← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. William Prescott κ.α., Aρ. Υπόθεσης 787/16, 11/2/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. William Prescott κ.α., Aρ. Υπόθεσης 787/16, 11/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 787/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. William Prescott
  2. Robert Campbell Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 11.2.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την ποινή ο κ. Ν. Νεοκλέους) Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, από τώρα και στο εξής «οι Κατηγορούμενοι», βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής σε όλες τις εναντίον τους κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Η τρίτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κλοπής από κατάστημα κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται επί το ότι στις 31.1.16 στην Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν την διάρρηξη που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία (πρώτη κατηγορία), ότι στις 31.1.16 διέρρηξαν και εισήλθαν στην μπυραρία με την ονομασία «BECKHAMS» η οποία βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου 25 στην Πάφο και διέπραξαν το κακούργημα που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία (δεύτερη κατηγορία) και ότι την ίδια ημέρα έκλεψαν από την προαναφερόμενη μπυραρία 12 μπουκάλες αλκοολούχα ποτά συνολικής αξίας Ευρώ 300,00 σεντ, περιουσία του Στέλιου Θεοδοσίου από τα Κονιά της επαρχίας Πάφου. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, δεν αμφισβητήθηκαν από τους Κατηγορούμενους και τα έχω κατά νου κατά το έργο της επιμέτρησης της ποινής. Αρκεί να αναφέρω ότι σύμφωνα με τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης ο δεύτερος Κατηγορούμενος κατόπιν συμφωνίας μεταξύ αυτού και του πρώτου Κατηγορούμενου διέρρηξε και εισήλθε στην προαναφερόμενη μπυραρία και έκλεψε από αυτή 12 μπουκάλια αλκοολούχων ποτών καθ' ον χρόνο ο πρώτος Κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από αυτήν ελέγχοντας την κίνηση. Εξερχόμενος από την εν λόγω μπυραρία ο δεύτερος Κατηγορούμενος εναπόθεσε 7 από τα κλαπέντα μπουκάλια κάτω στο έδαφος ενώ τα υπόλοιπα 5 τα έδωσε στον πρώτο Κατηγορούμενο. Βρισκόμενοι αντιμέτωποι με αυτόπτη μάρτυρα ο μεν δεύτερος Κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή για να συλληφθεί από την Αστυνομία την 1.2.16, ο μεν πρώτος Κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε από τον αυτόπτη μάρτυρα όταν κι' αυτός επιχείρησε να τρέξει για να φύγει. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Οι Κατηγορούμενοι αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησαν τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάσθηκαν γι' αυτούς κατόπιν διαταγής της Δικαστηρίου. Από τις εν λόγω εκθέσεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος Κατηγορούμενος κατάγεται από την Σκωτία και είναι ηλικίας 47 ετών. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένειας μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Η μητέρα του η οποία ήταν οικοκυρά απεβίωσε το 2007 σε ηλικία 61 ετών λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Ο πατέρας του ο οποίος εργαζόταν ως εργάτης σε εργοστάσιο αυτοκινήτων απεβίωσε το 1994 σε ηλικία 50 ετών λόγω, επίσης, προβλημάτων υγείας που παρουσίασε. Είναι ο μικρότερος σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Οι σχέσεις του με τις αδελφές του είναι καλές. Είναι απόφοιτος Λυκείου της χώρας του. Μετά το Λύκειο εργάστηκε ως οικοδόμος και ως ηλεκτρολόγος για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας του. Από το 2007 δεν εργάζεται και με βάση ιατρική βεβαίωση, η οποία τον καθιστά ανίκανο για εργασία, λαμβάνει κρατικό επίδομα ύψους 200 Στερλινών κάθε δύο εβδομάδες. Δεν έχει περιουσία, κινητή ή ακίνητη, ούτε αποταμιεύσεις. Δεν έχει χρέη. Το έτος 1989 τέλεσε γάμο με συμπατριώτισσά του με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά ηλικίας σήμερα 22, 20, 18 και 16 ετών. Το 2014 λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στην σχέση τους χώρισαν. Την φύλαξη και φροντίδα των δύο μικρότερων παιδιών της οικογένειας ανέλαβε η μητέρα ενώ ο πρώτος Κατηγορούμενος διατηρούσε και εξακολουθεί να διατηρεί συστηματική επικοινωνία μαζί τους. Οι σχέσεις του σήμερα με τα παιδιά του και την εν διαστάσει σύζυγο του είναι πολύ καλές. Έφθασε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας πριν τρεις εβδομάδες περίπου για τουρισμό. Μετέβη στην Πάφο και διέμενε σε ξενοδοχείο της περιοχής μέχρι την σύλληψη του. Είναι χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών (κάνναβη) από την ηλικία των
  3. Επίσης από το 2007 παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία τον καθιστούν ανίκανο για εργασία. Πάσχει από την ασθένεια copd καθώς και από κατάθλιψη. Στην χώρα του παρακολουθείται από αρμόδιους ιατρούς και λαμβάνει φαρμακοθεραπεία. Κατά την κράτηση του παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος κατάγεται από την Σκωτία και είναι ηλικίας 51 ετών. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 7 ετών. Έκτοτε οι δυο τους δεν διατηρούν οποιαδήποτε επικοινωνία. Η μητέρα του απεβίωσε πριν τρία χρόνια περίπου. Είναι ο μικρότερος από τα επτά παιδιά της οικογένειας. Οι σχέσεις του με την μητέρα και τα αδέλφια του είναι καλές. Φοίτησε σε σχολείο στη Σκωτία μέχρι την ηλικία των 16 ετών και έπειτα διέκοψε. Άρχισε να εργάζεται από νεαρή ηλικία. Εργάστηκε ως μηχανοδηγός, σε πετρελαιοπηγές, σε εργοστάσιο χαρτιού, σε οικοδομές και ως υδραυλικός. Τέλεσε γάμο με γυναίκα ομοεθνή του πριν από 25 χρόνια περίπου και μαζί της απέκτησε τρία παιδιά. Ένα από τα παιδιά του απεβίωσε μετά από ατύχημα. Τα τελευταία δύο χρόνια περίπου το ζεύγος βρίσκεται σε διάσταση και την φροντίδα και φύλαξη των δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 12 και 10 ετών ανέλαβε η μητέρα τους. Έχει ακόμη ένα παιδί ηλικίας σήμερα 18 ετών από προηγούμενη σχέση που διατηρούσε. Έφτασε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας πριν τρεις εβδομάδες περίπου για τουρισμό. Μετέβη στην Πάφο και διέμενε σε ξενοδοχείο μέχρι την σύλληψη του. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Παρουσιάζει αλλεργίες. Κάνει χρήση κάνναβης από την ηλικία των
  4. Το μηνιαίο του εισόδημα από την εργασία του ως υδραυλικός ανέρχεται σε 3.000 Στερλίνες. Λαμβάνει, επίσης, 500 Στερλίνες τον μήνα από ενοίκιο κατοικίας η οποία είναι επ' ονόματί του. Είναι ιδιοκτήτης και δεύτερης κατοικίας στην οποία διαμένει ο ίδιος. Δεν έχει χρέη. Έχει αποταμιεύσεις ύψους 35.000 Στερλινών σε Τράπεζα στην Σκωτία. Οι Κατηγορούμενοι εξέφρασαν την απολογία τους για τα υπό αυτών διαπραχθέντα εγκλήματα τα οποία χαρακτήρισαν ως ανόητα εκ μέρους τους σφάλματα. Αναφορικά με τον πρώτο Κατηγορούμενο, αυτός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει. Όπως ενδεικτικά ανέφερε πάσχει από χρόνιο πρόβλημα στους πνεύμονες το οποίο προκλήθηκε από το πολύ κάπνισμα. Συγκεκριμένα οι πνεύμονές του λειτουργούν μόνο κατά 30% και σύμφωνα με τους ιατρούς που τον παρακολουθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο το προσδόκιμο της ζωής του είναι μόνο 4 χρόνια. Ένας από τους λόγους για τους οποίους επισκέφθηκε την Κύπρο ήταν ο ζεστός καιρός της θεωρώντας ότι αυτό θα του επαυξάνει τον χρόνο ζωής του. Ένεκα της ασθένειάς του είναι ανίκανος για εργασία. Ενώ ήταν κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές εξετάσθηκε από ιατρό ο οποίος του χορήγησε φάρμακα τα οποία είναι τα πιο «κοντινά», όπως ενδεικτικά τα χαρακτήρισε, στα φάρμακα που του χορηγούν οι ιατροί του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν είναι, όμως, τα ίδια. Ανέφερε ότι σύμφωνα με τις Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών τα φάρμακα που λαμβάνει από το Ηνωμένο Βασίλειο δεν τα χορηγεί η Δημοκρατία. Επίσης, οι συγγενείς του αδυνατούν να του στέλνουν στην Κύπρο τα φάρμακα που λαμβάνει από το Ηνωμένο Βασίλειο καθότι αυτά του χορηγούνται πάντα με συνταγή του ιατρού η οποία εκδίδεται στο όνομά του και κατόπιν προσωπικής επίσκεψης του ιδίου η οποία λαμβάνει χώρα επί μηνιαίας βάσεως. Ένεκα τούτου ο πρώτος Κατηγορούμενος εξέφρασε τον φόβο ότι εδώ στην Κύπρο θα πεθάνει «πριν την ώρα του». Επίσης, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να περάσει τα λίγα χρόνια ζωής που του απομένουν εντός των Φυλακών. Την ανησυχία του για την υγεία του πρώτου Κατηγορούμενου εξέφρασε και ο δεύτερος Κατηγορούμενος κατά τον δικό του μετριασμό. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αρκετά σοβαρές κατηγορίες. Το αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος και το αντίστοιχο της συνωμοσίας τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το αδίκημα της κλοπής με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα συνιστούν κακουργήματα. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίσθηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 297. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Οι πράξεις των Κατηγορούμενων καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξαν οι Κατηγορούμενοι. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξαν οι Κατηγορούμενοι. Πόσο μάλλον στην περίπτωση του δεύτερου Κατηγορούμενου ο οποίος σύμφωνα με την έκθεση που ετοιμάσθηκε γι' αυτόν από το Γραφείο Ευημερίας έχει ένα πολύ καλό μηνιαίο εισόδημα καθώς και σημαντικό ποσό αποταμιεύσεων. Τόσο δε καλή φαίνεται να είναι η οικονομική κατάσταση του δεύτερου Κατηγορούμενου που ο πρώτος Κατηγορούμενος δήλωσε ότι τα έξοδα για τις διακοπές του στην Κύπρο πληρώθηκαν από τον δεύτερο Κατηγορούμενο. Δηλώθηκε, επίσης, από τον ίδιο τον δεύτερο Κατηγορούμενο ότι οποιοδήποτε ποσό προστίμου τυχόν επιβληθεί από το Δικαστήριο τόσο στον ίδιο όσο και στον πρώτο Κατηγορούμενο θα πληρωθεί από τον δεύτερο Κατηγορούμενο. Εύλογα, τότε, αναφύεται το ερώτημα προς τι η διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορούμενων, την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο και την συνεργασία τους με την Αστυνομία. Οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ευθύς εξ' αρχής στις διωκτικές αρχές την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων δίδοντας, μάλιστα, και λεπτομέρειες που συνέβαλαν στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα το ότι η αξία της κλαπείσας περιουσίας δεν είναι μεγάλη, ότι η κλαπείσα περιουσία ανευρέθηκε (Βλ. Bekiz Ahmet Abit v. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 318) και, κατ' επέκταση, ότι καμία οικονομική ζημία δεν προκλήθηκε στον ιδιοκτήτη της. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορούμενων όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα δε την οικονομική κατάσταση του πρώτου Κατηγορούμενου και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου λαμβάνονται μεν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι Κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά των Κατηγορούμενων και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τους Κατηγορούμενους ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται διαφοροποίηση στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί στους Κατηγορούμενους. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ευαγόρου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 593: «η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν έχει ως λόγο την αριθμητική εξίσωση της ποινής η οποία επιβάλλεται. Όπως και σε κάθε άλλο τομέα η αρχή της ισότητας συναρτάται με την ουσιαστική ομοιογένεια των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου και συνεπώς επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση όλων των ουσιαστικών στοιχείων που τείνουν να προσδιορίσουν την ομοιογένεια». Η αρχή της ισότητας βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Έχει νομολογηθεί ότι η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής και στις περιπτώσεις επιμέτρησης της ποινής (Βλ. Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 498). Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά διασφαλίζει μόνο εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Βλ. Χρ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 354). Στην υπόθεση Χρ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος αποκλείει διακρίσεις οι οποίες δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου. Εάν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης είναι ομοιογενή, δεν χωρεί διάκριση. Εάν είναι ανομοιογενή χωρεί και παρέχεται ευχέρεια για την θεσμοθέτηση διάφορου κανόνα ή την υιοθέτηση διάφορης ρύθμισης ................... Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση "πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων" (βλ. Republic v. Arakian and Others
(1972)3 CLR 294) .................................. Όταν δύο περιπτώσεις δεν τελούν "υπό τας αυτάς συνθήκας" ή όταν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης δεν είναι ομοιογενή επιτρέπεται η διαφοροποίηση στην αντιμετώπισή τους και δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ειδικά και σε σχέση με την μεταχείριση των παραβατών στο "Sentencing References 1998" του David Thomas, σελ. 45, το θέμα τίθεται ως εξής: .................................... Σε μετάφραση: "Δεν προκύπτει ανισότητα εάν η διαφορά στην ποινή αντανακλά τη διαφορά στις αντίστοιχες ευθύνες των παραβατών ή διαφορά στην ηλικία τους, προηγούμενες καταδίκες ή την ύπαρξη προσωπικών μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι σχετίζονται με ένα από αυτούς. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει το ευεργέτημα προσωπικών ελαφρυντικών περιστάσεων, το οποίο δεν διαθέτουν οι άλλοι παραβάτες, στους άλλους παραβάτες δεν πρέπει να δοθεί το ευεργέτημα εκείνου του ελαφρυντικού"». Στην υπόθεση Χρύσανθος Αντωνίου Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195 λέχθηκε ότι η πιο πάνω αρχή σκοπό έχει την μη πρόκληση αισθήματος αδικίας που αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Με βάση τα όσα λέχθηκαν στις αποφάσεις που πιο πάνω μνημονεύονται λέχθηκε ότι ένα Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και διαφορετικές ποινές σε κατηγορούμενους σε μια υπόθεση χωρίς να παραβιασθεί η αρχή. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχει ικανοποιητικός λόγος για διαφοροποίηση της ποινής ανάμεσα στους Κατηγορούμενους. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε ο πρώτος Κατηγορούμενος πάσχει από σοβαρό πρόβλημα στους πνεύμονες το οποίο του μειώνει δραστικά το προσδόκιμο της ζωής του με αποτέλεσμα και σύμφωνα με τους ιατρούς του το προσδόκιμο της ζωής του πρώτου Κατηγορούμενου να είναι μόνο 4 έτη. Το γεγονός αυτό κρίνω πως είναι ουσιώδους σημασίας στην επιμέτρηση της ποινής και δικαιολογεί διαφοροποίηση στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί σε αυτόν σε σύγκριση με τον δεύτερο Κατηγορούμενο. Συνακόλουθα επιβάλλω στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία: στον πρώτο Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών στον δεύτερο Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 μηνών Στην δεύτερη κατηγορία: στον πρώτο Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών στον δεύτερο Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 μηνών Στην τρίτη κατηγορία: στον πρώτο Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών στον δεύτερο Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στους Κατηγορούμενους παρά το ότι τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε από κανένα εξ' αυτών. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον δεύτερο Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του δεύτερου Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Σε αντίθεση με τον πρώτο Κατηγορούμενο αναφορικά με τον οποίο κρίνω ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα σε αυτόν. Οι λόγοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι: το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει το οποίο μειώνει το προσδόκιμο της ζωής του στα 4 έτη. Κρίνω πως υπό το φως τούτου η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα ήταν ένα ιδιαίτερα επαχθές τιμωρητικό μέτρο για τον πρώτο Κατηγορούμενο το ότι οι Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών δεν είναι σε θέση να του χορηγήσουν τα φάρμακα εκείνα που πρέπει να λαμβάνει για το πρόβλημα υγείας του με αβέβαιες τις συνέπειες που θα προκύψουν στην υγεία του από ένα τέτοιο γεγονός. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον πρώτο Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από τον ίδιο βέβαια εξαρτάται να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται για να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον πρώτο Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης αναφορικά με τον δεύτερο Κατηγορούμενο θα αρχίζουν από την 1.2.16 ημερομηνία από την οποία ο δεύτερος Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Οι 12 μπουκάλες αλκοολούχων ποτών και η τσάντα ώμου να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Επεξηγούνται στον πρώτο Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Διάρρηξη, Κλοπή και Συνωμοσία Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.