους, ελαφρόν ξανθό ζύθο, ζύθο, ισχυρό μαύρο ζύθο, μελαψό ζύθο και μηλίτην οίνον αλλά δεν περιλαμβάνει μεθυλικά οινοπνεύματα· ...............................» Το άρθρο 3 του ίδιου Νόμου προνοεί ότι: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου αυτού κανένα πρόσωπο δεν πωλεί ή προσφέρει προς πώληση ή επιτρέπει να πωλούνται ή να προσφέρονται προς πώληση ή κατέχει προς πώληση οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά παρά μόνο δυνάμει και σύμφωνα με- (α) άδεια προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών λιανικώς σε τέτοια υποστατικά ή τόπο όπως δύναται να οριστεί σε αυτή για κατανάλωση εντός ή εκτός τέτοιων υποστατικών ή τόπου (η οποία στο Νόμο αυτό αναφέρεται ως "άδεια λιανικής πώλησης")· ή (β) άδεια προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών με άλλο τρόπο από λιανικά σε τέτοια υποστατικά ή τόπο όπως δύναται να οριστεί σε αυτή για κατανάλωση εκτός τέτοιων υποστατικών ή τόπου (η οποία στο Νόμο αυτό αναφέρεται ως "άδεια εμπόρου"), η οποία εκδίδεται από την Αρχή Αδειών δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού μετά από αίτηση που υποβάλλεται γραπτώς στην αρχή αυτή και με τέτοιους όρους όπως δυνατό να καθοριστούν. ...............................» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου, πάντοτε, νόμου: «Η Αρχή Αδειών, κατά την έκδοση άδειας λιανικής πώλησης, θα λαμβάνει υπόψη της τις απόψεις του Επάρχου, στην περίπτωση που η Αρχή Αδειών είναι ο Δήμος και τις απόψεις του Κοινοτικού Συμβουλίου σε περίπτωση που η Αρχή Αδειών είναι ο Έπαρχος.» Παραπέμπω τέλος και στο άρθρο 23 του νόμου σύμφωνα με το οποίο: «Πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατά παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του Νόμου αυτού είναι ένοχο αδικήματος και, εκτός αν άλλη ποινή ειδικά προνοείται, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά σε σχέση με τα οποία έχει διαπραχθεί το αδίκημα κατάσχονται και το Δικαστήριο δύναται, επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή να διατάξει όπως η άδεια του προσώπου αυτού κατασχεθεί και ακυρωθεί.» Από τη συνδυασμένη και πάλιν ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και λαμβάνοντας υπόψη, ότι, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, τους καταλογίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο πωλούσαν λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά στο κέντρο με την ονομασία «LEVEL ONE BAR & CLUB», χωρίς άδεια του Δημοτικού Συμβουλίου Πόλης Χρυσοχούς προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η λιανική πώληση, δεύτερο, οινοπνευματωδών ποτών. Νοείται ότι, σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή αποδείξει τα δυο αυτά στοιχεία, το αδίκημα θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί οπότε εναπόκειται και πάλιν στους κατηγορούμενους να αποδείξουν πως ήταν κάτοχοι άδειας πώλησης οινοπνευματωδών ποτών (βλ. και πάλιν το σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη - ανωτέρω -, σελ. 73.) Παρατηρώ τα εξής: Και αυτή η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη, βασικά, για τους ίδιους περίπου λόγους που θα απορριφθεί και η προηγούμενη. Με προσεκτική ανάγνωση των παραπάνω διατάξεων που δημιουργούν το αδίκημα είναι σαφές, ότι, η άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών συναρτάται με το υποστατικό στο οποίο θα πωλούνται τα οινοπνευματώδη ποτά και όχι με το όνομα του υποστατικού και, στην προκείμενη περίπτωση υπήρχε τέτοια άδεια, για το υποστατικό στο οποίο, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής διαπράχθηκε το αδίκημα (βλ. το τεκμήριο 6), η οποία μάλιστα παρουσιάστηκε από δικό της μάρτυρα κατά τη δίκη. Το γεγονός ότι το επίδικο υποστατικό, όπως είναι και πάλιν η θέση της κατηγορούσας αρχής λειτουργούσε με διαφορετική ονομασία από αυτή που αναφέρεται στην άδεια, κατά τη γνώμη μου αποτελεί στοιχείο αδιάφορο. Ωστόσο, ακόμη ένας λόγος για τον οποίο η ίδια κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί αφορά στο γεγονός, ότι, όπως έχει αναφερθεί και για την κατηγορία της λειτουργίας κέντρου χωρίς άδεια, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει ότι η μπύρα που κατανάλωναν τα δυο άτομα που βρίσκονταν στο επίδικο υποστατικό, κατά την ώρα της καταγγελίας του 1ου κατηγορούμενου από τον αστυφύλακα 737 Γ. Νικολάου, τους είχε πωληθεί από το κατάστημα, δηλαδή, ότι την είχαν πληρώσει ή έστω, ότι θα την πλήρωναν προτού φύγουν από το κατάστημα. Για να το πω και αλλιώς, δεν έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η τελευταία κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι αυτή της χρήσης μεγαφώνων, χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 187
(1)(α)(β)
(2)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με αυτό: «
(1)Κανένας δεν χρησιμοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, μεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόματα, μηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή μεταδίδει ενισχυμένο ήχο- (α) σε δημόσιο χώρο ή (β) σε οποιοδήποτε άλλο χώρο με τέτοιο τρόπο ή κάτω από περιστάσεις ώστε ο ενισχυμένος ήχος με αυτό τον τρόπο, να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο χώρο, παρά μόνο δυνάμει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύμφωνα με τους τυχόν συνημμένους όρους σε τέτοια άδεια: ...............................
(2)Όποιος διενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)ή όρου που αναφέρεται σε άδεια που εκδόθηκε δυνάμει αυτού, είναι ένοχος πλημμελήματος........................» Έχοντας υπόψη τόσο την έκθεση αδικήματος όσο και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η χρήση μεγαφώνου, δεύτερο, που μεταδίδει ήχο και τρίτο, σε δημόσιο χώρο ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο με τέτοιο τρόπο ή κάτω από περιστάσεις ώστε ο ενισχυμένος ήχος με αυτό τον τρόπο, να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο χώρο. Και αυτή η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Με απλή ανάγνωση του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, προκύπτει ότι η απαιτούμενη άδεια για σκοπούς νόμιμης χρήσης μεγαφώνων συναρτάται με το χώρο στον οποία αυτή αφορά καθώς και με τους τυχόν όρους που έχουν τεθεί σ' αυτή, οι οποίοι αναφέρονται στο σώμα της και ασφαλώς θα πρέπει να τηρούνται. Στην προκειμένη περίπτωση, ότι σε σχέση με το χώρο όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό - στη λεωφόρο Ακάμαντος στο Λατσί - υπήρχε άδεια χρήσης μεγαφώνων (βλ. το τεκμήριο 7) αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι, το όνομα του υποστατικού καθώς και η χρήση του, στον ουσιώδη χρόνο ήταν διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στην άδεια. Το εδάφιο 2 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί δυο αδικήματα σε σχέση με τη χρήση μεγαφώνων. Το ένα είναι η χρήση μεγαφώνων, χωρίς άδεια και το άλλο, η χρήση μεγαφώνων, κατά παράβαση όρου που έχει τεθεί και αναφέρεται σε τέτοια άδεια (βλ. τη φράση - από το εδάφιο 2 - «Όποιος διενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)ή όρου που αναφέρεται σε άδεια που εκδόθηκε δυνάμει αυτού, είναι ένοχος.» Στην προκειμένη περίπτωση, το πρώτο αδίκημα, που είναι και αυτό που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους δεν έχει αποδειχθεί, αφού - για να επαναλάβω - σε σχέση με το χώρο όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό, υπήρχε άδεια χρήσης μεγαφώνων. Τυχόν παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους της εν λόγω άδειας είναι διαφορετικό θέμα, αφού, συνεπεία μια τέτοιας παράβασης στοιχειοθετείται το - ομώνυμο - δεύτερο, από τα δυο αδικήματα που δημιουργεί το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα (ανωτέρω). Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτοί αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: λειτουργία κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας, πώληση οινοπνευματωδών ποτών, χωρίς άδεια και χρήση μεγαφώνων, χωρίς άδεια. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση, συστατικά στοιχεία αδικημάτων -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο