Δημοκρατία ν. Νικόλα Λεμονάρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11193/14, 16/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11193/14 Δημοκρατία εναντίον
- Νικόλα Λεμονάρη
- Πανίκου Καλαϊτζή
- Κατερίνας Χατζηιωάννου
- Παναγιώτας Μιχαήλ Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου Για τον Κατηγορούμενο
- : κ. Α. Αλεξάνδρου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Θ. Καραμανής Για την Κατηγορούμενη 4: κα. Μ. Γερμανού Κατηγορούμενοι 1,2 και 4: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 04.12.2015, κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του αρχιαστυφύλακα Ζήνωνα Ζήνωνος (Μ.Κ.6), ζητήθηκε από τον τελευταίο να παρουσιάσει τις καταθέσεις του κατηγορούμενου αρ. 2, (στον οποίο θα αναφερόμαστε ως «ο κατηγορούμενος») ημερ. 29.10.2014 και 01.11.
- Η προσπάθεια αυτή αντιμετώπισε την ένσταση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, η οποία, ως τελικώς διαμορφώθηκε από τον τότε συνήγορο του, επικεντρώθηκε στην εισήγηση ότι αυτές ήταν προϊόν ψυχολογικής πίεσης που ασκήθηκε στον κατηγορούμενο, αρχικά με φωνές, εξυβρίσεις και απειλές για πολυετή καταδίκη του και στη συνέχεια με υποσχέσεις πως εάν ο κατηγορούμενος κατέθετε στην αστυνομία, αυτά που η τελευταία ήθελε, τότε θα τον έθεταν στη θέση του μάρτυρα κατηγορίας. Τούτο, ως του ανέφεραν, γιατί απώτερος σκοπός της αστυνομίας ήταν να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αρ.
- Περαιτέρω, προβλήθηκε η θέση ότι οι ως άνω καταθέσεις ήταν αποτέλεσμα της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία οδηγήθηκε ο κατηγορούμενος, εξαιτίας της άρνησης μελών της αστυνομίας να του παράσχουν φαρμακευτική αγωγή, την οποία λάμβανε κατά τον χρόνο λήψης των καταθέσεων, προς αντιμετώπιση χρόνιων ψυχολογικών προβλημάτων, παρόλο που ο ίδιος ζήτησε όπως του χορηγηθεί. Η ένσταση εδράζεται επίσης στην αδικαιολόγητη ή σκόπιμη συμμετοχή, κατά την υπεράσπιση, του υπαστυνόμου Κόκου Κλεάνθους κατά τη λήψη της κατάθεσης ημερ. 29.10.2014, (Έγγραφο Ω) από τον οποίο προήλθε σε βάρος του κατηγορούμενου ιδιαίτερη ψυχολογική πίεση, η οποία αποσκοπούσε στο να καταθέσει ο τελευταίος αυτά που ο Κλεάνθους επιθυμούσε. Ο κ. Κονναρής, αποσαφηνίζοντας στο Δικαστήριο τη θέση της υπεράσπισης, διευκρίνισε ότι ιδιαίτερα ο υπαστυνόμος Κλεάνθους και ο αρχιαστυφύλακας Ζήνωνος, όπως όμως και άλλοι αστυνομικοί, τα ονόματα των οποίων δεν γνωρίζει ο κατηγορούμενος, είναι υπαίτιοι της άσκησης ψυχολογικής πίεσης στο πρόσωπο του, προκειμένου να πειστεί να δώσει τις συγκεκριμένες καταθέσεις, η μία εκ των οποίων ουσιαστικά αποτελεί συμπλήρωση και συνέχεια της άλλης. Απόδειξη και αποτέλεσμα της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος, συμπλήρωσε, ήταν και το γεγονός ότι επί των ως άνω καταθέσεων του, ο τελευταίος εναπόθεσε διαφορετικές υπογραφές. Η Κατηγορούσα Αρχή απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και το Δικαστήριο, αφού χαρακτήρισε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τις καταθέσεις του κατηγορούμενου ημερ. 29.10.2014 και 01.11.2014, Έγγραφο Ω και Ω1 αντίστοιχα, διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός της κύριας δίκης, για να εξεταστούν τα ζητήματα που τέθηκαν με την ένσταση, να διακριβωθούν οι περιστάσεις και να διαφανούν οι συνθήκες λήψης των περί ου ο λόγος καταθέσεων. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν δύο αστυνομικοί μάρτυρες, ο αρχιαστυφύλακας με αριθμό μητρώου 2639, Ζήνωνας Ζήνωνος (Μ.Κ.1) και ο υπαστυνόμος Κόκος Κλεάνθους, (Μ.Κ.2) ενώ για την πλευρά του κατηγορούμενου κατέθεσε ο ίδιος και ο ψυχίατρος Δρ. Ανδρέας Δημητρίου. Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών, κατά την εξέλιξη και στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αυτής ακροαματικής διαδικασίας τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου: Α) Δέσμη από 13 επιταγές (Τεκ. 1) Β) Αντίγραφο φωτογραφίας που λήφθηκε κατά την υπόδειξη σκηνών (Τεκ. 2(α)) Γ) Αντίγραφο φωτογραφίας που λήφθηκε κατά την υπόδειξη σκηνών (Τεκ. 2(β)) Δ) Αντίγραφο εντύπου δικαιωμάτων επικοινωνίας κρατούμενου αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 (Τεκ. 3) Ε) Γραπτή συγκατάθεση για έρευνα αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 (Τεκ. 4) ΣΤ) Συγκατάθεση για δείγματα γραφής/υπογραφής κατηγορούμενου 2 (Τεκ. 5) Ζ) Αντίγραφο εντύπου υπόδειξης σκηνών από κατηγορούμενο 2 (Τεκ. 6) Η) Αντίγραφο ημερολογίου προσέλευσης στον αστυνομικό σταθμό για τις 29.10.2014 (Τεκ. 7) Θ) Ιατρικό πιστοποιητικό, ημερ. 27.09.2012, που αφορά τον κατηγορούμενο 2 και εκδόθηκε από τον Δρ. Ανδρέα Δημητρίου (Τεκ. 8) και Ι) Ιατρικό πιστοποιητικό, ημερ. 06.10.2014, που αφορά τον κατηγορούμενο 2 και εκδόθηκε από τον Δρ. Ανδρέα Δημητρίου (Τεκ. 8Α). Από τις ένορκες μαρτυρίες των δύο αστυνομικών και του κατηγορούμενου προκύπτουν διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη λήψη των δύο επίμαχων καταθέσεων. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων που προσέφεραν τη μαρτυρία τους στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία: Ο αρχιαστυφύλακας Ζήνωνος, (Μ.Κ.1) ανέφερε ότι στις 29.10.2014 και ώρα 17:55 συνέλαβε στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού τον κατηγορούμενο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Ακολούθως του επέδωσε το έντυπο δικαιωμάτων επικοινωνίας κρατούμενου, γεγονός για το οποίο ο κατηγορούμενος υπέγραψε ενώ στην παρουσία του εξάσκησε το δικαίωμά του επικοινωνώντας τηλεφωνικά με τη δικηγόρο Λουίζα Λεμονάρη. Την ίδια ημέρα, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου έγινε έρευνα τόσο στο αυτοκίνητό του τελευταίου, που ήταν σταθμευμένο έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού, όσο και στο διαμέρισμα που αυτός διέμενε στην Πάφο. Κατά την αναχώρηση τους από το διαμέρισμα του, ο κατηγορούμενος ζήτησε να του επιτρέψουν να πάρει μαζί του τα φάρμακα του, πράγμα που έγινε, χωρίς ο Μ.Κ.1 να τον ρωτήσει ούτε για το είδος των φαρμάκων, ούτε για το τι ακριβώς είχε. Περί ώρα 19:30 της ίδιας ημέρας, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, όπου εκεί αρχικά ανακρίθηκε προφορικά από το Μ.Κ.1 και την αστυφύλακα με αριθμό μητρώου 3612 και ακολούθως, μεταξύ των ωρών 20:00 με 21:55, ο Μ.Κ.1 έλαβε από τον κατηγορούμενο την ανακριτική κατάθεση Έγγραφο Ω. Τούτο έγινε αφού προηγήθηκε γραπτώς η επίστηση της προσοχής του στο νόμο και ο κατηγορούμενος υπέγραψε το σχετικό λεκτικό. Η κατάθεση λήφθηκε στο γραφείο του υπεύθυνου του Κλιμακίου Διαρρήξεων υπαστυνόμου Κ. Κλεάνθους, αφού τα υπόλοιπα γραφεία του κτηρίου που βρίσκονταν την δεδομένη στιγμή δεν προσφέρονταν, όντας, είτε γεμάτα από διάφορα τεκμήρια, είτε χρησιμοποιούντο από την ως άνω συνάδελφο του αστυνομικό. Με δεδομένο, εξήγησε, ότι ο υπεύθυνος αξιωματικός του Κλιμακίου Διαρρήξεων θα σχόλανε, ζήτησε από τον τελευταίο να του παραχωρήσει το γραφείο του για να λάβει την κατάθεση από τον κατηγορούμενο, παράκληση που αποδέχθηκε ο περί ου ο λόγος αξιωματικός. Μετέφερε τον κατηγορούμενο στο ως άνω γραφείο γύρω στις 20:00 παρά. Εκεί βρισκόταν ακόμα ο υπαστυνόμος Κλεάνθους, ο οποίος αφού συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, (ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε ότι γνωρίζονταν) τον ρώτησε τι είχε γίνει και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι «εμπλέξαμεν». Ο Μ.Κ.2 του είπε «να πεις την αλήθεια και να μη φοβάσαι τίποτα». Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 αποχώρησε, σχολνώντας, αφού το καθήκον του ολοκληρώθηκε. Κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης η πόρτα του γραφείου ήταν κλειστή. Στο γραφείο ήταν μόνο ο Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος 2 ενώ σε κάποια διαστήματα έμπαινε σε αυτό και η συνάδελφος του με αριθμό μητρώου 3612, Χρυστάλλα Προδρόμου. Κανείς άλλος δεν μπήκε στο γραφείο όταν ο ίδιος λάμβανε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο, κατάθεση η οποία λαμβανόταν με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του, ο κατηγορούμενος υπέγραψε στην κάθε σελίδα και στο τέλος της κατάθεσης. Ο κατηγορούμενος δεν του ζήτησε κατά το χρόνο λήψης της συγκεκριμένης κατάθεσης (Έγγραφο Ω) να πάρει τα φάρμακα του ενώ όταν ο ίδιος έκανε νεσκαφέ για να πιεί, ρώτησε τον κατηγορούμενο εάν ήθελε και έκανε και στον ίδιο. Σε σχέση με τη δεύτερη κατάθεση, (Έγγραφο Ω1), ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι και αυτή λήφθηκε από τον ίδιο την 01.11.2014, μεταξύ των ωρών 12:00 με 14:15 στο γραφείο που η ανακριτική ομάδα, δηλ. ο Μ.Κ.1 και η αστυφύλακας Χρ. Προδρόμου χρησιμοποιούσαν, ασχολούμενοι κατά κύριο λόγο με αυτή την υπόθεση. Προηγήθηκε και πάλι γραπτώς η επίστηση στο νόμο την οποία ο κατηγορούμενος υπέγραψε, ενώ στη συνέχεια απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν υπογράφοντας σε κάθε σελίδα της κατάθεσης. Και πάλι παρούσα, χωρίς να συμμετέχει στη λήψη της κατάθεσης, ήταν η αστυφύλακας Χρ. Προδρόμου όχι όμως καθ' όλη τη διάρκεια της κατάθεσης. Πέραν αυτής ουδείς άλλος ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια αυτής της κατάθεσης υποβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ερωτήσεις διευκρινιστικές της πρώτης του κατάθεσης, καθώς και νέες ερωτήσεις, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε, είτε εκ μέρους του, είτε από οποιονδήποτε άλλο, πίεση, εξύβριση, άσκηση βίας ή υποσχέσεις προς τον κατηγορούμενο. Κατά τη λήψη της δεύτερης κατάθεσης, ο κατηγορούμενος είχε μαζί του ένα χάπι και του ζήτησε να το πάρει. Το χάπι, όπως το βαστούσε ο κατηγορούμενος του έπεσε στο πάτωμα και ο Μ.Κ.1 μαζί με τον κατηγορούμενο το αναζήτησαν για να το βρουν και να το πιεί. Τελικά δεν βρέθηκε το χάπι. Ο Μ.Κ.1 τον ρώτησε αν ήθελε να πάρει άλλο χάπι. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι είναι εντάξει και ότι θα το έπαιρνε μετά, ζητώντας όμως από το μάρτυρα να του κάνει καφέ. Ο Μ.Κ.1 δεν αντιλήφθηκε στη συνέχεια οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1, οι καταθέσεις (Έγγραφα Ω και Ω1), λήφθηκαν με την ελεύθερη βούληση του κατηγορούμενου και σε καμιά περίπτωση, τόσο ο Μ.Κ.1, όσο και κανένας άλλος, δεν τον απείλησε, ούτε τον εκφόβισε, ούτε τον εξύβρισε, ούτε του έταξε οτιδήποτε. Καμιά ψυχολογική πίεση δεν ασκήθηκε στον κατηγορούμενο. Πρώτη φορά άκουε στο Δικαστήριο τέτοιους ισχυρισμούς. Όπως ανέφερε, ο ίδιος δεν συνηθίζει να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο, ούτε έχει εξουσία να μπορεί να τάζει σε κάποιο κατηγορούμενο πως θα καταλήξει η υπόθεσή του στο Δικαστήριο. Ο ίδιος δεν γνώριζε κανένα από τους εμπλεκόμενους και δεν είχε κανένα λόγο να πείσει τον κατηγορούμενο να πει όσα είπε στις καταθέσεις του, με την υπόσχεση ότι θα τον έβγαζε μάρτυρα κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου
- Επαναλαμβάνοντας ότι από την πρώτη στιγμή που συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τη δικηγόρο Λουίζα Λεμονάρη, η οποία είναι κόρη του κατηγορούμενου 1, διερωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να προσπαθεί να κάνει τον κατηγορούμενο να πει κάτι που ο ίδιος δεν ήθελε εναντίον του κατηγορούμενου 1, τη στιγμή που ο μάρτυς γνώριζε ότι έχει δικηγόρο την κόρη του. Ο κατηγορούμενος, συμπλήρωσε, αν η συμπεριφορά απέναντι του ήταν τέτοια ως ισχυρίζεται, μπορούσε να κάνει το παράπονο του είτε στη δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε, είτε μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης του. Σε σχέση δε με το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου για την ορατή διαφορετικότητα των υπογραφών του τελευταίου στις καταθέσεις του, παρέπεμψε στις υπογραφές του κατηγορούμενου στις επιταγές του τεκμηρίου 1, τις οποίες, σύμφωνα με το Μ.Κ.1 οπισθογράφησε και εξαργύρωσε ο κατηγορούμενος σε προγενέστερο και ανύποπτο από τη σύλληψη και ανάκριση του χρόνο και οι οποίες, σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.1, διαφέρουν επίσης μεταξύ τους. Ο υπαστυνόμος Κόκος Κλεάνθους, (Μ.Κ.2) υπεύθυνος του Κλιμακίου Διαρρήξεων του ΤΑΕ Πάφου, ανέφερε ότι στις 29.10.2014 ήταν καθήκον στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου από τις 06:52 μέχρι τις 20:15 της ίδιας ημέρας, που σχόλασε. Προς επίρρωση τούτου έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου φωτοαντίγραφο της σχετικής σελίδας του ημερολογίου καθηκόντων του ΤΑΕ Πάφου (Τεκ. 7). Γύρω στις 20:00 της ίδιας μέρας και ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από το γραφείο του ήλθε ο Μ.Κ.1, ο οποίος εργαζόταν μαζί με την αστυφύλακα με αριθμό μητρώου 3612 σε διπλανό γραφείο και τον ρώτησε εάν μπορεί να χρησιμοποιήσει το γραφείο του για να λάβει μια κατάθεση. Με δεδομένο ότι ο ίδιος εκείνη την ώρα σχολνούσε του το πρόσφερε ευχαρίστως. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.1 έφερε μέσα στο γραφείο του τον κατηγορούμενο, τον οποίο ο ίδιος γνώριζε, αφού πριν από 8 χρόνια τον είχε επισκεφθεί μια δυο φορές στο κατάστημά που ο κατηγορούμενος διατηρούσε για να αλλάξει ή να επιδιορθώσει ελαστικά αυτοκινήτου του. Ο μάρτυς, αντιλαμβανόμενος τον κατηγορούμενο του είπε καλησπέρα και ο τελευταίος του απάντησε με την ίδια λέξη. Τον ρώτησε τι γίνεται και ο κατηγορούμενος του είπε κάτι μεταξύ «έμπλεξα», «εμπλέξαμε», «εμπλέξαμεν». Ο Μ.Κ.2, επειδή δεν κατάλαβε τι ακριβώς είπε, τον ρώτησε αν έμπλεξε ή τον έμπλεξαν και ο κατηγορούμενος του είπε ότι τον έμπλεξαν. Ο Μ.Κ.2 τον προέτρεψε να πει την αλήθεια στην κατάθεσή του στο Μ.Κ.1 για να ξεμπλέξει. Ο μάρτυς θυμόταν πως την ώρα που θα έφευγε ο κατηγορούμενος του είπε ότι πρέπει να πίνει κάτι χάπια. Ο ίδιος τότε ρώτησε το Μ.Κ.1 τι γίνεται με τα χάπια του κατηγορούμενου και ο Μ.Κ.1 του είπε ότι τα είχε στην κατοχή του. Είπε ακόμη να δώσουν τα χάπια στον κεντρικό σταθμό, όταν μεταφέρουν εκεί τον κατηγορούμενο και ότι θα του τα δίνουν εκείνοι, σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού. Στη συνέχεια έφυγε από το γραφείο του και κατευθύνθηκε στο απέναντι κτίριο που είναι το βιβλίο καθηκόντων. Συζήτησε με παριστάμενους συναδέλφους του και γύρω στις 20:15, σύμφωνα και με το ημερολόγιο, σχόλασε και πήγε στο σπίτι του. Όταν του επιδείχθηκαν οι δυο καταθέσεις, (Έγγραφα Ω και Ω1) ανέφερε ότι δεν τις αναγνωρίζει, ούτε ήταν παρών κατά τη λήψη τους. Ειδικότερα, σε σχέση με την κατάθεση Έγγραφο Ω, υπέδειξε πως με δεδομένο ότι αναχώρησε από το γραφείο του πριν ο Μ.Κ.1 αρχίσει να γράφει την κατάθεση του κατηγορούμενου, δεν ξέρει τι ώρα ξεκίνησε η συγκεκριμένη κατάθεση, ούτε τι ώρα τελείωσε, ούτε το περιεχόμενό της. Ο μάρτυς αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να πιεί τα φάρμακά του και ότι ο ίδιος μαζί με το Μ.Κ.1, αρχικά φώναζαν στον κατηγορούμενο και τον εξύβριζαν και ακολούθως του υποσχέθηκαν πως εάν έλεγε αυτά που έπρεπε να πει στην κατάθεση Έγγραφο Ω, θα ήταν μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση. Η μόνη εμπλοκή του στις 29.10.2014, επέμενε, ήταν όσα εξήγησε ότι διαδραματίστηκαν στο γραφείο του, προσθέτοντας ότι επρόκειτο για μια συζήτηση 3-4 λεπτών στο πόδι. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι άσκησε οποιαδήποτε βία στον κατηγορούμενο, όχι μόνο διότι δεν είναι του χαρακτήρα του, αλλά και διότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο που κατά τον τρόπο που εξήγησε ήταν γνωστός του. Πέραν τούτου, όπως είπε, δεν ήξερε καθόλου την υπόθεση και δεν ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας. Όσον αφορά την κατάθεση Έγγραφο Ω1, υπέδειξε ότι την 01.11.2014 δεν ήταν καν καθήκον. Η μόνη ανάμειξή του στην υπόθεση ήταν ότι στις 02.11.2014, ημέρα Κυριακή, ενόψει του γεγονότος ότι εργαζόταν παρουσίασε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο για σκοπούς προσωποκράτησης. Τούτο έγινε παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση, μετά από παράκληση του Μ.Κ.1, καθότι ο τελευταίος είχε ανειλημμένη υποχρέωση εκτός επαρχίας. Σε ερώτηση εάν ανέφερε στο Δικαστήριο, ότι προΐστατο των ερευνών, υπέδειξε ότι δεν θυμάται τι είπε, σημειώνοντας ότι συνήθως για να δικαιολογήσει την παρουσία του σε παρόμοιες διαδικασίες, ως αξιωματικός, λέει ότι προΐσταται ή ότι λαμβάνει μέρος στις εξετάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση ανέφερε, είναι δεδομένο ότι δεν είπε πως είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας. Ο κατηγορούμενος ανέφερε πως όταν τον συνέλαβε ο Μ.Κ.1, στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού, τον εξύβριζε και του φώναζε ότι έφαγε τα λεφτά του Εγγλέζου. Τον εξύβριζε επίσης και κατά την διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε στο σπίτι του. Άλλωστε, τη γραπτή συγκατάθεση του για έρευνα, (τεκμήριο 4) την υπέγραψε μεν, αλλά όχι πριν παρά μόνο μετά την διεξαγωγή της. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 τον μετέφερε στο ΤΑΕ Πάφου, όπου εκεί βρισκόταν εκτός από τον Μ.Κ.2 και μια κοπέλα αστυνομικός της οποίας δεν θυμόταν το όνομά. Εντόπισε στο χώρο την Παναγιώτα Μιχαήλ (κατηγορούμενη 4) η οποία τον χαιρέτησε λέγοντας του ότι την βρίζουν οι αστυνομικοί, γεγονός που τον αναστάτωσε. Στον ίδιο πάντως οι αστυνομικοί προσφέρθηκαν να του κεράσουν φραπέ και ο Μ.Κ.1 κατά το στάδιο που θα του λάμβανε την 1η κατάθεση, (Έγγραφο Ω) τον καλόπιανε. Όπως του είπε, είναι τον Λεμονάρη (κατηγορούμενο 1) που ήθελε να πιάσει, που ήταν ο αδειούχος κτηματομεσίτης και όχι τον ίδιο. Τα ίδια του ανέφερε και προηγούμενα ο αξιωματικός Κλεάνθους, ο οποίος, ως ο κατηγορούμενος δήλωσε ήταν γνωστός του. Όταν ο Μ.Κ.1 ξεκίνησε να του παίρνει κατάθεση, ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν πήγε σχολείο και δεν ξέρει, ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει. Ρώτησε το Μ.Κ.1 τι πρέπει να πει και αυτός του είπε ότι θα του πάρει μια κατάθεση για να τον βγάλει μάρτυρα. Όταν είπε στο Μ.Κ.1 ότι δεν μπορεί να τη διαβάσει και ότι θα θέλει δικηγόρο για να του τη διαβάσει, ο Μ.Κ.1 του είπε ότι δεν έχει τίποτε για να φοβάται και ότι θα βγει μάρτυρας. Ο αστυνομικός κατέγραψε την κατάθεση, του τη διάβασε και ο ίδιος την υπέγραψε, όπως υπέγραψε και τη δεύτερη κατάθεση του, έχοντας τη διαβεβαίωση ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα και ότι θα έβγαινε μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου
- Παρόλες τις υποσχέσεις, υποστήριξε, τον ξεγέλασαν και τελικά τον έφεραν κατηγορούμενο στο Δικαστήριο. Δεν ήταν «πελλός» είπε να πάει να βάλλει το σχοινί στην κεφαλή του δίνοντας ψεύτικη κατάθεση, ούτε τόσο «αλαφρόμυαλος» για να πάει φυλακή για οποιονδήποτε, εάν δεν τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα βγει μάρτυρας κατηγορίας, καταλήγοντας ότι «μόνο ένας αμπάλατος ήταν να δώσει κατάθεση...». Υποστήριξε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του στις 29.10.2014, (Έγγραφο Ω) είπε στο Μ.Κ.1 ότι ήθελε να πιεί τα χάπια του, τα οποία είχε, δείχνοντας του τα χάπια όπως και τα χαρτιά του γιατρού για τα χάπια. Ο Μ.Κ.1 του είπε ότι θα του έδινε ένα χάπι. Το χάπι έπεσε κάτω και ο Μ.Κ.1 έψαχνε να το βρει για να του το δώσει χωρίς όμως να το βρει. Ο κατηγορούμενος έπαθε πανικό. Παρακάλεσε τον Μ.Κ.1 να του φέρει άλλο χάπι αλλά ο τελευταίος δεν του έδωσε, λέγοντας του να περιμένει να τον πάρουν στα κρατητήρια. Επειδή δεν ήταν καλά, η κατάθεση σταμάτησε και ύστερα από δυο ημέρες ή την επόμενη ημέρα προέβη στη δεύτερη κατάθεση. Η υπογραφή του, υποστήριξε, ήταν αποτέλεσμα της πίεσης που δέχθηκε από την αστυνομία αφού ήθελε τα χάπια του και δεν του τα έδιναν. Σε υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου της Δημοκρατίας, ότι το επεισόδιο με το χάπι, έγινε κατά τη λήψη της δεύτερης κατάθεσης (01.11.2014) και όχι της πρώτης, (29.10.2014) απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται ποιά μέρα ήταν. Σε ερώτηση εάν όταν του λάμβαναν τη δεύτερη κατάθεση (Έγγραφο Ω1) τον απείλησαν, του έταξαν, τον εκφόβισαν ή του υποσχέθηκαν, απάντησε ότι δεν είναι θέμα φόβου, διότι εκείνο που του είχαν πει είναι ότι θα βγει μάρτυρας, να τους βοηθήσει και δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Ο ίδιος μάλιστα, είπε στο Μ.Κ.1, γράψε αυτό που θέλεις, να σου υπογράψω και να με βγάλεις μάρτυρα. Αναφερόμενος σε υπόδειξη χωραφιού που φέρεται ο ίδιος να προέβη, δήλωσε πως όταν οι αστυνομικοί ήλθαν να τον πάρουν για να προβεί σε υπόδειξη του, τους είπε, διερωτώμενος, «μα ποιο χωράφι;» Τότε τον πήραν λέγοντας του ότι θα τον πάρουν έναν περίπατο και ο ίδιος τους είπε «εντάξει πάμε». Τον έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητο, χωρίς χειροπέδες και όταν ο Μ.Κ.1 τον πήρε στο χωράφι, ρωτώντας εάν είναι αυτό, αυτός του είπε ότι δεν θυμάται. Ο Μ.Κ.1 του είπε να πει ότι είναι αυτό το χωράφι και να υπογράψει το έντυπο υπόδειξης σκηνής, (Τεκ. 6) διότι θα τον άφηναν ελεύθερο αμέσως. Τον διαβεβαίωσε και πάλι ότι δεν είχε να φοβηθεί τίποτα, διότι θα έβγαινε μάρτυρας κατηγορίας. Αναγνώρισε ταυτόχρονα, ως δικές του, κάποιες από τις υπογραφές στη θέση του οπισθογράφου σε επιταγές του τεκμηρίου 1, τον αριθμό τηλεφώνου και της ταυτότητάς του, αρνούμενος όμως ότι ο ίδιος έγραψε τα ονόματα των δικαιούχων των επιταγών στα συγκεκριμένα τεκμήρια, εκτός από το όνομα στην επιταγή με διακριτικό στοιχείο Μ-22, αναφέροντας, ότι η συγκεκριμένη επιταγή είναι αυτή που του έδωσε ο παραπονούμενος και αγόρασε τρία αυτοκίνητα. Στην επανακλήτευσή του, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου δικηγόρου του και σχετική άδεια του Δικαστηρίου, προκειμένου να δώσει μαρτυρία για το πως αισθανόταν από τη μη λήψη των φαρμάκων του κατά τη λήψη της κατάθεσης Έγγραφο Ω, (ως αποσαφήνισε τελικώς, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας τη θέση της πλευράς του, ο συνήγορός του) ο κατηγορούμενος αναγνώρισε τα ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκ. 8 και 8Α) επαναλαμβάνοντας ότι μετά τη σύλληψή του πήγαν στο σπίτι του με την αστυνομία και πήραν τα χάπια του, τα οποία κρατούσε η αστυνομία. Όταν πήγε στον αστυνομικό σταθμό ζήτησε τα χάπια του. Κρατούσε δυο χάπια. Το ένα έπεσε κάτω και το ήθελε. Ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έψαχνε με τον αστυνομικό το χάπι που έπεσε κάτω, αλλά δεν το βρήκαν. Σε ερώτηση πώς αυτό τον επηρέασε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, υπέδειξε ότι πανικοβλήθηκε, δεν έβλεπε και έπεσε σε κατάθλιψη. Ισχυρίσθηκε πως όταν δεν πάρει αυτά τα χάπια, δεν αισθάνεται τι λέει και τι κάνει, ότι αυτά τα χάπια είναι για να ηρεμεί και ότι αυτό το γράφει το χαρτί του γιατρού που του τα δίνει αλλά αναγράφεται και πίσω από τα χάπια ZOLOFT. Επέμεινε ότι την συγκεκριμένη στιγμή που του λαμβανόταν η κατάθεση αισθανόταν ζάλη, πίεση, γύριζε το κτίριο πάνω του και δεν αισθανόταν καλά. Εάν δεν πιείς αυτά τα χάπια, υπέδειξε, δεν μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Μιλούσε και βιαζόταν να τελειώσει γρήγορα για να πάρει τα χάπια του, γιατί δεν του τα έδιναν. Διευκρίνισε ότι ο αστυνομικός, ο οποίος κρατούσε τα χάπια του, του έδωσε το χάπι, πλην όμως όταν του έπεσε κάτω, παρά το γεγονός ότι το έψαξαν με τον αστυνομικό δεν το βρήκαν. Ο αστυνομικός αρνήθηκε να του δώσει άλλο χάπι. Εξήγησε ότι καθημερινά παίρνει τα χάπια ZOLOFT το πρωί ενώ το βράδυ λαμβάνει το XANAX για να κοιμάται. Ο Ψυχίατρος, Δρ. Ανδρέας Δημητρίου, στην κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε τα Τεκμήρια 8 και 8Α ως τις ψυχιατρικές βεβαιώσεις που ο ίδιος εξέδωσε και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους, επεξηγώντας τα ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος και τη θεραπεία που του συνέστησε. Ο κατηγορούμενος, εξήγησε ο μάρτυς, τον οποίο είχε την ευκαιρία να δει κατά τον χρόνο που εξέδωσε τα δύο πιστοποιητικά του, είχε τα χαρακτηριστικά συμπτώματα κρίσης πανικού και γι' αυτό του χορηγήθηκε αντικαταθλιπτική και αγχολυτική θεραπεία. Παραπέμποντας στο πιστοποιητικό του ημερ. 06.10.2014 (τεκμήριο 8Α) διευκρίνισε ότι το χάπι ZOLOFT που του χορήγησε τον Οκτώβριο του 2014 αποτελεί ένα μοντέρνο και δυνατό αντικαταθλιπτικό που συνιστάται για την αντιμετώπιση κρίσεων πανικού που συνοδεύονται από κατάθλιψη. Καταπολεμά τον φόβο, το άγχος, τον τρόμο ενώ ενισχύει την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση επιτρέποντας στο άτομο να λειτουργεί καλύτερα και πιο αποτελεσματικά. Ως εξήγησε το ZOLOFT δίνεται μια φορά την ημέρα καλύπτοντας τον ασθενή για 24 ώρες. Σύμφωνα με το Δρ. Δημητρίου, η απότομη στέρηση αυτού του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει κρίσεις πανικού και έντονη ψυχολογική φόρτιση, με ταχυκαρδία, νευρικότητα, μειωμένη συγκέντρωση, φόβο και έντονο άγχος ενώ ο ασθενής μπορεί να γίνει ευκολότερα υποβολιμαίος. Το χάπι XANAX, που επίσης χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο, λειτουργεί με τον ίδιο περίπου τρόπο, έχει όμως μικρότερη διάρκεια δράσης. Σε περίπτωση δε που ένας ασθενής τερματίσει αδικαιολόγητα τη χρήση τους, είναι δυνατόν να παρουσιαστούν συμπτώματα στέρησης. Σχολιάζοντας ειδικότερα την περίπτωση του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι χορήγησε στον τελευταίο τη μικρότερη δοσολογία του σκευάσματος ZOLOFT, το οποίο ο ασθενής παίρνει το πρωί και είναι πλήρως καλυμμένος για ολόκληρο το 24ωρο. Το XANAX χορηγήθηκε στον ασθενή με οδηγίες να το παίρνει το βράδυ με σκοπό να τον υποβοηθά στον ύπνο. Όπως τον ενημέρωσε ο κατηγορούμενος η θεραπεία που του χορηγήθηκε ήταν αποτελεσματική και ο μάρτυς του συνέστησε τη συστηματική λήψη της. Αποσαφήνισε παράλληλα πως από επιστημονική άποψη, εάν ο ασθενής πάρει το ZOLOFT το πρωί δεν τίθεται ζήτημα συμπτωματικής στέρησης για το επόμενο 24ωρο εάν δε χάσει μια δόση και το πάρει την επόμενη μέρα, δεν υπάρχει πρόβλημα. Στην Δημοκρατία v Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 ΑΑΔ 37 στη σελ. 47 επισημάνθηκε ότι: «Δεν υπάρχει στην Κύπρο, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το βάρος της απόδειξης ότι η κατάθεση είναι θεληματική βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει συγκεκριμένα ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου πάνω στην οποία προσπαθεί να στηριχθεί ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης θέλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του κατηγορούμενου. Αναφέρουμε εδώ ότι στην Κύπρο, τα Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση, από ότι στην Αγγλία (βλ. Criminal Procedure in Cyprus των Α.Ν. Λοίζου και Γ.Μ. Πική, σελ. 140-142 και Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Αν από την έρευνα φανεί ότι η ομολογία λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, αυτή δεν θα γίνει αποδεκτή. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε μέσα σε συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα δε ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πίεση ή δεν δόθηκε οποιαδήποτε υπόσχεση (βλ. Commissioner of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)51 Cr. App. R. 123, D.P.P. v. Ling
(1975)3 All E.R. 175, Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petris v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40). Η κλασσική διατύπωση της αρχής που διέπει τη δεκτότητα μιας ομολογίας φαίνεται στην υπόθεση Ibrahim v. R
(1914)A.C. 599, 609 (σε ελεύθερη μετάφραση): «Έχει προ πολλού καθιερωθεί σαν θετική αρχή του Αγγλικού Ποινικού Δικαίου ότι κατάθεση κατηγορουμένου προσώπου τότε μόνο γίνεται δεκτή σαν μαρτυρία όταν αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ήταν θεληματική με την έννοια ότι δεν λήφθηκε από φόβο για ζημιά ή από ελπίδα για όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας.» Στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73 υπογραμμίζεται ότι το ζήτημα της θεληματικότητας είναι ζήτημα πραγματικό. Στις σελίδες 86-87 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Είναι αλήθεια ... ότι κάποια κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση η οποία λήφθηκε όπως αναφέρεται στις αποφάσεις κάτω από «ύποπτες περιστάσεις». Η ουσία των αποφάσεων αυτών είναι ότι το Δικαστήριο που είναι επιφορτισμένο να αποφασίσει για τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να προβεί σε ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνοδεύουν την κατάρτισή της και δεν πρέπει να διστάσει να την απορρίψει εάν το γεγονός της δημιουργίας της βρίθει υποψιών. Αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη συντήρηση της ευνομίας. Καμία όμως από τις πιο πάνω αποφάσεις δεν στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην Azinas and Another v. The Police. Οι Δικαστικοί Κανόνες επίσης, όπως τονίστηκε, δεν είναι καθαυτοί κανόνες δικαίου η παραβίαση των οποίων καθιστά απαράδεκτη μια κατάθεση. Είναι βοηθήματα, αναμφίβολα σημαντικά, για να αποφασιστεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική.» Στην Petris (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο στην εξέταση του θέματος της δεκτότητας μιας κατάθεσης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, πρόσθετα με τη θεληματικότητα, και το κατά πόσο η κατάθεση «πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου». Όπως δε αποφάσισε το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R. v. Miller
(1986)3 All E.R. 119, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ή να απορρίψει ομολογία προσώπου που κατά τον χρόνο που την έδινε πιθανόν να ήταν παράλογο (irrational) και τα όσα ανέφερε πιθανόν να ήταν προϊόντα της φαντασίας του και παραισθήσεων. Στην υπόθεση Ioannides v. The Republic
(1968)2 Α.Α.Δ. 169, αναφέρθηκε ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης: «..είναι θέμα δικαστικής διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι εξ΄ίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να δεχθεί ή να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ακόμη και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πάρθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση.» Επί του ιδίου θέματος αναφέρεται στο σύγγραμμα του δικαστή Λόρδου Devlin, The Criminal Prosecution in England, ότι η ουσία του πράγματος είναι ότι ο δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει γίνει άδικη και καταπιεστική χρήση των εξουσιών της Αστυνομίας. Εάν ικανοποιηθεί, θα απορρίψει τη μαρτυρία παρόλο που δεν υπάρχει κανόνας που ειδικά το απαγορεύει. Εάν δεν ικανοποιηθεί θα δεχθεί τη μαρτυρία έστω και αν υπάρχει κάποια τεχνική παραβίαση ενός από τους Κανόνες, οι οποίοι έγιναν για την καθοδήγηση της Αστυνομίας και όχι για τον περιορισμό της δικαστικής εξουσίας. Στην υπόθεση Sacheverell Houghton, Stephen Franciosy
(1979)68 Cr. App. R. 197, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι κρίνεται σε αυτή τη διαδικασία, στηρίζεται στο αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται μόνο για τους σκοπούς της δίκης εντός δίκης. Η δε ετυμηγορία του Δικαστηρίου περιορίζεται μόνο στο θέμα που αυτή αφορά (βλ. Αρέστη v Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 504). Η εξέταση των επιδίκων θεμάτων στη δίκη εντός δίκης συνεπάγεται αναπόφευκτα τη διατύπωση αριθμού ευρημάτων. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει η νομολογία, είναι αναγκαίο η αξιολόγηση της μαρτυρίας να περιορίζεται στα στενότερα δυνατά πλαίσια. Το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου είναι επιθυμητό να παραμένει ανοικτό για να αποφασιστεί στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (βλ. Ioannides v. The Republic (ανωτέρω). Η αναγκαιότητα αυτή επιβάλλει περιορισμούς στο σχολιασμό της μαρτυρίας αλλά και στη διατύπωση ευρημάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε τη μαρτυρία, και έχοντας κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου, θα διατυπώσουμε μόνο τα άκρως απαραίτητα ευρήματα μας και στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν την παρούσα διαδικασία. Δεν μας διαφεύγει επίσης, ότι το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής προέρχεται από αστυνομικά όργανα. Εξετάσαμε αυτή τη μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή και αισθαντικότητα, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο υπερβολικός ζήλος που πολλές φορές επιδεικνύουν τα αστυνομικά όργανα να έχει οδηγήσει σε παραποίηση της πραγματικότητας ή απαράδεκτο χρωματισμό των γεγονότων (βλ. Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169 και Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217). Σε σχέση με τη μαρτυρία του Δρ. Δημητρίου, αυτή είναι επί της ουσίας αναντίλεκτη. Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου όχι μόνο την θετική εικόνα του μάρτυρα στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και την ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας του επί των ουσιαστικών της πτυχών, την αποδέχεται στο σύνολό της. Στρέφοντας την προσοχή μας στην εκδοχή και τις θέσεις του κατηγορούμενου, περιοριζόμενοι πάντα στα ζητήματα που ενδιαφέρουν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, αβίαστα προκύπτουν τα ακόλουθα: Παρά την αρχική τοποθέτηση του ότι το περιστατικό που ο ίδιος περιέγραψε με το χάπι, προκρίνοντας πάντα τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη των ειδικότερων γεγονότων που περιβάλλουν τη μη λήψη τελικά από τον ίδιο του χαπιού που έπεσε στο πάτωμα, ότι δηλαδή αυτό συνέβη κατά το χρόνο λήψης της πρώτης του κατάθεσης, (Έγγραφο Ω) εντούτοις, όταν του υπεβλήθη η θέση πως το περιστατικό συνέβη κατά τον χρόνο λήψης της δεύτερης κατάθεσης του, (Έγγραφο Ω1) φανερά αμήχανος και ανήσυχος δήλωσε τελικά πως δεν ήταν σε θέση να θυμάται πότε τούτο έλαβε χώρα. Η εκ των υστέρων αποσαφήνιση της θέσης της πλευράς του για το ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς την ως άνω διαπίστωση. Αβεβαιότητα και ασάφεια προκύπτει, από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου για το ποιός κρατούσε το χάπι ή τα χάπια κατά το στάδιο που του έπεσε ένα χάπι στο πάτωμα, αφού ο κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο, σε αντίθεση με την τελικώς προωθηθείσα από τον ίδιο θέση (ότι δηλαδή ήταν ο Μ.Κ.1 που τα κρατούσε δίνοντας του ένα μόνο χάπι το οποίο έπεσε στο πάτωμα) υπέδειξε ότι κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης, ήταν ο ίδιος που κρατούσε δύο χάπια το ένα εκ των οποίων του έπεσε. Εντύπωση επίσης προκαλεί η θέση του πως ενώ, ως υποστηρίζει, η αστυνομία τον καλόπιανε για να προβεί στις καταθέσεις κατά τον τρόπο που του ζητούσε, με απώτερο μάλιστα στόχο την ενοχοποίηση τρίτου προσώπου, ταυτόχρονα και παρά το καλόπιασμα και τα κεράσματα, του συμπεριφερόταν με τέτοιο εκβιαστικό και απάνθρωπο τρόπο, παραλείποντας να του χορηγήσει το αναγκαίο για τον ίδιο χάπι κωφεύοντας στις εκκλήσεις του προς τούτο. Εύλογα, πιστεύουμε, διερωτάται ο τρίτος ανεξάρτητος παρατηρητής για τη χρησιμότητα μιας τέτοιας συμπεριφοράς εκ μέρους του εξεταστή Ζήνωνος, τη στιγμή που ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δηλώνει, ο εν λόγω αστυνομικός, όχι μόνο του επέτρεψε να πάρει το χάπι του, αλλά και όταν αυτό έπεσε από τον κατηγορούμενο στο πάτωμα, το έψαχνε μαζί του για να το βρει. Από μόνη της η θέση πως ενώ του επέτρεψε να πάρει το χάπι και τον συνέδραμε στην αναζήτηση του όταν αυτό έπεσε από τον κατηγορούμενο στο πάτωμα, στη συνέχεια αρνήθηκε να του δώσει άλλο χάπι, σε αναπλήρωση πάντα αυτού που έχασε ο κατηγορούμενος, στερείται λογικής συνέπειας και συνέχειας κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την αποδοχή της. Η εικόνα άλλωστε που θέλησε να προβάλει και να προωθήσει στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος για το Μ.Κ.1, ότι πρόκειται για έναν αστυνομικό καταπιεστικό που δεν σεβάστηκε και καταπάτησε τα δικαιώματά του, ως υπόπτου, δεν κρίνεται πειστική και απορρίπτεται, στη βάση των γεγονότων που ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποστήριξε στο Δικαστήριο, καθώς, όπως παραδέχθηκε, αμέσως μετά τη σύλληψή του είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη δικηγόρο Λουϊζα Λεμονάρη, κόρη του Κατηγορούμενου 1, προφανώς για να τη συμβουλευτεί, αλλά και όπως προκύπτει από τα όσα είπε, για να εμφανισθεί στη συνέχεια στην αίτηση προσωποκράτησης, με την οποία συναντήθηκε και συνομίλησε και στο Δικαστήριο όπου του ανακοίνωσε, ότι δεν μπορούσε να τον εκπροσωπήσει, διότι στην υπόθεση εμπλεκόταν και ο πατέρας της, χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο να της αναφέρει οτιδήποτε ή να της εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο. Διερωτήθηκε επίσης ο κατηγορούμενος, θέλοντας να πείσει ότι η κατάσταση πραγμάτων ήταν όπως ο ίδιος την περιέγραφε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέβη στις δύο υπό συζήτηση καταθέσεις του, ενοχοποιώντας και εμπλέκοντας και τον εαυτό του, ποιος ο λόγος να προβεί σε αυτή την ενέργεια, δηλώνοντας ότι «μόνο ένας αμπάλατος ήταν να δώσει κατάθεση ενάντια μου», εννοώντας προφανώς εναντίον του εαυτού του. Διαλανθάνει της προσοχής του ότι η συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές ή ακόμα και η ομολογία κάποιου, είτε ως εξ υπαρχής ελεύθερη επιλογή είτε προκύπτουσα εξ' ανάγκης, αλλά πάντως προϊόν δικής του, ελεύθερης βούλησης και θέλησης, αποτελεί πάντα επιλογή που κάθε πολίτης έχει στη διάθεση του. Ούτε η θέση, που προβλήθηκε ουσιαστικά ως επιχείρημα, ότι οι διαφορετικές υπογραφές στις καταθέσεις του επιμαρτυρούν ουσιαστικά την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιήλθε μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος, όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμη και σε περιόδους που δεν φαίνεται να τελούσε σε οποιαδήποτε ψυχολογική φόρτιση, π.χ. όταν υπέγραφε σε επιταγές και έντυπα του Τεκμηρίου 1, συχνά υπέγραφε με διαφορετικό τρόπο. Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δεν πρέπει σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση να αξιολογείται συνολικά ένας μάρτυρας και δη ο κατηγορούμενος, αντίθετα πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας του, δεν μπορούμε ταυτόχρονα παρά να σημειώσουμε ότι για τα ειδικότερα ζητήματα που εδώ πάντα ενδιαφέρουν, ήταν εύκολα διακριτή η προσπάθεια του κατηγορούμενου να υπεκφεύγει, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί σε ζητήματα που του ετίθεντο ή σε ερωτήματα τα οποία θα μπορούσαν να συγκεκριμενοποιήσουν στο χρόνο και στο χώρο, γεγονότα στα οποία ο ίδιος αναφέρθηκε, όπως για παράδειγμα όταν κλήθηκε να τοποθετηθεί αν ήταν μεσημέρι ή βράδυ που εξελίχθηκε το επεισόδιο με το χάπι ή ποιο ήταν τελικά το χάπι που έπεσε στο πάτωμα και αρνήθηκαν να του αναπληρώσουν, επαναλαμβάνοντας, πολλές φορές στερεότυπα, εκφράσεις όπως «δεν απαντώ» ή ακόμα «δεν μπορώ να σου απαντήσω» ή «δεν έχω να σου απαντήσω τίποτε». Η εντύπωση που αβίαστα αποκομίσαμε ήταν ότι προσπαθούσε πάση θυσία να αποστασιοποιηθεί από τις καταθέσεις του, επιστρατεύοντας, πότε το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, πότε διανθίζοντας την εκδοχή του με ανύπαρκτα γεγονότα θέλοντας να την καταστήσει πιο αληθοφανή, μη διστάζοντας παράλληλα να επικαλεστεί το όποιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να υιοθετήσουμε τη θέση του Μ.Κ.1 ότι το περιστατικό της μη λήψης του χαπιού εκ μέρους του κατηγορούμενου, έγινε κατά τον χρόνο λήψης της δεύτερης κατάθεσης του τελευταίου στις 01.11.2014, και ότι παρά το γεγονός ότι ο αστυφύλακας που του επέτρεψε να πάρει το συγκεκριμένο χάπι τον ρώτησε αν ήθελε να τον προμηθεύσει με άλλο, ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι δεν χρειάζεται και ότι θα το πάρει αργότερα. Ότι απασχολεί είναι αν αντικειμενικά ορωμένων των πραγμάτων, στη βάση πάντα όσων έχουν τεθεί υπόψη μας στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία, το γεγονός της μη λήψης του συγκεκριμένου σκευάσματος είχε οποιαδήποτε επίδραση στη βούληση του κατηγορούμενου να προβεί στην κατάθεση του έγγραφο Ω
- Είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος προσχηματικά επιχείρησε να επικαλεστεί το γεγονός της μη λήψης του σκευάσματος κατά το στάδιο που λαμβανόταν από τον ίδιο η κατάθεση ημερ. 01.11.2014, (Έγγραφο Ω1) - η οποία θα πρέπει να σημειωθεί πως ως είναι και η θέση της υπεράσπισης, αποτελεί συμπληρωματική και επιβεβαιωτική κατάθεση των όσων έχουν ήδη αναφερθεί από τον κατηγορούμενο 2 στην προηγηθείσα κατάθεση του ημερ. 29.10.2014 (Έγγραφο Ω) - επιχειρώντας, ανεπιτυχώς πάντως, να πείσει ότι ενόψει της μη λήψης του συγκεκριμένου φαρμάκου, περιήλθε σε κατάσταση στέρησης, όπως την εξήγησε ο Δρ. Δημητρίου, καθιστάμενος έτσι υποβόλημος σε ότι άλλοι και ειδικότερα στην περίπτωση του ο αρχιαστυφύλακας Ζήνωνος και ο υπαστυνόμος Κλεάνθους του υπαγόρευαν να αναφέρει. Ο κατηγορούμενος, προσπάθησε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης αλλά και της αντεξέτασης του, να πείσει το Δικαστήριο, ότι ο λόγος που προέβη και στις δυο καταθέσεις, ήταν η διαβεβαίωση των αστυνομικών, ότι ο ίδιος δεν θα διωχθεί ποινικά για την παρούσα υπόθεση αλλά θα χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας εναντίον τρίτου προσώπου. Ουσιαστικά, ότι εξαπατήθηκε από την αστυνομία όταν του έλεγαν πως ο ίδιος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα αφού άλλος ήταν στο στόχαστρό της. Θέση που ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειώσουμε πως από μόνη της, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης δίκης, απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, αίολη και μετέωρη, δεν πείθει. Ακροθιγώς θα λέγαμε, αναφέρθηκε στο στάδιο αυτό της μαρτυρίας του στο ζήτημα της εσκεμμένης εκ μέρους της αστυνομίας στέρησης από τον ίδιο του χαπιού του κατά τη διάρκεια λήψης της πρώτης του κατάθεσης (όπως τουλάχιστο αρχικά επέμενε). Μόνο στο στάδιο της επανακλήτευσης του, επιχείρησε να αναδείξει ως κύριο λόγο που έδωσε τη πρώτη του κατάθεση την υποβολιμαία ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιήλθε, λόγω της εσκεμμένης παράλειψης, από την πλευρά του Μ.Κ.1, να του χορηγήσει το χάπι. Η δεινή ψυχολογική κατάσταση στην οποία ο κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι πράγματι περιήλθε, λόγω της ισχυριζόμενης στέρησης του χαπιού - που απέφυγε συστηματικά να προσδιορίσει ποιο ήταν αυτό - όχι μόνο δεν υποστηρίζεται, αλλά αντίθετα φαίνεται να αντικρούεται από τη μαρτυρία του Δρ. Δημητρίου, τον οποίο ο ίδιος κάλεσε για να ενισχύσει προφανώς την εκδοχή του επί του συγκεκριμένου σημείου. Στη βάση όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως οι οδηγίες του θεράποντος ιατρού του κατηγορούμενου, ο τελευταίος για την αντιμετώπιση της κατάστασης του όπως αυτή περιγράφεται στα Τεκμήρια 8 και 8Α και εξηγήθηκε από τον Δρ. Δημητρίου, θα έπρεπε να λαμβάνει το σκεύασμα ZOLOFT το πρωί, το οποίο θα τον κάλυπτε τουλάχιστον για 24 ώρες, ενώ το σκεύασμα XΑΝΑΧ θα έπρεπε να το λαμβάνει το βράδυ, σκεύασμα το οποίο ειδικά στην περίπτωση του κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν ήδη καλυμμένος με το ZOLOFT, θα βοηθούσε τον τελευταίο απλώς στον ύπνο. Η κατάθεση (Έγγραφο Ω1) φαίνεται να αρχίζει η ώρα 12:00 το μεσημέρι της 01.11.2014, σε χρόνο δηλαδή που δεν ήταν αναγκαία η λήψη είτε του σκευάσματος ZOLOFT για την αντιμετώπιση των ψυχολογικών προβλημάτων του, είτε του XΑΝΑΧ για υποβοήθηση του ύπνου στην περίπτωση του κατηγορούμενου. Άλλωστε, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι το πρωί της 01.11.2014, ο κατηγορούμενος ως έπρεπε δεν έλαβε το σκεύασμα ZOLOFT. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στο στάδιο που ζήτησε και του δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσει πιστοποιητικά λήψης και άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων που ισχυρίστηκε ότι λαμβάνει, επανήλθε χωρίς τελικά να προσκομίσει οτιδήποτε, περιοριζόμενος σε μια γενική αναφορά του ιδίου ότι έπαιρνε και χάπι «για το ζάχαρο», χωρίς όμως ο ίδιος ή άλλος να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι η μη λήψη αυτού του τρίτου χαπιού (στο οποίο αναφέρθηκε εμφανώς ευκαιριακά στο τέλος της μαρτυρίας του) είχε οποιεσδήποτε παρενέργειες και μάλιστα όπως αυτές που εξηγήθηκε από τον Δρ. Δημητρίου ότι δυνατό να έχει η στέρηση του σκευάσματος ZOLOFT στη ψυχική υγεία του κατηγορούμενου. Ακόμα και αν το Δικαστήριο υιοθετούσε τη θέση της υπεράσπισης, όπως τουλάχιστον προσδιορίστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης, (παρά τις αμφιταλαντεύσεις του κατηγορούμενου για το ζήτημα κατά το στάδιο που έδινε μαρτυρία) ότι δηλαδή το επεισόδιο με τη μη λήψη του χαπιού έλαβε χώρα πριν από τη λήψη της πρώτης κατάθεσης στις 20:00 της 29.10.2014, (Έγγραφο Ω) με δεδομένο ότι δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος δεν ακολούθησε το καθορισμένο πρόγραμμα λήψης των χαπιών του κατά την εν λόγω ημερομηνία, σύμφωνα με το οποίο έπαιρνε το σκεύασμα ΖΟLOFT κάθε πρωί για 24ωρη κάλυψη των προβλημάτων ψυχολογικής υφής που αντιμετώπιζε, είναι φανερό ότι το δεύτερο χάπι που θα έπρεπε να λαμβάνει σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού του, καθημερινά, ήταν το ΧΑΝΑΧ. Σκεύασμα όμως που ως ο Δρ. Δημητρίου εξήγησε, στην περίπτωση του κατηγορούμενου δόθηκε μόνο για σκοπούς υποβοήθησης του τελευταίου στον ύπνο αφού ήταν πλήρως καλυμμένος σε σχέση με τα προβλήματα ψυχικής υγείας που διαγνώστηκε ότι αντιμετώπιζε από τη λήψη του σκευάσματος ΖΟLOFT. Άλλωστε, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η σαφής τοποθέτηση του Δρ. Δημητρίου, πως και αν ακόμα ένας ασθενής χάσει μία δόση και λάβει αυτή το πρωί της επόμενης ημέρας, τότε δεν προκαλείται σε αυτόν οποιοδήποτε πρόβλημα. Σε σχέση με το τι πραγματικά συνέβη μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου στις 29.10.2014, αλλά και πριν και κατά τη διάρκεια λήψης των δυο καταθέσεών του στις 29.10.2014 και στις 01.11.2014 (Έγγραφα Ω και Ω1 αντίστοιχα) δεν έχουμε καμιά αμφιβολία και κανένα ενδοιασμό να αποδεχθούμε την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή προκύπτει από την ένορκη μαρτυρία των Μ.Κ.
- και 2, στην οποία έχουμε αναφερθεί εκτενώς ανωτέρω. Τα γεγονότα σε ότι αφορά τα επίδικα για την παρούσα διαδικασία ζητήματα, αποτελεί κατάληξη μας ότι ήταν όπως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Οι συγκεκριμένοι μάρτυρες ήταν απόλυτα συνεπείς, σταθεροί και πειστικοί στις θέσεις που εξέφρασαν για την εξέλιξη των γεγονότων που εδώ ενδιαφέρουν κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Θέσεις που σε κανένα σημείο τους δεν κλονίσθηκαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής τους από την πλευρά της υπεράσπισης. Ορισμένες διαφορές που εντοπίζουμε, σε επουσιώδη σημεία της μαρτυρίας τους, όπως για παράδειγμα, εάν ο Μ.Κ.2 έφυγε από το γραφείο του, πριν καν καθίσει στην καρέκλα και αρχίσει να λαμβάνει την πρώτη κατάθεση (Έγγραφο Ω) ο Μ.Κ.1, όπως ισχυρίσθηκε ο Μ.Κ.2, ή έφυγε, μετά ή κατά τη διάρκεια που ο Μ.Κ.1 έγραφε το λεκτικό της επίστησης και πριν να ξεκινήσει να λαμβάνει την κατάθεση, όπως ισχυρίσθηκε ο Μ.Κ.1 ή εάν κέρασαν καφέ ή όχι τον Κατηγορούμενο, δεν είναι τέτοιας φύσεως που να ανατρέπουν την ισχυρή εντύπωσή μας για την πειστικότητα της εκδοχής τους. Καμία εξαπάτηση όπως την προέβαλε ο κατηγορούμενος εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων σε βάρος του, καμία απειλή, εξύβριση, ή υπόσχεση από την πλευρά των τελευταίων ως οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου που προβλήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, για να εκμαιεύσουν από τον τελευταίο τις καταθέσεις του έγγραφα Ω και Ω
- Η μη λήψη δε του χαπιού κατά τον ουσιώδη χρόνο που ο κατηγορούμενος προέβαινε στην κατάθεση του, καμία επίδραση δεν φαίνεται να είχε στη ψυχολογία του, επιδρώντας κατά τον τρόπο που επιχείρησε να προβάλει στη βούληση και τη θέληση του να προβεί σε αυτή. Έχοντας εξετάσει το σύνολο των στοιχείων που βρίσκονται ενώπιον μας, έχουμε ικανοποιηθεί πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι οι καταθέσεις του κατηγορούμενου, (Έγγραφα Ω και Ω1) ήταν θεληματικές και ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε περίσταση που να μας κάνει να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια προς αποκλεισμό τους. Κανένας από τους λόγους ένστασης που έχουν εγερθεί από τον κατηγορούμενο και αφορούν τη θεληματικότητά τους, δεν ευσταθεί. Στο σύνολο τους, οι ενστάσεις του κατηγορουμένου απορρίπτονται ως αβάσιμες. Συνακόλουθα, οι καταθέσεις του κατηγορούμενου ημερ. 29.10.2014 και 01.11.2014, (Έγγραφα Ω και Ω1) επιτρέπεται να παρουσιασθούν ως μαρτυρία στο Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Δ.Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο